Αφιέρωμα γιά τόν Ιεροκήρυκα π. Αθηναγόρα Καραμαντζάνη: Αντιφώνηση Αρχιμ. π. Αθηναγόρου

Αντιφώνηση τού Πανοσιολ. Αρχιμ. π. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη, Ιεροκήρυκος

1. Κατά τούς ολυμπιακούς αγώνας τής αρχαίας Ελλάδος, δύο γενναίοι ολυμπιονίκαι, παιδιά τού γηραιού Διαγόρα, ύστερα από μιά περίλαμπρη νίκη τους, έβαλαν τά στεφάνια τους στό κεφάλι τού πατέρα τους καί κρατώντας τον στούς ώμους, τόν περιέφεραν μέσα στό στάδιο, εις ένδειξιν σεβασμού, ευγνωμοσύνης καί αναγνωρίσεως, ότι η νίκη τους ωφείλετο στούς δικούς του μόχθους. Τά παριστάμενα πλήθη, επικροτώντας τήν ευγενέστατη καί λίαν συγκινητική αυτή πράξι τους, αλάλαζαν μέ ουρανομήκεις ζητωκραυγές καί έλεγαν: «Κάτθανε Διαγόρα!» δηλ. Διαγόρα, τώρα πλέον μπορείς νά πεθάνης ήσυχος καί ευτυχισμένος!!!

Σεβασμιώτατοι, Αγαπητοί πατέρες, Αγαπητοί καί αλησμόνητοι Ναυπάκτιοι,

Είμαι ανέκφραστα συγκινημένος από τήν αποψινή εκδήλωσι τής αγάπης καί τής τιμής όλων σας, πρός τό πρόσωπό μου. Θεωρώ ότι, όπως οι γυιοί τού Διαγόρα, έτσι καί σείς, σάν νά εναποθέσατε στό γηρασμένο μου κεφάλι, τά στεφάνια τών ευγενικών καί ανυποκρίτων επαινετικών σας λόγων. Καί παρ’ όλον ότι τό βάρος τους είναι μεγάλο καί ασήκωτο, δέν ευρίσκω τρόπον ανταποδόσεως, πρός όλους εσάς, τούς εντοπίους, αλλά καί τούς: «εκ βορρά καί θαλάσσης καί εώας» προσελθόντας πατέρας-μητέρας καί αδελφούς, ειμή τήν παράκλησίν μου νά δεχθήτε όλοι σας από τά τρίσβαθα τής καρδιάς μου τό ταπεινό, αυθόρμητο καί περιεκτικώτατό μου ευχαριστώ!

Θεωρώ, ότι, αυτή η τόσο μεγάλη, τιμητική αλλά καί απροσδόκητη εκδήλωσί σας δι’ εμέ, αφ' εαυτού της τονίζει καί επιβεβαιώνει, ότι, η τοπική Εκκλησία, η παροικούσα εν Ναυπάκτω, μέ επικεφαλής τόν οτρηρόν καί ρέκτην, ποιμενάρχη της, τόν θεολόγον καί προχθές αναγορευθέντα επίτιμον διδάκτορα τής Θεολογικής Σχολής Αθηνών, τόν παραγωγικώτατον καί πατερικώτατον συγγραφέα, τόν Σεβ/τατον Μητροπολίτην σας, κύριον Ιερόθεον, παλαιόν συνέκδημον καί ομόκεντρόν μου συνιεροκήρυκα, παρά τό πλευρόν τού αοιδίμου Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης καί Αλμωπίας κυρού Καλλινίκου, γνωρίζει νά τιμά, νά υψώνη καί νά στεφανώνη τό γήρας καί δή τό ιερατικό καί ιεραποστολικό.

Ευλόγως καί δικαίως! Διότι οι διανύοντες τήν λεγομένην τρίτην ηλικίαν, είναι αυτοί πού έζησαν, έπαθαν, έμαθαν καί τώρα ξεύρουν πολλά. Αναγνωρίζονται από όλους ως οι πτυχιούχοι τού μεγάλου Παν/μίου τής ζωής. Καί τώρα σκύβουν κάτω από τό βάρος τών ετών τους καί τής ποικίλης εμπειρίας τους, σάν τά μεστωμένα στάχυα καί τά ώριμα σταφύλια, γινόμενοι έτσι ο άρτος καί ο οίνος τής ζωής τής κοινωνίας καί τής Εκκλησίας.

Σεβασμιώτατε!...

Υπάρχει μία ρήσις πού λέγει: «ο τιμών τόν έτερον εαυτόν τιμά». Έτσι λοιπόν, η προσγινομένη εκ μέρους Σας πρός τό ταπεινό πρόσωπό μου τιμή, επιστρέφει νομοτελιακά, πολλαπλασία, πρός τό σεπτό πρόσωπό Σας.

Η πράξις αυτή αποδεικνύει τήν ευγένεια τής καρδίας Σας, τήν αγάπη καί τήν ανωτερότητά Σας. Αλλά καί τήν πιστότητά Σας στήν εντολήν τού Θεού, πού διακελεύει: «από προσώπου πολιού εξαναστήση καί τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου» (Λευϊτ. 19,32). Όπως επίσης καί στήν παραγγελία τού Αποστ. Παύλου πρός τόν Τιμόθεον: «Οι καλώς προεστώτες πρεσβύτεροι, διπλής τιμής αξιούσθωσαν, μάλιστα οι κοπιώντες εν λόγω καί διδασκαλία» (Α’ Τιμ. 5, 17).

Η αποψινή εκδήλωσις εξαίρει τό ευαγγελικό Σας ήθος, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον, σπανίως συναντά κανείς σήμερα αντίστοιχα παραδείγματα, τόσο στόν κοσμικό, όσον καί στόν εκκλησιαστικό μας χώρο.

Διά τούτο ολόψυχες είναι πρός Σάς ιδιαιτέρως, οι εξιδιασμένες ευχαριστίες καί η ευγνωμοσύνη μου! Παρακαλώ δέ θερμά όλους Σας -πέρα από τά εγκώμια καί τούς καλούς σας λόγους- νά εύχεσθε στόν Κύριο νά μού δίδη μέχρι τέλους ταπείνωσι καί νέκρωσι πρό τής νεκρώσεως. Τότε ασφαλώς, ούτε οι έπαινοι, μά ούτε καί οι ψόγοι τών ανθρώπων, θά μάς αλλοιώνουν, καθώς δέν αλλοιώνουν αυτούς πού βρίσκονται στό μνήμα!...

2. Είναι αλήθεια, αγαπητοί μου, ότι τά επίγεια χρόνια τού ανθρώπου, αποκτούν ένα ανυπολόγιστο βάρος, όχι τόσο από τόν αριθμό τους, όσο από τήν ποιοτική αξιοποίησί τους εκ μέρους τού ανθρώπου. Διότι λέγει η Θεία μας Γραφή: «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. 4,13). Έτσι, τό πρόβλημα τού ανθρώπου είναι, εάν καί κατά πόσον τό πέρασμά του από τήν παρούσα τού κόσμου σκηνή, θά αφήση ίχνη φωτεινά, ευεργετικά καί μόνιμα καί επομένως αλησμόνητα, ή θά αφήση ίχνη πού γρήγορα θά σβήσουν καί θά χαθούν, χωρίς νά προκαλέσουν κανενός τήν προσοχή. Άν είναι βήματα ανθρώπου σέ κάποια αμμουδιά, πού πρός στιγμήν, αφήνει τά αποτυπώματά του, αλλά γρήγορα τό κύμα τά εξαφανίζει, ή θά είναι σάν αυτόν, πού θέλοντας νά αφήση πίσω του κάτι μόνιμο καί στερεό, κτίζει τό σπήτι του (τό έργο του) «επί τήν πέτραν» πού είναι ο Χριστός. Οπότε «εάν καταβή η βροχή καί έλθουν οι ποταμοί καί πνεύσουν οι άνεμοι καί προσπέσουν τή οικία εκείνη» η οικία (τό έργον) θά μείνη ασάλευτη «τεθεμελίωτο γάρ επί τήν Πέτραν» όπως βεβαιώνει ο Κύριος (Ματθ. 7, 26).

3. Τόν Οκτώβριο τού 1960, νέος, 32 ετών, πατούσα τό πόδι μου στήν πανέμορφη πόλη σας τήν Ναύπακτο (Έπαχτο), ως ιεροκήρυξ τής ενιαίας τότε Μητροπόλεως Ναυπακτίας καί Ευρυτανίας, επί τού αειμνήστου Μητροπολίτου Δαμασκηνού, τού Κοτζιά. Τήν πρώτη Κυριακή τού Νοεμβρίου 1960 ελειτούργησα γιά πρώτη φορά στόν Μητροπολιτικό ναό τού Αγίου Δημητρίου, όπου, μετά από προσφώνησι τού Μητροπολίτου, έλαβα τόν λόγο καί είπα: «Δοξάζω σήμερα εν ευχαριστία πολλή τόν Κύριο, διότι ωδήγησε τά βήματά μου πλησίον ενός διακεκριμένου καί εναρέτου Ιεράρχου καί ενός λαού μέ πολλές στερήσεις, αλλά καί μέ πολλά χαρίσματα. Τήν ιερά καί συγκινητική αυτή στιγμή -συνέχισα- ενώπιον τού Θεού καί τού Μητροπολίτου μας, διαβεβαιώνω όλους σας, ότι θά προσφέρω όλες μου τίς δυνάμεις γιά τόν ευαγγελισμό αυτού τού λαού καί προπαντός τής φερέλπιδος ναυπακτιακής νεολαίας». Δέν ξέρω, άν στήν 8ετία πού παρέμεινα εδώ εξεπλήρωσα τήν υπόσχεσί μου. Εκείνο πού ξέρω, είναι ότι η Ναύπακτος έγινε έκτοτε η δεύτερη μεγάλη καί πονεμένη αγάπη τής ιεραποστολικής μου ζωής. Δεύτερη τήν ονομάζω, επειδή είχε προηγηθή τό Ναύπλιον, όπου διηκόνησα επί 5ετίαν. Πονεμένη δέ τήν χαρακτηρίζω, γιατί ο πόνος, πού τήν αποχωρίσθηκα ήταν τόσο μεγάλος ώστε δέν λέει ακόμη νά γιατρευθή.

4. Οι πρώτες ημέρες τής εγκαταστάσεώς μου εδώ πέρασαν βαριές. Έννοιωθα νά σφίγγεται η καρδιά μου, γιατί αισθανόμουν τήν μοναξιά εκείνου, πού πάει σ’ ένα πολύ μακρυνό τόπο, σ’ έναν άλλο λαό, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Εθυμόμουν τόν Παύλο πού έγραφε πρός τούς Κορινθίους: «Καί εγώ εν ασθενεία καί εν φόβω καί εν τρόμω πολλώ εγενόμην πρός υμάς» (Α’ Κορ. 2,3). Όμως οι πρωτόγνωρες, άν καί τότε λίγο πρωτόγονες, ομορφιές τής πόλεώς σας, αργότερα μέ αποζημίωσαν αρκετά.

Η αμφιθεατρική θέσις τής πόλεως, τό εντυπωσιακό καί ηρωϊκό της κάστρο, τό οχυρό της λιμανάκι, τό άφθονο πράσινο καί τά κρύα της νερά, μού έταζαν μιά ευχάριστη διαμονή.

Όταν ανέβηκα γιά πρώτη φορά στό Κάστρο τά έχασα!!! Η πόλις ολόκληρη μπροστά μου σάν πιάτο ήταν ένα χάρμα οφθαλμών! Δέν χόρταινα νά τήν βλέπω!!!

Από τήν πρώτη δέ στιγμή κατάλαβα, ότι ο λαός πού κατοικεί σ’ αυτόν τόν τόπο, είναι πάμπτωχος καί στερημένος. Όμως μέ τόν καιρό, συνειδητοποίησα ότι πίσω από αυτήν τήν φτώχεια καί μιζέρια του, κρυβόταν ένας υπέροχος, ηρωϊκός καί συναισθηματικός λαός, ο ρουμελιώτικος λαός. Ένας λαός πού έβγαλε, μεταξύ άλλων, καί ένα Τζαβέλα, ένα Μπότσαρη, ένα Φαρμάκη, ένα νεαρό πυρπολητή Ανεμογιάννη, ένα Μακρυγιάννη, έναν άγιο Κοσμά Αιτωλό καί τόσους άλλους σπουδαίους άνδρας. Ένας λαός, πού διέθετε σπάνια ψυχική ευγένεια, πού ήταν πρόθυμος νά μοιρασθή μαζί σου, ακόμη καί τό ξεροκόμματο τής μπομπότας του. (Πόσες φορές έβλεπα στήν πόρτα μου κρεμασμένα δοχεία μέ φαγητό καί γλυκίσματα, από αγνώστους…). Γιαυτό καί εγώ τόν αγάπησα πολύ αυτό τόν λαό, τόν αγκάλισα καί τόν έκανα δικό μου. Καί τού προσέφερα εκθύμως ολόκληρο τόν εαυτόν μου.

Τόν διηκόνησα στήν τετράκτινη (τετραπλή) ήτοι σταυρική διακονία: τού θυσιαστηρίου, τού άμβωνος, τού εξομολογητηρίου καί τής, διά πεζοπορίας ή ζωοκαβαλαρίας, επισκέψεως, τής εγκαταλελειμμένης τότε υπαίθρου της, «τόπον εκ τόπου συνεχώς διαμείβων» καί πλανώμενος «εν όρεσι καί σπηλαίοις καί ταίς οπαίς τής γής», «εν κόπω καί μόχθω, εν κινδύνοις, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ καί δίψει», «διά δόξης καί ατιμίας, διά δυσφημίας καί ευφημίας» κλπ. καθώς λέγει καί ο Παύλος (Β’ Κορ. 6, 8).

Ταύτα δέ πάντα μέ απόλυτα εκκλησιολογικό καί επισκοποκεντρικό πνεύμα, «μή πράττων ουδέν, δίχα γνώμης τού οικείου Επισκόπου» αλλ’ υπακούων αυτώ, ως τώ Σωτήρι ημών Ιησού Χριστώ. Κυρίως όμως χωρίς νά μέ εγκαταλείπη, ουδ’ επί στιγμήν, η συναίσθησις ότι: «αχρείοι δούλοι εσμέν καί ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17, 10) ίσως «καί ολιγώτερον τούτου»!

5. Έτσι, αγαπητοί μου, πέρασαν οκτώ ολόκληρα χρόνια. Καί ήλθε η αποφράς ημέρα τής αναχωρήσεώς μου. Αλλά θά ερωτήση ίσως κανείς: Γιατί έφυγα; Τό ερώτημα, παραμένοντας πάντοτε ανοικτό, επιδέχεται ωστόσο πολλές απαντήσεις. Η ισχυρότερη ασφαλώς είναι: «έφταιξε η ιδική μου ανθρώπινη ανεπάρκεια καί ατέλεια. Καί έφυγα μέν εγώ, δέν έφυγε όμως η Ναύπακτος από τήν καρδιά μου. Τήν πήρα έκτοτε μαζί μου. Καί τήν κρατώ σφικτά εντός μου. Τήν έχω πάντα ζωντανή, εν τώ προσώπω δύο εκλεκτών γόνων της, τού Παν/τάτου Αρχιμ. π. Μαξίμου Κυρίτση, Ηγουμένου τής Ι. Μονής Οσίου Διονυσίου τού εν Ολύμπω (εκ Φροξυλιάς) καί τής οσιολογ/τάτης Καθηγουμένης τού Αγίου Αθανασίου Κολινδρού, Ειρήνης Ζορμπά (εκ τού Καταφυγίου) έτι δέ καί τού ετέρου Ναυπακτίου Ιερομονάχου π. Ρωμανού Αλεξόπουλου, αδελφού σήμερον τής Ι. Μονής Παρακλήτου, ως καί τού Καθηγ. Ιεράς Μονής Μακαριωτίσσης Λειβαδιάς Αρχιμ. Νικόδημον Ζαμπάρα εκ Μηλιάς Ναυπακτίας, οι οποίοι εργάζονται αόκνως στήν ξένη γή, γιά τήν δόξα τού Θεού καί τό μεγαλείον τού μοναχισμού. Αυτοί αποτελούν τούς πιό μεστούς καί χυμώδεις καρπούς τής 8ετούς διακονίας μου στήν πόλι σας. Παρήχθησαν ωστόσο, τόσον στόν εκκλησιαστικό, όσον καί στόν κοινωνικό σας αγρό, καί ένα σωρό άλλοι: κληρικοί, μοναχοί, διδάσκαλοι, καθηγηταί, επιστήμονες, ιατροί, άνδρες καί γυναίκες, καρποί τής ευλογημένης καί ηρωϊκής εκείνης περιόδου, πού αγωνίζονται τόν καλόν τής πίστεως αγώνα, καί πού τούς γεύεται καί τούς απολαμβάνει μέχρι σήμερα η Εκκλησία καί η κοινωνία τής Ναυπάκτου. Δόξα τώ Θεώ πάντων ένεκεν!!!

6. Σεβασμιώτατε Δέσποτά μου,

Προσφιλείς μου Ναυπάκτιοι.

Γνωρίζω ότι τά χρόνια μού σκεπάσανε ήδη τήν κεφαλή! Επί 57 τώρα χρόνια στέκω μέ τά όπλα τού Χριστού στό χέρι. «Όλη τήν μέρα πόλεμο τό βράδυ καραούλι»! Όμως αισθάνομαι ακόμη μάχιμος, παρά τώ πλευρώ τών Επισκόπων μας καί δή τού πεπνυμένου καί ακαμάτου Ποιμενάρχου μου, Σεβ/του Μητρ/λίτου Κίτρους, Κατερίνης καί Πλαταμώνος κ. Αγαθονίκου. Μέ τό χέρι στό αλέτρι τού Ευαγγελίου, επιθυμώ νά διαθέσω καί τήν τελευταία ικμάδα τής ζωής μου γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Εκκλησία μας.

Γιατί, είναι αλήθεια, ότι ο άνθρωπος γερνά όχι όταν δέν έχει απολαύσεις, αλλ’ όταν δέν έχει ελπίδες, οράματα καί αγώνες. Άλλωστε «τίποτε δέν είναι τόσο επονείδιστο, όπως είπε ο Σενέκας, γιά ένα ηλικιωμένο, όσο τό νά μήν έχη νά παρουσιάση σάν απόδειξι ότι έζησε, τίποτε άλλο, εκτός από τά χρόνια του»!

7. Κλείνοντας, παρακαλώ θερμά όλους σας, νά ευχηθήτε στόν Κύριο νά μού χαρίση «τόν υπόλοιπον χρόνον τής ζωής μου εν ειρήνη καί μετανοία εκτελέσαι» καί καλήν απολογίαν επί τού φοβερού βήματος τής Κρίσεώς Του!

Καί εγώ υπόσχομαι νά συνεχίσω νά αγαπώ καί νά προσεύχωμαι, μέ έμπονη καρδιά, γιά τήν Ναύπακτο, τόν καλόν καί περισπούδαστον Επίσκοπόν της, τά στελέχη καί τούς συνεργάτας του, καθώς καί γιά τόν καλό καί αλησμόνητο λαό της.

Κατ’ εξοχήν όμως, δέν θά παύσω νά τόν παρακαλώ γιά τήν εν Χριστώ ενότητά σας, εν τώ Επισκόπω. Θέλω δέ ακριβώς, η παρουσία μου ανάμεσά σας, νά θεωρηθή καί ως πρεσβεία καί ικεσία, υπέρ τής τών πάντων ενότητος. Γιά νά είσθε όλοι: Επίσκοπος, ιερείς, μοναχοί, άρχοντες καί φιλόχριστος λαός ένα συμπαγές καί θεοχαρίτωτο σώμα καί μία ψυχή, πρός δόξαν τού Τρισαγίου μας Θεού καί προκοπή αυτού τού θαυμασίου λαού!

Θά τελειώσω μέ εκείνα τά λόγια, πού μού ανέβηκαν στά χείλη, καθώς τό φέρυ-μπόουτ μέ απεμάκρυνε από τήν θέα τής Ναυπάκτου, τήν μελαγχολική εκείνη ημέρα τής αναχωρήσεώς μου: Ήταν τό κύκνειόν μου άσμα! «Χαίρε ώ Ναύπακτος, πού τόσες πίκρες καί χαρές εζήσαμε μαζί. Χαίρε γιά πάντα: "Ουκέτι σου τής τρυφής απολαύσω!" "Χριστέ μου κράτα τό φώς Σου αναμμένο γιά πάντα στόν τόπο αυτό"» Αμήν.

  • Προβολές: 1759

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance