• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 2000

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Το αστέρι που καθοδηγούσε τους Μάγους για την ανεύρεση του Χριστού στην Βηθλεέμ, αποτελεί ένα κεντρικό σημείο των διηγήσεων των Ευαγγελιστών για τα γεγονότα της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Πρόκειται για ένα γεγονός, για το οποίο λέγονται πολλά και ασχολήθηκαν πολλοί επιστήμονες και αστρολόγοι, προκειμένου να μελετήσουν τί ακριβώς ήταν αυτό το φαινόμενο.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφερόμενος στο αστέρι των Μάγων, λέγει ότι ήταν μια λογική δύναμη και όχι ένα απλό αστέρι. Σχολιάζοντας τα σχετικά χωρία των Ευαγγελιστών, λέγει ότι το αστέρι αυτό δεν μοιάζει με άλλα αστέρια. Αυτό φαίνεται: Πρώτον από την πορεία που ακολουθούσε, ήτοι από βορρά προς νότο, ενώ όλα τα αστέρια κινούνται από ανατολάς προς δυσμάς. Δεύτερον, από τον καιρό που το έβλεπαν, αφού δεν το έβλεπαν μόνον την νύκτα, αλλά την ημέρα, πράγμα αδύνατον για τα άλλα αστέρια. Τρίτον, από το ότι άλλοτε κρυπτόταν και άλλοτε εμφανιζόταν, και μάλιστα δεν είχε μόνιμη πορεία, αλλά εκινείτο, όταν έπρεπε να κινήται, και σταματούσε, όταν έπρεπε να σταματήση. Ομοίαζε δηλαδή με τον στύλο της νεφέλης που σταματούσε στο στρατόπεδο των Ιουδαίων ή και ήγειρε το στρατόπεδο για να βιασθούν οι Ιουδαίοι, όταν χρειαζόταν. Τέταρτον, περίεργος ήταν ο τρόπος με τον οποίον οδηγούσε τους Μάγους, αφού κατέβαινε χαμηλά και μάλιστα στάθηκε πάνω από το μέρος που ήταν ο Χριστός, και έτσι τους υπέδειξε το συγκεκριμένο εκείνο σημείο.

Από όλα αυτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμπεραίνει ότι δεν ήταν ένα αστέρι “αλλά δύναμις τις αόρατος εις ταύτην μετασχηματισθείσα την όψιν”, δηλαδή ήταν κάποια αόρατη δύναμη που έλαβε την μορφή του αστέρος. Άλλοι Πατέρες λένε ότι πρόκειται για φωτεινό άγγελο που οδηγούσε τους Μάγους και μάλιστα αυτός ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος υπηρέτησε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.

Απαντώντας στην ερώτηση γιατί στην περίπτωση των Μάγων ο Θεός τους καθοδήγησε με αστέρι και όχι με άλλους τρόπους, όπως το βλέπουμε σε άλλες περιπτώσεις, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ισχυρίζεται ότι ο Θεός και οι άνθρωποι που αποστέλλει για την σωτηρία των άλλων χρησιμοποιούν εκείνα τα οποία αγαπά κάθε άνθρωπος και με τα οποία έχει εξοικειωθή. Οι Μάγοι, ως αστρονόμοι της εποχής εκείνης, δεν θα έδιναν σημασία, αν αποστέλλονταν Προφήτες, αλλά έδωσαν προσοχή μόνον σε αστέρια, αφού παρακολουθούσαν συνεχώς τον ουρανό. Η σοφία και η αγάπη του Θεού φαίνεται και στο ότι στην αρχή ανέχθηκε να καλέση τους Μάγους με την θέα του αστέρος, ώστε να τους οδηγήση υψηλότερα. Γι’ αυτό, αφού έφθασαν στην φάτνη με την βοήθεια του αστέρος, στην συνέχεια, αφού εν τω μεταξύ ανέβησαν υψηλότερα πνευματικά, συνομιλούσε μαζί τους με άγγελο. Πριν την προσκύνηση του Χριστού τους καθοδηγούσε με άγγελο, που έλαβε την μορφή του αστέρος, μετά όμως την προσκύνηση τους καθοδηγεί απ’ ευθείας με άγγελο.

Ο Θεός μας καθοδηγεί ποικιλοτρόπως προς την σωτηρία, χρησιμοποιώντας εκείνα που αγαπούμε και εκείνα τα οποία συνηθίζουμε να κάνουμε στην ζωή μας. Άλλοτε μας ομιλούν άνθρωποι, άλλοτε καθοδηγούμαστε από την συνείδηση, άλλοτε μας υποδεικνύουν τα πρακτέα τα περιστατικά της ζωής μας, άλλοτε τα γραπτά κείμενα, άλλοτε ο προφορικός λόγος, άλλοτε οι αποτυχίες στην ζωή κλπ. Εάν ο άνθρωπος έχει πνευματικές αισθήσεις και διάθεση ψυχική, τότε μπορεί σε κάθε στιγμή να ακούση την φωνή του Θεού.

Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και γι’ αυτό είναι επόμενο, ο Θεός, που έχει την αποκλειστική εξουσία πάνω σε αυτόν, να θέλη την σωτηρία του, να αναστήση την πριν πεσούσα εικόνα. Ποιός γονεύς δεν θα ήθελε το καλό του παιδιού του, δεν θα ήθελε να το βλέπη να βρίσκεται στον σωστό δρόμο; Και όταν βλέπη το παιδί του να ακολουθή εσφαλμένη πορεία, κάνει τα πάντα για να το επαναφέρη. Πολύ περισσότερο αυτό κάνει ο Θεός. Δεν θέλει να βλέπη τον άνθρωπο να βρίσκεται έξω από τον δρόμο της σωτηρίας. Και γι’ αυτό χρησιμοποιεί διαφόρους τρόπους για να του υποδείξη τον δρόμο πλεύσεως προς την Βασιλεία του Θεού. Και, βέβαια, είναι ευτυχής εκείνος που μπορεί να διακρίνη την πρόσκληση και την αγάπη του Θεού.

Η ιστορία όμως των Μάγων μας δείχνει και κάτι άλλο, ότι δηλαδή πρέπει να έχουμε υψηλές επιδιώξεις στην ζωή μας και να μη εξαντλούμαστε στα βιωτικά, τα υλικά και τα εφήμερα πράγματα. Έξω και πάνω από μας υπάρχει κάτι υψηλότερο που πρέπει να προσέχουμε. Δεν είμαστε πλασμένοι για τον κόσμο τούτον. Όσο έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας προς τον ουρανό, τόσο και μπορούμε να επιτύχουμε στην γή, δηλαδή θα μπορέσουμε να αποφύγουμε τους Ηρώδεις και τους διαφόρους εχθρούς μας και θα συναντήσουμε τον Χριστό στην φάτνη.

Οι άνθρωποι της εποχής μας δεν έχουν ιδανικά, υψηλές επιδιώξεις, δεν έχουν στηρίγματα, γι’ αυτό και σε κάθε δυσκολία απογοητεύονται, απελπίζονται και παθαίνουν πανικό, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ζωή τους και το αιώνιο μέλλον τους.

Αγαπητοί αδελφοί,

Ας προσέξουμε το αστέρι που έχουμε στην ζωή μας, τον Χριστό και τους αγίους, ώστε η πορεία μας να έχη αίσιο τέλος, απηλλαγμένο από δυσκολίες και απρόβλεπτες καταστάσεις.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά με την Χάρη και το έλεος του Θεού.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 2002

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Εορτάζουμε και εφέτος το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου και την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως. Ο άνθρωπος είχε χάσει την σχέση και κοινωνία με τον Θεό και αυτό είχε συνέπεια σε όλη την κτίση. Οπότε έπρεπε να γίνη η αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ Ιησού ώστε να ανακαινισθή και η κτίση. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού έχει μεγάλη θεολογική σημασία και σπουδαιότητα.

Τό απολυτίκιο της εορτής που είναι πολύ γνωστό και αγαπητό σε όλους μας από τα παιδικά μας χρόνια, δεν περιγράφει απλώς το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, αλλά εκφράζει ένα μεγάλο θεολογικό νόημα. Ψάλλουμε κατανυκτικά και συγχρόνως θριαμβευτικά μέσα στην νυκτερινή χριστουγεννιάτικη θεία Λειτουργία: “Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τώ κόσμω το φώς το της γνώσεως, εν αυτή γάρ οι τοίς άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, Σέ προσκυνείν, τον ήλιον της δικαιοσύνης και Σέ γινώσκειν έξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι”.

Τά βασικά σημεία του τροπαρίου αυτού, το οποίο αναφέρεται στην προσκύνηση των Μάγων, βρίσκονται στις λέξεις “φώς της γνώσεως”, “τον ήλιον της δικαιοσύνης”, “εξ ύψους ανατολήν”.

Πάντοτε ο άνθρωπος, και ιδιαιτέρως αυτό γινόταν και από τούς αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους, αναζητούσε να αποκτήση την γνώση του Θεού και του κόσμου. Αναπτύχθηκαν πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά συστήματα γύρω από το θέμα αυτό, αλλά κανένα δεν ικανοποιούσε την πείνα και την δίψα του ανθρώπου. Τό ένα σύστημα αναιρούσε το άλλο. Πρόκειται για μαγικά, ορθολογιστικά, ανθρωπομορφικά, μυστικιστικά και μεταφυσικά συστήματα. Όμως, η γνώση του Θεού συνδέεται με το Φώς το οποίο εξέλαμψε με την Γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού. Είναι γνώση ενός θείου προσώπου και όχι γνώση των ιδεών και των αρχών βάσει των οποίων δήθεν δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Τό φώς αυτό της γνώσεως συνδέεται με τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστό. Δέν πρόκειται για τον κτιστό ήλιο που οι πρόγονοί μας ελάτρευσαν ως θεό σε μιά περίοδο της ιστορίας, αλλά για τον άκτιστον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Χριστό. Είναι ένας Ήλιος που φωτίζει και ζεσταίνει την ψυχή του ανθρώπου και ζωογονεί το σώμα του, που τον καθοδηγεί στην οδό της αληθείας, που τον οδηγεί στην βίωση της αιωνίου ζωής.

Καί βέβαια αυτό το Φώς της γνώσεως, ο Ήλιος της δικαιοσύνης και η εξ ύψους Ανατολή είναι αυτός ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος αποκαλύφθηκε στούς ανθρώπους και μετέδωσε την αληθινή γνώση. Δέν πρόκειται για μιά γνώση που προέρχεται από την ανθρώπινη προσπάθεια και την γνώση των γήϊνων πραγματικοτήτων, αλλά είναι αποκάλυψη αυτού του ιδίου του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου.

Τό απολυτίκιο, λοιπόν, της Γεννήσεως του Χριστού κάνει λόγο για το Φώς της γνώσεως, που συνδέεται με την ανατολή του Ηλίου της δικαιοσύνης και είναι έκφραση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Καί αυτά τα σημεία έχουν μεγάλη σημασία για την εποχή μας.

Ζούμε σε μιά εποχή που όλοι αναζητούν την γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων, αλλά και αυτού του ιδίου του Θεού. Τά μέσα με τα οποία μεταδίδεται αυτή η γνώση αυξάνονται καθημερινά. Ο άνθρωπος θέλει να μάθη τα μυστικά του σύμπαντος, τα μυστικά που κρύβονται μέσα στον εαυτό του, τα μυστικά της αρχής που κυβερνά και διέπει τον κόσμο. Αναζητά να βρή συστήματα ώστε να επικρατήση επί τέλους η δικαιοσύνη πάνω στην γή και να παύσουν οι αδικίες και οι πόλεμοι. Όμως, επειδή αυτή η αναζήτηση στηρίζεται σε ανθρώπινες δυνάμεις δεν μπορεί να ικανοποιήση το πνεύμα του ανθρώπου. Θά πληθαίνουν οι γνώσεις, αλλά ο άνθρωπος θα παραμένη πεινασμένος και διψασμένος.

Εμείς οι Χριστιανοί γνωρίζουμε εκ πείρας ότι “το Φώς της γνώσεως”, “ο Ήλιος της δικαιοσύνης”, “η Ανατολή των ανατολών” είναι ο Χριστός, όπως βιώνεται μέσα στην Εκκλησία που είναι το Σώμα Του, και διά Αυτού γνωρίζουμε τον Πατέρα και έχουμε κοινωνία με το Άγιον Πνεύμα, το οποίο Εκείνος αποστέλλει στον κόσμο. Αυτή η υπαρξιακή γνώση δίδει άλλο νόημα και σκοπό στην ζωή μας. Αυτό το φώς του Ηλίου της δικαιοσύνης βγάζει την ύπαρξή μας από το σκοτάδι της αγνοίας.

Άς ευχηθούμε αυτό το Φώς της γνώσεως, αυτός ο Ήλιος της δικαιοσύνης να καταυγάση τις ψυχές μας, ώστε να βλέπουμε με άλλη προοπτική τον κόσμο, και την ζωή μας.

Μέ πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων 2003

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Και πάλι μέσα στην χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, πανηγυρίζουμε την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού που έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς υιοί κατά Χάρη του Θεού. Όλα τα τροπάρια της Εκκλησίας, με τα οποία πανηγυρίζεται η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού και τα οποία εγράφησαν από αγίους ανθρώπους, που έζησαν στην προσωπική τους ζωή την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, αποπνέουν αυτό το άρωμα της αγάπης, της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού ακούγεται και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “καί ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α´ Τιμ. γ´, 16).

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει τον λόγο αυτό μέσα σε μια ενότητα για το ποιά πρέπει να είναι η ζωή του Επισκόπου και γενικότερα του Κληρικού, ποιό είναι το έργο του, ποιό πρέπει να είναι το κήρυγμά του και τί είναι η Εκκλησία. Τελικά, το έργο του Κληρικού είναι να κηρύττη συνεχώς το μέγα μυστήριο της σωτηρίας, που είναι το ότι ο Θεός φανερώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, δικαιώθηκε με το Άγιο Πνεύμα, εμφανίσθηκε στους αγγέλους, κηρύχθηκε στα έθνη, έγινε πιστευτός στον κόσμο, αναλήφθηκε με δόξα. Και αυτό το κήρυγμα ήταν ο κεντρικός πυρήνας της διδασκαλίας των Αγίων Αποστόλων και γενικότερα της Εκκλησίας.

Πράγματι, ο Θεός με την Γέννησή Του έδειξε ότι δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, ούτε ένας απλός άνθρωπος. Στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε η ένωση της ανθρωπίνης φύσεως με την θεία φύση, πράγμα που συνετέλεσε στην σωτηρία του ανθρώπου. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενηνθρώπησε εν Αγίω Πνεύματι και ως Θεάνθρωπος φανερώθηκε στους αγγέλους, οι οποίοι προηγουμένως δεν μπορούσαν να δούν τον Θεό, κηρύχθηκε στα Έθνη, πιστεύθηκε στον κόσμο και ανελήφθηκε με δόξα.

Ο σεσαρκωμένος Θεός είναι η δόξα μας και η ζωή μας. Αυτόν μπορούμε να αισθανόμαστε ως Πατέρα, στο Σώμα Του μπορούμε να ανήκουμε με το Βάπτισμα και την όλη εκκλησιαστική ζωή, το Σώμα Του μπορούμε να τρώμε και το αγιασμένο Του Αίμα μπορούμε να πίνουμε, την παρουσία Του μπορούμε να αισθανόμαστε κοντά μας, Αυτόν μπορούμε να ελπίζουμε να δούμε εκτυπώτερα μετά την κοίμησή μας, κυρίως μετά την Δευτέρα Παρουσία Του, δι’ Αυτού μπορούμε να αισθανθούμε την αγάπη του Ουρανίου Πατρός και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Δεν έχουμε κανένα άλλο κήρυγμα πιο πειστικό και πιο αποτελεσματικό να κάνουμε στους ανθρώπους. Όλα τα άλλα είναι μικρά, ανθρώπινα, πτωχά, ανίκανα να δώσουν νόημα και ζωή.

Στο χωρίο όμως που αναφέραμε, ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί και μια φράση που είναι σημαντική: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον».

Κατ’ αρχάς, η ενανθρώπηση του Χριστού είναι πράγματι ένα μυστήριο. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως «αεί μένει μυστήριον» για την ανθρώπινη λογική, για το πώς, δηλαδή, έγινε η ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Κατά τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, η θεοπλασία του Χριστού, που έγινε για μάς, δηλαδή η Γέννησή Του κατά την ανθρώπινη φύση «καί άρρητος εστι λόγω παντί, και άγνωστος νώ παντί», ακόμη και στους αγγέλους. Το μυστήριο αυτό δεν κατανοείται με την ανθρώπινη λογική, αλλά βεβαιώνεται με την εμπειρία που αποκτούμε μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι υπόθεση διανοίας, αλλά μια βεβαιότητα καρδίας. Πράγματι, όποιος ζη με μετάνοια και τηρεί τις εντολές του Χριστού αισθάνεται μέσα στην καρδιά του τις ενέργειες του Θεού και κατ’ αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει όλα τα δεινά του ανθρωπίνου βίου και αυτόν ακόμη τον θάνατο.

Έπειτα, ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για «μυστήριον της ευσεβείας». Η Ορθόδοξη ευσέβεια δεν είναι μερικοί εξωτερικοί τύποι και μια συμμόρφωση σε μερικούς κανόνες καλής, έστω και θρησκευτικής, συμπεριφοράς, αλλά είναι η αλλοίωση της ζωής μας από το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Πρόκειται για μια ευσέβεια που στηρίζεται στην θεολογία της ενανθρωπήσεως του Χριστού και στην μεταμόρφωση της υπάρξεώς μας από όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας.

Αυτό είναι το κήρυγμα της Εκκλησίας· αυτή είναι η πίστη και το έργο των Κληρικών· αυτή είναι η ουσία της χριστιανικής - εκκλησιαστικής ζωής· αυτή είναι η ελπίδα μας και η απαντοχή μας· αυτό είναι το νόημα της ζωής μας· αυτό είναι «τό μέγα της ευσεβείας μυστήριον». Το κήρυγμα της Εκκλησίας δεν είναι θρησκευτικά λόγια και θρησκευτικά συναισθήματα, δεν είναι ανθρώπινοι στοχασμοί και καλές σκέψεις, δεν είναι ποικιλόμορφες φαντασίες και ευγενικοί τρόποι συμπεριφοράς, δεν είναι αναλύσεις κοσμικών και ιστορικών γεγονότων και συμμετοχή σε κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες, αλλά είναι ομολογία της θεολογίας της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού και ποιμαντική για την αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτός είναι ο πυρήνας της εκκλησιαστικής ζωής, το κέντρο της ποιμαντικής διακονίας κάθε Κληρικού και το περιεχόμενο του εκκλησιαστικού κηρύγματος.

Όταν ένα τέτοιο μυστήριο ενεργείται και κηρύσσεται στους ανθρώπους, τότε η Εκκλησία επιτελεί το έργο της, που είναι η σωτηρία των ανθρώπων και η ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως.

Αδελφοί, αυτήν την ημέρα των Χριστουγέννων, ημέρα θεολογικής αγάπης και εκκλησιαστικής στοργής, πρέπει να ακουσθή ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: «καί ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη». Αυτό είναι το κήρυγμα της αληθινής ζωής.

Η Χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και το άπειρο έλεός Του να είναι μαζί σας.

Με εόρτιες ευχές

Ο Μητροπολίτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος Χριστουγέννων, 2015: «Ἀνατολή ἀνατολῶν»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν σκοπό νά ἀνατροφοδοτοῦν τήν ζωή μας καί νά μᾶς βοηθοῦν νά ἀνακαλύπτουμε περισσότερο ὄχι μόνον τόν σκοπό μας ὡς ἀνθρώπων, ἀλλά κυρίως ὡς Χριστιανῶν. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἀνυψώση ἀπό τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μᾶς κάνη κατά Χάριν θεούς, προσέλαβε τό θνητό, παθητό καί φθαρτό σῶμα, χωρίς τήν ἁμαρτία, γιά νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Ἔτσι, ἀνατροφοδοτεῖται ἡ ζωή μας καί καταλαβαίνουμε τό νόημα τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν.

Τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ψάλλουμε τό καταπληκτικό «ἐξαποστειλάριον»: «Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτήρ ἡμῶν, Ἀνατολή ἀνατολῶν, καί οἱ ἐν σκότει καί σκιᾷ, εὕρομεν τήν ἀλήθειαν καί γάρ ἐκ τῆς Παρθένου, ἐτέχθη ὁ Κύριος». Στό τροπάριο αὐτό ὁ Χριστός καλεῖται Κύριος, Σωτήρ, Ἀνατολή ἀνατολῶν, πού φώτισε ὅσους βρίσκονταν στό σκοτάδι καί τήν σκιά, καί ἐμεῖς δι' Αὐτοῦ βρήκαμε τήν ἀλήθεια.

Ἐντύπωση προξενεῖ ὅτι ὁ Χριστός καλεῖται «Ἀνατολή ἀνατολῶν» πού φωτίζει αὐτούς πού βρίσκονται στό σκοτάδι καί τήν σκιά.

Ἀνατολή καλεῖται ἡ ἐμφάνιση στόν ὁρίζοντα ἑνός οὐρανίου σώματος, γι’ αὐτό λέμε «ἀνέτειλε ὁ ἥλιος» ἤ ἔγινε «ἡ ἀνατολή τοῦ ἡλίου». Ἀνατολή λέγεται καί ἡ ὥρα καί τό σημεῖο τοῦ ὁρίζοντα ἀπό τό ὁποῖο ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. Ἐπίσης, ἀπό πλευρᾶς γεωγραφικῆς, ἀνατολή ὀνομάζεται ὁ χῶρος πού βρίσκεται πρός τό μέρος πού ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, γι’ αὐτό προσδιορίζουμε τά σημεῖα τῆς γῆς ὡς ἀνατολή καί δύση, ὡς ἀνατολικές καί δυτικές χῶρες.

Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του εἶναι ὁ ὁλόλαμπρος ἥλιος, ἀπό τόν ὁποῖον ἐκπορεύεται τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, γι’ αὐτό τά Χριστούγεννα εἶναι ἡ ἀνατολή τῆς θείας ἀγάπης καί τῆς φιλανθρω¬πίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἡ πιό εὐλογημένη ἀνατολή πού ἔλαμψε στόν κόσμο καί φυγάδευσε τό σκοτάδι τῆς πλάνης, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μίσους καί τοῦ θανάτου. Τί καταπληκτική εἶναι αὐτή ἡ φράση «Ἀνατολή ἀνατολῶν»!

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή θέλω νά ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς ἀνατολῆς, ὅπου πρίν αἰῶνες ἀνέτειλε ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», αὐτήν τήν περίοδο βρίσκεται στό σκοτάδι καί τήν σκιά τοῦ θανάτου. Βέβαια, στήν Βηθλεέμ, τά Ἱεροσόλυμα καί γενικότερα στήν Παλαιστίνη ἐπικρατεῖ σχετική ἠρεμία, ἀλλά στήν εὐρύτερη περιοχή, ὅπου δημιουργήθηκαν οἱ πρῶτες ἀρχαῖες Χριστιανικές Ἐκκλησίες, ἐπικρατεῖ ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ πολέμου, ἐξελίσσεται ἕνας νέος παγκόσμιος πόλεμος ἀπό ἐσωγενεῖς καί ἐξωγενεῖς παράγοντες.

Οἱ εἰδήσεις εἶναι φρικιαστικές. Ἄν περιορισθοῦμε στόν Χριστιανικό καί Ὀρθόδοξο πληθυσμό, παρατηροῦμε ὅτι Χριστιανικοί Ναοί γκρεμίζονται ἤ βομβαρδίζονται, Χριστιανοί φυλακίζονται, βασανίζονται, ἐκδιώκονται καί ἀποκεφαλίζονται, ὁ Χριστιανισμός συρρικνώνεται καί ἐξαφανίζεται.

Αὐτές τίς ἡμέρες σκεπτόμουν ἔντονα μέ ἰδιαίτερο πόνο: Πόσοι Χριστιανικοί Ναοί στήν περιοχή τῆς ἀνατολῆς θά ἀνοίξουν γιά νά ψαλλοῦν τά θαυμάσια καί θεόπνευστα χριστουγεννιάτικα τροπάρια; Πόσοι Χριστιανοί θά μπορέσουν νά ἐκκλησιασθοῦν καί νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Πόσοι πιστοί θά ἀκούσουν τόν ἀγγελικό ὕμνο «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνῃ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»; Πόσα παιδιά θά γευθοῦν τήν θαλπωρή τῶν ἡμερῶν αὐτῶν; Πόσοι θά αἰσθανθοῦν τό φῶς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τό σκοτάδι τοῦ πολέμου καί τοῦ θανάτου;

Τραγικές εἶναι οἱ συνθῆκες ζωῆς στήν ἀνατολή, ἀλλά καί σέ ἄλλα μέρη τῆς γῆς, πού προέρχονται ἀπό τήν κακία, τό μῖσος τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν χωρίς Χριστό. Καί ἐμεῖς πού ἀπολαμβάνουμε αὐτήν τήν ἐξωτερική ἠρεμία καί εἰρήνη πρέπει νά προσευχόμαστε γιά τά ἀδέλφια μας πού βρίσκονται σέ αὐτές τίς τραγικές συνθῆκες ζωῆς.

Ὅμως, ὁ Χριστός ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ «Ἀνατολή ἀνατολῶν», παρά τίς δυσμενεῖς καταστάσεις, γιατί ἐργάζεται μυστικά στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, ζῆ μυστικά καί ἥσυχα μέσα στήν καρδιά τους, καί ἀνατέλλει σέ αὐτούς πού Τόν ἐπικαλοῦνται δυνατά καί τούς χορηγεῖ τό φῶς τῆς γνώσεως, τῆς ἀληθείας καί τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστός, ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἀνατέλλει τό Φῶς Του καί μέσα στίς κατακόμβες, στίς φυλακές, στά σπήλαια τῆς ἐρήμου, στήν ἀκαταστασία τοῦ πολέμου.

Κυρίως, μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐπικρατεῖ τό μεγαλύτερο σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ, τῆς πείνας γιά Θεό, τῆς δίψας γιά αἰώνια ζωή, ἐκεῖ ἐπικρατεῖ ἡ σκιά τοῦ ζοφεροῦ θανάτου. Ἐκεῖ πρέπει νά ἀνατείλη ἡ «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», ἐκεῖ νά γεννηθῆ ἡ ἔνσαρκη ἀγάπη, ἡ θεανθρώπινη φιλανθρωπία, ἡ ὑψίστη τρυφερότητα.

Εὔχομαι σέ ὅλους σας νά δῆτε τήν «Ἀνατολή τῶν ἀνατολῶν», δηλαδή τόν Χριστό, καί νά γεμίση ἡ ζωή σας ἀπό τό θεῖο Φῶς καί τήν ἀθάνατη ζωή. Ἀκόμη προσεύχομαι ὥστε ὅλοι οἱ ἀδελφοί μας πού ζοῦν σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς νά αἰσθανθοῦν στήν καρδιά τους καί στήν ζωή τους τήν ἀνατολή τοῦ θείου Φωτός καί νά δοῦν τό τέλος τῶν δοκιμασιῶν τους, τήν φυγάδευση τοῦ σκότους καί τήν ὑπέρβαση τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου.

Χριστουγεννιάτικη Ἐγκύκλιος: Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Χριστουγεννιάτικη Ἐγκύκλιος

Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι θεολογική ἑορτή, ὅπως καί ὅλες οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὄχι κοσμική ἑορτή, ὁπότε πρέπει νά τήν πανηγυρίζουμε θεολογικά. Ὅταν κάνουμε λόγο γιά θεολογία, δέν ἐννοοῦμε μιά ξηρή διανοητική γνώση, ἀλλά γιά τήν ἐμπειρία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Θεολογία εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, πού γίνεται μέ τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τήν θέα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ θεολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων εἶναι ὅτι ὁ ἄσαρκος Λόγος σαρκοῦται, ὁ ἀναφής ψηλαφᾶται, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος γίνεται ἄνθρωπος, ἡ Παλαιά Διαθήκη ἑνώνεται μέ τήν Καινή Διαθήκη. Βέβαια, ὁ ἄσαρκος Λόγος, τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος σαρκώθηκε τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀλλά τήν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων γεννήθηκε καί ἔγινε γνωστή ἡ ἐνανθρώπησή Του στούς ἀγγέλους καί τούς καθαρούς κατά τήν καρδία, ἤτοι τούς Ποιμένες καί τούς Μάγους.

Οἱ Προφῆτες καί οἱ δίκαιοι στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν ἄσαρκο Λόγο, δηλαδή τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος χωρίς σάρκα, μέσα στό θεῖο Φῶς καί γι’ αὐτό ἔκαναν τήν διάκριση μεταξύ τοῦ ἀκτίστου Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτιστῶν ἀγγέλων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη ἦταν ἐμφανίσεις τοῦ ἀσάρκου Λόγου, καί διά τοῦ Λόγου οἱ Προφῆτες ἀποκτοῦσαν γνώση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ὁμιλοῦσαν γιά Θεό, Κύριο τῆς δόξης, Πνεῦμα Θεοῦ.

Ὅμως, τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ φάνηκε σέ ὅσους εἶχαν προετοιμασθῆ πνευματικά, ὅτι Αὐτός ὁ ἄσαρκος Λόγος προσέλαβε σάρκα, ἔγινε ἄνθρωπος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰω. α΄, 14). Γι’ αὐτό τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δοξολόγησαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πανηγύρισαν τό μεγάλο αὐτό μυστήριο τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου, θείας καί ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.

Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ἀνθρώπινο σῶμα, χωρίς νά παύση νά εἶναι Θεός καί ὁμίλησε, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό καί ἔστειλε τό Ἅγιον Πνεῦμα διά τοῦ ὁποίου ἔκανε τήν Ἐκκλησία Σῶμα Του. Ἔτσι, τώρα ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πνευματική, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἔχει βαθειές ἐκκλησιολογικές συνέπειες, τίς ὁποῖες πρέπει νά γνωρίζουμε ὅλοι οἱ Χριστιανοί.

Ἡ πρώτη ἐκκλησιολογική συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ σχέση καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό δέν εἶναι ἀφηρημένη, ἰδεολογική, συναισθηματική, ἀλλά ψυχοσωματική, ἀφοῦ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή μας, πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό. Μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί μέ τήν θεία Κοινωνία τρῶμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί πίνουμε τό Αἷμα Του. Ὁ  Ἴδιος εἶπε: «Λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου», «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου» (Ματθ. κστ΄ 27-28). Αὐτό δέν θά μποροῦσε νά γίνη, ἐάν ὁ Χριστός δέν γινόταν ἄνθρωπος. Ἔτσι, τώρα δέν προσευχόμαστε μόνον στόν Θεό, ἀλλά μετέχουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματός Του.

Ἡ δεύτερη ἐκκλησιολογική συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς μιά θρησκευτική ὀργάνωση ἤ ἕνα ἐκκλησιαστικό καί φιλανθρωπικό σωματεῖο, ἀλλά τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου κεφαλή εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει μία κεφαλή, γιατί ἄν εἶχε πολλές κεφαλές θά ἦταν τέρας, ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία κεφαλή πού εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτόν δεχόμαστε, σέ Αὐτόν πιστεύουμε, Αὐτός εἶναι ὁ ἀπόλυτος Κύριος τῆς ζωῆς μας. Καί ὅπως ἡ κεφαλή ἔχει ἕνα σῶμα, γιατί διαφορετικά θά ἦταν τερατώδης ὕπαρξη, ἔτσι καί ὁ Χριστός, ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἕνα σῶμα, τήν μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία.

Ἡ ἄποψη πού διατυπώνεται ἀπό μερικούς, ὅτι διασπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία καί ὑπάρχουν πολλές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν διαφορετικές ἀλήθειες, εἶναι κακόδοξη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη καί ὅσοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπό αὐτήν πρέπει νά ἐπιστρέψουν γιά νά ἔχουν κοινωνία μέ τήν Κεφαλή καί μέ τά ἄλλα μέλη τοῦ σώματος, γι’ αὐτό στήν θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου προσευχόμαστε: «τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ».

Ζώντας σέ μιά ἐποχή συγχύσεως ἐννοιῶν καί πραγμάτων, κυρίως στά θεολογικά θέματα, πρέπει νά ὀρθοτομοῦμε τήν ἀλήθεια καί νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας. Ἕνας «χριστός», πού καλλιεργεῖ ἁπλῶς τό συναίσθημα, ἐνισχύει τήν κοσμική ἐξουσία καί προωθεῖ τό ἐμπόριο εἶναι ἄγνωστος γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἴσως ἀνώφελος γιά τήν κοινωνία. Αὐτή ἡ πραγματικότητα φαίνεται στό γεγονός ὅτι ὑπάρχουν Κράτη πού χαρακτηρίζονται ὡς χριστιανικά, τά ὁποῖα ὅμως ζοῦν ἀντιχριστιανικά καί ἀντιευαγγελικά, καί αὐτό ἐκδηλώνεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀπό τό ὅτι τροφοδοτοῦν μέ ὅπλα τούς ὀπαδούς ἄλλων θρησκειῶν στήν Μέση Ἀνατολή μέ ἀποτέλεσμα νά ἐξαφανίζωνται Χριστιανοί ἀπό τήν περιοχή αὐτή.

Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὅσο παραμένει κανείς στήν ἀνόθευτη θεολογία καί ζῆ εὐαγγελικά, τόσο ὑμνεῖ καί δοξάζει τόν ζῶντα Θεό.

Εὔχομαι σέ ὅλους ἔτη πολλά, νά παραμένετε στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί νά προσεύχεσθε γιά τούς Χριστιανούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς πού ὑποφέρουν, βασανίζονται καί θανατώνονται, ἐπειδή πιστεύουν στόν Χριστό, ὡς ἀληθινό Θεό.–