• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Εὐχαριστήριο γιὰ τὸν ἔρανο τῆς Ἀγάπης

Μετά την επιτυχία του φετεινού Εράνου της Αγάπης της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου, που πραγματοποιήθηκε από 15 έως 22 Δεκεμβρίου 1996, ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος απέστειλε εγκύκλιο που αναγνώστηκε στους Ι. Ναούς την Κυριακή 26 Ιανουαρίου 1997. Στην συνέχεια δημοσιεύουμε την εγκύκλιο.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Συνήθως ο Μητροπολίτης επικοινωνεί με το ποίμνιό του με εγκυκλίους κατά τις μεγάλες Δεσποτικές εορτές ή σε έκτακτα γεγονότα, ιδίως όταν θέλη να παρακινήση τον λαό σε έργα αγάπης.

Με την εγκύκλιο αυτή όμως θα ήθελα να απευθύνω τις θερμές μου ευχαριστίες για την συμμετοχή σας στον έρανο της αγάπης, που διεξήχθη στην Ιερά μας Μητρόπολη στα μέσα Δεκεμβρίου. Οι ευχαριστίες μου αυτές απευθύνονται στους Εφημερίους των Ενοριών, στις επιτροπές που δημιουργήθηκαν για να επισκευθούν τις οικίες και στα καταστήματα της Πόλεως και των χωριών, και σε όλους τους Χριστιανούς που προσέφεραν ό,τι μπορούσαν.

Πρέπει να σάς ανακοινώσω ότι ο έρανος της αγάπης υπήρξε αποδοτικός για τα δεδομένα της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και μάλιστα, όπως με διαβεβαίωσαν, το αποτέλεσμα του εράνου δεν είχε προηγούμενο. Από την Πόλη της Ναυπάκτου συγκεντρώθηκε το ποσό των 1.721.250 δρχ. και από τις άλλες Ενορίες το ποσό των 988.970 δρχ. Συνολικά συγκεντρώθηκε το ποσό των 2.710.220 δρχ. Βέβαια, αν στο ποσό αυτό προστεθούν και οι δωρεές που δίνονται κατά την διάρκεια όλου του χρόνου για το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που εξασκεί η Ιερά μας Μητρόπολη, τότε το ποσόν αυξάνεται πολύ περισσότερο.

Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι η διάθεση των Ιερέων, των Κυριών και των δωρητών. Παρατήρησα ότι τα συνεργεία που βγήκαν για τον έρανο το έκαναν με μεγάλη αγάπη και εξαιρετική διάθεση. Όπως, επίσης, πληροφορήθηκα ότι και οι Χριστιανοί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, είδαν με ευχαρίστηση την κίνηση αυτή της Ιεράς Μητροπόλεως και ανταποκρίθηκαν ευχαρίστως, κατά την δύναμη που είχε ο καθένας.

Βέβαια, ο ανθρώπινος πόνος είναι αρκετά μεγάλος και οι οικονομικές δυσχέρειες πολλών Χριστιανών είναι πολλές. Καθημερινά καταφθάνουν στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως αναξιοπαθούντες άνθρωποι, αλλά υπάρχουν και άλλοι που υπομένουν μόνοι τους και άγνωστοι από τους πολλούς, με αξιοπρέπεια τον πόνο και την δοκιμασία τους. Με τους Συνδέσμους Αγάπης, που δημιουργήθηκαν και άρχισαν να λειτουργούν στις Ενορίες προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Πιστεύω ότι θα αγωνιστούμε να καλύψουμε τα κενά που υπάρχουν στον τομέα της κρατικής Πρόνοιας και μάλιστα θα το κάνουμε διατηρώντας το ανθρώπινο πρόσωπο και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Σε αυτό ζητούμε την συμπαράσταση όλων σας.

Θα πρέπη να σάς διαβεβαιώσω ότι τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι συνεργάτες μου σεβόμαστε απεριόριστα το χρήμα που συλλέγεται από εράνους. Κατά τους Κανόνας της Εκκλησίας το χρήμα που προέρχεται από προσφορές Χριστιανών και προορίζεται για έργα φιλανθρωπίας, όπως και τα χρήματα τα οποία προέρχονται από τον οβολό των ανθρώπων που προσέρχονται στην θεία Λατρεία είναι ιερά. Σάς διαβεβαιώνουμε ότι θα γίνεται τιμία διαχείριση, θα αξιοποιούνται τα χρήματα μέχρι τελευταίας δραχμής για τον σκοπό για τον οποίο δίδονται.

Μόλις θα είμαστε έτοιμοι θα σάς γνωστοποιήσουμε λεπτομερή, κατά το δυνατό, απολογισμό των έργων αγάπης και ευποιίας, κατά το προηγούμενο έτος, ώστε να ενημερωθήτε για το έργο που επιτελεί η Ιερά Μητρόπολή μας, μέσα στα πλαίσια τα οποία κινείται

Αφού και πάλιν σάς ευχαριστήσω για την ποκίλη προσφορά και συμπαράστασή σας στο έργο της Ιεράς Μητροπόλεως, στον τομέα της φιλανθρωπίας και αγάπης, σάς εύχομαι ο Θεός της αγάπης να σάς ευλογή πλούσια.

Με θερμές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Πάσχα 1999

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού είναι πανηγύρι της ζωής, γιατί προσέφερε ζωή σε όλη την οικουμένη. Γι’ αυτό και εμείς οι Έλληνες, εορτάζουμε το γεγονός αυτό πολύ λαμπρά. Αισθανόμαστε ότι δεν είναι μια συνηθισμένη εορτή, αλλά η ελπίδα της ζωής μας. Είναι μια γιορτή που φυγαδεύει τον πόνο από την ψυχή και την ζωή μας, αφού προσφέρει μια νέα προοπτική στην ύπαρξή μας.

Πράγματι, η Ανάσταση του Χριστού δημιούργησε μια νέα προοπτική στον άνθρωπο, άνοιξε τους ορίζοντες της σκέψεως και της ζωής του. Δεν είναι μόνο γεγονός που αναφέρεται στον Χριστό, αλλά επεκτείνεται και στον άνθρωπο, αφού συνδέεται αποτελεσματικά με την σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό φαίνεται από τα δώρα που έδωσε ο Αναστάς Χριστός στους μαθητάς Του, και βέβαια σε όλους τους ανθρώπους.

Όταν εμφανίστηκε στους μαθητάς Του που ήταν κλεισμένοι στο υπερώο από τον φόβο των Ιουδαίων τους έδωσε την ειρήνη: “Ειρήνη υμίν” (Ιω. κ’, 21) τους είπε. Είχε καταλάβει τις ψυχές των μαθητών ο φόβος από τα όσα είχαν προηγηθή, δηλαδή από τα γεγονότα που προήλθαν από το μίσος των Γραμματέων και των Φαρισσαίων, από την επιπολαιότητα, αλλά και την φονικότητα του Ιουδαϊκού όχλου. Ταυτόχρονα είχαν μεγάλη ανασφάλεια, από την απουσία του μεγάλου τους Διδασκάλου και αβεβαιότητα για το μέλλον. Γι’ αυτό και ο Χριστός τους έδωσε το μεγάλο αυτό αγαθό της ειρήνης.

Μαζί με την ειρήνη τους έδωσε και την δυνατότητα να συγχωρούν αμαρτίες: “Λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινων αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς” (Ιω. κ’, 22-23). Η αμαρτία χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό και από τους αδελφούς του. Κάθε αμαρτία έχει θεολογικές, ανθρωπολογικές και κοινωνικές συνέπειες. Δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό γεγονός, γιατί όταν κανείς προβαίνει σε πράξεις αρνήσεως του Θεού, τότε διαπράττει και κοινωνικά αδικήματα. Άλλωστε είναι γνωστή η ρήση ότι “δίχως Θεό όλα επιτρέπονται” Η διάπραξη της αμαρτίας δημιουργεί στον άνθρωπο φοβερές τύψεις και απώλεια των διαπροσωπικών σχέσεων.

Οι μαθητές αφού είδαν τον αγαπημένο τους Διδάσκαλο και μάλιστα αφού έλαβαν την ειρήνη Του και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο μπορούσαν να συγχωρήσουν αμαρτίες, εχάρησαν υπερβολικά: “εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον” (Ιω. κ’, 20). Επομένως, μαζί με την ειρήνη και την λήψη του Αγίου Πνεύματος έλαβαν και το μεγάλο δώρο της χαράς, που είναι αποτέλεσμα της κοινωνίας τους με τον Χριστό, την απόδειξη της υπερβάσεως του θανάτου και αυτό τους έκανε πολύ δυνατούς ώστε να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες στην ζωή τους.

Ο φόβος, η ανασφάλεια και η εσωτερική ψυχική ταραχή, οι αμαρτίες και οι συνεχείς τύψεις της συνειδήσεως, η λύπη και η απόγνωση, μαζί με όλα όσα συνδέονται με αυτά, είναι εκείνα που απασχολούν και βασανίζουν και τον σύγχρονο άνθρωπο. Μάλιστα δε οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες αυξάνουν τα εσωτερικά ψυχικά προβλήματα. Ποιός δεν έχει δοκιμάσει το φοβερό μαρτύριο των τύψεων μιας αμαρτίας; Ποιός δεν αντιμετώπισε την εσωτερική ταραχή και ανασφάλεια από διάφορες αβεβαιότητες που συνδέονται με τον ανθρώπινο βίο και το μάταιο της ζωής αυτής; Ποιός δεν έχει αισθανθή την κόλαση της λύπης και της απογνώσεως να κατακλύζη την ψυχή του;

Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει περάσει από αυτές τις φοβερές και ανατριχιαστικές καταστάσεις. Αλλά το φοβερότερο είναι ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τον τρόπο για να ελευθερωθούν από την φοβερή αυτή μέγγενη που τους πιέζει. Πολλές φορές καταφεύγουν σε μεθόδους και λύσεις που περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, είτε σε ανθρώπινες ιδεολογίες, είτε σε μυστικιστικές αντιλήψεις, είτε σε μαγικές και δαιμονικές καταστάσεις.

Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι μόνον ο Αναστάς Χριστός μπορεί να προσφέρη τα τρία μεγάλα δώρα που τα έχουμε ανάγκη όλοι μας, δηλαδή την ειρήνη, την άφεση των αμαρτιών και την χαρά. Μόνον ο Χριστός μπορεί να αναπαύση την ψυχή μας. Και η εορτή της Αναστάσεως του Χριστού συνδέεται με αυτή την αναζήτηση και την ελπίδα. Χαιρόμαστε, γιορτάζουμε, και με αυτό τον τρόπο αναζητούμε από τον Χριστό την ειρήνη, την λύτρωση από τις εσωτερικές τύψεις και την απόκτηση της πραγματικής χαράς.

Μέσα από αυτή την προοπτική εύχομαι σε όλους σας, για την σημερινή ημέρα, χρόνια πολλά, και μέσα από αυτή την προοπτική σάς απευθύνω τον πασχάλιο χαιρετισμό και τον θριαμβευτικό παιάνα της νίκης: “Χριστός Ανέστη”, αδελφοί.

Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Πάσχα 2002

Ο Σταυρόν υπομείνας και τον θάνατον καταργήσας και αναστάς εκ των νεκρών ειρήνευσον ημών την ζωήν, Κύριε, ως μόνος παντοδύναμος   

Αγαπητοί μου αδελφοί

Τά γεγονότα της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Χριστού, που είναι τα μεγαλύτερα παγκόσμια γεγονότα, γιατί συνδέονται με την αναγέννηση των ανθρώπων και την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως, διαδραματίσθηκαν πρίν είκοσι αιώνες στα Ιεροσόλυμα, που για όλους τούς Χριστιανούς είναι μιά αγαπητή πόλη. Εκεί διαφυλάσσονται όλα τα ιερά σεβάσματα, τα οποία συνδέονται με την ζωή του Χριστού, εκεί είναι ο φρικτός Γολγοθάς, ο όλβιος τάφος του Χριστού και γενικά τα Ιεροσόλυμα και η Παλαιστίνη είναι η πόλη και η γή πάνω στην οποία περπάτησε ο Χριστός κατά την επίγεια ζωή Του, αλλά και εκεί φανέρωσε και φανερώνει την δόξα Του.

Πέρα από αυτό το γεγονός, τα Ιεροσόλυμα είναι η πόλη στην οποία αναπτύχθηκε η πρώτη Χριστιανική Κοινότητα, όπως την περιγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, εκεί έγινε η πρώτη αποστολική Σύνοδος. Επομένως, τα Ιεροσόλυμα είναι η αναφορά όλων των Χριστιανών.

Η λέξη Ιερουσαλήμ σημαίνει «τόπος της ειρήνης». Καί αυτό γιατί εκεί τελικά φανερώθηκε η ειρήνη του Θεού, που συνδέεται με τον Σταυρό του Χριστού, πάνω στον οποίο ο Χριστός ένωσε τα πρίν διεστώτα, και εκεί για πρώτη φορά ακούστηκε ο χαιρετισμός του Αναστάντος Χριστού «ειρήνη υμίν».

Αλλά, βέβαια, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συνδέεται απλώς με ένα τόπο, αφού εκτός από την επίγεια Ιερουσαλήμ, υπάρχει και η Νέα Ιερουσαλήμ που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, της οποίας κέντρο είναι η Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη, το πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά υπάρχει και η Άνω Ιερουσαλήμ που είναι η Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας απαρχή και προοίμιο είναι η εμπειρία του Θεού, που απολαμβάνει ο άνθρωπος από αυτήν ακόμη την ζωή. Αυτό σημαίνει ότι την πόλη της Ιερουσαλήμ την αντιμετωπίζουμε πνευματικά, ήτοι την συνδέουμε με τα πνευματικά γεγονότα της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Χριστού, αλλά και με την Ορθόδοξη Εκκλησία και βεβαίως με την εσχατολογική Βασιλεία που την απολαμβάνουν οι θεούμενοι από αυτή την ζωή.

Όλα αυτά λέγονται γιατί η Ιερουσαλήμ ως τόπος της ειρήνης έχει κυρίως πνευματική έννοια και όλοι όσοι συνδέονται ποικιλοτρόπως με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό, όλοι οι μάρτυρες του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, τον τόπο της ειρήνης που είναι η Νέα Ιερουσαλήμ και η Άνω Ιερουσαλήμ, η ποθεινή πατρίδα όλων μας.

Όμως δεν παραθεωρούμε και την επίγεια Ιερουσαλήμ, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Χριστός και γι’ αυτό τον λόγο στενοχωρούμαστε, γιατί σήμερα ο χώρος αυτός της ειρήνης είναι χώρος συγκρούσεων και πολέμων, όπου χύνεται το αίμα και εκφράζεται η ανθρώπινη βία. Μάς θλίβουν κατάβαθα αυτά τα γεγονότα που συνεχίζουν την σταυρική θυσία του Χριστού και εκεί επαναλαμβάνονται με άλλη μορφή όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην ζωή του Χριστού. Τότε σταυρώθηκε ο Χριστός, τώρα σταυρώνονται άνθρωποι. Αλλά ελπίζουμε ότι η Ανάσταση του Χριστού θα δώση ελπίδα και ζωή στούς πονεμένους αυτούς ανθρώπους.

Άλλωστε, ο Χριστός όταν είδε την Ιερουσαλήμ έκλαυσε και είπε: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τούς Προφήτας και λιθοβολούσα τούς απεσταλμένους προς αυτήν' ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ως η όρνις επισυνάγει τα νοσσία εαυτής υπό τάς πτέρυγας και ουκ ηθελήσατε...».

Ο Χριστιανισμός και κυρίως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι υπεύθυνη για το ότι και σήμερα εξακολουθούν να γίνονται πόλεμοι και να κυριαρχή η βία στις ανθρώπινες κοινωνίες, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία καλεί όλους τούς ανθρώπους να σταυρώσουν τούς εαυτούς τους από τα πάθη και να ανεβούν στο ύψος της αναστημένης ζωής, να αισθανθούν στην ζωή τους τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, και έτσι να συνδεθούν με τον φρικτό Γολγοθά και τον τόπο της Αναστάσεως. Καί υπάρχουν άγιοι που έζησαν αυτά τα δεσποτικά γεγονότα, δηλαδή τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, στην προσωπική τους ζωή. Όμως ευθύνονται για όσα εκτυλίσσονται σήμερα, και στα Ιεροσόλυμα και στην Παλαιστίνη και σε ολόκληρο τον κόσμο, εκείνοι που δεν θέλουν να ανταποκριθούν στην κλήση για να γίνουν πραγματικοί μαθητές του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού.

Μέ την ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής της Αναστάσεως του Χριστού ευχόμαστε εξ όλης της καρδίας μας να επικρατήση η ειρήνη του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και την Παλαιστίνη, στην γή όπου περπάτησε ο Χριστός, αλλά βεβαίως ευχόμαστε να ζούμε και να ζήσουμε όλοι μας στην Νέα Ιερουσαλήμ και την άνω Ιερουσαλήμ, τον πραγματικό χώρο της ειρήνης, την πατρίδα των αναστημένων παιδιών του Θεού.

Ο Αναστάς Κύριος να σάς δίδη την ειρήνη Του και την αγάπη Του.

Διάπυρος προς τον Αναστάντα Θεόν ευχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Πάσχα 2006

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Και πάλιν φέτος, μετά την κατανυκτική Μεγάλη Εβδομάδα, αξιωθήκαμε να πανηγυρίσουμε λαμπρώς την εορτή της Αναστάσεως του Χριστού. Δεν είναι μόνον γεγονός της φύσεως (άνοιξη), ούτε ένα πολιτιστικό γεγονός, αλλά κατ εξοχήν εκκλησιαστικό, θεολογικό και ανθρώπινο, αφού αναφέρεται στην ελπίδα της δικής μας αναστάσεως.

Πράγματι, ο Χριστός, ο οποίος, κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «αρχηγός της πίστεως και τελειωτής» μας (βλ. Εβρ. ι , 2), αλλά ταυτοχρόνως και η Κεφαλή της Εκκλησίας μας (βλ. Εφ. α , 22), αναστήθηκε τρεις ημέρες μετά τον θάνατό Του. Όταν κάνουμε λόγο για την Ανάσταση του Χριστού, εννοούμε την ανάσταση του Σώματός Του που είχε πεθάνει στον Σταυρό.

Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο Χριστός από την στιγμή της συλλήψεως προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, την καθαρά και αγία, αλλά με την φθαρτότητα και την θνητότητα, προκειμένου να νικήση τον θάνατο και την φθορά. Έτσι, κατά την μαρτυρία των αγίων Αποστόλων και την επιβεβαίωση της Εκκλησίας μας, την τρίτη ημέρα, μετά τον θάνατο και τον ενταφιασμό Του, ανέστησε το σώμα Του, με την θεότητά Του. Στην πραγματικότητα η ψυχή Του μαζί με την θεότητα κατέβηκε στον Άδη, και το σώμα Του, μαζί με την θεότητα, παρέμενε στον τάφο, γι’ αυτό και το σώμα Του παρέμεινε άφθαρτο, αδιάλυτο. Αυτό το σώμα αναστήθηκε από την θεότητά Του και έτσι οι Μαθητές, το είδαν, το εψηλάφησαν και βεβαίως «εχάρησαν ιδόντες τον Κύριον» (Ιω. κ ,20).

Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας, η φθορά δεν άγγιξε το σώμα του Χριστού όσο βρισκόταν στον τάφο, γιατί ήταν ενωμένο με την θεότητά Του. Μετά την Ανάστασή Του αποβλήθηκε από το σώμα η φθαρτότητα και η θνητότητα, αλλά το σώμα δεν ετράπη από την οικεία φύση του. Έτσι, το αναστημένο σώμα του Χριστού, καίτοι απέβαλε τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, την θνητότητα και την φθαρτότητα, παρέμεινε σώμα περιγραπτό, ομόθεο, πνευματικό, διήνυε μεγάλες αποστάσεις σε δευτερόλεπτα, εξερχόταν του εσφραγισμένου μνήματος και εισερχόταν κεκλεισμένων των θυρών, τον ανεγνώρισαν οι Μαθητές.

Το μεγάλο αυτό γεγονός έγινε στον Χριστό, τον Οποίο πιστεύουμε και τιμούμε αυτές τις ημέρες. Βεβαίως και στην εποχή του Χριστού, αλλά και δια μέσου των αιώνων υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αμφισβητούσαν αυτό το γεγονός, αλλά δισεκατομμύρια άνθρωποι το πίστευσαν και εβεβαίωσαν προσωπικά, δίδοντες αυτήν την μαρτυρία της εκ νεκρών αναστάσεως και υφιστάμενοι το μαρτύριο. Πως, άλλωστε, εξηγείται το ότι εκατομμύρια μάρτυρες ομολόγησαν αυτήν την αλήθεια και θυσίασαν και αυτήν την ζωή τους;

Η Ανάσταση του Χριστού, δηλαδή η ανάσταση του σώματος του Χριστού, είναι το βασικότερο σημείο της πίστεώς μας. Δεν μπορεί να είναι κανείς Χριστιανός, όταν αρνείται αυτό το βασικό γεγονός. Ο Απόστολος Παύλος ομολογεί: «ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών» και τότε είμαστε «ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων» (Α Κορ. ιε , 17-19). Μάλιστα, στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε «και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς».

Ως μέλη της Εκκλησίας, που είμαστε συγχρόνως μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, καθημερινώς αποκτούμε βεβαιότητα αυτής της Αναστάσεώς Του. Και αυτό γιατί κάθε φορά που κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνούμε του αναστημένου Σώματός Του, που έχει χαρακτηρισθή «φάρμακον αθανασίας». Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να υπερβούμε όλα τα προβλήματα της φθαρτότητος και της θνητότητος του ανθρωπίνου βίου μας. Έπειτα, στην Εκκλησία έχουμε τα ιερά λείψανα των αγίων που είναι τα πραγματικά μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, αφού οι άγιοι ενώθηκαν με τον Χριστό.

Βεβαίως, κάνοντας λόγο για λείψανα των αγίων, εννοούμε τα λείψανα των μεμαρτυρημένων αγίων μέσα στα οποία κατοικεί το Άγιον Πνεύμα και εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, και όχι οποιαδήποτε μέλη, και τα οποία επιβεβαιώνονται από θεολογικά κριτήρια και τελικά από την Εκκλησία και όχι από οποιουσδήποτε μεμονωμένους ανθρώπους.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι το μεγαλύτερο μυστήριο μέσα στους αιώνες είναι η Ανάσταση του Χριστού. Και επειδή η Εκκλησία είναι το πραγματικό Σώμα του Χριστού, γι’ αυτό είναι ο χώρος των μυστηρίων και των πνευματικών αλλοιώσεων, με τα μυστήρια, την άσκηση και την αγιασμένη ζωή. Δεν περιμένουμε έξωθεν μαρτυρίες για να πιστεύσουμε στον αναστάντα Χριστό, αλλά έχουμε η μπορούμε να αποκτήσουμε δική μας πείρα ότι ο Χριστός είναι Αναστάς και Κύριος της ζωής και του θανάτου, είναι εκείνος που χαρίζει και στον άνθρωπο την δυνατότητα να απαλλαγή από τα πάθη και τις αδυναμίες του. Τιμούμε, βέβαια, και τους αγίους, που είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, αλλά ποτέ αυτοί δεν μπορούν να αντικαταστήσουν και να υποκαταστήσουν τον Χριστό, που είναι η κεφαλή μας και η ζωή μας και στον Οποίο αποδίδουμε την λατρεία μας.

Αυτόν τον αναστάντα Χριστό εορτάζουμε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, Αυτόν εορτάζουμε και αυτές τις ημέρες, Αυτόν βιώνουμε όταν μετανοούμε και αγιαζόμαστε, Αυτόν ακούμε να μας παρηγορή στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, όταν, δια πρεσβειών των αγίων μας, ιδίως της Θεοτόκου, τον παρακαλούμε να μας βοηθήση, Αυτός είναι η ζωή μας και η ελπίδα μας, Αυτός είναι η πίστη και η προσδοκία μας, Αυτός είναι ο Αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών, Αυτόν θα ανυμνούμε στους αιώνες, «συν πάσι τοις αγίοις», αν μας αξιώση αυτής της μεγάλης χαράς.

Στον αναστάντα Χριστό πρέπει να πιστεύουμε και να ελπίζουμε και με Αυτόν να ζούμε. Τότε η ζωή μας θα αποκτήση βαθύτατο πνευματικό νόημα.

Αδελφοί, «Δόξα τη τριημέρω Αυτού εγέρσει». «Προσκυνούμεν Αυτού την τριήμερον έγερσιν».

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν».

Με θερμές αναστάσιμες ευχές

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Περὶ τῶν Ἱερῶν Λειψάνων

Πρός τούς

Πανοσιολογιωτάτους Ἱεροκήρυκας καὶ Αἰδεσιμωτάτους Ἐφημερίους,

Προέδρους τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συµβουλίων καί τά λαϊκά µέλη αὐτῶν,

Ἀγαπητοί μου, 

Ἔχετε, πληροφορηθῆ ὅτι, ὅπως ἐπανειλημμένως στό παρελθόν, ἔτσι καί στό παρόν, γίνονται πολλά σχόλια ἀπό τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης γύρω ἀπό τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν µερικοί πού στέκονται ἀπέναντί τους προτεσταντικά, ἀπορρίπτοντας τήν ἀξία καί τήν σηµασία τους, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι πού δέν θέλουν νά βλέπουν τήν θεολογία τῶν λειψάνων.Μὲ τήν Ἐγκύκλιο αὐτή θά ἤθελα νά τονίσω μερικές θεολογικές ἀλήθειες γιά τά ἱερά λείψανα, καθώς ἐπίσης νά ἀντιμετωπίσω καί µερικὰ εὐαίσθητα καί λεπτά ζητήματα πού ἔχουν σχέση μέ τὴν ἔλευση τῶν λειψάνων διαφόρων ἁγίων στίς Ἐνορίες.

Α. 

Κατ' ἀρχήν εἶναι γνωστόν ὅτι τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων ἀποτελοῦν µεγάλη εὐλογία του Θεοῦ. Ὅταν παρακολουθῆ κανείς ἐγκαίνια Ἱερῶν Ναῶν, θά διαπιστώση ὅτι ὁ ἁγιασμός τῆς Ἁγίας Τραπέζης γίνεται µέ τήν τοποθέτηση λειψάνων ἁγίων μαρτύρων, διότι, ὅπως ἐξηγεῖ θεολογικώτατα ὁ ἱερός Νικόλας Καβάσιλας, «Θεοῦ νεώς (ναός) ἀληθής καί θυσιαστήριον τά ὁστᾶ ταῦτα». 

Δύο εἶναι τά βασικά γνωρίσματα ἑνός ἁγίου. Πρῶτον ἡ θεολογία του καί δεύτερον τά λείψανά του. Δηλαδή, ἡ ἀναγνώριση κάποιου ὡς ἁγίου γίνεται ἀπό τήν θεολογία πού ἔχει καί ἀπό τό κατά πόσον τό σῶμα του ἔγινε λείψανο, πού σημαίνει ὅτι εἶναι ἐνωμένος µέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στήν πραγματικότητα αὐτά τά δύο συνδέονται μεταξύ τους, γιατί, ἄν κάποιος διακρίνεται γιά τήν Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ ὁποία διαποτίζει ὅλη του τήν ὕπαρξη, τότε καί εἶναι καί λέγεται θεούµενος, κατά τήν ψυχή καί τό σῶμα. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης παρουσιάζει τά σημεῖα ἐκεῖνα πού κάνουν τά ἱερά λείψανα νά διαφέρουν ἀπό τά κοινά ὁστᾶ καί μάλιστα τῶν ἀφωρισμένων. Γράφει ὅτι, ἐνῶ τά σώματα τῶν ἀφωρισμένων εἶναι ἀδιάλυτα, ἄσχημα καί δυσειδῆ, δυσώδη καί βρωµερά, φουσκωμένα ὡς τύμπανα καί σέ ὅσους τά βλέπουν εἶναι πρόξενα φόβου καί φρίκης, ἀντίθετα τά λείψανα τῶν ἁγίων «ἀδιάφθαρτά εἰσιν, ὡραῖα, εὐώδη, ἐξηραμμένα, ἥμερα καί εὐπρόσιτα ὡσάν νά εἶναι κοιµισµένα καί πρός τούτοις βρύουσι καί διάφορα θαύματα». Κάποιος σύγχρονος θεολόγος ἔχει τονίσει µιά πολύ µεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά κάνη λείψανα, πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐργαστήριο ἱερῶν λειψάνων. Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά φθάση στήν θέωση, τήν κοινωνία µέ τόν Θεό. 

Συνέπεια τῆς θεώσεως εἶναι νά ἁγιάζονται καί τά σώματα. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, γι’ αὐτό, ὅταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται στήν ψυχή, στήν συνέχεια διαπορθμεύεται καί στό σῶμα. 'Ο Ἀπόστολος Παῦλος, κάνοντας λόγο γιά τήν σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπου, γράφει «Αὐτός δέ ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη» (Α’ Θεσ. ε’, 22-23)

Μέσα ἀπό τήν προοπτική αὐτή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τά ἱερά λείψανα εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ὁ συγκεκριµένος Χριστιανός ἔφθασε στήν θέωση, ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, ἀφοῦ τά ἄφθαρτα λείψανα δημιουργοῦν τήν αἴσθηση ὅτι ὁ ἅγιος κοιμᾶται, καί ἀκόμη ὅτι µέσα σέ αὐτά κατοικεῖ ἡ Χάρη τοῦ ᾽Αγίου Πνεύματος. 'Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος γράφει ὅτι δέν πρέπει νά θεωρῆ κανείς τό σῶμα τοῦ μάρτυρος γυμνό, ἐπειδή δέν ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, διότι «τῆς ψυχῆς ἑτέρα παρακάθηται αὐτῷ δύναµις, ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις». Γι’ αὐτό καί τά λείψανα θαυματουργοῦν, ἀφοῦ κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ὁ Χριστός μᾶς προσφέρει ὡς σωτήριες πηγές τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων «πολυτρόπως τάς εὐεργεσίας πηγάζοντα, μύρον εὐωδίας βρύοντα». Μέσα σέ γενικές γραµµές αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅποιος ὑποτιμᾶ τά ἱερά λείψανα, ὅποιος δέν δέχεται ὅτι ὁ Θεός ἑνεργεῖ δι' αὐτῶν καὶ βεβαίως, ὅποιος περιφρονεῖ τήν μέθοδο διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά φθάση καί στήν θέωση τοῦ σώματός του, δείχνει ὅτι ἔχει ἐσφαλμένες ἀντιλήψεις καί μάλιστα διακατέχεται ἀπό προτεσταντικές ἀπόψεις. 

Β' 

Ἔρχομαι τώρα στίς πρακτικές διαστάσεις τοῦ θέµατος τῶν ἱερῶν λειψάνων. Οἱ Ὀρθόδοξοι σεβόµαστε καί ἀγαποῦμε τά ἱερὰ λείψανα. Ὅποιος ἐπισκεφθῆ τό Ἅγιον Ὄρος θά διαπιστώση ὅτι οἱ Πατέρες θεωροῦν µεγάλη τιµή καί µεγάλη φιλοφρόνηση τό νά ὁδηγήσουν τούς ἐπισκέπτες στό µέρος ὅπου ὑπάρχουν τά ἱερά λείψανα, γιά νά τά ἀσπασθοῦν καὶ νά λάβουν τήν εὐλογία τους, χωρίς νά ζητήσουν καµµία ὑλική βοήθεια. Σήµερα πολλά γίνονται καί λέγονται μέ τήν ἔλευση καὶ προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων στούς Ἱερούς Ναούς. Ὁ λαός ἀπό πληροφορίες πού φθάνουν στα αὐτιά του σκανδαλίζεται, κυρίως ἀπό ἄσκοπες ἐνέργειες μερικῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν, οἱ ὁποῖοι, βέβαια, στήν συνέχεια, γίνονται ἀφορμή νά ὑποβαθμίζεται ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ πρός τά ἱερά λείψανα. Μελετώντας τό πρόβληµα τῆς προσκλήσεως στίς Ἐνορίες ἱερῶν λειψάνων ἀπό ἄλλους χώρους, κατέληξα στά ἑξῆς. 

Πρῶτον. Εἶναι ἀνάγκη νά ἐξακριβώνεται ἡ γνησιότητα τῶν ἱερῶν λειψάνων. Ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη πάνω στό σημεῖο αὐτό. Βεβαίως, ἡ γνησιότητα, πάνω ἀπό ὅλα, φαίνεται ἀπό τὸ ἄφθαρτο καί τήν θαυματουργία τους. Ἀλλά μπορεῖ νά βεβαιωθῆ καί ἀπό ἐπιγραφές πού τυχόν ὑπάρχουν ἢ ἀπό αὐτοκρατορικά σιγίλλια καί βεβαιώσεις Πατριαρχῶν καί Ἐπισκόπων. Ἀκόμη καί σήµερα ἡ λήψη τεµαχίων λειψάνων συνοδεύεται καί µέ βεβαιωτικό ἔγγραφο τοῦ Ἀρχιερέως, στήν περιφέρεια τοῦ ὁποίου μαρτύρησε ἤ ἔζησε ὁσίως ὁ συγκεκριµενος ἅγιος. 

Δεύτερον. Γιά τήν ἔλευση τῶν λειψάνων στίς Ἐνορίες ἀπαιτεῖται ἄδεια ἀπό τόν Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος γιά ὅ,τι γίνεται στήν Μητρόπολή του. Καί ἐπειδή τελευταία ἔγινε πολύς θόρυθος, γι’ αὐτό ἡ Ἱερά Σύνοδος µέ ἐγκύκλιό της καθόρισε ὥστε οἱ μετακινήσεις λειψάνων ἀπό τούς τόπους ὅπου εύρίσκονται σὲ διάφορες Ἐνορίες, νά γίνεται μέ δική της ἄδεια, κατόπιν συγκαταθέσεως τοῦ οἰκείου Ἀρχιερέως καὶ μάλιστα, ὅταν πράγματι ὑπάρχει σοβαρός λόγος. Αὐτό ἔγινε, γιά νά ἀποφεύγωνται ὕπερβολές. Ὅταν μιλοῦμε γιά σοβαρό λόγο, ἐννοοῦμε τήν πνευματική βοήθεια τῶν Χριστιανῶν λόγω σεισμοῦ, πλημμύρας, πυρκαϊᾶς, ἀρρώστιας κλπ. 

Τρίτον. Ἄν ἐξασφαλισθῆ ἡ ἄδεια τοῦ Μητροπολίτου καί τῆς Συνόδου, τότε ἡ ἔλευση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου πρέπει νά γίνεται πανηγυρικά, μέ συνοδεία τοῦ Ἡγουμένου ἢ ἑνός καί περισσοτέρων ἱεροµονάχων καί μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἤ τῶν Κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως. Οἱ Ἐνορίες θά άναλαμβάνουν τά ἔξοδα τῆς φιλοξενίας τῶν προσώπων αὐτῶν. 

Τέταρτον. Πρέπει νά δίδεται προτεραιότητα στόν πνευματικό τοµέα. Δηλαδή, ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν λειψάνων πρέπει νά συνδεθῆ καί συνδυασθῆ µέ λατρευτικές συνάξεις, ἀγρυπινίες, κηρύγματα καί ὁμιλίες στίς ὁποῖες θά ἐκτίθεται ὁ βίος τοῦ ἁγίου, θά ἀναλύεται ἡ µεγάλη θεολογική σημασία τῶν λειψάνων, θά γίνεται ἱερά Ἐξομολόγηση. Καί αὐτό ἔχει σημασία, γιατί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού κατοικεῖ στά λείψανα, ἐνεργεῖ στούς ἀνθρώπους πού τά προσκυνοῦν, ἀνάλογα µέ τήν πνευματική τους κατάσταση. Αὐτό συνδέεται µέ τήν ὅλη ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας µας, βάσει τῆς ὁποίας ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ μαγικά, ἀλλά µυστηριακά καί ἀσκητικά. 

Πέμπτον. Ἡ προτεραιότητα στὀ πνευματικό µέρος τῆς ἐλεύσεως λειψάνων ἀποκλείει ἄλλες προτεραιότητες, ὅπως τό ὑλικό συμφέρον. Δηλαδή, ἡ προσκύνηση τῶν λειψάνων δέν πρέπει νά ἀποβλέπη ἀποκλειστικά στό οἰκονομικό κέρδος, δέν πρέπει νά ἐξασκῆται καμμιά ψυχολογική πίεση στό νά ἀφήνουν χρήματα οἱ προσκυνητές. Προσωπικά θά προτιμοῦσα νά µήν ὑπάρχη κανένα κουτί ἤ δίσκος πλησίον τῶν ἱερῶν λειψάνων. Δέν εἶναι οὔτε θεολογικά οὔτε αἰσθητικά καλό νά ὑποχρεώνεται ὁ Χριστιανός ἀμέσως µετά τόν ἀσπασμό νά ἀφήνη χρήματα. Ἐπειδή ὅμως θά συρρεύση πολύς κόσμος καί θά αὐξηθοῦν τά χρήματα ἀπὀ τήν ἀγορά τοῦ κεριοῦ, γι’ αὐτό τό Ἐκκλησιαστικό Συμβουλιο νά ξεχωρίζη ἕνα τμῆμα τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θά προσφέρη στόν τόπο ἀπό τόν ὁποῖο ἦλθαν τά λείψανα, ὥστε νά ἐνισχύεται καί αὐτός οἰκονομικά. Θά ἐπαινέσω τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο πού θά ἀκολουθήση αὐτήν τήν ἱερά καί εὐλογημένη ἀρχή, δηλαδή νά µή τοποθετῆ κουτἰ ἤ δίσκο πλησίον τῶν ἱερῶν λειψάνων. 

Ἕκτον. Ἄν ὅμως αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοσθῆ πρός τό παρόν, τότε ὁρίζονται νά τηρηθοῦν οἱ πιό κάτω ὅροι. 
α) Τό κουτί, καί ὄχι δίσκος, θά εἶναι κλειδωμένο, ὥστε κανείς µόνος του νά µή µπορῆ νά τό ἀνοίξη.ϐ) Μαζί µέ τήν ἄδεια ἐλεύσεως τῶν λειψάνων θά συγκροτῆται ἐπιτροπή ἀπό µέλη τῆς Ἐνορίας καί ἐκκλησιαστικούς Ἐπιτρόπους, ἡ ὁποία θά διορίζεται ἀπό τόν Μητροπολίτη, καί ἡ ὁποία θά καταμετρᾶ καί θά διαχειρίζεται τό χρηματικό ποσό τό ὁποῖο θά συγκεντρώνεται. γ) Τό τελικό ποσό θά κατανέμεται κατά ἀναλογία σέ τρεῖς παράγοντες. Πρῶτον, στήν Μονή ἤ Μητρόπολη ἀπό τήν ὁποία προσκλήθηκαν τά ἱερά λείψανα, δεύτερον, στόν Ἱερό Ναό πού ἐξετέθησαν σέ προσκύνηση τῶν πιστῶν καί, τρίτον, στούς πιτωχούς τῆς Ἐνορίας ἤ γενικά στό φιλανθρωπικό καί κοινωνικό ἔργο τῆς συγκεκριµένης Ἐνορίας. Μέ τήν χορήγηση τῆς ἀδείας θά καθορίζονται καί τά ποσοστά πού θά δίνονται στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις. δ) Μετά τό τέλος τοῦ προσκυνήµατος θά ἐνημερώνονται οἱ Χριστιανοί τῆς Ἐνορίας γιά τό ποσό πού συγκεντρώθηκε καί τόν τελικό προορισμό τῶν χρημάτων. Ἔτσι, θά ὑπάρχη διαφάνεια στήν ὁποία δίνω µεγάλη σηµασία καί σπουδαιότητα. 

Ἀγαπητοί Πατέρες καί ἀδελφοί, 

Ἐπιθυμῶ νά τηροῦνται ὅλες αὐτές οἱ προϋποθέσεις τόσο στόν πνευματικό ὅσο καί στόν ὑλικό τοµέα, ὥστε τά ἱερά λείψανα νά κατέχουν τήν σωστή θέση µέσα στήν Ἐκκλησία καί στίς καρδιές τοῦ λαοῦ. Οὔτε τά λείψανα, οὔτε καί ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ πρέπει νά γίνονται ἀντικείμενα ἐμπορίας καί ἐκμεταλλεύσεως. Ἔχουμε µεγάλη εὐθύνη ἀπέναντι στόν Θεό, τούς ἁγίους καὶ τόν λαό. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ὑπευθυνότητα συνέταξα καί τήν παροῦσα ἐγκύκλιο καί ἀπαιτῶ τήν τήρησή της. 

Κτίζονται οἱ Ἱεροί Ναοί καί γίνεται τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο τὴς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων, δηλαδή µέ θαύματα καί ὄχι μέ τό μάρκετιγκ τής εὐσεβείας, δηλαδή τήν ἐκμετάλλευση τῆς εὐσεβείας τοῦ λαοῦ καί τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος τῶν Χριστιανῶν. 

Πρέπει πρωτίστως νά θεωροῦμε µεγάλη εὐλογία τοῦ Θεοῦ πού ἔρχονται τά λείψανα στήν Ἐνορία µας, ἐπειδή ἁγιάζουν τόν τόπο, εἰρηνεύουν τόν λαό, ἐκδιώκουν τά δαιμόνια, γίνονται σωτήριες πηγές. 

Ὁ Θεός διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας καί τῶν ἁγίων µας νά φωτίζη τόν νοῦ µας, ὥστε νά συµπεριφερόµαστε ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιαστικά.

Μέ θερµές πατρικές εὐχές καί εὐλογίες

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
Ἱερόθεος 

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος γιὰ τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐνάρξεως τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων, ἀναγνώσθηκε στούς Ἱερούς Ναούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, τήν Κυριακή 13-10-1996, ἡ παρακάτω ἐγκύκλιος τοῦ Μητροπολίτου. 

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, 

Εἶναι γνωστό σέ ὅλους σας ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται πάρα πολύ γιά τούς νέους, πού εἶναι τά νέα µέλη της, τά ὁποῖα µετά ἀπὸ λίγο καιρό θά γίνουν ἡγέτες τῆς Πολιτείας͵ ἀλλά καί τῆς ἴδιας τὴς Ἐκκλησίας. 

Ἡ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τὸν ἄθρωπο ἀπό τήν ὥρα πού γεννιέται στόν κόσµο αὐτόν, τόν εἰσάγει µέσα στὀ σῶμα της µέ τό Ἅγιο Βάπτισµα, καί τό Ἅγιο Χρῖσμα, τοῦ προσφέρει τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν βρεφική ἀκόμη ἡλικία, τόν δέχεται στὶς λατρευτικές συνάξεις, καὶ, γενικά, τόν καθιστᾶ µέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καθώς μεγαλώνει ὁ ἄνθρωπος, ταυτόχρονα ἀναπτύσσεται καί ἐκκλησιαστικὰ, ἀποκτᾶ βιώματα πνευματικά, τά ὁποῖα θά τόν βοηθήσουν στήν ζωή. 

Μιά µορφή προσφορᾶς εἶναι καί οἱ ἰδιαίτερες συνάξεις γιά τά παιδιά, πού ὀνομάζονται Κατηχητικά Σχολεῖα. Μέσα σέ αὐτά ὁ νέος ἄνθρωπος μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νά ἀποκτήση τήν ἀγάπῃ καί τήν κοινωνία καί µέ ὅλη τήν κτίση. Οἱ Κατηχητικές αὐτές συνάξεις συμπληρώνουν και ὁλοκληρώνουν τίς γνώσεις πού ἀποκτᾶ τό παιδί στὸ Σχολεῖο καί τήν οἰκογένεια, ὁπότε ἀποκτᾶ µιά ὡριμότητα καί ὁλοκληρώνεται πνευματικά. 

Οἱ νέοι μας, πάντοτε, ἀλλά ἰδιαιτέρως σήµερα, ἔχουν πολλούς καί μεγάλους πειρασμούς, ὅπως τά ναρκωτικά, τό AIDS, τήν βία καὶ τήν ἀναρχία κ.λ.π. Ἂν ὅμως ἀναζητήση κανείς τὀ βάθος τους, θά διαπιστώση ὅτι ὅλα αὐτά τά προβλήµατα καί τόσα ἄλλα ἔχουν σχέση µέ τήν ἕλλειψη νοήματος γιά τήν ζωή. Ὅταν αὐτή ἡ ἔλλειψη συνδέεται καὶ µέ κοινωνικές ἀνασφάλειες καί οἰκογενειακές ἀπογοητεύσεις, τότε δημιουργεῖται μεγαλύτερος προβληµατισµός. 

Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά βοηθήση ἀποτελεσματικά τούς συγχρόνους ἀνθρώπους, ἀκόμη καί τούς πιό ἀπαιτητικούς νέους, ἀκριβῶς γιατί κινεῖται πέρα ἀπό ἰδεολογίες καί ἠθικολογίες. Κάνουν λάθος ὅσοι ταυτίζουν τὴν Ἐκκλησία µέ µιά ἰδεολογία καί µέ µιά ἠθικιστική νοοτροπία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας συγκεκριµένος τρόπος ζωῆς, πού μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο καί τοῦ δίνει νόηµα στήν ζωή του. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ἀφ ἑνός μέν ὡς μιά πνευµατική οἰκογένεια, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ ὡς πνευματικό θεραπευτήριο. Ἔτσι προσφέρει ὅ,τι ἔχει ἀνάγκη ὁ ἀπογοητευμένος καί κουρασμένος ἄνθρωπος, ἰδιαιτέρως δίνει νόημα ζωῆς στὸν νὲο ἄνθρωπο, πού τοῦ λείπει ἡ συντροφικότητα, ὅσο καί ὁ ὑγιής προσανατολισμός. 

Αἰσθάνομαι βαθειά ἀγάπη πρός τούς νέους καί ἐπιθυμῶ νὰ τούς δῶ νά ὁλοκληρώνονται µέσα στὀν ἐνοριακό ἐκκλησιαστικό χῶρο. Αὐτό, βέβαια, προϋποθέτει καὶ σωστή ἀντιμετώπισή τους ἀπό τούς Κληρικούς καί τά μεγαλύτερα µέλη τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ὅλοι νά σταθοῦμε ἀπέναντί τους µέ εἰλικρίνεια, σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, ἀλλά καί εὐαισθησία καί ἀγάπη. Ὅταν οἱ νέοι µας σήµερα τραυματίζονται ἀπό τόσα πολλά πράγματα, ἐμεῖς πρέπει νά τούς ἀναπαύουμε. Δέν πρέπει νά συμµπεριφερόµαστε ὡς δάσκαλοι, εἰσαγγελεῖς καί χωροφύλακες, ἀλλά ὡς πατέρες, ἀδελφοί καί φίλοι. 

Αὐτήν τήν ἑβδομάδα θά ἀρχίσουν τά Κατηχητικά σχολεῖα, οἱ συνάξεις γιά τούς νέους καί τίς νέες ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Οἱ Ἐφημέριοι θά σᾶς ἀνακοινώσουν τίς ἡμέρες καί τίς ὤρες πού θά γίνονται αὐτές οἱ συνάξεις κατά ἠλικίες. Παρακαλῶ τούς ἐκπαιδευτικούς καί τούς γονεῖς νἁ προτρέψουν τά παιδιά τους νά συμμετάσχουν σέ αὐτές τίς συγκεντρώσεις, γιατί θα θοηθηθοῦν πολύ. Ἰδιαιτέρως παρακαλῶ τούς νέους νά µη διστάσουν νά πλησιάσουν στό χῶρο τὴς Ἐκκλησίας, γιατί ἡ Ἐκκλησία, παρά τά ὅποια λάθη τῶν μελῶν της, πού σέ ἕνα βαθµό εἶναι ἀνθρώπινα, προσφέρει νόηµα ζωῆς, εἰσάγει τόν ἄνθρωπο σέ ἕναν τρόπο ζωῆς, διά τοῦ ὁποίου ὑπερβαίνονται ὅλα τα προβλήµατα, προσωπικἀ, κοινωνικά καί οἰκογενειακά. 

Μὲ θερμές εὐχές καί εὐλογίες

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

ΙΕΡΟΘΕΟΣ 

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος γιὰ τὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα

Προς

τους Κληρικούς και λαϊκούς

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Από σήμερα, 27 Σεπτεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αρχίζει η συστηματική Κατήχηση των μαθητών και μαθητριών της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως.

Βέβαια, στην αρχαία Εκκλησία κυρίως η Κατήχηση γινόταν προ του μυστηρίου του Βαπτίσματος, όταν οι Χριστιανοί προσέρχονταν στην Εκκλησία και ήθελαν να βαπτισθούν σε μεγάλη ηλικία. Μάλιστα, διασώζονται και πολλές μαρτυρίες στις οποίες φαίνονται και ο τρόπος με τον οποίον γινόταν η Κατήχηση, αλλά και ο χρόνος τελέσεως του ιερού Βαπτίσματος. Εκτός αυτής της περιπτώσεως, στην αρχαία Εκκλησία γινόταν και ο νηπιοβαπτισμός, όταν ολόκληρη οικογένεια προσερχόταν στην χριστιανική πίστη.

Με την πάροδο του χρόνου, ακριβώς επειδή οι οικογένειες ήταν χριστιανικές και τα παιδιά αναπτύσσονταν σε ένα χριστιανικό περιβάλλον, επεκράτησε κυρίως ο νηπιοβαπτισμός, χωρίς να αποκλείεται και περίπτωση προσελεύσεως στον Χριστιανισμό ενός ανθρώπου μεγάλης ηλικίας. Απλώς, αντιστράφησαν τα ποσοστά προσελεύσεως. Όμως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην Κατήχηση και των μελλόντων να βαπτισθούν, αλλά και των βαπτισθέντων στην μικρή τους ηλικία. Πρόκειται για μια σοβαρή, υπεύθυνη αποστολή, ώστε πράγματι με την ορθόδοξη Κατήχηση να μορφωθή Χριστός στην καρδιά των Χριστιανών (Γαλ. δ', 19).

Η Κατήχηση των παιδιών που μας ενδιαφέρει στην εγκύκλιο αυτή για να είναι ορθόδοξη και να κινήται μέσα στα πλαίσια της Ορθοδόξου Παραδόσεως πρέπει να διακρίνεται για δύο απαραίτητες προϋποθέσεις. Πρώτον να γίνεται με την ευλογία του Επισκόπου της επαρχίας, ο οποίος, άλλωστε, είναι υπεύθυνος για ό,τι γίνεται στην Επισκοπή και την Μητρόπολή του. Την εξουσία της κατηχήσεως ο Χριστός την έδωσε στους Αποστόλους και δι’ αυτών στους Επισκόπους δια μέσου των αιώνων. Στον Απόστολο Πέτρο είπε: “βόσκε τα αρνία μου,... ποίμαινε τα πρόβατά μου” (Ιω. κα’, 15,16). Δεύτερον, δια της Κατηχήσεως πρέπει να προσφέρεται εκκλησιαστική αγωγή. Αυτό σημαίνει ότι ο κατηχούμενος νέος πρέπει να διακατέχεται από ορθόδοξη συνείδηση και εκκλησιαστικό φρόνημα, πράγμα το οποίο είναι απαραίτητο για την εποχή μας. Όταν κάνουμε λόγο για εκκλησιαστικό φρόνημα, εννοούμε να σέβεται τους Επισκόπους και τους Κληρικούς, να ζη με ταπείνωση και απλότητα μέσα στην Εκκλησία, να συνδέεται με τους αγίους, να ακολουθή την θεραπευτική μέθοδο της Εκκλησίας, να αντιμετωπίζη τα προβλήματα θεολογικά, εκκλησιολογικά κλπ. Άλλωστε, κατά τον ιερό Νικόλαο Καβάσιλα τρία είναι τα κέντρα της εκκλησιαστικής ζωής, ήτοι ο Επίσκοπος, το θυσιαστήριο και οι άγιοι. Η διάσπαση του ενός κέντρου από τα άλλα συνιστά απώλεια τους εκκλησιαστικού φρονήματος.

Τα παιδιά πρέπει να μάθουν την πνευματική τους οικογένεια, τον Πατέρα τους, τους αδελφούς τους, τα άλλα μέλη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να συνδέωνται με τις Ενορίες τους. Τελευταία έχουν γραφή πολλά βιβλία και έχουν διατυπωθή ενδιαφέρουσες απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η Ενορία είναι το βασικό κύτταρο της εκκλησιαστικής ζωής, είναι η μόνη πρόταση στις σύγχρονες αναζητήσεις των νέων και στα διάφορα προβλήματα που αναφύονται στις κοινωνίες μας.

Από την αρχή της τοποθέτησής μου στην Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου εντόπισα την ανάγκη να ενεργοποιηθούν οι Ενορίες, οι οποίες θα λειτουργούν ορθόδοξα και εκκλησιαστικά. Στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, στην οποία είχα την τιμή να εργασθώ για περίπου οκτώ χρόνια ως Διευθυντής Νεότητος, απέκτησα γνώση της μεγάλης σημασίας της ενεργοποιήσεως της Ενορίας και στον τομέα της νεότητος.

Ήδη, με σχετική Εγκύκλιο προς τους Εφημερίους, έδωσα οδηγίες για την διοργάνωση των Ενοριακών Νεανικών Συνάξεων, ώστε η Κατήχηση να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις, μέσα όμως από την παράδοση της Εκκλησίας μας. Και αυτό θα επιτευχθή όταν η Κατήχηση δεν περιορίζεται σε μια διδακτική ώρα, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες δραστηριότητες, που συντελούν στην πνευματική και κοινωνική ωρίμανση του παιδιού.

Το πέρασμα της Κατήχησης από έναν τύπο σε έναν άλλο, που συντονίζεται περισσότερο στα εκκλησιαστικά δεδομένα, μπορεί στην αρχή να έχη πενιχρά αποτελέσματα, αλλά είμαι σίγουρος ότι γρήγορα θα εκτιμηθή αυτή η προσφορά, διότι θα καλλιεργηθούν παιδιά τα οποία θα διακρίνωνται από ορθόδοξη συνείδηση και εκκλησιαστικό φρόνημα. Γιατί, όταν τα παιδιά δεν καθοδηγούνται σωστά, αποκτούν προσωπικές τραυματικές εμπειρίες και μια νοοτροπία όχι εκκλησιαστική.

Προτρέπω τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να ενθαρρύνουν τους νέους να πλαισιώσουν τις Ενορίες, ώστε να αναπτυχθούν νεανικές συντροφιές, για την ωφέλεια των ίδιων και της κοινωνίας. Ιδιαιτέρως όμως παρακαλώ τους νέους και τις νέες να ανταποκριθούν στο κάλεσμα αυτό της Εκκλησίας.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος για την στάση των Κληρικών κατά την προεκλογική περίοδο

Προς

τους Πανοσιολογιωτάτους Ιεροκήρυκας

και Αιδεσιμωτάτους Εφημερίους

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Επειδή οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές πλησιάζουν και θα κληθούμε να επιλέξουμε τους κατάλληλους, κατά την υποκειμενική γνώμη καθενός, δημοτικούς και νομαρχιακούς άρχοντες, για να διευθύνουν τα πράγματα της Νομαρχίας και των Δήμων, δηλαδή του πρώτου και δεύτερου βαθμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, αισθάνομαι χρέος να υπογραμμίσω μερικά σημεία.

Καθημερινώς στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως γίνονται καταγγελίες, ότι Κληρικοί αναμειγνύονται εμμέσως ή αμέσως στις ερχόμενες εκλογές, υποστηρίζοντας μερικούς συνδυασμούς και πρόσωπα, και άλλες φορές κατηγορώντας μερικούς άλλους συνδυασμούς και πρόσωπα. Έτσι μερικοί Κληρικοί επιδιώκουν να επηρεάσουν τους ψηφοφόρους και να επιτύχουν τα αποτελέσματα τα οποία επιθυμούν.

Τέτοιες πρακτικές είναι απαράδεκτο να γίνωνται από Κληρικούς, γι’ αυτό και κάθε φορά, όταν έχουμε επίσημες καταγγελίες επεμβαίνουμε και διορθώνουμε τα κακώς γινόμενα και πραττόμενα. Ο Κληρικός δεν πρέπει ούτε με λόγους, ούτε με πράξεις, ούτε με υπονοούμενα να υποστηρίζη ή να επιτίθεται εναντίον συνδυασμών ή προσώπων. Βεβαίως ο ίδιος, όπως είναι φυσικό, είναι ελεύθερος να έχη τις προσωπικές του προτιμήσεις, τις οποίες θα εκφράση μόνο την ημέρα που θα ευρεθή μπροστά στην κάλπη, χωρίς να ομιλή πριν τις εκλογές, ούτε βεβαίως να φανερώνη την προτίμησή του μετά τις εκλογές. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που επιτάσσουν από τον Κληρικό να λάβη μια διακριτική, συνετή και προσεκτική στάση σε τέτοιες εκλογικές αναμετρήσεις. Θα μπορούσα να σημειώσω δύο από αυτούς.

Πρώτον. Είναι γνωστόν από την Αγία Γραφή, τα πατερικά κείμενα και όλη την Ορθόδοξη παράδοση, ότι ο Κληρικός είναι πατέρας όλων των Χριστιανών που ανήκουν στο ποίμνιο το οποίο με την Χάρη του Θεού ποιμαίνει. Μέσα από αυτήν την προοπτική δεν επιτρέπεται να δέχεται μια κατηγορία ανθρώπων και να αποκλείη μια άλλη. Αν παρεμβαίνει στο ποίμνιό του με διαχωρισμούς τότε τραυματίζει την ενότητα του ποιμνίου, και καταρρίπτει πολύ χαμηλά την ποιμαντική του ιδιότητα.

Συνήθως στην κοινωνία μας επικρατεί η παραταξιακή νοοτροπία και κάθε παράταξη έχει συγκεκριμένη ιδεολογία και στόχους, επιλέγει τα δικά της μέσα και μετέρχεται τους δικούς της τρόπους για να αποκτήση τους ψηφοφόρους που επιθυμεί. Αυτό σε ένα βαθμό είναι επιτρεπτό ή ανεκτό στις δημοκρατικές κοινωνίες που ζούμε. Ο Κληρικός, όμως, ως πατέρας του συγκεκριμένου ποιμνίου, δεν μπορεί να συμμετέχη σε τέτοια “παιχνίδια”, δεν μπορεί να εργάζεται παραταξιακά ή φατριαστικά. Η όλη του παρουσία στην κοινωνία πρέπει να είναι ενοποιητική.

Η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου, και βέβαια ο Κληρικός είναι πνευματικός ιατρός, που δια της Χάριτος του Θεού βοηθά αποτελεσματικά στην θεραπεία. Αλλοίμονο αν ο Κληρικός, αντί να θεραπεύη τις πληγές, τις αναπτύσσει περισσότερο, τις καλλιεργεί και αρρωσταίνει πιο πολύ τον άνθρωπο. Έτσι, λοιπόν, η φύση της πνευματικής πατρότητος δεν επιτρέπει στον Κληρικό να ενεργή παραταξιακά και κομματικά.

Δεύτερον. Ο Κληρικός δεν έχει κανένα δικαίωμα να επηρεάζη τις πεποιθήσεις, ακόμη και τις πολιτικές, των πνευματικών του παιδιών. Μια τέτοια ενέργεια είναι τελείως απαράδεκτη και στην πραγματικότητα εκείνος που κάνει κάτι τέτοιο εκπίπτει από την άποστολή του.

Κατ’ αρχάς πρέπει να γίνη αντιληπτό ότι ο Κληρικός, όταν ενεργεί ως πνευματικός πατέρας, δεν έχει δικά του πνευματικά παιδιά, που τα ελέγχει απόλυτα και καθορίζει την πορεία της σκέψεώς τους. Οι Χριστιανοί είναι παιδιά του Θεού, ο Οποίος έδωσε την δυνατότητα στον Κληρικό να τα βοηθήση. Επομένως δεν αισθάνεται ως αυθέντης και φεουδάρχης, που εξασκεί την δική του απόλυτη εξουσία. Στέκεται απέναντι στα πνευματικά παιδιά, με πολλή προσοχή και διάκριση, επειδή είναι παιδιά του Θεού και γνωρίζει ότι αν κάνει λάθη στην διαπαιδαγώγηση θα λογοδοτήση στον Θεό, του οποίου παιδιά είναι οι Χριστιανοί.

Έπειτα, ο σκοπός της πνευματικής πατρότητας δεν περιορίζεται σε μικρά και εκκοσμικευμένα πράγματα. Με άλλα λόγια ο πνευματικός πατέρας έχει σκοπό να βοηθήση τα παιδιά να οδηγηθούν προς την θέωση και τον αγιασμό, αφού τα θεραπεύσει πρώτα με την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό του νού. Τα βοηθά να αποκτήσουν νόημα ζωής και να ενωθούν με τον Θεό. Δυστυχώς, όμως, παρατηρούμε ότι η πνευματική καθοδηγήση υποβαθμίζεται πολύ, και η ιερά εξομολόγηση ασχολείται με πολύ μικρά και ασήμαντα πράγματα. Μερικοί, δηλαδή, πνευματικοί πατέρες έχουν μάθει τους Χριστιανούς να ρωτούν για το τί θα φορέσουν, τί θα αγοράσουν, τί θα ψηφίσουν κ.λ.π.. Αυτό το θεωρώ ευτελισμό και υποτίμηση της πνευματικής πατρότητος. Πρέπει κάποτε να αντιληφθούμε ότι το έργο του πνευματικού πατρός είναι υψηλό και δεν περιορίζεται σε μερικές απομονωμένες πλευρές της ζωής του ανθρώπου. Σε όλη την ιερατική μου ζωή απέπεμπα με θλίψη εκείνους που με ερωτούσαν τί να ψηφίσουν, γιατί, εκτός των άλλων, θεωρούσα ότι είναι ανώριμοι πνευματικά και ψυχολογικά, γιατί τέτοια θέματα είναι εντελώς προσωπικά και δεν έχουν σχέση με το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως.

Συνάρτηση αυτών είναι ότι ο πνευματικός πατέρας δεν μπορεί ποτέ να παραβιάζη την ελευθερία των Χριστιανών. Δεν μπορεί εν ονόματι της πνευματικής πατρότητος να εισδύη σε λεπτές και εσωτερικές πλευρές της ζωής τους. Είναι απαράδεκτο να εκμεταλλεύεται ο πνευματικός πατέρας την ευγνωμοσύνη που ενδεχομένως αισθάνεται ο Χριστιανός σ’ αυτόν ή να χρησιμοποιή την αποκάλυψη των εσωτερικών πληγών που έκανε ο Χριστιανός σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ώστε έτσι να ελέγχη και να κατευθύνη όλην την οικογενειακή και κοινωνική του ζωή. Έργο του πνευματικού πατέρα είναι να ελευθερώνη με την Χάρη του Θεού τον Χριστιανό από τα πάθη και στην συνέχεια να τον αφήνη ελεύθερο να πορεύεται τον δρόμο του με τα ιδιαίτερα χαρίσματα της προσωπικότητός του. Στο αεροπλάνο χρειάζονται οι ρόδες για να απογειωθή, όχι όμως όταν βρίσκεται στον αέρα. Η υπακοή είναι απαραίτητη για να υψωθή κανείς από τις πεπτωκυίες καταστάσεις, οπότε αποκτά την ελευθερία. Εκείνος που παραβιάζει, εμμέσως ή αμέσως, την ελευθερία των Χριστιανών βρίσκεται σε μεγάλη πτώση, είναι ένας πνευματικός δικτάτορας, χειρότερος από τον δικτάτορα που κυβερνά με τα όπλα μια χώρα, γιατί εξουσιάζει εκβιαστικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, τον οποίο σέβεται και Αυτός ο ίδιος ο Θεός.

Ο Κληρικός που θέλει να επηρεάζη τις εκλογικές αναμετρήσεις και μάλιστα στις μικρές τοπικές κοινωνίες, είναι φανερό ότι διακατέχεται από το πάθος της φιλοδοξίας, γιατί ναρκισσεύεται αυτάρεσκα ότι διευθύνει την κοινωνία, ότι έχει λόγο στα κοινωνικά δρώμενα, καθώς επίσης δείχνει καθαρά ότι αποβλέπει σε υλικούς σκοπούς και σε διάφορες σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα μετατρέπει την πνευματική σχέση σε ατομική και εγωϊστική, θεωρεί τα πνευματικά παιδιά ως άτομα και όχι ως πρόσωπα, μαζοποιεί τους ανθρώπους για να εξυψώνεται ο εαυτός του, χρησιμοποιεί τους Χριστιανούς σαφώς με “εμπορεύσιμους” σκοπούς και “αγοραστική” αξία, εξαγοράζει ωφελιμιστικά τα άτομα - ψήφους.

Σε αυτό, βέβαια, ευθύνονται και οι Χριστιανοί οι οποίοι ανέχονται, σε τέτοια σοβαρά ζητήματα από τα οποία εξαρτάται η διοίκηση των τοπικών κοινωνιών και είναι θέματα δικής τους ελεύθερης επιλογής, να κατευθύνωνται ανεξέλεγκτα από άλλους. Έχουν ευθύνη γιατί από πρόσωπα ελεύθερα μετατρέπονται σε “ψήφους”, γιατί δίνουν δικαιώματα σε μερικούς Κληρικούς να αλλοιώνουν και να υποβαθμίζουν το υψηλό και σπουδαίο έργο της πνευματικής πατρότητος.

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Λίγος χρόνος μένει ακόμη από την ημέρα εκείνη που θα κληθούμε να εκλέξουμε τους καταλλήλους άρχοντας για να διευθύνουν τις κοινωνίες μας. Σάς προτρέπω να μην αναμειχθήτε στις εκλογές, είτε με το να λαμβάνετε το μέρος μιας παρατάξεως και ενός συνδυασμού, είτε με το να κατηγορήτε έναν άλλο συνδυασμό, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση διαπράττετε σοβαρά πνευματικά σφάλματα, τόσο σε σχέση με την ψυχή των Χριστιανών, που με την Χάρη του Θεού ποιμαίνετε προς σωτηρία, όσο και σε σχέση με την ίδια την κοινωνία μας. Σάς προτρέπω, όμως, να προσευχηθήτε θερμά, ώστε ο Θεός να φωτίση για να επιλεγούν τα καλύτερα πρόσωπα, με σκοπό να κυβερνώνται με σωστό τρόπο οι κοινωνίες μας και να λύνωνται αποτελεσματικά τα διάφορα προβλήματα.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος γιὰ τὴν χρήση κινητῶν τηλεφώνων κατὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Εσχάτως παρατηρείται το φαινόμενο κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών να ακούγονται οι κτύποι των κινητών τηλεφώνων και πολλές φορές αυτό γίνεται σε σημαντικές στιγμές της θείας Λειτουργίας, με αποτέλεσμα να διασπάται η προσοχή των παρευρισκομένων στον Ιερό Ναό και να ταράσσεται η ηρεμία που πρέπει να επικρατή κατά τις ιερές Ακολουθίες, ιδιαιτέρως κατά την θεία Ευχαριστία.

Βεβαίως, κανείς δεν αρνείται την προσφορά της κινητής τηλεφωνίας σε διάφορα κρίσιμα περιστατικά και η οποία δίνει την δυνατότητα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Όμως ελλοχεύουν και διάφοροι κίνδυνοι, από την διαρκή και χωρίς λόγο χρήση τους. Ήδη, όπως έχουμε ακούσει, η χρήση των κινητών τηλεφώνων μέσα σε δημόσιους χώρους, ιδιαιτέρως σε διαλέξεις, θέατρα, συναυλίες προβληματίζει έντονα και γίνεται λόγος για απαγόρευσή τους ή τοποθέτηση μηχανισμού απενεργοποίησεώς τους, γιατί καταστρέφεται η ηρεμία και ησυχία στούς χώρους αυτούς. Ιδιαιτέρως, όμως, πρέπει να προστατεύσουμε τούς Ιερούς Ναούς και τις ώρες της λατρείας από τέτοιες ενοχλήσεις.

Είναι γνωστόν ότι η θεία Λειτουργία απαιτεί συγκέντρωση του ανθρώπου για να επιτύχη την κοινωνία του με τον Θεό. Ο Ιερεύς συνεχώς παραγγέλλει «άνω σχώμεν τάς καρδίας», «πρόσχωμεν», «σοφία», «πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν» κλπ. Τήν ώρα που ο πιστός βρίσκεται στον Ιερό Ναό θα πρέπη να αφιερωθή στον Θεό και να είναι ελεύθερος από βιωτικές μέριμνες και κοσμικές περιπλανήσεις. Καί εάν ο άνθρωπος δεν μπορεί να το πράξη για τον εαυτό του, τότε τουλάχιστον πρέπει να σεβασθή τον διπλανό του, ο οποίος εκείνη την ώρα θέλει να προσευχηθή στον Θεό εκ καρδίας και να τον παρακαλέση για τα προβλήματα που τον ταλανίζουν.

Μπορεί κάποιος να ισχυρισθή ότι για λόγους ανθρωπιστικούς, εάν είναι γιατρός, αστυνομικός, μητέρα που άφησε το παιδί της στο σπίτι και ήλθε στον Ιερό Ναό, είναι ανάγκη να έχη μαζί του ανοικτό το κινητό τηλέφωνο την ώρα εκείνη. Έστω και σε μιά τέτοια περίπτωση είναι δυνατόν ο κάτοχος του τηλεφώνου να ρυθμίζη το πρόγραμμα στον βομβητή (σιωπηλή ειδοποίηση), ώστε μόνον εκείνος να αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τον καλεί και να εξέρχεται από τον Ιερό Ναό, χωρίς να ενοχλή τούς άλλους που παρευρίσκονται σε αυτόν.

Παρακαλώ, λοιπόν, θερμότατα όλους τούς ευλογημένους Χριστιανούς της Ιεράς Μητροπόλεώς μας να απενεργοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα, όταν βρίσκονται στον Ιερό Ναό, ή, αν είναι μεγάλη και απόλυτη ανάγκη να είναι ανοικτά, τουλάχιστον άς τα ρυθμίζουν, ώστε να παράγουν δόνηση και να μή αντιλαμβάνεται κανείς άλλος την κλήση αυτού που τον καλεί εκείνη την ώρα.

Πρέπει να αντιληφθούμε, αγαπητοί μου Χριστιανοί, ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη για μερικές ώρες ηρεμίας και ησυχίας, ακόμη και αυτών των αισθήσεων, ιδιαιτέρως όταν ευρισκόμαστε στον χώρο του Ιερού Ναού και θέλουμε να επικοινωνήσουμε με τον Θεό. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι όλοι θα βοηθήσουμε, ώστε να επικρατή ησυχία μέσα στούς Ιερούς Ναούς μας.

Παρακαλώ και πάλι να κλείνετε το κινητό τηλέφωνό σας, όταν βρίσκεσθε στον Ιερό Ναό κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών, γιατί και σείς εμποδίζεσθε να προσευχηθήτε απερίσπαστα, αλλά και ενοχλείτε τούς άλλους που παρευρίσκονται στον Ιερό Ναό.

Διάπυρος προς Κύριον ευχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος γιὰ τὸ Τριετὲς Μνημόσυνο τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Νικοδήμου

Πρός

τον Ιερόν Κλήρον και τον ευσεβή λαόν

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί μου

Τριετὲς Μνημόσυνο τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ ΝικοδήμουΣε λίγες ημέρες συμπληρώνονται τρία χρόνια από την εκδημία του αειμνήστου Ποιμενάρχου της Ιεράς αυτής Μητροπόλεως και αγαπητού αδελφού και Προκατόχου μου μακαριστού Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κυρού Νικοδήμου.

Είναι χρέος ιερό όλων μας να ενθυμούμαστε τους κεκοιμημένους πατέρας και αδελφούς, γι’ αυτό και η αγία μας Εκκλησία επιτελεί ιερά μνημόσυνα δια των οποίων προσεύχεται στον Θεό, τον Κύριο των ψυχών και των σωμάτων και τον Άρχοντα της ζωής και του θανάτου να αναπαύση τις ψυχές των κεκοιμημένων αδελφών μας, γιατί “ουκ έστιν άνθρωπος ός ζήσεται και ουχ αμαρτήσει”, όπως λέγεται στην σχετική ευχή.

Μέσα στην Αγία Γραφή και την πατερική διδασκαλία μπορεί κανείς να βρη πολύ υλικό στο οποίο γίνεται λόγος για την αναγκαιότητα και την ωφέλεια των ιερών μνημοσύνων. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι με τις προσευχές μας υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών μας προσφέρεται σε όλους κάποια “όνησις”, κάποια ωφέλεια. Και αυτό συνδέεται με την ορθόδοξη διδασκαλία ότι μετά την έξοδο του ανθρώπου από την ζωή αυτή, αλλά και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, υπάρχει διαρκής εξέλιξη του ανθρώπου στην αγιότητα, γιατί μια στάσιμη κατάσταση, η λεγομένη από τους αρχαίους ευδαιμονία, δημιουργεί ανία. Γι’ αυτό και εμείς κάνουμε μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους ώστε η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού να τους προσφέρη βοήθεια, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση στην οποία ευρίσκονται.

Αυτό ισχύει και για τους Κληρικούς. Η Εκκλησία προσεύχεται για να τους αναπαύση ο Θεός και να τους αξιώση και του ουρανίου θυσιαστηρίου. Στην ευχή που λέγεται για τους κεκοιμημένους Κληρικούς μεταξύ άλλων υπάρχει και η φράση: “καί ώσπερ επί της γης εν τη Εκκλησία σου λειτουργόν αυτόν κατέστησας, ούτω και εν τω ουρανίω σου θυσιαστηρίω ανάδειξον, Κύριε”.

Η τοπική Εκλησία της Ναυπάκτου, την 24η του μηνός Μαΐου, θα τελέση στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου τριετές μνημόσυνο για την ψυχή του αοιδίμου Ποιμενάρχου αυτής κυρού Νικοδήμου εν μέσω πληθούσης Εκκλησίας Κληρικών και λαϊκών, αρχόντων και αρχομένων ως έκφραση ευγνωμοσύνης, αγάπης και σεβασμού προς τον απελθόντα Μητροπολίτη.

Ο αείμνηστος Ιεράρχης έφυγε πρόωρα από την ζωή αυτή, σε νεαρά ηλικία, με τρόπο τραγικό που δημιούργησε πόνο σε όλους μας, πριν προφθάση να ασκήση την ουσιαστική ποιμαντική του διακονία στην Ιερά αυτή Μητρόπολη. Για σάς ήταν, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, Πνευματικός Πατέρας, για μένα υπήρξε φίλος από πολλά έτη, αγαπητός αδελφός και προκάτοχός μου στην Ιερά αυτή Μητρόπολη. Γι’ αυτό και είναι χρέος μας να προσευχηθούμε και να κρατήσουμε την μνήμη του.

Προς τον σκοπό αυτόν προσεκάλεσα να έλθουν Επίσκοποι που συνδέονταν μαζί του, όπως τον Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμο, που ήταν και πνευματικός του Πατέρας, τον Σεβ. Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρο, που ήταν γνωστός από πολλά χρόνια και προκάτοχος του Μητροπολίτη, και τον Σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης κ. Ιάκωβο, προσωπικό του φίλο και Μητροπολίτη της γενετείρας του.

Παρακαλώ λοιπόν θερμά και όλους τους Χριστιανούς της Πόλεως αυτής αλλά και όλης της επαρχίας να προσέλθουν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου την Κυριακή 24 Μαΐου για να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του αειμνήστου Μητροπολίτου κυρού Νικοδήμου και να τιμήσουμε την μνήμη του.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πάσχα 1997

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την οποία περάσαμε, η Εκκλησία μας προετοίμασε για να εορτάσουμε, κατά το δυνατόν καλύτερα, τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, στην πραγματικότητα να αγαπήσουμε περισσότερο τον Παθόντα, Σταυρωθέντα και Αναστάντα Θεάνθρωπο Χριστό.

Από το μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών προέρχονταν από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και αναφέρονταν στην αρχιερατική ιδιότητα του Χριστού. Πράγματι, ο Χριστός, ως Αρχιερεύς της Καινής Διαθήκης, ετέλεσε την μεγάλη θυσία στον Γολγοθά και αναστήθηκε εκ νεκρών. Με αυτό τον τρόπο θεράπευσε τον άνθρωπο από την αμαρτία, που είναι παρέμβλητη στην φύση του ανθρώπου και η οποία προκάλεσε την φθορά και τον θάνατο, όχι μόνο στον άνθρωπο, αλλά και σε ολόκληρη την κτίση. Με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ο Χριστός “εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου, προσαγορευθείς υπό του Θεού αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ” (Εβρ. ε’, 8-10).

Σταυρός και Ανάσταση συνδέονται στενώτατα μεταξύ τους. Ο Σταυρός είναι το θυσιαστήριο του Αρχιερέως Χριστού πάνω στο οποίο ετέλεσε την μεγάλη θυσία, δηλαδή νίκησε τις δυνάμεις του σκότους, και η Ανάσταση είναι ο θρίαμβος της δόξης του Σταυρού. Άλλωστε, αυτός ο σύνδεσμος φαίνεται καθαρά στην ιερά υμνογραφία και την ιερά αγιογραφία της Εκκλησίας μας. Τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής κάνουν λόγο για την δόξα και τον θρίαμβο του Χριστού, καθώς επίσης και τα τροπάρια της Αναστάσεως, ομιλούν για την δόξα της σταυρικής θυσίας, δια της οποίας έγινε η καταλλαγή του ανθρώπου με τον Θεό. Η εικονογραφία του Σταυρού παρουσιάζει τόσο το πάθος της ανθρωπίνης φύσεως, όσο και το απαθές της θεότητος, καθώς επίσης η εικόνα της Αναστάσεως παρουσιάζει τον Χριστό να συντρίβη το κράτος του διαβόλου με τον Σταυρό. “Ιδού γαρ δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω”.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν λόγο στα έργα τους για την αρχιερωσύνη του Χριστού. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου γράφει: “αυτός ιερείον, αυτός θύμα, αυτός ιερεύς, αυτός θυσιαστήριον, αυτός Θεός, αυτός άνθρωπος, αυτός βασιλεύς, αυτός αρχιερεύς, αυτός πρόβατον, αυτός αρνίον, τα πάντα εν πάσιν υπέρ ημών γενόμενος”. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι ο Χριστός λέγεται “πρόβατον μεν ως σφάγιον, αρχιερεύς δε ως προσαγωγεύς”. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι ο Χριστός μας ελέησε όχι απλώς με το να μας δώση έναν αρχιερέα, όπως γινόταν στην Παλαιά Διαθήκη, “αλλ’ αυτός γενόμενος αρχιερεύς πιστός”.

Ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός είναι η ελπίδα του ανθρώπου, ακριβώς επειδή είναι Θεάνθρωπος. Ως τέλειος άνθρωπος είχε παθητή και θνητή φύση, ήταν “πεπειρασμένος κατά πάντα καθ’ ομοιότητα, χωρίς αμαρτίας” (Εβρ. δ’, 15) γι’ αυτό και μπορεί να μας καταλάβη αποτελεσματικά στα τόσα προβλήματα και τις τόσες ταλαιπωρίες, που έχουμε, λόγω της θνητής ανθρωπίνης φύσεως. Επομένως, δεν έχουμε “αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών” (Εβρ. δ’, 15). Ως τέλειος όμως Θεός και αναστάς εκ νεκρών, αφού γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα μπορεί να μας ελεήση και να μας σώση, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: “προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν” (Εβρ. δ’, 16).

Αυτός ο συνδυασμός συμπαθείας και σωτηρίας είναι αποτελεσματικός. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δείξουν συμπάθεια, αλλά δεν έχουν την δυνατότητα να μας σώσουν, να μας απαλλάξουν από τα δεινά της αμαρτίας, του θανάτου, της φθοράς, και αυτό προξενεί μεγαλύτερη απογοήτευση. Η πραγματική συμπάθεια δεν είναι μια εξωτερική παρηγοριά, δεν είναι ένας παρηγορητικός λόγος, αλλά είναι η σωτηρία, η υπέρβαση του θανάτου, η απελευθέρωση από την φυλακή των αισθήσεων και των αισθητών. Αυτό που δεν μπορούν να επιτύχουν άνθρωποι, συστήματα, ιδεολογίες, θρησκείες κ.λ.π επιτυγχάνει ο Χριστός, ακριβώς επειδή ως Θεάνθρωπος είναι ο μοναδικός Αρχιερεύς των ανθρώπων, και προσφέρει την σωτηρία σε όσους τον υπακούουν.

Ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός εξακολουθεί και σήμερα να έχη το δικό Του ποίμνιο και να το οδηγή στην σωτηρία και τον αγιασμό. Την αρχιερωσύνη, όμως, του Χριστού πρέπει να την εννοούμε με ορθόδοξο τρόπο και όχι με προτεσταντικό. Δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κάποιος που κάποτε σταυρώθηκε και αναστήθηκε και τώρα κατοικεί στους ουρανούς και έχει συναισθηματική σχέση με τους ανθρώπους, αλλά ενεργεί μέσα στην Εκκλησία και με το πρόσωπο του κάθε Αρχιερέως της. Κάθε κανονικός Επίσκοπος δεν είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, αλλά το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στην γή. Επομένως, λαμβάνουμε την Χάρη του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού, ζώντας μέσα στην Εκκλησία, μετέχοντας των μυστηρίων και καθοδηγούμενοι από τους Κανονικούς Ποιμένας της Εκκλησίας.

Όλοι ζητούμε συμπάθεια, παρηγοριά, αγάπη, σωτηρία, ελευθερία. Αυτά μπορεί να μας τα δώση μόνο ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός, ο Οποίος νίκησε τον θάνατο και προσφέρει το φάρμακο της αθανασίας μέσα στην Εκκλησία σε όσους είναι τέκνα Του και καθοδηγούνται από Αυτόν στην σωτηρία.

Αγαπητοί αδελφοί,

“Έχοντες ουν Αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας” (Εβρ. δ’, 14).

Εύχομαι η Χάρη του αναστάντος Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού να είναι πάντοτε μαζί σας, ως συμπάθεια, έλεος, Χάρη και αποτελεσματική βοήθεια.

Με θερμές αναστάσιμες ευχές

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πάσχα 1998

Προς

τον Ιερόν Κλήρον και τον ευσεβή λαόν

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Μετά την Ανάστασή Του ο Χριστός εμφανίσθηκε στους Μαθητάς Του και τους έδειξε τις πληγές που σχηματίσθηκαν στο σώμα Του από την λόγχη και τα καρφιά του Σταυρού. Αυτό ήταν σημείο αναγνωρίσεώς Του.

Υπάρχει μια ωραιοτάτη εικόνα στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου η οποία παρουσιάζει παραστατικά το θυσιαστικό έργο του Χριστού, ότι Αυτός σταυρώθηκε πάνω στον Σταυρό και στην συνέχεια αναστήθηκε, προσφέροντας έτσι την αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος. Πρόκειται για την εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου. Λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: “Και είδον εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων και εν μέσω των πρεσβυτέρων αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον, έχον κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά, ά εισί τα επτά πνεύματα του Θεού αποστελλόμενα εις πάσαν την γήν” (Αποκ. ε’, 6).

Αρνίο είναι ο Χριστός, ο Οποίος “καί δια του επί του νομικού Πάσχα θυομένου προετυπούτο”, κατά την ερμηνεία του Αρέθα Καισαρείας. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, όπως ο Ησαΐας και ο Ιερεμίας έβλεπαν τον Μεσσία ως αμνό, γιατί προέβλεπαν την θυσία Του υπέρ του ανθρωπίνου γένους. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος συνέστησε τον Χριστό στους Μαθητάς του ως αμνό: “ίδε ο αμνός του Θεού” (Ιω. α’, 37).

Το Αρνίο που είδε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν “ως εσφαγμένον” πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε τα στίγματα και τις πληγές της θυσίας, αλλά όμως ήταν ζωντανό. Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας λέγει ότι το ως εσφαγμένον “δηλοί την μετά την σφαγήν ζωήν αυτού”, και μάλιστα δηλώνει τα σύμβολα του πάθους, τα οποία έδειχνε ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του.

Ένα άλλο γνώρισμα του Αρνίου ήταν ότι στεκόταν όρθιο παρά τις πληγές που είχε. Γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: “αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον”. Και μάλιστα στεκόταν όρθιο, στο μέσο των τεσσάρων ζωντανών όντων και των εικοσιτεσσάρων Πρεσβυτέρων, δηλώνοντας με την στάση αυτή ότι ο Αναστάς Χριστός είναι ο “τά πάντα συνέχων και διακρατών” (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Τα επτά κέρατα του Αρνίου φανερώνουν την δύναμη και την δόξα Του (Αρέθας Καισαρείας) και οι επτά οφθαλμοί δηλώνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία ενοίκισαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Η όλη μεγαλοπρεπής εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου της Αποκαλύψεως του Ιωάννου δείχνει την δόξα και το μεγαλείο του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Ο Χριστός θυσιάστηκε ως αμνός άμωμος για να νικήση την αμαρτία και τον διάβολο, και στην συνέχεια αναστήθηκε εκ των νεκρών για να νικήση και τον θάνατο, και έτσι να δώση ζωή στους ανθρώπους που συνδέονται μαζί Του.

Ο Χριστός, το ένδοξο αυτό Αρνίο, θυσιάζεται συνεχώς για να προσφέρη στους ανθρώπους ζωή. Κάθε θεία Λειτουργία είναι ένα Πάσχα, μια βίωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Στην θεία Λειτουργία ζούμε την πασχάλεια ατμόσφαιρα και εμπειρία. Το Πάσχα των Ιουδαίων, κατά το οποίο θυσιαζόταν ένας αμνός, ήταν προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι η πραγματική βρώση του Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Οι Χριστιανοί δεν περιορίζονται και δεν εξαντλούνται στον εψημένο αμνό, το λεγόμενο πασχαλιάτικο αρνί, αλλά προχωρούν στην βρώση του πραγματικού “ως εσφαγμένου αρνίου” που είναι ο Χριστός, ο Οποίος δεν δαπανάται ποτέ, αφού κατά τον λόγο της θείας Λειτουργίας “μελίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων”.

Στην Αποκάλυψη, όμως, του Ιωάννου υπάρχει και μια άλλη εικόνα που αναφέρεται στο Αρνίο που είναι ο Χριστός, και στην σχέση που έχει με τους μαθητάς Του. “Και είδον και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ’ αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’, 1). Ο αριθμός εκατόν σαράντα τέσσερεις χιλιάδες είναι συμβολικός και φανερώνει το πλήρωμα των αγίων, των ανθρώπων εκείνων που ακολουθούν το Αρνίον “όπου αν υπάγη” (Αποκ. ιδ’, 4). Τα μέτωπα δε των αγίων αυτών “τώ φωτί του θείου προσώπου σφραγίζονται” και γι’ αυτό φαίνονται “αιδέσιμοι”, φοβεροί στους εξολοθρευτάς αγγέλους, κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας.

Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι απέκτησαν κοινωνία και ενότητα με το ένδοξο Αρνίο, τον Χριστό. Και όπως το Αρνίο θυσιάστηκε, έτσι και αυτοί θυσιάζονται καθημερινά. Και όπως το Αρνίο αναστήθηκε, έτσι και αυτοί με την δύναμή Του ανασταίνονται από την παλαιά ζωή και ζουν την νέα ζωή, στην Νεά Σιών, που είναι η Εκκλησία.

Γενικά, στο Βιβλίο της Ιεράς Αποκαλύψεως βλέπουμε τις ενέργειες του θηρίου, δηλαδή του διαβόλου και του αντιχρίστου, αλλά ταυτόχρονα και την δόξα και τον θρίαμβο του ως εσφαγμένου Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Παρατηρούμε ακόμη ότι γίνεται λόγος για το “χάραγμα” το οποίο εγχαράσσει το θηρίο στο δεξί χέρι και το μέτωπο των ανθρώπων που το προσκύνησαν (Αποκ. ιγ’, 16-17), αλλά συγχρόνως γίνεται λόγος και για την “σφραγίδα Θεού ζώντος” με την οποία σφραγίζονται στα μέτωπα οι δούλοι του Θεού (Αποκ. ζ’, 2-3). Έτσι, οι άγιοι που ακολουθούν και ζουν με το Αρνίο έχουν “το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’ ,1). Η τελική νίκη μέσα στην ιστορία ανήκει στο “ως εσφαγμένον” Αρνίο, που θα νικήση το θηρίο και θα συμβασιλεύση αιωνίως με τους εσφραγισμένους με το όνομά Του και το όνομα του Πατρός Του.

Εορτάζουμε αυτές τις ημέρες, εμείς ο νέος λαός της Χάριτος του Θεού, πνευματικά το Σταυρώσιμο και Αναστάσιμο Πάσχα και αγωνιζόμαστε με την μυστηριακή ζωή να σφραγισθούμε με την σφραγίδα του Θεού ζώντος, γιατί όταν σφραγισθούμε από τον Χριστό, δηλαδή όταν ενωθούμε μαζί Του, τότε θα αποφύγουμε οποιαδήποτε άλλη δοκιμασία και τυραννία, και θα ζήσουμε το αιώνιο Πάσχα με τον Αναστάντα Χριστό, του Οποίου το άπειρον έλεος “είη μετά πάντων ημών”.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πάσχα 2001

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Μετά από νηστεία, προσευχή, πνευματικό αγώνα σαράντα ημερών, φθάσαμε στην ημέρα του Πάσχα, που είναι εορτή της Αναστάσεως του Χριστού, “εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων”. Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί κορυφαίο γεγονός του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κεντρικό γεγονός στον εόρτιο κύκλο της Εκκλησίας μας που καθορίζει ολόκληρο το εκκλησιαστικό έτος.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και λέγεται Εκκλησία της Αναστάσεως, γιατί η Ανάσταση του Χριστού καθορίζει την ζωή μας τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Ο Απόστολος Παύλος σαφώς λέγει: “ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών” (Α’ Κορ. ιε’, 17). Και στον Κατηχητικό λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που διαβάζουμε στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, μεταξύ άλλων λέγεται: “Που σού, θάνατε, το κέντρον; Που σού, άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο”.

Στην ορθόδοξη παράδοση συνδέεται στενά ο Σταυρός με την Ανάσταση του Χριστού. Δια του Σταυρού νικήθηκε το κράτος του θανάτου και δια της Αναστάσεως η ψυχή του Χριστού, που κατέβη στον Άδη, εισήλθε πάλι στο αδιάφθορο Σώμα του Χριστού, το οποίο και αναστήθηκε, αφού η θεότητα δεν είχε χωρισθή ούτε από το σώμα ούτε από την ψυχή του Χριστού.

Ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία συνδέει τον Σταυρό με την Ανάσταση του Χριστού και δίνει μεγάλη σημασία στην Ανάσταση, ως το αποκορύφωμα της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αντίθετα οι παπικοί δίδουν μεγάλη σημασία στον Σταυρό, τον οποίον ερμηνεύουν διαφορετικά από ό,τι οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ζούμε την αλήθεια ότι ο Χριστός σταυρώθηκε από αγάπη για το ανθρώπινο γένος. “Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον” (Ιω. γ’, 16). Ο Χριστός επάνω στον Σταυρό και με την Ανάστασή Του νίκησε τον θάνατο και με αυτόν τον τρόπο έδωσε το καλύτερο φάρμακο στον άνθρωπο για να υπερβή και εκείνος τον θάνατο στην προσωπική του ζωή. Το κέντρο της ζωής μας είναι η Ανάσταση του Χριστού, δια της οποίας, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: “ήλθεν η της ζωής βασιλεία, και κατελύθη του θανάτου το κράτος. Και γέγονεν άλλη γέννησις, βίος έτερος, άλλο είδος ζωής, αυτής της φύσεως ημών μεταστοιχείωσις”.

Αντίθετα οι παπικοί θεολόγοι, υποστηρίζουν την άποψη ότι ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία εξιλέωσε την δικαιοσύνη του Θεού, που είχε προσβληθή με την αμαρτία που διέπραξαν ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο. Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζουν τον Θεό να διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πεπτωκότος ανθρώπου, που είναι η οργή, η προσβολή, και ότι είναι ανάγκη να εξιλεωθή η δικαιοσύνη Του και να αποκατασταθή η τιμή που έχασε με την αμαρτία του ανθρώπου. Παρουσιάζουν, δηλαδή, τον Θεό Πατέρα ωσάν να έχη την ανάγκη να χυθή το Αίμα του μονογενούς Του Υιού, πράγμα το οποίο του δίδει μεγάλη χαρά. Όμως, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι είναι παράδοξο να υποστηρίζη κανείς την άποψη ότι ο Πατέρας ζήτησε το Αίμα του Υιού Του ή ότι το είχε ανάγκη. Η αλήθεια είναι ότι το Αίμα του Χριστού χύθηκε στον Σταυρό για να αγιασθή ο άνθρωπος από την ανθρώπινη φύση του Υιού του Θεού, για να μας ελευθερώση ο Θεός από τον θάνατο και να μας επαναφέρη κοντά του με την μεσιτεία του Υιού. Διότι, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “τίς ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα;”. Ακριβώς επειδή οι Παπικοί ερμηνεύουν την σταυρική θυσία του Χριστού, ως εξιλέωση της δικαιοσύνης του Πατρός και ως αποκατάσταση της τιμής του Θεού που προσβλήθηκε, γι’ αυτό και τονίζουν πολύ την σταυρική θυσία του Χριστού και παραγνωρίζουν ή υποτιμούν την Ανάστασή Του. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η νίκη της ζωής επί του θανάτου, όσο η αποκατάσταση της προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης! Δεν τους ενδιαφέρει η θεραπεία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά στην πραγματικότητα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η...θεραπεία του Θεού!!

Αυτό, βέβαια, έχει και πολλές συνέπειες στην όλη εκκλησιαστική πρακτική. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάνουμε λόγο για την αγάπη του Θεού, που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, δια της οποίας σωζόμαστε, καθώς επίσης κάνουμε λόγο για την θεραπεία της φύσεώς μας. Δηλαδή, αγωνιζόμαστε για να θεραπευθούμε και να αισθανθούμε την αγάπη του Θεού. Αντίθετα στην παπική θεολογία γίνεται λόγος για την προσπάθεια που πρέπει να καταβληθή για να ικανοποιηθή η δικαιοσύνη του Θεού. Οπότε, γίνεται αντιληπτό ότι η όλη ασκητική προσπάθεια έχει σαφώς διαφορετικό χαρακτήρα και προοπτική.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού που εορτάζουμε αυτές τις ημέρες μας δίνει την ευκαιρία, να δούμε αυτό το μεγάλο έργο του Χριστού δια του οποίου επιτυγχάνεται η θέωση του ανθρώπου και η ανακαίνιση όλης της κτίσεως, η νέκρωση του θανάτου και η ανάσταση των σωμάτων κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Γενικά, μας δίνει την δυνατότητα να αισθανθούμε την αγάπη του Θεού προς όλους μας, αφού, βέβαια, προηγουμένως αποκτήσουμε πνευματικές αισθήσεις για να συλλάβουμε το μέγεθος της αγάπης του Θεού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διεφύλαξε όλη αυτήν την αποκαλυπτική αλήθεια, που αναπαύει την ψυχή μας και μας γεμίζει με χαρά και πνευματική αγαλλίαση και μας οπλίζει με ελπίδα και πίστη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει εκκοσμικευθή, αλλά παραμένει η Εκκλησία της Αναστάσεως, που μας βοηθά να αποκτήσουμε αίσθηση της αγάπης του Θεού, να νικήσουμε τον θάνατο και να αποκτήσουμε την βεβαιότητα της Αναστάσεως.

Με την ευκαιρία της σημερινής μεγάλης εορτής, σάς απευθύνω τον αναστάσιμο χαιρετισμό: “Χριστός Ανέστη”!

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πάσχα 2004

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού, την οποία εορτάζουμε αυτές τις ημέρες, είναι ένα γεγονός που σηματοδότησε μεγάλες αλλαγές μέσα στην ιστορία, πρώτα στην ζωή των ανθρώπων και έπειτα στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Μεσα σε αυτό το θεολογικό κλίμα της Αναστάσεως του Χριστού, όπως το διακηρύσσει η Εκκλησία, νοηματοδοτήθηκε η ζωη, έλαβε άλλο νόημα ο θάνατος, επαναπροσδιορίσθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, απέκτησαν σκοπό όλες οι θεωρούμενες λεπτομέρειες της ζωής μας, γέμισε από αιώνια ζωη η ύπαρξη όσων συνδέθηκαν με τον Αναστάντα Χριστό.

Επικοινωνώντας σήμερα μαζί σας, με την ευκαιρία της εορτής της Αναστάσεως του Χριστού, θα ήθελα να εντοπίσω ένα γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την Εκκλησία μας. Και αυτό είναι ότι ο αναστημένος Χριστός φανερώθηκε στούς Μαθητάς Του, που είχαν κοινωνία μεταξύ τους, κυρίως κατά την διάρκεια ενός γεύματος.

Ο Ευαγγελιστής Μαρκος γράφει: “ύστερον ανακειμένοις αυτοίς τοις ένδεκα εφανερώθη” (Μαρκ. ιστ', 14). Γράφει “ανακειμένοις”, διότι τότε οι άνθρωποι, και βέβαια οι Απόστολοι, έτρωγαν ανακείμενοι. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρεται στούς Μαθητάς που πορεύονταν προς Εμμαούς, οι οποίοι δεν Τον ανεγνώρισαν όσο τούς μιλούσε, αλλά Τον ανεγνώρισαν κατά την ώρα του φαγητού, γιατί τότε “λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κλάσας επεδίδου αυτοίς. αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί και επέγνωσαν αυτόν” (Λουκ. κδ , 30-31). Και πάλι ο Ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει ότι ο Χριστός, σε άλλη εμφάνισή Του στους Μαθητάς, οι οποίοι απορούσαν, τους ρώτησε: “έχετέ τι βρώσιμον ενθάδε;”. Όταν οι Μαθηταί του έδωσαν ένα μέρος από ψημένο ψάρι και λίγη κηρήθρα, Εκείνος “λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν” (Λουκ. κδ , 41-43). Επίσης, ο Ευαγγελιστής Ιω?ννης περιγράφει την εμφάνιση του Χριστού στον αιγιαλό, την ώρα που οι Απόστολοι Πετρος και Ιωάννης βρίσκονταν στην θάλασσα και ψάρευαν, και τούς ζήτησε “προσφάγιον”. Και όταν οι Μαθητές Πετρος και Ιωάννης, αποβιβάσθηκαν στην στεριά, “βλέπουσιν ανθρακιάν κειμένην και οψάριον επικείμενον και άρτον”. Στην συνέχεια τούς προέτρεψε: “δεύτε αριστήσατε”. Ομως, “ουδείς δε ετόλμα των μαθητών εξετάσαι αυτόν συ τις ει, ειδότες ότι ο Κυριος εστιν”, απέκτησαν, δηλαδή, βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο Χριστός. Τοτε ο Χριστός “λαμβάνει τον άρτον και δίδωσιν αυτοίς και το οψάριον ομοίως” ( Ιω. κα', 1-14).

Στις εμφανίσεις αυτές του αναστάντος Χριστού φαίνονται δύο γεγονότα· το ένα ότι βρίσκονται μαζί οι Μαθητές, άλλοτε όλοι και άλλοτε μερικοί από αυτούς, και το δεύτερο ότι βρίσκονται η προσκαλούνται σε φαγητό. Και κατά την διάρκεια του φαγητού ο Χριστός φανερώνεται σε αυτούς, και οι Μαθητές Του τον αναγνωρίζουν. Οι κινήσεις του Χριστού, καθώς επίσης και η ενέργεια που εκπέμπεται από τις κινήσεις αυτές, τούς υπενθύμισαν τον Μυστικό Δείπνο, το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αφού πράγματι οι κινήσεις αυτές έχουν ένα ευχαριστιακό υπόβαθρο, συνιστούν μια λειτουργική πράξη. Ιδιαιτέρως η φράση “λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κλάσας επεδίδου αυτοίς”, υπενθύμισε στους Μαθητάς τον Μυστικό Δείπνο.

Αυτό μας διδάσκει ότι η δύναμη της Αναστάσεως του Χριστού αποκαλύπτεται μέσα στην Εκκλησία, στον όμιλο των Μαθητών του Χριστού, στην θεία Ευχαριστία, και Τον γνωρίζουμε προσωπικά, όταν κατόπιν καταλλήλου προετοιμασίας, μετέχουμε του Σωματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνούμε, δηλαδή, των Αχράντων Μυστηρίων.

Το πραγματικό Πασχα για μας τούς Ορθοδ?ξους είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, η κοινωνία του Σωματος και του Αίματος του Χριστού. Γι αύτὸ προετοιμαζόμαστε όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και την νύκτα της Αναστάσεως, κατά την θεία Λειτουργία, δεν αποχωρούμε από τούς Ναούς, αλλά παραμένουμε στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, που είναι το πραγματικό Πασχα. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, με την άσκηση, είναι στάδιον προετοιμασίας για την μέθεξη της εορτής του Πάσχα.

Αλλά αυτό το Πάσχα το εορτάζουμε και το πανηγυρίζουμε κάθε φορά που τελείται η θεία Ευχαριστία, ιδιαιτέρως κατά την θεία Λειτουργία κάθε Κυριακής, που είναι το εβδομαδιαίο Πασχα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε μια ομιλία του γράφει ότι το Πασχα και η Τεσσαρακοστή δεν είναι το ίδιο πράγμα, “αλλ ἕτερον πάσχα, και έτερον τεσσαρακοστή”. Και εξηγεί ότι η Τεσσαρακοστή έρχεται μια φορά τον χρόνο, ενώ Πασχα εορτάζουμε τρεις η τέσσερες φορές την εβδομάδα και κάθε φορά που τελείται η θεία Ευχαριστία, γιατί “πάσχα ου νηστεία εστιν, αλλ ἡ προσφορά και η θυσία, η καθ ἐκάστην γινομένη σύναξις”. Καθε φορά που προσέρχεσαι, λέγει, στην θεία Ευχαριστία με καθαρή συνείδηση “πάσχα επιτελείς”, και εορτάζεις το Πάσχα όχι όταν νηστεύης, “αλλ ὅταν της θυσίας εκείνης μετέχης”. Καθε θεία Λειτουργία δεν διαφέρει σε τίποτε από την θεία Λειτουργία της ημέρας της Αναστάσεως του Χριστού. Και το Πασχα δεν είναι αιτία νηστείας και πένθους, “αλλ εὐφροσύνης και χαράς υπόθεσις”. Το ότι το Πάσχα είναι η θεία Ευχαριστία φαίνεται από το ότι ο κατηχούμενος, καίτοι νηστεύει “ουδέποτε πάσχα επιτελεί, επειδή προσφοράς ου κοινωνεί”. Και, βέβαια, δεν συνιστάται εδώ κάθε προσέλευση στην θεία Κοινωνία, αλλά εκείνη που γίνεται “εν συνειδότι καθαρώ”.

Είναι ανάγκη ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί να λάβουμε πείρα της Αναστάσεως του Χριστού για να νικήσουμε τον βιολογικό και τον πνευματικό θάνατο και να δώσουμε στούς γύρω μας την ελπίδα της Αναστάσεως και της ζωής. Αυτό θα γίνη αν συμμετέχουμε οργανικά και ουσιαστικά στον όμιλο των Μαθητών του Χριστού, στο Σώμα της Εκκλησίας, εάν κάθε Κυριακή εκκλησιαζόμαστε, και εάν κατόπιν προετοιμασίας, κοινωνούμε του Σωματος και του Αίματος του αναστάντος Χριστού. Γιατί ο Χριστός αποκαλύπτεται κατά την διάρκεια του ευχαριστιακού Δείπνου σε αυτούς που είναι έτοιμοι να δεχθούν την αποκάλυψη αυτή. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί συμμετέχουν κάθε Κυριακή στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία, γιατί έτσι έχουν την δυνατότητα να αποκτήσουν γνώση του Αναστάντος Χριστού, ο Οποίος θα δώση άλλη προοπτική στην ζωή τους, θα φυγαδεύση την απόγνωση, την στέρηση και την μοναξιά.

Με την ευχή να εορτάζουμε το Πασχα κάθε Κυριακή, ζώντας μέσα στην Εκκλησία και συμμετέχοντας στην Κυριακάτικη θεία Λειτουργία και μετέχοντας του Σωματος και του Αίματος του Χριστού, απευθύνω σε όλους σας τον αναστάσιμο χαιρετισμό “Χριστός Ανέστη”.

Με πατρικές ευχές

Ο Μητροπολίτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πάσχα: «Δεῦτε λάβετε φῶς...»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, πρίν ἀρχίση ἡ ἀναστάσιμη Ἀκολουθία μέ τό Εὐαγγέλιο καί τό «Χριστός Ἀνέστη», ψάλλεται στόν Ναό – ὅπου ὑπάρχει ἡμίφως, ἐπειδή κλείνουν τά φῶτα – ὁ Κανόνας πού ἀρχίζει μέ τό Τροπάριο «Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον», πού εἶναι συνθετικό ἔργο τῆς μοναχῆς Κασσιανῆς, τοῦ Μάρκου Ἐπισκόπου Ἱδροῦντος καί τοῦ Ἱεράρχου Κοσμᾶ.

Στήν συνέχεια ἐξέρχεται ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς στήν Ὡραία Πύλη, κρατώντας μιά ἀναμμένη λαμπάδα, καί καλεῖ τούς πιστούς νά λάβουν τό φῶς. Ψάλλει ὁ ἴδιος κατ’ ἀρχάς καί μετά οἱ Ἱεροψάλτες σέ πανηγυρικό ἦχο πλάγιον τοῦ πρώτου: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Δηλαδή, ἐλᾶτε, πιστοί Χριστιανοί, νά λάβετε τό φῶς πού δέν δύει ποτέ καί δοξάστε τόν Χριστό πού ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

Ἡ λειτουργική αὐτή κίνηση εἶναι συμβολική, πού παραπέμπει ὅμως σέ ἕνα πραγματικό καί ἔνδοξο γεγονός.

Κατ’ ἀρχάς τό φῶς αὐτό, πού μᾶς καλεῖ ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς νά λάβουμε ἀπό τήν λαμπάδα του, εἶναι κτιστό, πού σημαίνει ἄναψε ἀπό κάπου ἀλλοῦ, δέν ὑπῆρχε προηγουμένως, καί ὅταν λιώση ἡ λαμπάδα, πού καί αὐτή εἶναι κτιστή, ἤ ὅταν τό σβήσουμε ἐμεῖς θά σταματήση νά ὑπάρχη. Ἀκόμη καί τό φῶς τοῦ ἡλίου εἶναι κτιστό, πού φαίνεται τό πρωί καί δύει τό ἑσπέρας, τό ἀπόγευμα, καί κάποτε ὁ ἥλιος θά παύση νά στέλλη τό φῶς του.

Ὅμως, ταυτόχρονα ὁ Ἀρχιερεύς ἤ ὁ Ἱερεύς μέ τήν προτροπή νά λάβουμε αὐτό τό κτιστό φῶς ἀπό τήν λαμπάδα, ἀνάγει τήν πρόσκλησή του αὐτή σέ μιά ἄλλη πραγματικότητα, δηλαδή στό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό Φῶς τῆς Θεότητος καί εἶναι ἄκτιστο, δηλαδή δέν ἔχει ἀρχή, δέν ἔχει φθορά, δέν ἔχει τέλος, δέν δύει ποτέ.

Ὁ Χριστός δέν εἶναι ἕνας Προφήτης, ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, ἕνας ἀρχηγός μιᾶς θρησκείας, ἀλλά ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος πού ἔγινε ἄνθρωπος, δηλαδή προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὡς Θεάνθρωπος ὁ Χριστός προσφέρεται σέ ὅλους ἐμᾶς τούς φθαρτούς, τούς θνητούς καί τούς σκοτισμένους ἀπό τήν ἁμαρτία γιά νά ζήσουμε, νά δοῦμε τό φῶς πού διαλύει τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, νά ἀναστηθοῦμε ἀπό τήν πνευματική νέκρωση καί ἔτσι νά δοξάσουμε τόν Ἀναστάντα Χριστό.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. η΄, 12). Αὐτός εἶναι τό ἀληθινό Φῶς, ὄχι τό κτιστό, τό ἠθικό, τό συναισθηματικό, τό συμβολικό, ἀλλά τό θεῖο ἄκτιστο Φῶς. Καί ἐκεῖνος πού θά ἀκολουθῆ τόν Χριστό συνεχῶς δέν θά περπατᾶ στό σκοτάδι, ἀλλά θά ἔχη τό φῶς τῆς ζωῆς, ὁπότε θά ζῆ πραγματικά καί θά ὁδηγῆται στήν ζωή.

Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ ἐπιβεβαιώθηκε κατά τόν καλύτερο τρόπο στό ὄρος Θαβώρ, ὅταν ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καί τά ροῦχα Του ἔγιναν λευκά ὅπως τό φῶς. Αὐτό εἶναι τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἔτσι Τόν εἶδαν οἱ Μαθητές «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆββ» (Μάρ. ιστ΄, 12). Αὐτό τό Φῶς εἶδε ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος στό Συνέδριο, αὐτό τό Φῶς εἶδε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πορευόμενος πρός τήν Δαμασκό, αὐτό ἐπιβεβαιώνουν συνεχῶς οἱ Εὐαγγελιστές στά Εὐαγγέλιά τους καί οἱ Ἀπόστολοι στίς Ἐπιστολές τους.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς συγχρόνους Του καί δι’ αὐτῶν καί σέ μᾶς: «Ἕως τό φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τό φῶς, ἵνα υἱοί φωτός γένησθε» (Ἰω. ιβ΄, 36). Ὅσο ζοῦμε πρέπει νά πιστεύουμε στόν Χριστό, γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ Φωτός.

Ἑπομένως, καθώς τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως ἀκοῦμε τήν προτροπή τοῦ Ἀρχιερέως ἤ τοῦ Ἱερέως νά λάβουμε τό φῶς ἀπό τήν λαμπάδα, σκεπτόμαστε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία τοῦ Φωτός, τήν θεολογία τοῦ Φωτός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καί γι’ αὐτό σύμφωνα μέ τήν προτροπή, δοξάζουμε τόν Χριστό τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.

Αὐτό σημαίνει ὅτι λαμβάνουμε τό φῶς, κρατᾶμε τήν λαμπάδα μας ἀναμμένη καί ὁμολογοῦμε αὐτήν τήν ἀναστάσιμη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου, ὅτι Αὐτός νίκησε τόν θάνατο, ὅτι δέν φοβόμαστε τόν θάνατο, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι εἴσοδος στό σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας, ἀλλά εἶναι μετάβαση ἀπό τόν θάνατο στήν ζωή, ὅτι θά γίνη ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων καί ἡ συνάντηση μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό, ὅτι μπορεῖ μέ τήν δύναμη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἀπό τώρα νά γίνη καί ἡ ἀνάσταση τῆς νοερᾶς ἐνέργειας μέσα μας, πού εἶναι ἡ πρώτη ἀνάσταση, καί εἶναι προοίμιο τῆς Δευτέρας Ἀναστάσεως.

Ἔπειτα, μέ ἀναμμένες τίς λαμπάδες μας τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως στήν θεία Λειτουργία κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀνάβει τό Φῶς στήν καρδιά μας, τά σώματά μας γίνονται μιά λαμπάδα πού ἔχει μέσα τό φῶς, καί ψάλλουμε θριαμβευτικά «εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν». Μετά τήν θεία Λειτουργία διασχίζουμε τό σκοτάδι τῆς πόλεως ἤ τοῦ χωριοῦ πού ζοῦμε, γεμάτοι ἀναστάσιμη χαρά γιά νά πᾶμε στό σπίτι μας, νά ἀνάψουμε τήν κανδήλα μέ τό ἀναστάσιμο φῶς, ἀλλά καί νά μεταφέρουμε ὅλη τήν χαρά «τήν νίκη τοῦ φωτός» στήν οἰκογένειά μας.

Αὐτή ἡ ἐξωτερικά μέν συμβολική πράξη, ἀλλά ἐσωτερική ἰσχυρή κραυγή τῆς δύναμης τῆς δικῆς μας ψυχικῆς ἀναστάσεως εἶναι τό ἀληθινό νόημα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀληθινή ἐλπίδα τῆς ζωῆς, ἡ ἀληθινή βεβαιότητα τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, ἡ ἀληθινή πίστη ὅτι ὁ θάνατος νικήθηκε.

Λοιπόν, ἀγαπητοί ἀδελφοί, «υἱοί τῆς Ἀναστάσεως»: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καί δοξάσατε Χριστόν, τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Μέ θερμές ἀναστάσιμες εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς Μητροπολίτου Ναυπάκτου

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς

 

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 104
 
Ἱερόθεος
ἐλέῳ Θεοῦ Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης
τῆς Θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου 
 
Πρός
τούς Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
 
Νέον ἔτος ἀνέτειλε καί μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία νά ἀνταλλάξουμε εὐχές, νά συναντηθοῦμε καί νά ἑορτάσουμε πανηγυρικά, γιά νά ἀνανεώσουμε τήν ἀγάπη μας, τήν ἐλπίδα μας γιά ζωή, γιά ὑγεία καί ἐλευθερία ἀπό ὅ,τι μᾶς καταδυναστεύει.
 
Αὐτή ἡ ἑορτή τοῦ νέου ἔτους μοῦ δίνει τήν εὐκαιρία νά ἐπικοινωνήσω μαζί σας καί νά εὐχηθῶ αὐτό τό νέο ἔτος νά ἐκπληρωθοῦν οἱ εὐγενεῖς πόθοι στήν ζωή σας, στόν ἐπαγγελματικό σας χῶρο, στήν οἰκογένειά σας καί στήν κατά Θεόν πορεία σας.
 
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτήν θά ἤθελα νά σᾶς παρουσιάσω κάποιες σκέψεις ἑνός μεγάλου θεολόγου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, πού ἀναφέρονται στόν τρόπο πού ἐργάσθηκε ἡ Ἐκκλησία στό παρελθόν, ἀλλά καί ἐργάζεται στό παρόν, μέσα σέ δύσκολες καί τραγικές συνθῆκες τῆς ζωῆς.
 
Κατ’ ἀρχάς, ὅπως παρατηρεῖ «ὁ Χριστιανισμός εἰσῆλθε στήν ἰστορική σκηνή σάν μιά κοινότης ἤ κοινωνία, σάν νέα κοινωνική τάξη ἤ καί σάν νέα κοινωνική διάσταση, τουτέστιν ὡς Ἐκκλησία. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί εἶχαν δυνατό αἴσθημα πώς ἦταν ἕνα σῶμα».
 
Ἤδη ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει στούς Χριστιανούς τῆς ἐποχῆς του: «Ὑμεῖς δέ γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν, ὅπως τάς ἀρετάς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς τό θαυμαστόν αὐτοῦ φῶς· οἵ ποτε οὐ λαός, νῦν δέ λαός Θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, νῦν δέ ἐλεηθέντες» (Α΄ Πέτρ. β΄, 9-10). Οἱ Χριστιανοί ἀποτελοῦσαν τόν νέον λαό τοῦ Θεοῦ.
 
Ὅμως, στόν χῶρο πού ἀναπτυσσόταν αὐτός ὁ νέος λαός τοῦ Θεοῦ «ὑπῆρχε καί μιά ἄλλη πολιτεία, μιά πραγματικά παγκόσμια, καί αὐστηρά ὁλοκληρωτική πολιτεία, ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, πού αἰσθανόταν πώς ἦταν ἁπλῶς ἡ μόνη Αὐτοκρατορία. Ἀπαιτοῦσε νά εἶναι ἡ πολιτεία, πού περιελάμβανε ὅλο τόν κόσμο, συγκεντρωτική καί μοναδική. Ἀπαιτοῦσε νά ἔχη τόν ὅλο ἄνθρωπο στήν ὐπηρεσία της, ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἀπαιτοῦσε τόν ὅλο ἄνθρωπο στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ».
 
Πρόκειται, λοιπόν, γιά δύο πολιτεῖες, τήν ἐκκλησιαστική καί τήν πολιτική, πού εἶχαν διαφορετικό τρόπο συγκροτήσεως, διαφορετικούς σκοπούς, ἀλλά σέ κάποια σημεῖα συναντιόνταν μεταξύ τους στήν ἀντιμετώπιση τῶν καθημερινῶν ζητημάτων. Γενικά, οἱ Χριστιανοί εἶχαν τήν συνείδηση ὅτι εἶχαν μιά ἄλλη πατρίδα, τόν οὐρανό, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καί σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅς μετασχηματίσει τό σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τό γενέσθαι αὐτό σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ» (Φιλ. γ΄, 20-21). Καί ἀλλοῦ γράφει: «Οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄, 14).
 
Οἱ Χριστιανοί αἰσθάνονταν «ξένοι» καί «πάροικοι» (Ἐφ. β΄, 19). Καί ἐνῶ ἐξαναγκάζονταν νά ζοῦν σέ μιά Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἦταν μέλη της, ἐν τούτοις, ζώντας σέ αὐτήν τήν ἐπίγεια πατρίδα, εἶχαν «ἕνα ἄλλο δικό τους σύστημα ὑποταγῆς», εἶχαν ἕνα ἄλλο «σύστημα πατρίδας», κατά ἕναν ἀρχαῖο ἐκκλησιαστικό συγγραφέα.
 
«Οἱ Χριστιανοί ἔμεναν στόν κόσμο καί ἦταν ἕτοιμοι νά ἐκτελέσουν πιστά τά καθημερινά τους καθήκοντα, ἀλλά δέν θά μποροῦσαν νά δεσμευθοῦν μέ πλήρη ὑποταγή στό πολίτευμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τῆς γήϊνης Πολιτείας, γιατί τό πολίτευμά τους ἦταν κάπου ἀλλοῦ, δηλαδή "στά οὐράνια"».
 
Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί βρέθηκαν σέ μιά κατάσταση δύσκολη, ἀφοῦ «ἡ σύγκρουση τῶν δύο πολιτειῶν (πατρίδων) ἦταν ἀναπόφευκτη», καί ἔτσι ἐξηγοῦνται οἱ διωγμοί τῶν Ρωμαίων Αὐτοκρατόρων ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ὁπότε, ἡ Ἐκκλησία βρέθηκε σέ μιά ἀντινομική κατάσταση καί ἀντιμετώπιζε τό ἐρώτημα ἤ θά ἠρνεῖτο τόν κόσμο καί τήν ἀνθρώπινη πολιτεία ἤ θά τήν ἐκχριστιάνιζε.
 
Ἑπομένως, παρουσιάστηκαν δύο τάσεις. Ἡ πρώτη τάση ἦταν «ἡ φυγή στήν ἔρημο», μέ τίς μοναχικές κοινότητες, διοργανωμένες ὡς νέες πολιτεῖες μέ ἄλλους νόμους καί ἄλλο σκοπό, καί ἡ δεύτερη τάση ἦταν ἡ «οἰκοδόμηση τῆς Χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας», τό νά «ξαναχτίσουν τόν κόσμο σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου».
 
Καί οἱ δύο προτάσεις δοκιμάστηκαν στήν πράξη. Ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού οἱ μοναστικές κοινότητες διοργανώθηκαν μέ βάση τήν πρώτη Ἐκκλησία τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων», καί ἄλλες περιπτώσεις πού μεταμορφώθηκαν οἱ δομές τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Φυσικά, ὑπῆρχαν καί περιπτώσεις πού καί οἱ δύο προτάσεις ἀπέτυχαν. Κυρίως παρατηρήθηκε ὅτι «ἡ ἰδέα μιᾶς "ἐκκλησιαστικοποιημένης" αὐτοκρατορίας ἦταν ἀποτυχία», «ἀλλά ἡ ἔρημος πέτυχε καλύτερα» νά ἐκφράση τήν ζωή τοῦ Εὐαγγελίου.
 
Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ παρατηρεῖ: «Οἱ Χριστιανοί δέν ἀρνοῦται τόν πολιτισμό σάν πολιτισμό. Εἶναι ὅμως αὐστηροί γιά κάθε ὑπάρχουσα πολιτιστική κατάσταση καί τήν κρίνουν μέ τά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί οἱ Χριστιανοί εἶναι υἱοί τῆς αἰωνιότητος, δηλαδή οἱ μελλοντικοί πολῖτες τῆς οὐράνιας Ἱερουσαλήμ. Ἀκόμη προβλήματα κι ἀνάγκες "τοῦ αἰῶνος τούτου" δέν μποροῦν ν’ ἀποπεμφθοῦν ἤ νά παραθεωρηθοῦν σέ καμμιά περίπτωση καί κατά καμμιά ἔννοια, ἀφοῦ οἱ Χριστιανοί καλοῦνται νά ἐργασθοῦν καί νά ὑπηρετήσουν ἀκριβῶς "σ’ αὐτό τόν κόσμο" καί "σ’ αὐτό τόν αἰῶνα". Μόνο πού πρέπει ὅλες αὐτές οἱ ἀνάγκες, οἱ σκοποί καί τά προβλήματα νά θεωρηθοῦν μ’ αὐτή τή νέα κι εὑρύτερη προοπτική πού ἀποκαλύπτεται ἀπό τή χριστιανική ἀποκάλυψη πού φωτίζεται ἀπό τό φῶς της».
 
Αὐτές οἱ παρατηρήσεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ εἶναι πολύ ἀξιόλογες γιά τήν ἐποχή μας, γιατί παρατηρεῖται, δυστυχῶς, σέ μερικά σημεῖα ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια, δέν ἐκκοσμικεύεται ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά τά μέλη της, πού ἀλλοιώνουν τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Πολλά μέλη τῆς Ἐκκλησίας συμβιβάζονται μέ τήν νοοτροπία καί τίς δομές τοῦ κόσμου τούτου, ταυτίζονται μέ τόν εὐδαιμονιστικό καί ἡδονιστικό τρόπο ζωῆς, περιορίζονται στίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθητά τοῦ κόσμου τούτου καί ξεχνοῦν τήν ζωή πού ἀποκάλυψε ὁ Χριστός.
 
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
 
Ἤδη, μέ τήν σημερινή ἡμέρα εἰσερχόμαστε στό νέον ἔτος 2023 καί καλοὐμαστε νά μεταμορφώσουμε τήν ζωή μας, νά τήν θέσουμε σέ νέες βάσεις καί σέ νέα προοπτική, νά μή εἴμαστε δεδουλωμένοι «ὑπό τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου» (Γαλ. δ΄, 3), ἀλλά νά εἴμαστε «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. β΄, 19). Ζώντας σέ αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή ἄν δέν μποροῦμε νά τήν μεταμορφώσουμε μέ τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τουλάχιστον νά ἀγωνιζόμαστε νά μή γινόμαστε δοῦλοι τῆς φθορᾶς καί νά μή προδίδουμε τόν Χριστό.
 
Θά ὁλοκληρώσω τίς σύντομες αὐτές σκέψεις μέ ἕναν ἐκπληκτικό λόγο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ γιά τό πῶς ζοῦσαν οἱ πρώτοι Χριστιανοί: «Σ’ "αὐτόν τόν κόσμο" οἱ Χριστιανοί δέν μποροῦσε παρά νά εἶναι ὁδοιπόροι καί ξένοι. Τό πραγματικό τους πολίτευμα ἦταν στά οὐράνια (Φιλ. 3, 20). Ἡ Ἐκκλησία ἦταν παροικία σ’ αὐτόν τόν κόσμο (παροικοῦσα). Ἡ χριστιανική κοινωνία ἦταν κάτι πού ἀνῆκε στή δικαιοδοσία ἄλλου πολιτεύματος, στήν δικαιοδοσία πού εἶχε ὁ ἐπάνω κόσμος στή γῆ. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν "προχωρημένο φυλάκιο" τ’ οὐρανοῦ στή γῆ, ἤ "ἀποικία τοῦ οὐρανοῦ"» στήν γῆ.
 
Μέσα σέ αὐτό τό προφητικό καί ἀποστολικό πνεῦμα πρέπει νά ζήσουμε αὐτό τό νέο ἔτος, δηλαδή νά ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, νά προσπαθοῦμε νά τόν μεταμορφώσουμε, ὅσο εἶναι δυνατόν, ἀλλά νά ἔχουμε στραμμένο τό βλέμμα μας στόν Θεό καί τήν οὐράνια πατρίδα μας, ἀλλά καί νά αἰσθανόμαστε ὅτι ὁ τόπος πού ζοῦμε εἶναι «μιά ἀποικία τοῦ οὐρανοῦ», ἀναμένοντας νά πορευθοῦμε στήν πραγματική μας πατρίδα. Τότε ὅλα τά πράγματα τῆς ζωῆς, αὐτή ἡ ἴδια ἡ ζωή, ἀλλά καί ὁ θάνατος θά ἔχουν ἄλλο νόημα.
 
Εὔχομαι χρόνια πολλά μέ τήν ἔμπνευση πού δίνει ὁ Χριστός.
 
Μέ πατρικές εὐχές
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 1996

Ἀγαπητοί μου, 

Καί πάλι ἀξιωθήκαμε ἀπό τόν Θεό νά ἑορτάσουμε τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀνθρώπου καί νά αἰσθανθοῦμε τήν Χάρη τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ἀλλά καί τήν ἐλπίδα τῆς Θεοφανείας͵ τῆς ἀναγεννήσεώς μας ἐν Χριστῶ. Γιατί, ὅπως διδάσκουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη τόν ἄνθρωπο Θεό. 

Μέσα στὰ γεγονότα πού συνδέονται µέ τὴν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων σηµαντική θέση κατέχει καί ὁ ἀρχαγγελικός ὕµνος’ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β, 13). Οἱ ἄγγελοι δοξολόγησαν τόν ὕψιστο Θεό γιά τήν ἀγάπη Του πρός τό ἀνθρώπινο γένος καί ὕμνησαν τήν εἰρήνη πού ἦλθε στή γῆ. Ὁ ὕμνος τῆς εἰρήνης ἀκούγεται σέ πολλά τροπάρια τῆς σηµερινῆς ἑορτῆς, τόν ψάλλουμε καί τόν τραγουδᾶμε. 

Αὐτές ὅμως τίς µέρες ἐμφανίζονται πολλοὶ πού ὁμιλοῦν γιά τόν ὕμνο τῶν ἀγγέλων περί εἰρήνης, ἀλλά ταυτόχρονα διεκτραγωδοῦν τήν ἀπουσία της καί ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτή ἡ εἰρήνη, τήν ὁποία ὕµνησαν οἱ ἄγγελοι, εἶναι ἀνύπαρκτη, ἀποῦσα, ἀφοῦ παντοῦ ὑπάρχουν ἀναστατώσεις, πόλεμοι καί ταραχές. Ἔτσι ἐρωτᾶ, κανείς, ἡ εἰρήνη, τήν ὁποία ὕμνησαν οἱ ἄγγελοι δέν ὑπάρχει στήν γῆ; Ὁ Χριστός ἔπαυσε νά προσφέρη εἰρήνη στούς ἀνθρώπους; Πρέπει νά ξέρουμε καλά ὅτι ἡ εἰρήνη, πού ὑμνήθηκε τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔχει σχέση µέ ὅλα αὐτά πού ἔχουμε ὑπ' ὄψη µας, γιατί πρόκειται γιά µιά ἄλλη κατάσταση. 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφερόµενος στό µεγάλο ἔργο τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιτέλεσε µέ τήν ἐνανθρώπισή Του, λέγει ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ εἰρήνη µας, ἀφοῦ κατέρριψε τό µεσότειχο τοῦ φραγμοῦ, δηλαδή κατήργησε τήν ἔχθρα στήν δική Του σάρκα, συμφιλίωσε τόν ἄνθρωπο µέ τό Θεό καί κατασκεύασε ἕνα καινούργιο ἄνθρωπο (Ἐφ ϐ' 14-16). Ἑπομένως, µιλώντας γιά εἰρήνη ἐννοοῦμε τήν συμφιλίωση τοῦ ἀνθρώπου µέ τόν Θεό, πού ἔγινε στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν τήν εἰρήνη ὕμνησαν καί δοξολόγησαν οἱ ἄγγελοι, γιατί µέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἦλθε µιά καινούργια πραγματικότητα στόν κόσµο, ἄγνωστη ἔως τότε, ἀφοῦ ἕνας καί μοναδικός εἶναι ὁ Θεάνθρωπος µέσα στήν ἱστορία. 

Συνεπῶς, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀναφέρεται στήν εἰρήνη, δέν ἐννοεῖ ἁπλῶς τήν ἀπουσία τοῦ πολέμου ἀλλά τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, καί αὐτήν τήν εἰρηνική κατάσταση ἀπολαμβάνουν ἐκεῖνοι πού ζοῦν µέσα στήν µυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί εἰρηνεύουν µέ τόν ἑαυτό τους, τόν πλησίον τους καί τό Θεό. 

Πράγματι, ἡ εἰρήνη δέν εἶναι ἕνα ἁπλό κοινωνικό ἀγαθό, δέν εἶναι µιά ἁπλῆ συναισθηματική κατάσταση, πού διακρίνεται γιά τήν πλαδαρότητα καί τήν ἀπραξία, ἀλλά εἶναι µιά µεγάλη πνευματική δύναμη, πολύ πιό ἰσχυρή ἀπό τόν πόλεμο καὶ τὶς διενέξεις. Γιατί, τόσο ὁ πόλεμος ὅσο καί οἱ προστριβές μεταξύ τῶν ἀνθρώπων εἶναι καρπός καί ἀποτέλεσμα ἀδυναµίας τῶν λεγομένων ἰσχυρῶν, ἀφοῦ µέ τὸν τρόπο αὐτό προσπαθοῦν νά περιφρουρήσουν τούς φόβους καὶ τὶς ἀνασφάλειές τους. Ἡ εἰρήνη ἀπαιτεῖ δύναμη καί αὐτοκυριαρχία, ἀφοῦ ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐπιβάλλεται μέ πνευματικά καί πολιτιστικά µέσα καί ὄχι µέ τήν βία καί τήν τροµοκρατία. 

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπαινοῦν καί µεγαλύνουν τήν ἐσωτερική εἰρήνη ὡς ἕνα πολύτιμο ἀγαθό. Εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα διδάσκει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τό θέµα αὐτό. Ὀνομάζει τήν εἰρήνη «γλυκύ καί πρᾶγμα καί ὄνομα», πού εἶναι δικό του «μελέτημµα καί καλλώπισµα». Ἡ εἰρήνη εἶναι ἡ θεία δύναμη διά τῆς ὁποίας ὁ Θεός εἰρηνεύει τόν ἄνθρωπο µέτόν ἑαυτό Του, εἶναι «ἡ κατά τῶν παθῶν δεσποτεία». Κάνοντας λόγο γιά τήν εἰρήνη ἐννοεῖ τήν καλή εἰρήνη, αὐτήν πού ἀποβλέπει στόν καλό σκοπό, πού συνάπτει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. Δίνοντας βαρύτητα στήν ἐσωτερική ὑπαρξιακή εἰρήνη λέγει ὅτι µιά ἐξωτερική εἰρήνη, ἡ ὁποία χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό δέν εἶναι καλή καί εὐλογηµένη. 

Αὐτήν τήν ἐσωτερική εἰρήνη ἔφερε ὁ Χριστός στόν κόσµο. Γι' αὐτό λίγο πρίν ἀπὸ τό πάθος Του εἶπε στούς µαθητάς Του: «εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. ιδ', 27). Τήν ἔδωσε στοὺς Μαθητάς καί παραμένει µέσα στήν Ἐκκλησία. Βέβαια, ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι ὑπεύθυνος γιά ὅ,τι γίνεται στὸν κόσµο, γιατί ὅλες τίς κοινωνικές του ἐφαρμογές τίς κάνει µέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί πραγματοποιοῦνται ἀπό τούς ταπεινούς μαθητάς τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως μπορεῖ κανείς νά παρατηρήση ὅτι καί στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας δημιουργοῦνται διενέξεις, ἀλλά πρέπει νά ἀντιπαρατηρηθῆ ὅτι δέν φταίει σέ τίποτε ὁ Χριστός, γιατί τέτοιες καταστάσεις δηµιουργοῦνται ἀπό ἀρρωστημένα µέλη τῆς Ἐκκλησίας. 

Πέρα ἀπό τό ἐκκλησιολογικό καὶ ὀντολογικό περιεχόµενο τῆς εἰρήνης, πού δοξολόγησαν οἱ ἄγγελοι δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντιπαρέλθη τήν βιαιότητα τῶν πολέμων, πού γίνονται ἀκόμη καί σήµερα σέ πολλά µέρη τῆς γῆς. Ἴσως μερικοί Χριστιανικοί λαοί θά σταματήσουν σήµερα τίς ἐχθροπραξίες, γιά νά ἑορτάσουν Χριστούγεννα, ἀλλά ἀπὸ αὔριο θά ἀρχίσουν τίς συγκρούσεις καί θά ἐξακολουθήση νά τρέχη τό νεανικό αἷμα ἄδικα πάνω στήν γῆ. Εἶναι καί αὐτό µιά µορφή ὑποκρισίας, πού διέπει τούς συγχρόνους ἀνθρώπους ἀκόμη δέ καί τοὺς χριστιανούς. 

Πρέπει νά στιγµατίσουµε τήν ὑποκρισία μερικῶν ἰσχυρῶν λαῶν, πού θέλουν νά λέγονται χριστιανοί καί οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται ὡς εἰρηνοποιοί καὶ µεσολαβητές μεταξύ τῶν ἀντιμαχομένων λαῶν, ἀλλά στήν πραγματικότητα δηµιουργοῦν παγκόσμια σκάνδαλα, προξενοῦν ταραχές καὶ πολέμους, εἴτε ἐπειδή κυριαρχοῦνται ἀπό αἰσθήματα ὑπεροχῆς, εἴτε ἐπειδή διακρίνονται ἀπό ἐθνική ἀνασφάλεια, εἴτε διότι ἐπιδιώκουν τήν διακίνηση τῶν ὅπλων καί τῶν πυρομαχικῶν, αὐτῶν τῶν φοβερῶν πολεµικῶν προϊόντων. 

Γιά τήν ὑποκριτική αὐτή κατάσταση δέν φταίει καθόλου ὁ Χριστός καί ὁ Χριστιανισμός, πού εἶναι Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης, ἀλλά ὅλοι ἐκεῖνοι πού δέν δέχονται τόν Χριστό καί δέν ἐνώνονται πραγματικά μαζί Του. Γι’ αὐτό καλούµαστε νά συµβάλλουμε ὅλοι, µέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, στήν προσπάθεια νἁ σταµατήσουν οἱ πόλεμοι καί οἱ διαµάχες, καί νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη πάνω στή γῆ. 

Πάντως, αὐτήν τήν ἱερή ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, κατά τήν ὁποία αἰσθανθήκαμε τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ µέσα στήν καρδιά µας, ἰδιαιτέρως κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας, πρέπει νά προσευχηθοῦμε θερµά στό Χριστό, τόν ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, νά φωτίση τίς σκεψεις καί τούς διαλογισμούς τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὥστε νά ἐπικρατήση στήν ἀνθρωπότητα ἡ πολυπόθητη εἰρήνη καὶ νά σταµατήση νά χύνεται τό τρελλό αἷμα τοῦ µίσους καί τῆς καταστροφῆς. Κυρίως, ὅμως πρέπει νά προσευχηθοῦμε θερµά, ὥστε νά γνωρίσουμε ὅλοι µας προσωπικά τό Χριστό καί νά ἑνωθουμε µαζί Του, γιά νά εἰρηνεύσουμε µέ τόν ἑαυτό μας τήν οἰκογένειά µας καί τήν κοινωνία, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ πραγµατικὸς Εἰρηνοποιός, τοῦ Ὁποίου τό ἄπειρον ἔλεος καί ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν εἰρήνη Του νά εἶναι πάντα µαζί µας. 

Μέ θερµές εὐχές καί εὐλογίες

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

ΙΕΡΟΘΕΟΣ 

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 1997

Αγαπητοί μου,

Πανηγυρίσαμε σήμερα, από τα βαθειά χαράματα, αλλά και θα πανηγυρίζουμε αυτές τις ημέρες, το μεγάλο γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού. Η αίσθηση που παραμένει μέσα μας, μετά την συμμετοχή μας στο μεγάλο πανηγύρι του Όρθρου, όπου ψάλλονται θαυμάσιοι ύμνοι που είναι γραμμένοι από μεγάλους υμνογράφους, οι οποίοι βίωσαν προσωπικά το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά κυρίως με την μέθεξή μας στο πανηγύρι της θείας Λειτουργίας, είναι αίσθηση αγάπης, ειρήνης, λυτρώσεως, εσωτερικής αναπαύσεως και πληρότητος.

Η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, όπως και κάθε Χριστολογική εορτή, είναι μια διαρκής πηγή ζωής και εμπνεύσεως, που ζωοποίησε και ζωοποιεί τους ανθρώπους όλων των γενεών. Πόσοι άνθρωποι δεν βρήκαν νόημα ζωής, δεν εμπνεύσθηκαν από το υψηλό νόημα της Γεννήσεως του Χριστού, δεν μαγεύθηκαν από τον πλούτο της αγάπης του Θεού; Αυτή η θεία αγάπη που εκφράζεται και εκδηλώνεται με την ταπείνωση, την κένωση, αναπαύει το πνεύμα μας, που είναι ανήσυχο από το ανθρώπινο μίσος και τον απάνθρωπο εγωϊσμό.

Η Γέννηση του Χριστού αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος. Δεν πρόκειται για ένα απλό κύκλο μεταξύ γεννήσεως και θανάτου ενός ανθρώπου, όπως το βλέπουμε σε όλες τις θρησκείες, αλλά για Γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού, που είναι το κέντρο της ανθρωπότητος και του κόσμου. Πρόκειται για ένωση κτιστού και ακτίστου, θνητού και αθανάτου, και αυτό, πράγματι, αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφερόμενος στην Γέννηση του Χριστού, λέγει ότι αυτό το γεγονός είναι το “μόνον καινόν υπό τον ήλιον”.

Πράγματι, μετά την δημιουργία του κόσμου, όλα τα πράγματα είναι επαναλαμβανόμενα. Η κτίση είναι η ίδια, όπως την δημιούργησε ο Θεός, με την διαφορά ότι μετά την πτώση του ανθρώπου δέχθηκε την φθορά. Κάθε φορά που γεννιέται ένας άνθρωπος, ενεργοποιείται ο λόγος του Θεού “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γήν και κατακυριεύσατε αυτής” (Γεν. α’, 28). Όλα είναι επαναλαμβανόμενα. Το μόνο καινούριο είναι η Γέννηση του Θεανθρώπου, αφού Αυτός, που είναι ο άκτιστος Λόγος, προσλαμβάνει το κτιστό, Αυτός, που είναι Υιός του Θεού, γίνεται και υιός του ανθρώπου.

Με αυτήν την έννοια η Γέννηση του Χριστού απετέλεσε την μεγαλύτερη πρόκληση μέσα στην ιστορία. Ήταν πρόκληση για την θρησκευτική ηγεσία της εποχής εκείνης, που βασάνιζε τους ανθρώπους με τις τυπικές εξωτερικές διατάξεις, χωρίς να βλέπη την εσωτερική του υπόσταση και αναζήτηση. Ήταν πρόκληση για την λεγομένη τότε κοινωνική συνοχή, την οποία, όμως, εξασφάλιζε η τυραννία και η επιβολή δια των όπλων, αφού οι λαοί ήταν υπόδουλοι στους Ρωμαίους. Ήταν πρόκληση για την λεγομένη ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που στηριζόταν απλώς σε εξωτερικούς παράγοντες και εξωτερικές προδιαγραφές, αφού οι άνθρωποι συνήθως αρέσκονται στο να κλείνωνται στο άτομό τους και να βλέπουν μόνο τα αγαθά της ατομικής επιβίωσης. Ο Χριστός με την Γέννησή Του ανέτρεψε όλα τα θρησκευτικά, κοινωνικά και ανθρωποκεντρικά δεδομένα και έδωσε νέο νόημα ζωής. Ο Ίδιος είπε εκείνον τον υπέροχο λόγο: “πύρ ήλθον βαλείν επί την γήν, και τί θέλω ει ήδη ανήφθη;” (Λουκ. ιβ’, 49).

Έτσι, με την ενανθρώπησή Του ήλθε στον κόσμο μια δυνατή και δραστική φωτιά που ανέτρεψε όλα τα δεδομένα. Κατήργησε τις θρησκείες που εκμεταλλεύονταν τους ανθρώπους, ανέτρεψε όλα τα τυραννικά καθεστώτα που βασάνιζαν και τσαλάκωναν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, έβγαλε τον άνθρωπο από την φυλακή της ατομικότητός του. Και βέβαια, το έργο του Χριστού δεν ήταν αρνητικό, αλλά κυρίως θετικό, αφού τον κόσμο τον έκανε Εκκλησία, δημιούργησε έναν καινούργιο κόσμο με μια άλλη παράδοση, της οποίας κέντρο είναι αυτός ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός, και περιεχόμενο η αγάπη και η ταπείνωση, έδωσε στον άνθρωπο την δυνατότητα να έχει ένα άλλο υψηλότερο και βαθύτερο νόημα ζωής.

Το έργο του Χριστού δεν περιορίζεται μόνον στην εποχή κατά την οποία γεννήθηκε ο Ίδιος, αλλά επεκτείνεται μέσα στην ιστορία. Και σήμερα εξακολουθεί ο Χριστός να αποτελή πρόκληση. Συνήθως ο άνθρωπος αρέσκεται στο επίπεδο σχήμα, δηλαδή στην αισθησιακή απόλαυση, στην ικανοποίηση των αισθήσεων και στην μαγεία του λογικού, στην ενασχόλησή του μόνο με την κοινωνία. Αλλά αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα, γιατί στην περίπτωση αυτήν ομοιάζει με τον άνθρωπο εκείνον που στολίζει τον χώρο της φυλακής. Στον εκκοσμικευμένον αυτόν άνθρωπο η Γέννηση του Χριστού δείχνει την έξοδο από την φυλακή του ορθολογισμού και της αισθησιοκρατίας, υποδεικνύει την υπέρβαση του θανάτου και της φθοράς.

Ο Χριστός και σήμερα εξακολουθεί να είναι το ουράνιο εκείνο πύρ, η δυνατή εκείνη φωτιά που μπορεί να καύση κάθε μικρό και άρρωστο, κάθε αποσπασματικό και τυραννικό. Μπορεί να μας προσφέρη ένα άλλο υψηλό και διαφορετικό νόημα ζωής. Μπορεί να μας βγάλη από την φυλακή του ατομισμού, της τυραννίας του ορθού λόγου και των αισθήσεων. Μπορεί να γεννήση μέσα μας μια καινούρια ζωή.

Είθε η Χάρη του Χριστού να πυρπολήση τις καρδιές μας και να μας δώση ένα άλλο νόημα ζωής, υψηλότερο από τα γνωστά νοήματα που συνδέονται με το κτιστό, το ανθρώπινο και το θνητό.

Η Χάρη του Ενανθρωπήσαντος Χριστού να είναι πάντα μαζί σας.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 1998

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Τα γεγονότα τα οποία εορτάζουμε αυτές τις ημέρες είναι θεϊκά και ανθρώπινα, αφού ο Θεός Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, προσλαμβάνει ανθρώπινη σάρκα και έρχεται στα ημέτερα, αλλά και ο άνθρωπος ανυψώνεται στα θεϊκά. Επομένως, αυτές τις ημέρες εορτάζουμε την Γέννηση του Χριστού, αλλά και την αναγέννηση του ανθρώπου, την ενανθρώπηση του Λόγου, αλλά και την θέωση του ανθρώπου, την έλευση του Θεού Λόγου στην γη, αλλά και την ανύψωση του ανθρώπου στον ουρανό.

Όλοι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας εκπλήσσονται στην ανάμνηση και προ παντός στην βίωση αυτού του μεγάλου γεγονότος, της Γεννήσεως του Χριστού, γι’ αυτό και στέκονται εκστατικοί μπροστά στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού και της σωτηρίας του ανθρώπου. Σήμερα, την εόρτιο αυτή ημέρα, θα ήθελα να υπενθυμίσω μερικούς λόγους του μεγάλου θεολόγου της Εκκλησίας μας, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Η ομιλία του στην γενέθλιο ημέρα του Χριστού είναι διαχρονική και γεμίζει την ψυχή με αγαλλίαση και χαρά. Όταν την διαβάζη κανείς, όπως το έκαναν δισεκατομμύρια Χριστιανοί στους δέκα έξη αιώνες, συγκινείται βαθειά, συγκλονίζεται πνευματικά και εκπλήσσεται θεσπέσια. Πρόκειται για έναν ύμνο ζωής και μάλιστα ζωής αληθινής.

Στην αρχή του λόγου του αυτού ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προτρέπει τους ουρανούς να ευφρανθούν και την γη να αισθανθή αγαλλίαση για τον επουράνιον Θεό, που όμως έγινε επίγειος, καθώς επίσης προτρέπει τους ακροατάς του να αισθανθούν αγαλλίαση λόγω της ενανθρωπήσεως του Χριστού, και μάλιστα αγαλλίαση από τρόμο και χαρά· τρόμο για την αμαρτία, χαρά για την ελπίδα.

Πράγματι, η αμαρτία του Αδάμ μας έρριξε σε βαθειά απελπισία, στον βυθό της απογνώσεως, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας και απολυτρώσεως, λόγω της απωλείας της κοινωνίας μας με τον Θεό. Όμως, η ενανθρώπηση του Χριστού έφερε την ελπίδα της ζωής. Έτσι, ο Χριστός είναι η ελπίδα μας, η χαρά μας και η ζωή μας. Χωρίς τον ενανθρωπήσαντα Χριστό τίποτε δεν είναι ευχάριστο στην ζωή. Τα πάντα γεμίζουν από την πτωμαΐνη του θανάτου. Ο άνθρωπος δεν ευχαριστείται με τίποτε, έξω από τον Χριστό.

Ο μεγάλος όμως θεολόγος της Εκκλησίας, ο υψιπέτης της θεολογίας αετός, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν σταματά στην απλή συνειδητοποίηση του μεγάλου γεγονότος της ενανθρωπήσεως του Χριστού, αλλά προχωρεί στην προτροπή για την προσωπική ανύψωση του ανθρώπου. Με ωραίο και εύστοχο θεολογικό λόγο γράφει: “δεί γαρ με παθείν την καλήν αντιστροφήν”, δηλαδή πρέπει και εμείς να υποστούμε την καλή αντίστροφη πορεία, να ανεβούμε πνευματικά, διότι η ενανθρώπηση του Χριστού έχει σκοπό “ίνα προς Θεόν ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν”. Η ανύψωσή μας, η καλή αντίστροφη πορεία συνδέεται με την μετάνοια, την επιστροφή στον Θεό, την αγάπη προς Αυτόν, που εκφράζεται με την προσευχή και την υπακοή στο θέλημά Του. Πρόκειται για την πνευματική αλλοίωση που συνδέεται με την θεραπεία και την κάθαρση όλων των ψυχικών και σωματικών ενεργειών. Και οι εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών αυτών αποβλέπουν σε αυτήν την πνευματική μας αλλοίωση.

Είναι γνωστόν, όμως, ότι η πεπτωκυία ανθρώπινη φύση έχει μια ροπή προς το κακό και την αμαρτία, και μάλιστα εύκολα μετατρέπει όλα τα μεγάλα Χριστολογικά και σωτηριώδη γεγονότα σε επίπεδες και επιπόλαιες γιορτές, μέσα από τις οποίες ικανοποιούνται τα πάθη. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για θρησκειοποίηση των κοσμοσωτηρίων γεγονότων. Πρόκειται για την πτωτική κατάσταση των πρωτοπλάστων και των απογόνων τους, η οποίοι εγκατέλειψαν τον Θεό, την αληθινή ζωή, και δημιούργησαν θρησκείες για να λατρεύουν ψεύτικους Θεούς. Έτσι, από την ζωντανή επικοινωνία με τον Θεό έφθασαν στην θρησκειοποίηση.

Αυτήν την πειρασμική κατάσταση, που είναι έσχατο όριο απονοίας, γνώριζε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γι’ αυτό και σε μια αποστροφή του λόγου του θα παραγγείλη στους ακροατάς του να μη εορτάσουν την Γέννηση του Χριστού με δημόσιες πανηγύρεις, αλλά με θεϊκό τρόπο, όχι με κοσμικό αλλά με υπερκόσμιο τρόπο. Τους προτρέπει ακόμη με τον εύστοχο λόγο του: “Εορτάσωμεν μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπότου· μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας· μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως”. Πόσοι από τους ανθρώπους δεν περιπίπτουν στον πειρασμό, αντί να εορτάσουν τον ημέτερον, δηλαδή τον Δεσπότη Χριστό, να εορτάζουν τον εαυτό τους, αντί να πανηγυρίζουν τα Χριστούγεννα ως γεγονότα ιατρείας, να τα πανηγυρίζουν πνευματικά ασθενείς. Ο άρρωστος άνθρωπος αρρωσταίνει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, ακόμη και αυτά τα γεγονότα της σωτηρίας του. Μου κάνει δε ιδιαίτερη εντύπωση ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνδέει την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού με την ιατρεία, αφού ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε το μεγαλύτερο και ισχυρότερο φάρμακο, που θεραπεύει την πνευματική ασθένεια του ανθρώπου.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ο εναθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού είναι η ελπίδα της ζωής μας, ιδιαιτέρως μετά τον πνευματικό θάνατο που συνέβη στον Αδάμ και τον οποίο κληρονομήσαμε και εμείς, είναι η ιατρεία της φύσεώς μας. Δεν μπορούμε να βρούμε πουθενά αλλού την ελπίδα και την θεραπεία. Δεν προσφέρει ελπίδα η ικανοποίηση των ασθήσεων και της λογικής. Δεν ικανοποιούν την πνευματική μας αναζήτηση και δεν θεραπεύουν την βαθειά τραυματισμένη μας ψυχή οι προκλήσεις που προσφέρουν οι δυνατότητες αυτής της ζωής. Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού και δεν πρόκειται να ικανοποιηθή ποτέ, αν δεν βρη τον στόχο, που είναι ο Χριστός. Γι’ αυτό, αυτές τις ημέρες ας μη γιορτάσουμε τα “ημέτερα”, αλλά τα “τού ημετέρου”. Αυτός, δηλαδή ο Χριστός, είναι ο πραγματικά δικός μας, ο ημέτερος ημών, που μπορεί να αποβάλη από την ψυχή τον ζόφο, την απόγνωση, την απελπισία και να ενσταλάξη την ελπίδα. Αυτός ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού είναι η ελπίδα και η ιατρεία μας, Ου το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 1999

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Λαμπρή και ευφρόσυνη η εορτή και πανήγυρη σήμερα. Με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, αλλά και αισθήματα ευγνωμοσύνης και δοξολογίας εορτάσαμε την Γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού, αλλά και την θέωση του ανθρώπου. Ευφραίνονται οι ουρανοί και αγαλλιάται η γη “διά τον επουράνιον, είτα επίγειον”, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή για τον Χριστό που ήταν επουράνιος, ο οποίος για την δική μας σωτηρία έγινε επίγειος, χωρίς να εγκαταλείψη τα επουράνια. Αισθανόμαστε πνευματική χαρά για την επιδημία του Θεού στην ζωή μας, και την δική μας ενδημία και επάνοδο στα θεία, τα επουράνια, όπως λέγει και πάλιν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “επιδημία Θεού προς ανθρώπους, ίνα Θεόν ενδημήσωμεν ή επανέλθωμεν”. Διότι η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού έχει τους δύο αυτούς πόλους, ήτοι την έλευση του Χριστού στα ημέτερα και την άνοδο την δική μας στα θεία. “Δεί γαρ με παθείν την καλήν αντιστροφήν”.

Η σημερινή εορτή των Χριστουγέννων προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, επειδή καθορίστηκε παγκοσμίως να εορτάζωνται τα δύο χιλιάδες χρόνια από την Γέννηση του Χριστού, και αυτό γίνεται με την είσοδό μας στο έτος 2.000 που είναι το τελευταίο έτος του εικοστού αιώνος. Έτσι έχουμε ιστορία δύο χιλιάδων ετών από τότε που ενηνθρώπησε ο Χριστός, και βεβαίως ως Χριστιανοί έχουμε την δυνατότητα να κάνουμε τον απολογισμό μας, κατά πόσον αφήσαμε την μεγάλη αυτή δωρεά να μεταμορφώση την ζωή μας και να ανακαινίση τον κόσμο. Διότι η ενανθρώπηση του Χριστού δεν είναι μια, ας μου επιτραπή η φράση, ιδιωτική υπόθεση του Θεού, δεν είναι ένα έργο το οποίο δήθεν ήταν αναγκαίο για την Θεότητα, αλλά έγινε για να σώση, να αναπλάση την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και τίθεται αδυσώπητο το ερώτημα: Οι Χριστιανοί γεύθηκαν τους καρπούς της ενανθρωπήσεως του Χριστού;

Το γεγονός πάντως είναι ότι η ενανθρώπηση του Χριστού άλλαξε τον ρού της ιστορίας, δημιούργησε νέα κατάσταση, ανέτρεψε τον παλαιό κόσμο, τον κόσμο της πλάνης και έδωσε στον άνθρωπο νέα προοπτική. Φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για ανακαίνιση του κόσμου, δεν εννοούμε ότι αυτό έγινε απλώς με την Γέννησή Του, αλλά και με όλους τους σταθμούς της θείας Οικονομίας, τον Σταυρό και την Ταφή, την Ανάσταση, την Ανάληψη, και την έλευση του Παναγίου Πνεύματος. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι ενωμένα. Με την Γέννησή Του ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θέωσε, αλλά με τον Σταυρό, τον θάνατο και την Ανάστασή Του νίκησε τον θάνατο πάνω στην δική του ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ιστορία και τον χρόνο στην προ του Χριστού και την μετά τον Χριστόν περίοδο. Προ Χριστού η ανθρώπινη φύση ήταν πεπτωκυία και θνητή, μετά Χριστόν είναι θεωμένη και αθάνατη.

Αυτό έχει μεγάλες και συνταρακτικές συνέπειες. Πρό Χριστού οι άνθρωποι ανήκαν σε μια θρησκεία με ωραίες τελετές και προσδοκίες, ενώ μετά Χριστόν δίνεται η δυνατότητα να ανήκουν σε Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Χριστού. Προ Χριστού ο πολιτισμός ήταν ανθρωποκεντρικός, ενώ μετά Χριστόν ο πολιτισμός γίνεται Θεανθρωποκεντρικός. Πρό Χριστού επικρατούσε η δουλεία του ανθρώπου στα κτίσματα και σε άλλους ανθρώπους, ενώ μετά Χριστόν κυριαρχεί η ελευθερία του πνεύματος, η απελευθέρωση εν Χριστώ. Δισεκατομμύρια άνθρωποι μετά Χριστόν έζησαν έναν νέο τρόπο ζωής και πολιτείας και έδωσαν την μαρτυρία της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο ο Χριστός. Σε κάθε εορτή των Χριστουγέννων πανηγυρίζουμε αυτό το μεγάλο γεγονός, ιδιαιτέρως όμως το κάνουμε σήμερα που οι Χριστιανοί εορτάζουν τα 2.000 χρόνια από την Γέννηση του Χριστού.

Βέβαια, τα πανηγύρια αυτά για να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο πρέπει να γίνωνται μέσα σε ατμόσφαιρα αυτοκριτικής από μάς, τους συγχρόνους Χριστιανούς. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σκεφθούμε δημιουργικά κατά πόσον εμείς, οι σύγχρονοι Χριστιανοί, γευόμαστε αυτούς τους σκοπούς της ενανθρωπήσεως του Χριστού, κατά πόσον η ζωή και η πολιτεία μας εμποτίστηκε από αυτό το μεγάλο ρεύμα της θεώσεως που πέρασε, με την Γέννηση του Χριστού, στην ανθρωπότητα. Και, βεβαίως, πρέπει να ρωτήσουμε κατά πόσον οι πόλεμοι και οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανικών Κρατών και οι επιθετικές διαθέσεις προερχόμενες από Χριστιανούς, οι κοινωνικές αδικίες και οι ακαταστασίες στον κόσμο μας, η ανασφάλεια και η απογοήτευση που παρατηρούνται και στους Χριστιανούς, οι αμαρτίες και οι αποστασίες από την ορθόδοξη πίστη, αν όλα αυτά συμβιβάζονται με το αληθινό πνεύμα που έφερε ο Χριστός στον κόσμο με την ενανθρώπησή Του.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να γίνη ο εορτασμός των Χριστουγέννων, και μάλιστα τώρα που εισερχόμαστε στα 2.000 χρόνια από την Γέννηση του Χριστού. Γιατί διαφορετικά οι εορταστικές εκδηλώσεις θα είναι κοσμικές. Και βεβαίως εδώ είναι επίκαιρος ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: “εορτάσωμεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς· μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως· μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου, μάλλον δε τα του Δεσπότου· μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας· μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως”.

Με αυτές τις εόρτιες σκέψεις, οι οποίες είναι απαύγασμα της συμμετοχής μας στο πανηγύρι της θείας Ευχαριστίας, το οποίο είναι μυστήριο της κενώσεως και της αναστάσεως, ιδιαιτέρως αυτήν την ημέρα των Χριστουγέννων, ας ευχηθούμε να τρεφόμαστε όλοι μας διαρκώς από την ακένωτη πηγή του πλούτου της χρηστότητος του Κυρίου, όπως εκδηλώθηκε με την εναθρώπησή Του, και να πλημμυρίζη ολόκληρη η ζωή μας, προσωπική, οικογενειακή, από τον ωκεανό της ζωής του Χριστού.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ