Βιβλιοπαρουσίαση: Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους

Ἀναφορά στό νέο βιβλίο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τουςΠρόσφατα κυκλοφόρησε τό τρίτο πολυσέλιδο βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, τό ὁποῖο στηρίζεται στίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη. Τίτλος του: «Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους». Τό βιβλίο αὐτό, μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι εἶναι τό ἐπιστέγασμα καί τό ἀποκορύφωμα τῆς συστηματικῆς παρουσίασης στό ἀναγνωστικό κοινό πού ἐνδιαφέρεται γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

Προηγήθηκαν οἱ δύο τόμοι τῆς «Ἐμπειρικῆς Δογματικῆς», ἀλλά καί τό βιβλίο «π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας», τό ὁποῖο δέν στηρίζεται στίς προφορικές παραδόσεις τοῦ μακαριστοῦ καθηγητῆ, ἀλλά παρουσιάζει τό θεολογικό του ἔργο μέσα ἀπό τήν ἀλληλογραφία του μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, τόν θεολογικό διάλογο πού δημιουργήθηκε κατά τήν διαδικασία ἐγκρίσεως τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς, καθώς καί τίς πολύ σημαντικές μεταδιδακτορικές μελέτες του, ἄγνωστες στούς μή εἰδικούς. Ἐπισημαίνονται, ἐπίσης, τά χαρακτηριστικά στοιχεῖα τῆς θεολογικῆς του προσφορᾶς.

Γιά τούς πολλούς ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν ἕνας κρυμμένος θησαυρός, ἄγνωστος σέ πολλούς σύγχρονους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι χάνονται στήν «θεολογία» καί τήν «ποιμαντική» τοῦ διαδικτύου. Ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης δέν εἶχε χαρακτήρα φθηνά ἐπικοινωνιακό. Ἦταν αὐστηρός ἐπιστήμονας μέ πνευματικά θεμέλια στόν φιλοκαλικό ἡσυχασμό. Στίς ἐρευνητικές ἐργασίες του χρησιμοποιοῦσε μέ πιστότητα τά κριτήρια τῶν σύγχρονων ἐμπειρικῶν ἐπιστημῶν, ξεκινώντας τίς μελέτες του πρῶτα ἀπό τόν ἐντοπισμό καί τήν κατανόηση τῶν ἑρμηνευτικῶν κλειδιῶν πού ἀπαιτοῦνταν γιά τό «ξεκλείδωμα» τῶν κειμένων ἤ τῶν γεγονότων πού μελετοῦσε.

Αὐτή ἡ ἐπιστημονική αὐστηρότητα τόν ὁδήγησε νά συνδέση τήν πανεπιστημιακή ἕδρα μέ τό ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητας, πού εἶναι ἡ ἄσκηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, ἡ ὁποία μέ αὐθεντικότητα ἐκφράζεται ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τά δόγματα καί τήν λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐφαρμόζεται στήν ἀκρίβειά της στά ἀσκητικά κελλιά. Αὐτή ὅμως ἡ ἐπιστημονική αὐστηρότητα, ἰδιαίτερα μετά τήν ἐκδημία του καί τήν φυσική ἀπουσία του, τόν ἔβαλε στό περιθώριο τῆς «θεολογικῆς ἐπικαιρότητας», πράγμα πού βοηθοῦσε ὅσους ἤθελαν νά ἀναπτύξουν μιάν ἄλλη θεολογία, μουσειοποιώντας τούς ἁγίους Πατέρες καί τήν θεολογία πού ἐξέφρασαν μαζί μέ τίς προϋποθέσεις της.

Ὁ Μητροπολίτης κ. Ἱερόθεος μέ τούς τέσσερεις αὐτούς τόμους, μέ τόν ἰδιαίτερο τρόπο συστηματικῆς γραφῆς τους, φέρνει τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη στήν σύγχρονη θεολογική ἐπικαιρότητα. Ὄχι στήν ἐπικαιρότητα πού ἐξαντλεῖται σέ ἐπικοινωνιακή θεολογική συνθηματολογία, ἀλλά στήν ἐπικαιρότητα τῆς ἔρευνας πού γίνεται μέ ἐπιστημονικά κριτήρια καί ἑρμηνευτικά κλειδιά, τά ὁποῖα δέν ἀφήνουν αὐθαίρετες ἀπόψεις νά σπείρονται ὡς ζιζάνια στόν ἀγρό τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα στόν καλό σπόρο τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς διδασκαλίας.

Ἐπιχειρώντας, λοιπόν, νά παρουσιάσουμε τό νέο βιβλίο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Ἱεροθέου ἦλθε στόν νοῦ μας ὁ ψαλμικός στίχος: «τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς; παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον»(33, 13-14).

Τό βιβλίο «Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους», εἶναι γιά τούς ἀνθρώπους πού θέλουν τήν ἀληθινή ζωή, στόν παρόντα καί τόν μέλλοντα αἰῶνα, καθώς ἐπίσης καί «ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς», δηλαδή νά δοῦν κάποτε, καί νά προγευτοῦν ἀπό τώρα, τίς ἡμέρες τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, πού χαρακτηρίζονται ἀγαθές «διά τήν παντοτινήν καί ἀνεκλάλητον χαράν»(Ζιγαβηνός). Εἶναι βιβλίο πού πρέπει νά διαβαστῆ ἀπό ὅλους τούς ἀκαδημαϊκούς θεολόγους καί φοιτητές τῆς θεολογίας, δέν εἶναι ὅμως ἡ θέση του μόνον στά πανεπιστημιακά σπουδαστήρια, ἀλλά σέ κάθε σπίτι ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ. Ἀπό τήν πλευρά τῆς ἐρευνητικῆς ποιότητας εἶναι σέ πολύ ὑψηλό ἐπίπεδο (τό γιατί θά τό ἐξηγήσουμε παρακάτω), ἀλλά εἶναι ταυτόχρονα ἕνα βιβλίο ποιμαντικό, καθοδηγητικό, πού ὑποδεικνύει τήν ὁδό καί τόν σκοπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί μέσα ἀπό τήν ἱστορία τῶν ἀποκλίσεων ἀπό τήν πίστη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί ἁγίων Πατέρων ἐπισημαίνει κακοτοπιές πού συναντᾶ ὁ ἐν Χριστῷ καί τῇ Ἐκκλησίᾳ Του ἀσκούμενος, οἱ ὁποῖες πολύ εὔκολα μποροῦν νά τόν βγάλουν ἔξω ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Γι’ αὐτό θεωροῦμε ὅτι ἐκφράζει τόν σκοπό τοῦ βιβλίου καί ἡ προτροπή τοῦ Δαβίδ: «παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον».

«Ἡ γλῶσσα εἶναι ὑπηρέτης παντός κακοῦ» καί ἕνα ἀπό τά χειρότερα κακά εἶναι ὅτι «γίνεται ὄργανον εἰς τάς βλασφημίας τάς κατά τοῦ Θεοῦ». Μιά ἀπό τίς χειρότερες βλασφημίες τοῦ Θεοῦ (πού μᾶς χωρίζουν τελείως ἀπό τόν Θεό) εἶναι οἱ αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἄλλοτε εἶναι φανερές καί ἄλλοτε μᾶς προσφέρονται «μετά δόλου». Καί ὁ «δόλος, κατά τόν Μέγα Βασίλειον, εἶναι μία κρυφή κακοποιΐα, ἥτις ἐνεργεῖται μέ προσποίησιν καλοῦ» (Ζιγαβηνός).

Στίς μέρες μας πολλές αἱρετικές ἀπόψεις μᾶς προσφέρονται «μέ προσποίησιν καλοῦ», ἐνῶ εἶναι «κρυφές κακοποιΐες». Τό βιβλίο «Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους» μᾶς δίνει τά κριτήρια γιά νά διακρίνουμε τό αὐθεντικό ἀπό τό κίβδηλο, τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα, τήν γνήσια ἐμπειρία ἀπό τήν πεπλανημένη, τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν αἵρεση, τήν εὐλογία ἀπό τήν «κρυφή κακοποιΐα» τῆς ψυχῆς. Δηλαδή, μελετώντας το δέν μαθαίνουμε ἁπλῶς δογματική θεολογία ἤ ἱστορία δογμάτων· καθοδηγούμαστε, τρεφόμαστε πνευματικά· προκαλούμαστε νά πορευτοῦμε στήν ὁδό τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὅπως μᾶς τήν δίδαξαν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, οἱ «διαβεβηκότες ἐν θεωρίᾳ».

Ὁ τρόπος τῆς συγγραφῆς

Ἡ συγγραφή τῶν δύο τόμων τῆς «Ἐμπειρικῆς Δογματικῆς» καί τοῦ βιβλίου «Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους» ἀποτελοῦν συστηματική καταγραφή τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ἡ ὁποία δέν ὑπάρχει καταγεγραμμένη σέ κάποιο σύγγραμμά του ἤ σέ κάποια ἄρθρα του δημοσιευμένα σέ ἐπιστημονικά περιοδικά. Προέρχεται ἀπό μαγνητοφωνημένες παραδόσεις του, οἱ ὁποῖες δέν ἀποτελοῦν μιά σειρά διαλέξεων μέ συγκεκριμένη θεματολογία. Ἐκτός αὐτοῦ ὡς προφορικές παραδόσεις ἔχουν ὅλες τίς ἀρετές καί ὅλα τά μειονεκτήματα τοῦ προφορικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος μάλιστα διατυπώνεται μέ τήν ἐλευθερία πού παρέχει στόν ὁμιλητή ἡ οἰκειότητά του μέ τό ἀκροατήριο. Αὐτό, βέβαια, δέν σημαίνει ὅτι οἱ προφορικές παραδόσεις του διαφοροποιοῦνται ἀπό τά δημοσιευμένα κείμενά του. Στόν προφορικό λόγο ἀναλύει ἐκτενέστερα τήν διδασκαλία του, τήν διασαφηνίζει περισσότερο, τήν κάνει πιό εὔπεπτη γιά τούς ἀκροατές του, ἄν καί σέ ἀρκετές περιπτώσεις ἀνάμεσά τους ἦταν καί κάποιοι ἀπό τούς βαθύτερους γνῶστες τῆς ἱστορίας καί τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως οἱ δύο μακαριστοί, π. Γεώργιος Μεταλληνός καί ὁ δικηγόρος Ἀθανάσιος Σακαρέλος, καθώς καί ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου, Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὡς Ἀρχιμανδρίτης τότε.

Τό βιβλίο αὐτό, ὅπως καί οἱ δύο τόμοι τῆς «Ἐμπειρικῆς Δογματικῆς», προῆλθαν ἀπό τήν ἀπομαγνητοφώνηση καί ταξινόμηση τοῦ ἀπέραντου ἀδημοσίευτου ὑλικοῦ, τό ὁποῖο δέν ἦταν εὔκολο νά ὑποταχθῆ σέ συστηματοποιήσεις, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν τόν χωρισμό του σέ κεφάλαια καί ὑποκεφάλαια μέ θέματα πού δέν πρέπει νά ἀλληλοεπικαλύπτονται.

Ὡς ἐκ τούτου τό βιβλίο εἶναι πολύ σημαντικό, ὄχι μόνο γιά τό περιεχόμενό του, ἀλλά καί γιά τό ὅτι διασώζει ἄϋλο ἀρχειακό ὑλικό, δηλαδή μή καταγεγραμμένο σέ χειρόγραφα ἤ δακτυλογραφημένα κείμενα, τό ὁποῖο ὁ συγγραφέας του μελετᾶ, συστηματοποιεῖ καί συνθέτει παρουσιάζοντας μέ σαφῆ δομή τίς ἀπόψεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τήν Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ἀναπτύχθηκαν.

Ἡ σύνθεση τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ σέ πολλές περιπτώσεις ἀναγκάζει τόν συγγραφέα νά ἐπεξηγήση ἀπόψεις ἤ νά κάνη κάπως ἐκτενεῖς εἰσαγωγές σέ κεφάλαια ἤ ὑποκεφάλαια, προκειμένου νά παρουσιασθῆ μέ σαφήνεια ἡ σχετική διδασκαλία τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη. Αὐτό φυσικά δείχνει τήν βαθειά γνώση, ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέα, τῆς διδασκαλίας τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητῆ, ἀλλά καί τῶν ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν θεμελίων της.

Δομή καί περιεχόμενο τοῦ βιβλίου

Τό βιβλίο ἀπαρτίζεται ἀπό ἑπτά κεφάλαια στά ὁποῖα θά κάνουμε μιά τηλεγραφική ἀναφορά.

Τό πρῶτο κεφάλαιο ἀναφέρεται στίς θεολογικές προϋποθέσεις τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη. Κατ’ ἀρχήν ἀναφέρεται στήν σχέση του μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος ἦταν κατά πᾶσαν πιθανότητα, ὁ πρῶτος πού τόν εἰσήγαγε στήν νηπτική θεολογική παράδοση, ἰδιαίτερα στό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ. Κατόπιν στήν ἐπίδραση τῆς καππαδοκικῆς καί ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῶν γονέων του, ἰδιαίτερα τῆς μητέρας του Εὐλαμπίας, ἀλλά καί στήν ἔμμεση σχέση του μέ τόν ὅσιο Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή, μέσῳ τοῦ π. Παντελεήμονος Μητροπούλου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδινε καί διάβαζε τά γράμματα πού τοῦ ἔστελνε ὁ ὅσιος Ἰωσήφ.

Τό κεφάλαιο αὐτό ἀναφέρεται καί στήν σχέση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη μέ τήν δυτική θεολογία, στήν σπουδή τῆς σχολαστικῆς καί τῆς προτεσταντικῆς θεολογίας πρός τίς ὁποῖες ἄσκησε ἰσχυρή κριτική. Σπούδασε σέ Καθολικό Γυμνάσιο τήν σχολαστική θεολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Σέ αὐτήν τήν σπουδή ἐνθαρρύνθηκε καί ἀπό καθηγητή του, ὅταν φοιτοῦσε στήν Θεολογική Σχολή τῆς Βοστώνης. Κατόπιν σπούδασε τήν προτεσταντική θεολογία στήν θεολογική Σχολή τοῦ Yale, ὅπου ἀπέρριπταν τήν σχολαστική θεολογία. Ἐκεῖ ἔμαθε τήν ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ τίς ἀρχές τῆς βιβλικῆς κριτικῆς. Κατόπιν διεπίστωσε ὅτι ἐν πολλοῖς κοινό θεμέλιο σχολαστικῆς καί προτεσταντικῆς θεολογίας ἦταν ὁ ἱερός Αὐγουστίνος.

Στό κεφάλαιο αὐτό γίνεται ἐκτεταμένη ἀναφορά στήν βιβλική κριτική καί στήν κριτική τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη γι’ αὐτήν. Σ’ αὐτό ὑπάρχουν ἐλάχιστες ἀναφορές στίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη. Ἡ πραγμάτευσή του στηρίζεται σέ πολλούς ἄλλους συγγραφεῖς, καθώς καί σέ ἐπιστολές τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη καί μιά μελέτη του μέ τίτλο: «Ἡ φιλοσοφία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ H. A. Wolfson».

Στό δεύτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Μεταφυσική φιλοσοφία» γίνεται ἀναφορά στίς θεωρίες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων, ἐπικεντρώνοντας περισσότερο τήν προσοχή στόν Πλάτωνα, τόν Ἀριστοτέλη καί τούς Νεοπλατωνικούς. Κατόπιν γίνεται ἀναφορά στούς ἀρχαίους αἱρετικούς (Παῦλο Σαμοσατέα, Λουκιανό, Ὠριγένη, Ἄρειο κ.ἄ.) οἱ ὁποῖοι ἦταν «φιλοσοφοῦντες θεολόγοι», πού ἔπεσαν σέ πλάνες συζητώντας μέ ἀριστοτελικούς φιλοσόφους. Ἀναλύεται τό πῶς ἡ ἀριστοτελική φιλοσοφία περί ἐντελέχειας δημιούργησε πολλά προβλήματα στήν ἀρχαία Ἐκκλησία καί τό πῶς ἡ φιλοσοφική διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, τήν ὁποία χρησιμοποιοῦσαν «φιλοσοφοῦντες θεολόγοι» γιά νά ἀντιμετωπίσουν τούς ἀριστοτελικούς, γέννησε πολλές αἱρέσεις. Γίνεται ἐκτενής ἀναφορά στόν ἅγιο Κύριλλο, στήν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς φράσης του «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» καί τήν συμφωνία τοῦ «Τόμου» τοῦ Λέοντος, Πάπα Ρώμης, βασικοῦ δογματικοῦ κειμένου τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου.

Στό σημεῖο αὐτό παρουσιάζεται ἡ ἐμπλοκή τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη στόν διάλογο μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους (Μονοφυσίτες), ἡ ὁποία δέν ἔφερε τούς καρπούς πού ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε, τό νά δεχθοῦν δηλαδή οἱ Μονοφυσίτες ὅτι ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν παραθεωρεῖ, ἀλλά στηρίζεται στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὁπότε νά δεχθοῦν τελικά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «ἐκ δύο» καί «ἐν δύο φύσεσι».

Τό τρίτο κεφάλαιο εἶναι «τά ἅγια τῶν ἁγίων» τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη. Ἔχει τίτλο: Πατερική θεολογία. Παρουσιάζει, κατ’ ἀρχήν, τήν ἱστορία τῆς θεολογικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς χρήσης τῆς λέξης «πατήρ». Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτοί πού γεννοῦν τέκνα κατά Χριστόν. «Ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων θεωρεῖται ὡς ἕνα πνευματικό σπέρμα πού γεννᾶ τέκνα, γιατί ἡ διδασκαλία εἶναι ἐνέργεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο» (σελ. 144). Πατέρες ὀνομάζονταν οἱ διδάσκαλοι καί οἱ κατηχητές καί ἰδιαίτερα οἱ Ἐπίσκοποι. Ἀπό τόν 4ο αἰῶνα Πατέρες ὀνομάσθηκαν καί οἱ ἡγέτες τῶν μοναχῶν. «Τόν ἴδιο αἰῶνα (4ο), κατά τόν ὁποῖο γίνονταν οἱ θεολογικές συζητήσεις γιά τό Τριαδολογικό δόγμα, Πατέρες ὀνομάσθηκαν οἱ Ἐπίσκοποι πού συμμετεῖχαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί κατήρτισαν τούς ὅρους-δόγματα καί τούς ἱερούς Κανόνες» (σελ.145).

«Τελικά, οἱ Πατέρες εἶναι οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων καί αὐτή ἡ διαδοχή δέν εἶναι ἁπλῶς γενεαλογική, ἀλλά μετοχή στήν ἴδια τήν ἐμπειρία τῶν Ἀποστόλων, δηλαδή στήν μέθεξη τῆς Πεντηκοστῆς» (ὅ.π.). «Ἔτσι, πατερική θεολογία εἶναι ἡ θεολογία τῆς θεώσεως, τῆς θεοπτίας πού συνδέεται στενότατα μέ τήν προφητική καί ἀποστολική ἐμπειρία» (ὅ.π.).

Σημαντικό τμῆμα τοῦ κεφαλαίου εἶναι ὁ ἐντοπισμός τῶν «ἑρμηνευτικῶν κλειδιῶν», γιά ὀρθή κατανόηση καί ἑρμηνεία τῆς σκέψης τῶν ἁγίων Πατέρων, τήν διάκρισή της ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν θεολογία τῶν αἱρετικῶν. Ἐντοπίζονται ὁρισμένα ἑρμηνευτικά κλειδιά στήν Τριαδολογία, τήν Χριστολογία, τήν Ἐκκλησιολογία, τήν πνευματική ζωή καί τήν Ἐσχατολογία.

Γιά τήν Τριαδολογία ἀναφέρονται τρία ἑρμηνευτικά κλειδιά: (α) Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Θεόν φράσαι ἀδύνατον καί νοῆσαι ἀδυνατώτερον». «Δέν μπορεῖ κανείς νά ὁμιλήση («φράσαι») γιά τόν Θεό, πολύ περισσότερο νά στοχασθῆ («νοῆσαι») γιά τόν Θεό» (σελ.149). (β) «Οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχει μεταξύ τῶν κτισμάτων καί τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ» (σελ.152). «Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίση τόν Θεό. Γι’ αὐτόν τόν λόγο ἡ μόνη γέφυρα πού ὑπάρχει μεταξύ τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου στήν Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί οἱ θεούμενοι» (ὅ.π.). Καί (γ) «...ἅπαν, ὅ θεωρεῖται καί λέγεται ἐν τῇ παναγίᾳ καί ὁμοφυεῖ καί ὁμοουσίῳ Τριάδι, ἤ κοινόν ἐστι πάντων, ἤ ἑνός καί μόνον τῶν τριῶν»(σελ.153). «...στόν Θεό ὑπάρχει κοινωνία οὐσίας, ἀλλά ὄχι κοινωνία ὑποστάσεων. Δηλαδή, οἱ ὑποστάσεις εἶναι ἀκοινώνητες» (ὅ.π.).
Στήν Χριστολογία βασικό ἑρμηνευτικό κλειδί εἶναι τό ὅτι ὁ Χριστός κηρύσσεται στήν Καινή, ἀλλά καί στήν Παλαιά Διαθήκη. Στήν Παλαιά Διαθήκη ὡς ἄσαρκος καί στήν Καινή σεσαρκωμένος.

Στήν Ἐκκλησιολογία καί τήν πνευματική ζωή βασικό ἑρμηνευτικό κλειδί «εἶναι ἡ ἑνότητα μεταξύ Μυστηρίων καί βαθμῶν τῆς τελειότητος» (σελ.155). Τά Μυστήρια συνδέονται μέ τήν πορεία τῶν πιστῶν ἀπό τήν κάθαρση στόν φωτισμό καί τήν θέωση. Ἐπίσης, σημαντικό ἑρμηνευτικό κλειδί εἶναι ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ. «Ἡ ἐπιτυχία τῆς πίστεως ἦταν ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, ἡ ὀρθόδοξη παράδοση εἶχε μιά πραγματική θεραπεία, ἡ ἀπόδειξη αὐτῆς ἦταν ἡ ἴδια ἡ κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ἡ ὁποία κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ δέν ὑπῆρχε στούς αἱρετικούς» (σελ.156).

Στήν Ἐσχατολογία βασικό ἑρμηνευτικό κλειδί εἶναι ἡ ἀπάντηση στό πῶς θά συναντήση κανείς τόν Θεό κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. «...ὅλοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἐδῶ ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι οἱ μέν θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς φῶς καί οἱ ἄλλοι ὡς πῦρ καταναλῖσκον». Ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά βοηθήση τόν ἄνθρωπο στήν θεραπεία του, ὥστε νά δῆ τόν Θεό ὡς φῶς.

Στήν συνέχεια τοῦ κεφαλαίου διευκρινίζεται ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἦταν φιλόσοφοι. Γνώριζαν τήν φιλοσοφία, ἀλλά δέν φιλοσοφοῦσαν. Αὐτό τό γεγονός καθιστᾶ δύσκολη τήν συγγραφή ἱστορίας γιά τήν φιλοσοφία στό Βυζάντιο.

Γίνεται κριτική ἐπίσης στήν ἐσφαλμένη ἄποψη ὅτι οἱ Πατέρες ἀνύψωσαν «τήν ἁπλοϊκή πίστη τοῦ 1ου αἰῶνα τοῦ Χριστιανισμοῦ σέ διανοητική πίστη» (σελ.169).

Οἱ Πατέρες ἦταν ἐναντίον τῆς μεταφυσικῆς. «...ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά συλλάβη τόν Θεό μέ τήν διάνοιά του, τί μεταφυσική μπορεῖ νά ὑπάρχη; Καί τί χρειάζεται ἡ μεταφυσική; Στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ὁ θεούμενος ἔχει ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει καμμιά ὁμοιότητα μέ τά κτίσματα, πού σημαίνει ὅτι οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τά κτίσματα δέν μποροῦν νά ἀποδοθοῦν καί νά ἐφαρμοσθοῦν στόν Θεό» (σελ.173).

Οἱ Πατέρες ἀρνήθηκαν βασικά σημεῖα τῆς μεταφυσικῆς: (α) Δέν δέχονται τούς κανόνες τῆς λογικῆς, ὅταν ἀσχολοῦνται μέ τά θεολογικά θέματα. (β) Στόν Θεό πού εἶναι ὄν καί μή ὄν, γνωστός καί ἄγνωστος, ὁρατός καί ἀόρατος κλπ. δέν ἰσχύει ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων τοῦ Ἀριστοτέλη, οὔτε (γ) ὁ νόμος τῆς διαφορᾶς καί ὁμοιότητας, πού δίνει τήν δυνατότητα περιγραφῆς ἑνός πράγματος. Καί (δ) τά ὄντα, γιά τούς Πατέρες, δέν εἶναι ἀντίγραφα κάποιων ἀρχετύπων πού εἶναι ἀμετάβλητα.

Ἐπίσης, οἱ Πατέρες δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τόν Νεοπλατωνισμό, ὁ Θεός γιά τούς Πατέρες καί κινεῖ καί κινεῖται, εἶναι ἐραστό, ἀλλά ἔχει καί ἔρωτα πρός τόν ἄνθρωπο, ἀπόψεις ἀντίθετες πρός τόν Νεοπλατωνισμό, ὅπως ὑπάρχει ριζική διαφορά μέ αὐτόν καί ὡς πρός τόν ἀποφατισμό.

Στήν συνέχεια τοῦ κεφαλαίου γίνεται ἀναφορά στήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων, πού εἶναι ἡ βάση τῆς θεολογίας τους. Γίνεται λόγος γιά τήν ἐμπειρική ὁρολογία, τήν μεθοδολογία καί γνωσιολογία, μέ κατάληξη τήν ἐπισήμανση τῆς πεπλανημένης (ψευδοῦς) ἐμπειρίας.

Τό τέταρτο κεφάλαιο ἀναφέρεται στήν Σχολαστική θεολογία, δηλαδή, στήν θεολογία πού ἀναπτύχθηκε στίς Σχολές πού λειτουργοῦσαν τότε στά Πανεπιστήμια. Ἡ θεολογία αὐτή ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων. Δέν ἦταν ἐμπειρική-χαρισματική, ἀλλά λογικοκρατική.

Γίνεται ἀναφορά στούς ἐκπροσώπους τοῦ ρεύματος τῆς σχολαστικῆς θεολογίας: τόν Ἄνσελμο Καντερβουρίας, Πέτρο Ἀβελάρδο, στόν Οὖγο καί τόν Ριχάρδο τοῦ ἁγίου Βίκτωρος, τόν Μποναβεντούρα, τόν Ἀλβέρτο τόν Μέγα καί τόν Θωμᾶ τόν Ἀκινάτη. Προκειμένου νά παρουσιασθοῦν οἱ βάσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας γίνεται ἐκτενής ἀναφορά στόν ἱερό Αὐγουστίνο, στίς φιλοσοφικές προϋποθέσεις του, στήν ἀδυναμία του νά γνωρίζη τίς δογματικές συζητήσεις πού γίνονταν στήν Ἀνατολή, μέ ἀποτέλεσμα νά μή γνωρίζη τί ἀκριβῶς ἔλεγαν οἱ αἱρετικοί, οὔτε ἐπίσης τήν ἀκριβῆ ὁρολογία πού χρησιμοποιοῦσαν οἰ Πατέρες.

Ἡ πορεία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου πρό τοῦ Βαπτίσματος ἦταν ἀπό τόν Μανιχαϊσμό στήν Νέα Ἀκαδημία, δηλαδή ἀπό τήν μανιχαϊκή ἀντίληψη ὅτι μέ τόν νοῦ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει μόνον ὑλικά πράγματα, πέρασε στήν «γραμμή τῶν Ἀκαδημαϊκῶν, ὅτι, ὅταν εἶναι κανείς στήν ζωή αὐτή, δέν μπορεῖ νά ξέρη τήν ἀλήθεια, νά εἶναι σίγουρος ὅτι ξέρει τήν ἀλήθεια» (σελ.260). Μέ τέτοιες προϋποθέσεις ἄκουσε τά κηρύγματα τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου, πού τοῦ ἄνοιξαν τά μάτια καί ἄρχισε νά βλέπη ἀλλιώτικα τά πράγματα. Ἔλαβε τό Βάπτισμα, ἀλλά στήν διδασκαλία του εἶχε διαφορές ἀπό τόν ἅγιο Ἀμβρόσιο.

Στό κεφάλαιο ἀναφέρονται ἐκτενῶς ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου πού δέν συμφωνοῦν μέ τίς θέσεις τῶν ὑπολοίπων Πατέρων καί συχνά ἔρχονται σέ εὐθεία ἀντίθεση, ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν Θεοφανειῶν, τῆς πίστεως καί τῆς γνώσεως, περί χρόνου καί αἰώνων, περί τῆς ψυχῆς καί τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς σωτηρίας καί τοῦ ἀπόλυτου προορισμοῦ, περί Παραδείσου καί Κολάσεως.

Εἶναι σημαντική ἡ παρατήρηση ὅτι ὁ ἱερός Αὐγουστίνος εἶχε μιά ἐξέλιξη ἀρκετά σοβαρή στήν σκέψη του, ὁπότε δέν ὑπάρχει ἕνας Αὐγουστίνος, ἀλλά τουλάχιστον τρεῖς· ὁ νεοπλατωνικός πρό τοῦ Βαπτίσματος, ὁ μετά τό Βάπτισμα στοχαστής πού προσπαθεῖ νά φιλοσοφῆ περί τῆς πίστεως καί ὁ τρίτος εἶναι, ὅταν ἐνημερώνεται γιά τήν ἐπίσημη διδασκαλία τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. «Ὁπότε ὁ Αὐγουστίνος τῶν Φράγκων δέν εἶναι ὁ Αὐγουστίνος τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος» (σελ.252).

Αὐτό τό πολύ σημαντικό κεφάλαιο συμπληρώνεται μέ τίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές ἀντιδράσεις στόν σχολαστικισμό, καθώς καί τίς ἐπιδράσεις του σέ διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα πού στάθηκαν κριτικά ἀπέναντί του. Γίνεται ἀναφορά στόν διάλογο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τόν Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος «ἐξέφραζε μιά προσχολαστική παράδοση, πού συναντᾶ κανείς στά ἔργα τοῦ Αὐγουστίνου καί τῶν μαθητῶν του καί ἦταν ἔνας αὐγουστινιανός μοναχός καί ἕνας πλατωνιστής καί νεοπλατωνιστής Χριστιανός» (σελ.345). Ἐπίσης, γίνεται ἀναφορά στήν πρώτη κριτική ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς τῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀκινάτη, ἀπό τόν ὀρθόδοξο μοναχό Κάλλιστο Ἀγγελικούδη.

Ἀπό τίς δυτικές ἀντιδράσεις στόν σχολαστικισμό, οἱ ὁποῖες δέν μπόρεσαν «νά ἀποσπασθοῦν πλήρως ἀπό τήν λογικοκρατία καί τήν ἠθικολογία του» (σελ.359), γίνεται ἀναφορά στόν Νομιναλισμό, τήν Ἀναγέννηση, τήν Μεταρρύθμιση, τόν Διαφωτισμό, τόν Γερμανικό ἰδεαλισμό καί τόν Ὑπαρξισμό.

Τό βιβλίο ὁλοκληρώνεται μέ τρία ἀκόμη κεφάλαια στά ὁποῖα φαίνεται ἔντονα τό πῶς ἡ θεολογία δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευτῆ ἀπό τήν ἱστορία.

Τό πέμπτο κεφάλαιο ἀναφέρεται στήν Ρωσική θεολογία. Γιά νά γίνουν κατανοητές οἱ δυτικές ἐπιδράσεις καί οἱ ἀντιδράσεις σ’ αὐτές γίνεται συνοπτική ἀναφορά στήν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Ρωσία. Παρουσιάζεται ὁ ρόλος ἁγίων, ὅπως τοῦ Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ καί τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στήν ἀναζωπύρωση τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως στήν Ρωσία καί στήν ἀνάσχεση τῶν δυτικῶν ἐπιδράσεων στόν μοναχισμό.

Στό κεφάλαιο αὐτό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἀναφορά στήν σλαυόφιλη θεολογία καί στόν κύριο ἐκπρόσωπό της Ἀλέξη Χομιακώφ. Κατά τόν π. Ἰ. Ρωμανίδη «Σλαυοφιλισμός καί σλαυοφιλική θεολογία ἦταν ἕνα παρακλάδι τοῦ πανσλαυισμοῦ»(σελ.423). Οἱ σλαυόφιλοι ἀπέναντι στό δίλημμα: δυτικοποίηση ἤ βυζαντινοποίηση ἐπέλεξαν τόν δικό τους δρόμο.

Πρέπει νά ποῦμε ὅτι μέσα στό κεφάλαιο αὐτό βρίσκει κανείς στοιχεῖα ἀπό τήν Νεοελληνική θεολογία, ἀφοῦ ἡ σύγχρονη ρωσική θεολογία μέσῳ, κυρίως, τοῦ θεολογικοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Ἁγίου Σεργίου, πού εἶναι στό Παρίσι, ἄσκησε ἰσχυρή ἐπίδραση σέ πολλούς Ἕλληνες θεολόγους. Οἱ περί τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἀπόψεις τοῦ Λόσκυ καί ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀφανάσιεφ (ἔστω διορθωμένη, ἀλλ’ ὄχι τελείως) ἔχουν τούς ἐκπροσώπους τους καί στόν δικό μας χῶρο. Ἐπίσης, ἡ ἄποψη τῶν Σλαυοφίλων ὅτι ἡ σχολαστική θεολογία ὑπερέβη τήν πατερική καί ἡ Ρωσική ὑπερέβη τήν σχολαστική μέ κατάλληλη προσαρμογή εἶναι ἡ λεγόμενη μεταπατερική θεολογία, πού ἔχει κι αὐτή τούς δικούς της ἐκπροσώπους στόν δικό μας χῶρο.

Τό ἕκτο κεφάλαιο ἀναφέρεται στήν Νεοελληνική θεολογία. Ξεκινᾶ ἀπό τήν «ἐπανάσταση τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου» πού δημιούργησε μιά ἀναζωπύρωση τοῦ ἡσυχασμοῦ μέ τό ἀποκορύφωμά του στόν 14ο αἰῶνα. Αὐτή ἡ ἀναζωπύρωση προετοίμασε τό Γένος γιά νά ἀντέξη τά τετρακόσια χρόνια τῆς δουλείας, χωρίς νά χάση τήν πίστη του.

Ἀπό τόν 11ο αἰῶνα οἱ θεολογικές ζυμώσεις πού γίνονταν στήν Δύση δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστους τελείως τούς Ὀρθοδόξους τῆς Ἀνατολῆς. Ὡς χαρακτηριστικές περιπτώσεις ἀναφέρονται ὁ Μάξιμος Πλανούδης καί οἱ άδελφοί Δημήτριος καί Πρόχορος Κυδώνης. Τόν 14ο αἰῶνα, μετά τήν συνοδική ἐπικράτηση τοῦ ἡσυχασμοῦ καί τήν καταδίκη τοῦ Βαρλαάμ καί τῶν ὁμοφρόνων του, μεταφράζονται γιά πρώτη φορά στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή ἔργα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καί ἄλλων σχολαστικῶν θεολόγων. Μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης ὅμως τά πράγματα ἦταν πιό δύσκολα. Ἰδιαίτερα μετά τήν Μεταρρύθμιση οἱ Ὀρθόδοξοι ἄλλοτε προσοικειώνονταν ἀπόψεις τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἐναντίον τῶν Προτεσταντῶν καί ἄλλοτε τῶν Προτεσταντῶν ἐναντίον τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν.

Στό κεφάλαιο αὐτό παρουσιάζονται οἱ δυτικές ἐπιδράσεις στούς ὑποδούλους Ρωμηούς, ἀλλά καί οἱ θεολογικές ἀντιστάσεις μέ τήν διατήρηση τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία γέμιζε μέ δύναμη τούς Νεομάρτυρες κάνοντάς τους ἱκανούς νά ἀντέξουν τά μαρτύρια.

Γίνεται ἀναφορά στίς δυτικές ἐπιδράσεις κατά τήν συγκρότηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τό ὁποῖο εἶχε τρεῖς προσδιοριστικούς παράγοντες: (α) τήν ἀποδέσμευση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, πού ἐκφράσθηκε μέ τήν ἀποκοπή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, (β) τήν σύνδεση μέ τήν ἀρχαία Ἑλλάδα, χωρίς ἐνδιάμεσο κρίκο τήν Ρωμανία-Βυζάντιο καί (γ) τήν σύνδεση τοῦ νέου Κράτους μέ τήν Εὐρώπη. Αὐτοί οἱ παράγοντες εἶχαν ἐπίδραση καί στήν θεολογία, ἡ ὁποία ἀποδεσμεύτηκε ἀπό τούς Πατέρες καί συνδέθηκε μέ τήν εὐρωπαϊκή θεολογία, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπό τήν Μεταρρύθμιση, τήν Ἀντιμεταρρύθμιση καί τήν ρωσική θεολογία.

Γίνεται ἀναφορά στήν παπική καί προτεσταντική προπαγάνδα, στό πρόσωπο καί τόν ρόλο τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, τήν ἵδρυση καί ὀργάνωση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῶν Ἀθηνῶν καί πολύ ἀργότερα τῆς Θεσσαλονίκης.

Τό κεφάλαιο κλείνει μέ τό συμπέρασμα: ἡ νεοελληνική θεολογία ἐπηρεάσθηκε ἀπό τήν δυτική θεολογία καί πρακτική. Χάρη σέ καθηγητές, ὅπως ὁ Παναγιώτης Χρήστου, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός καί πολλοί ἄλλοι κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί θεολόγοι, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία μέ τήν πατερική παράδοση καί τήν ἡσυχαστική ζωή ἐπανέκαμψε. Ὁ καιρός θά δείξη πρός τά ποῦ θά κατευθυνθῆ τά ἑπόμενα χρόνια.

Τό ἕβδομο καί τελευταῖο κεφάλαιο παρουσιάζει ὅλη τήν ἱστορική ὑποδομή, τό ἱστορικό σῶμα τῆς Πατερικῆς καί τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας. Ἀναφέρεται στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, στήν Ἁγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους, πού ἀπέκοψε τό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό τό τμῆμα πού ἦταν ὑπό τόν Αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινούπολης, χρησιμοποιώντας τήν Ἐκκλησία καί τήν θεολογία της, σχεδιάζοντας τό σχίσμα καί χαρακτηρίζοντας αἱρετικούς τούς Ἀνατολικούς Ρωμαίους. Τό κεφάλαιο κλείνει μέ τήν σύγκριση τῆς Γαλλικῆς μέ τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, γιά τίς ὁποῖες ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι Ἐθνικοαπελευθερωτικές· εἶναι ἐξεγέρσεις τῶν ὑποδούλων Ρωμαίων ἐναντίον τῶν κατακτητῶν Φράγκων στήν Γαλλία καί τῶν Τούρκων στά Βαλκάνια-Ἑλλάδα. Γίνεται λόγος γιά τήν συγκρότητση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί γιά τήν ὑποδομή τῆς σύγχρονης Εὐρώπης μέσα στήν ὁποία ἔχουμε ἐνταχθῆ.

Τά ἐπιλεγόμενα δίνουν συνοπτικό τόν κορμό τοῦ βιβλίου.

Κλείνοντας αὐτήν τήν παρουσίαση σημειώνουμε τρεῖς γενικές παρατηρήσεις μας.

Πρῶτον, στόν τόμο αὐτόν ἔχει συγκεντρωθῆ ὅλη ἡ ἔρευνα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου σέ θέματα θεολογικά καί ἱστορικά, πού θίγονται στίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη καί ὄχι μόνον. Γνωρίζει πολύ καλά καί σέ βάθος τήν σκέψη τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητῆ, ἀλλά γνωρίζει ἐξίσου πολύ καλά καί σέ βάθος τά ἁγιογραφικά καί πατερικά θεμέλιά της. Γι’ αὐτό συμπληρώνει τά κενά τῶν προφορικῶν παραδόσεων μέ πληρότητα καί ἐπιστημονική ἐγκυρότητα, πού καθιστᾶ τό βιβλίο του μιά πλήρη καί ἔγκυρη ἱστορία τῆς Πατερικῆς καί τῆς Σχολαστικῆς Θεολογίας, οἱ ὁποῖες εἶναι ἄρρηκτα δεμένες μέ τήν ἱστορία τοῦ κόσμου μέσα στόν ὁποῖο ἀναπτύχθηκαν.  Στό βιβλίο αὐτό δέν ἔχουμε ἁπλῶς ἔκθεση διδασκαλιῶν τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, ἀλλά ἐν πολλοῖς καί ὑπομνηματισμό τους.

Δεύτερον, τό βιβλίο αὐτό ἀναδεικνύοντας τά θεμέλια τῆς Πατερικῆς καί τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας, δίνει τίς βάσεις πάνω στίς ὁποῖες μπορεῖ νά οἰκοδομηθῆ ὁ ὁποιοσδήποτε διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς δυτικούς Χριστιανούς.

Καί τρίτον, ὁ Ναυπάκτιος ἱστοριοδίφης καί λογοτέχνης Γιάννης Βλαχογιάννης βρῆκε στό ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Γιάννη Μακρυγιάννη σ’ ἕναν τενεκέ «μισοσαπισμένα τοῦ στρατηγοῦ τά πολύτιμα γραψίματα». Τά διέσωσε, τά δημοσίευσε καί τώρα ἔχουμε σάν ἐθνική παρακαταθήκη τά «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Στρατηγοῦ, ἀλλά καί τά «Ὁράματα καί θάματα».

Ὁ Ναυπάκτου Ἱερόθεος συγκέντρωσε ἀπό κασέτες πλούσιο ὑλικό ἀπό μαγνητοφωνημένες προφορικές παραδόσεις τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητῆ π. Ἰ. Ρωμανίδη. Τό ἀπομαγνητοφώνησε μέ τήν βοήθεια συνεργατῶν του, τό ταξινόμησε θεματικά ὁ ἴδιος, τό συνέθεσε καί, ὅπου χρειαζόταν, τό συμπλήρωσε ἤ τό ἐπεξήγησε καί μᾶς ἄφησε ὡς παρακαθήκη τήν στιβαρή ὀρθόδοξη διδασκαλία τοῦ Καππαδόκη δασκάλου τῆς θεολογίας.

Ἔχουν μεγάλη ἀξία ἀπό πολλές πλευρές «τά γραψίματα» τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ἐξίσου σημαντικές γιά τήν σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν Ἐκκλησιαστική ζωή εἶναι οἱ διασωθεῖσες προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη.

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος διέσωσε τόν π. Ἱ. Ρωμανίδη ἀπό τήν λήθη, πρόσφερε στόν λαό τῆς Ἐκκλησίας ὡς τροφή τίς διδασκαλίες του, ἀλλά ἀκόμη, χωρίς νά τόν ἀπολυτοποιῆ, τόν ἀνέβασε στό ὕψος τοῦ κριτηρίου τῆς ὀρθόδοξης ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας.

  • Προβολές: 335

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance