Συνέντευξη στήν Ζωή Δενδραμή: «Ανθρώπων μνήμες: Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεος»

Συνέντευξη στήν δημοσιογράφο τού «Εμπρός» Ναυπάκτου Ζωή Δενδραμή

Όσα παιδιά γεννήθηκαν τήν δεκαετία τού '40, αναμφίβολα μεγάλωσαν έχοντας νά παλέψουν πιό σκληρά στήν ζωή τους, γιά νά κατακτήσουν ακόμα καί τά αυτονόητα γιά τήν επιβίωσή τους, αλλά καί νά εξασφαλίσουν μιά στοιχειώδη μόρφωση. Η φτώχια τούς στέρησε πολλά, τά έκανε όμως πιό δυναμικά, δημιουργικά, υπεύθυνα καί οπλισμένα μέ θάρρος καί ζήλο. Κατάφεραν νά κάνουν πολύ περισσότερα από ό,τι οι σημερινοί νέοι. Κάπως έτσι, μέ δυσκολίες, κόπους καί μέ τήν βοήθεια τού Θεού, κατάφερε νά υλοποιήση τά όνειρα καί τούς στόχους του ο Μητροπολίτης μας κ. κ. Ιερόθεος. Νιώθει ευλογημένος πού η Εκκλησία τόν ανέδειξε στόν βαθμό τού Επισκόπου, ως Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου, όπως νιώθουμε κι εμείς πού τόν έχουμε κοντά μας

1.Ερώτηση: Σεβασμιώτατε, διακονείτε πάνω από 15 χρόνια τήν Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου. Έχουμε γνωρίσει τό έργο σας καί θά θέλαμε νά γνωρίσουμε καί τήν διαδρομή σας, από τά παιδικά σας χρόνια.

Απάντηση: Ευχαριστώ γιά τήν συνέντευξη καί απ' ό,τι κατάλαβα από τόν τρόπο πού παίρνετε αυτές τίς συνεντεύξεις, θέλετε νά σάς πώ ενθυμήσεις από τήν ζωή μου. Τό αποδέχομαι. Λοιπόν, γεννήθηκα στά Γιάννενα από γονείς πού είχαν μεγάλη σχέση μέ τήν Εκκλησία. Ο πατέρας μου ήταν πολεμιστής καί τραυματίας τού πολέμου τού 1940, μάς διηγόταν πολλά περιστατικά από τήν περίοδο εκείνη. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν στήν Γερμανοϊταλική Κατοχή καί έκαναν τέσσερα παιδιά, πού μάς μεγάλωσαν μέ πολλές οικονομικές δυσκολίες. Εκείνα τά χρόνια οικογένειες μέ τέσσερα παιδιά δέν εθεωρούντο πολύτεκνες. Ο πατέρας μου εργάσθηκε ως εμποροϋπάλληλος καί ως θυρωρός καί νυκτοφύλακας στό νοσοκομείο τής πόλεως, «Χατζηκώστα». Παππούδες δέν γνώρισα, αλλά γνώρισα τίς δύο γιαγιάδες, οι οποίες μάς έδειχναν πολύ μεγάλη αγάπη. Η μία από αυτές έμενε γιά μεγάλο χρονικό διάστημα στό σπίτι μας καί έχω πολλές αναμνήσεις από τήν ζωή της καί τήν αγάπη της.

Συνέντευξη στήν Ζωή Δενδραμή: «Ανθρώπων μνήμες: Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεος»Μεγάλωσα σέ μιά περίοδο στήν οποία έπαιζε μεγάλο ρόλο η γειτονιά. Κάθε απόγευμα έσφυζε η γειτονιά από νεανική ζωή. Τά κυριότερα παιχνίδια ήταν τό κρυφτό, η γουρούνα, η σκλέντζα, οι μπίλιες, η μακρυά γαϊδούρα, τά κότσια, τό λουρί, τό ποδόσφαιρο. Πολύ διασκεδάζαμε μέ τίς τζιαμάλες, δηλαδή τίς μεγάλες φωτιές πού ανάβαμε τίς αποκριές καί έπρεπε μετά τά Χριστούγεννα νά συγκεντρώνουμε ξύλα, παλιές ρόδες αυτοκινήτων καί καμμένα λάδια από τά συνεργεία, κυρίως τής ΜΟΜΑ. Μέχρι τά δεκαπέντε μου χρόνια μεγάλωσα στήν ίδια περιοχή τών Ιωαννίνων, δηλαδή στά Λακώματα, τόν Αηδόν-μαχαλά καί τήν Κιάφα.

Γενικά τά παιδικά μου χρόνια ήταν ευχάριστα καί παίζαμε όλα τά παιδιά μέ αθωότητα. Επίσης, είχαμε κέντρο τόν Ιερό Ναό τής Αγίας Μαρίνης, όπου εκκλησιαζόμασταν κάθε Κυριακή, βοηθούσαμε στήν καθαριότητα τού Ναού, σχηματίζαμε δυό παιδικές χορωδίες, μία γιά κάθε αναλόγιο (δεξιό-αριστερό) καί συναγωνιζόμασταν ποιά χορωδία θά ψάλη καλύτερα. Ήταν χρόνια φτωχικά, αλλά πλούσια σέ παράδοση. Από τά παιδικά μου χρόνια θυμάμαι έντονα τόν γανωτή πού γάνωνε τά μαχαιροπήρουνα, τόν ομπρελά πού διόρθωνε τίς ομπρέλες, τόν παγωτατζή, τίς άμαξες πού ήταν τό ταξί τής εποχής κλπ. Γενικά, τότε υπήρχαν επαγγέλματα πού σήμερα πιά εξαφανίσθηκαν.

2.Ερώτηση: Σάν μαθητής ήσασταν επιμελής; Κάνατε ποτέ κάποια αταξία; Πώς ήταν τότε οι συνθήκες;

Απάντηση: Τό Δημοτικό Σχολείο καί τίς δυό πρώτες γυμνασιακές τάξεις τίς τελείωσα στά Γιάννενα, αλλά από τήν Γ' Τάξη μέχρι τήν Στ' Τάξη τού εξαταξίου Γυμνασίου φοίτησα στό Αγρίνιο, διαμένοντας σέ ένα χριστιανικό οικοτροφείο.

Στά Γιάννενα οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες, αφού τότε ήταν ο εμφύλιος πόλεμος καί τά μετά από αυτόν. Στό σπίτι μας δέν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα καί διαβάζαμε μέ τίς λάμπες. Δέν είχαμε θέρμανση, αλλά ένα μικρό μαγκάλι. Πώς νά ζεσταθή τό σπίτι; Όλα τά αδέλφια διαβάζαμε στό δωμάτιο τής κουζίνας, δίπλα στό μαγκάλι. Τόν χειμώνα φορούσαμε γαλότσες καί όταν έβρεχε φορούσαμε μουσαμάδες. Τά χέρια μας πάγωναν από τό κρύο καί δέν μπορούσαμε νά γράψουμε. Δύσκολα χρόνια. Στό Γυμνάσιο φορούσαμε τό γνωστό πηλήκιο, πάνω στό οποίο ήταν γραμμένος ο αριθμός μητρώου μας καί τά αρχικά τού Γυμνασίου καί ήμασταν υποχρεωμένοι νά τό φορούμε πάντοτε, ακόμη καί τίς Κυριακές.

Ήμουν επιμελής μαθητής, διάβαζα πολλές ώρες, σέ σημείο πού η μητέρα μου μέ παρακινούσε νά βγαίνω έξω από τό σπίτι γιά νά παίρνω λίγο αέρα. Οι καθηγητές τότε δέν έβαζαν βαθμούς μεγάλους. Η καθημερινή εξέταση από μερικούς καθηγητές ήταν τρομακτική, προκαλούσε φόβο. Αγαπούσα όλα τά μαθήματα, περισσότερο, όμως, τά θρησκευτικά καί τήν ευρωπαϊκή μουσική. Οι εκδρομές συνήθως ήταν μόνον μία ημέρα καί πηγαίναμε σέ πράσινους χώρους κοντά στό σχολείο γιά παιχνίδι. Στήν δεκαετία τού '50 στό σχολείο μάς έδιναν καί πρωϊνό, δηλαδή γάλα, τυρί, γιατί υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Ιδιαίτερες αταξίες δέν θυμάμαι νά είχα κάνει. Τό καλοκαίρι ο Οργανισμός Πρόνοιας διοργάνωνε Κατασκηνώσεις στά Ζαγοροχώρια, όπου μάς έδιναν πολύ φαγητό, ώστε νά μήν πάθουμε αδενοπάθεια ή φυματίωση, πού τότε θέριζε.

Στό σπίτι βοηθούσαμε τήν μητέρα μας σέ διάφορες δουλειές, κάναμε ψώνια, πηγαίναμε τό φαγητό καί τό ψωμί στόν φούρνο, μεταφέραμε πάγο από τά παγοπωλεία γιά τό ψυγείο κλπ. Όταν ήμουν στό οικοτροφείο τού Αγρινίου πολλές φορές μαγειρεύαμε, πλέναμε τά πιάτα, καθαρίζαμε τά δωμάτια, κλπ.
Κάθε καλοκαίρι εργαζόμουν κάπου γιά νά εξοικονομώ ένα ποσόν χρημάτων γιά νά αγοράσω τά βιβλία καί τά χαρτικά τής χρονιάς. Έτσι δούλεψα σέ πεταλωτήριο, σέ χρυσοχοείο, σέ εργοστάσιο καπλαμάδων, στά καπνά κλπ. Σπάνια οι μαθητές αγοράζαμε καινούριο βιβλίο, ούτε, βέβαια, μάς έδινε τό Κράτος, αλλά τά αγοράζαμε σέ πολύ χαμηλή τιμή από τούς μαθητές τής προηγούμενης τάξης. Τίς πρώτες ημέρες στήν έναρξη κάθε χρονιάς η αυλή τού Γυμνασίου μετατρεπόταν σέ παζάρι βιβλίων, αφού πωλούσαμε τά δικά μας βιβλία σέ άλλα παιδιά καί αγοράζαμε άλλα από μεγαλύτερους. Η τιμή τών βιβλίων καθοριζόταν από τό εάν καί κατά πόσο ήταν εφθαρμένα ή μουντζουρωμένα. Δύσκολα χρόνια, αλλά ήταν γεμάτα ζωντάνια καί δημιουργικότητα.

3.Ερώτηση: Μιλήστε μας γιά τίς σπουδές σας, γιά τά φοιτητικά σας χρόνια καί γιά τό πότε πήρατε απόφαση νά ακολουθήσετε τόν δρόμο τής Ιερωσύνης. Υπήρχαν αντιδράσεις από τήν οικογένειά σας; Άν ναί, πώς τό αντιμετωπίσατε;

Απάντηση: Τελείωσα τό εξατάξιο Γυμνάσιο χωρίς νά κάνω ούτε μιά ώρα φροντιστήριο. Άλλωστε τότε σπάνιζαν τά παιδιά πού έκαναν φροντιστηριακά μαθήματα, μόνον τά πιό πλούσια είχαν αυτήν τήν δυνατότητα. Μέ τίς Πανελλήνιες εξετάσεις πέρασα στήν Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων πού άρχισε τήν λειτουργία της τότε γιά πρώτη χρονιά. Επειδή, όμως, μού δόθηκε η ευκαιρία, γράφτηκα στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης πού μού άρεσε πολύ. Τά φοιτητικά χρόνια ήταν δύσκολα, ήταν η περίοδος μεταξύ 1964-'68. Έτσι, έζησα στήν Θεσσαλονίκη τά συλλαλητήρια γιά τήν αποστασία τού '65, αλλά καί τήν δικτατορία τό 1967-'68. Μέσα στά Πανεπιστήμια γίνονταν πολλές αναστατώσεις καί πολλές συζητήσεις γύρω από τά θέματα τής δημοκρατίας.

Συνέντευξη στήν Ζωή Δενδραμή: «Ανθρώπων μνήμες: Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ.κ. Ιερόθεος»Η επιλογή νά γίνω Κληρικός ήταν μέσα μου από τήν μικρή μου ηλικία, αλλά εξελίχθηκε από διάφορες εξωτερικές αφορμές, δηλαδή τήν πρόσκληση τήν οποία μού έκανε ο Σεβ. Μητροπολίτης Εδέσσης κυρός Καλλίνικος, ο οποίος καταγόταν από τά Σιταράλωνα τού Θέρμου καί τόν είχα γνωρίσει στό Αγρίνιο, όταν εκείνος ήταν Πρωτοσύγκελλος τής Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλοακαρκανίας. Δέν υπήρξαν αντιδράσεις από τό σπίτι μου γιά τήν επιλογή μου αυτή, αντίθετα μάλιστα χάρηκαν πολύ καί καμάρωναν. Διάκονος χειροτονήθηκα τό 1971 καί Πρεσβύτερος τό 1972. Υπηρέτησα ως Ιεροκήρυξ στήν Μητρόπολη Εδέσσης καί περιόδευα όλα τά ορεινά χωριά στά σύνορα.

4.Ερώτηση: Γιά νά φθάσετε στήν θέση πού βρίσκεσθε σήμερα, είχατε οικονομική βοήθεια από τήν οικογένειά σας;

Απάντηση: Οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, μάς αγαπούσαν πραγματικά καί θυσιάζονταν γιά μάς. Φρόντιζαν νά μή στερούμαστε από κάτι, καίτοι ήταν πτωχοί. Συγχρόνως τό σπίτι μας ήταν κέντρο όλων τών συγγενών, πού έμεναν στά γύρω χωριά καί έρχονταν στά Γιάννενα γιά νά ψωνίσουν. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς μου μάς μετέδωσαν τήν μεγάλη αξία τής φιλοξενίας. Ως πτωχοί πού ήταν δέν μπορούσαν νά μέ σπουδάσουν. Έτσι χάρηκαν όταν επέτυχα στήν Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων, γιατί θά έμενα στό σπίτι χωρίς έξοδα, αλλά στενοχωρήθηκαν όταν επέμενα νά σπουδάσω στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, γιατί δέν θά μπορούσαν νά μέ βοηθήσουν οικονομικά άν έφευγα από τά Γιάννενα.

Παρά ταύτα σπούδασα χωρίς καμμιά οικονομική βοήθεια από τό σπίτι μου, επειδή οι γονείς μου δέν είχαν νά μού δώσουν, παρά τήν αγάπη τους. Μέ τήν σκληρή μελέτη έλαβα εσωτερική υποτροφία από τό Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών καί συγχρόνως εξοικονομούσα ένα χρηματικό ποσό από τήν εργασία πού έκανα στό οικοτροφείο πού έμενα καί στό Πανεπιστήμιο. Έτσι είχα ικανοποιητικό εισόδημα γιά νά σπουδάζω καί νά βοηθώ καί τό σπίτι μου, αφού αγόρασα ψυγείο, πλυντήριο κλπ. στήν μητέρα μου καί βοήθησα τήν αδελφή μου γιά νά ετοιμάση τήν προίκα της. Μέ ευγνωμοσύνη θυμάμαι ότι στό πρώτο έτος, πού ήταν πράγματι δύσκολο από οικονομικής πλευράς, μέ βοήθησε οικονομικά, χωρίς νά φαίνεται ο ίδιος, ο Πνευματικός μου Πατέρας π. Σεβαστιανός, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως καί Κονίτσης.

5.Ερώτηση: Εάν δέν ήσασταν Επίσκοπος, ποιά άλλη διαδρομή θά ακολουθούσατε;

Απάντηση: Όταν σπούδαζα στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί επισκεπτόμουν τό Άγιον Όρος τήν δεκαετία τού '60 ξεκαθάρισε μέσα μου η απόφαση νά γίνω Κληρικός. Εάν δέν γινόμουν Κληρικός, μάλλον θά ακολουθούσα ακαδημαϊκή εξέλιξη, αφού ήμουν από τούς πρώτους φοιτητές καί είχα πολλές προτάσεις από τούς Καθηγητές γιά νά σπουδάσω στό εξωτερικό καί νά εκπονήσω διατριβή. Όμως επέλεξα τήν Ιερωσύνη. Δέν τό μετάνιωσα ποτέ, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη στόν Θεό, γιατί μέ βοήθησε νά εκπληρώσω τόν στόχο καί μέ ικανοποιεί παρά πολύ αυτό τό έργο πού κάνω. Οι γονείς μου χάρηκαν πολύ γιά τήν επιλογή μου αυτή, τό είχαν καμάρι, καθώς επίσης τό χάρηκαν καί τά αδέλφια μου.

6.Ερώτηση: Στήν διαδρομή τής διακονίας σας, ποιά ήταν τά πιό σημαντικά πρόσωπα, κατά εσάς, πού συναντήσατε;

Απάντηση: Συνάντησα πολλά πρόσωπα πού έπαιξαν σημαντικό ρόλο στήν ζωή μου. Ευεργετήθηκα πάρα πολύ από τόν Θεό. Οφείλω παρά πολλά στούς γονείς μου πού μάς ανέθρεψαν μέ αγάπη, στοργή, θυσία καί μέ εκκλησιαστικές παραδόσεις. Ήταν πραγματικά υπόδειγμα γονέων. Επίσης, οφείλω πολλά στήν θεία μου Παρασκευή, η οποία ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένη στό έργο τής αγάπης στά Γιάννενα, τό Αγρίνιο καί τήν Αθήνα καί μέ αγαπούσε πολύ.
Ακόμη, μέ βοήθησαν πολύ οι Πνευματικοί μου Πατέρες, όπως ο π. Βενέδικτος Πετράκης, Ιεροκήρυξ Αγρινίου, ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής καί Κονίτσης Σεβαστιανός, ο κ. Ηλίας Ξένος, μετέπειτα Ιερομόναχος στό Άγιον Όρος π. Σπυρίδων Νεοσκητιώτης, ο Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, διάφοροι σπουδαίοι Αγιορείται Πατέρες, όπως ο π. Γαβριήλ Διονυσιάτης, ο Ναυπάκτιος π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, ο π. Παΐσιος, ο π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, ο π. Εφραίμ Φιλοθεΐτης, ο π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, οι Δανιηλαίοι Πατέρες, ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ κ.ά.

Ακόμη, ωφελήθηκα πολύ από πολλούς φίλους, μέ πολλούς δέ από αυτούς συνδέομαι ακόμη πνευματικά, από ανθρώπους τού λαού πού κρατούν τήν λαϊκή ευσέβεια, από τά πνευματικά μου παιδιά πού μού έδειξαν εμπιστοσύνη καί μέ αγαπούν πραγματικά. Δέν υπάρχει τέλος στόν κατάλογο τών ευεργετών μου, τούς οποίους, βέβαια, μνημονεύω σέ κάθε θεία Λειτουργία πού κάνω καί θυμάμαι μέ πολλή συγκίνηση διάφορα περιστατικά. Γιά πολλούς από αυτούς έχω γράψει σχετικά σέ διάφορα κείμενά μου.

7. Ερώτηση: Πότε γράψατε τό πρώτο σας βιβλίο καί πόσα έχετε κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα; Σέ πόσες γλώσσες έχουν μεταφρασθή;

Απάντηση: Τό πρώτο βιβλίο τό έγραψα τό 1977 σέ ηλικία 32 χρονών καί κυκλοφόρησε τό 1978 μέ τίτλο «Μιά βραδυά στήν έρημο τού Αγίου Όρους». Επισκεπτόμουν πολύ συχνά τό Άγιον Όρος, συζητούσα μέ ερημίτες Πατέρες, τών οποίων ο λόγος μέ εντυπωσίαζε καί ένα τμήμα αυτής τής συζητήσεως κατέγραψα στό βιβλίο αυτό. Δέν είχα σκοπό νά γράψω βιβλία, αλλά αυτό έγινε επειδή αισθάνθηκα έκπληξη από τήν ζωή καί τήν προσωπικότητα τών μοναχών πού ζούσαν στήν έρημο τού Αγίου Όρους. Περπατούσα ώρες ολόκληρες γιά νά τούς συναντήσω, συμμετείχα σέ αγρυπνίες καί ωφελήθηκα πολύ από τήν ζωή τους. Πολλοί λένε ότι αυτό τό βιβλίο είναι ο πυρήνας όλων τών άλλων βιβλίων πού έγραψα.

Συνολικά ο αριθμός τών βιβλίων πού κυκλοφόρησαν στήν ελληνική γλώσσα ανέρχεται στά 77. Χωρίς νά τό επιδιώξω μεταφράσθηκαν 64 βιβλία σέ 21 ξένες γλώσσες. Οι περισσότερες μεταφράσεις έγιναν άνευ γνώσεώς μου από τούς ίδιους τούς μεταφραστές, οι οποίοι στό τέλος ζήτησαν τήν άδεια νά τά εκδώσουν. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπως η έκδοση ενός βιβλίου στήν αραβική γλώσσα, πού έγινε χωρίς άδεια, καί βρήκα τό βιβλίο τυπωμένο στά αραβικά όταν πήγα στόν Λίβανο. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίον μέ καλούν σέ διάφορα Κράτη νά δώσω ομιλίες σχετικά μέ τό περιεχόμενο τών βιβλίων. Φαίνεται ότι τά βιβλία αυτά έχουν ένα πανανθρώπινο μήνυμα, πού ελκύει τούς ανθρώπους. Έτσι, άν στά βιβλία πού εκδόθηκαν σέ όλες τίς γλώσσες προστεθούν καί τά ανάτυπα, τότε όλα ανέρχονται στόν αριθμό 255. Τό θεωρώ ευλογία τού Θεού αυτό τό έργο, διότι έτσι δίδεται η δυνατότητα νά ωφελούνται άνθρωποι σέ όλο τόν κόσμο.

8. Ερώτηση: Ποιές είναι οι μεγαλύτερες επιτεύξεις σας ως Μητροπολίτης;

Απάντηση: Αυτό δέν μπορώ νά τό κρίνω εγώ, αλλά είναι θέμα δικό σας καί τών ανθρώπων πού βλέπουν τό έργο πού γίνεται μέσα στήν Εκκλησία καί τήν κοινωνία. Εγώ θά μπορούσα νά πώ ποιές ήταν από τήν αρχή οι επιδιώξεις μου, ποιός ήταν ο σκοπός μου. Βασικά, ήθελα νά παρουσιάσω τήν ουσία τής Ορθοδόξου Παραδόσεως, όπως εφαρμόζεται στήν πράξη καί όχι στήν θεωρία, νά διδάξω ότι η Εκκλησία είναι η ευρύτερη οικογένειά μας καί τό πνευματικό νοσοκομείο πού μάς θεραπεύει. Μέσα στό πλαίσιο αυτό διοργανώθηκαν οι Ενορίες, ως κέντρα πνευματικής ζωής, μέ τίς ιερές Ακολουθίες καί τήν φιλανθρωπική δράση. Επίσης, έδωσα μεγάλη σημασία στήν καλή λειτουργία τών Ιδρυμάτων-Κληροδοτημάτων, ώστε νά βοηθήσουν όσο είναι δυνατόν τούς ανθρώπους μέσα στήν κοινωνία μας. Θά χαρώ πολύ όταν ολοκληρωθή τό Γηροκομείο. Η εφημερίδα τής Μητροπόλεώς μας «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» δείχνει κάθε μήνα μερικές πτυχές τού έργου.

9. Ερώτηση: Γενικά, είσαστε ευχαριστημένος από τό Ποίμνιό σας;

Απάντηση: Επειδή αγαπώ τήν Ρωμηοσύνη, μέ όλη τήν σημασία τής λέξεως, ως μιά ιδιαίτερη παράδοση, γι' αυτό καί χαίρομαι πού είμαι Μητροπολίτης στήν Ρούμελη καί συγκεκριμένα στήν Ναύπακτο. Γνώρισα τήν Αιτωλοακαρνανία από μαθητής Γυμνασίου, όπως σάς είπα, όταν ήμουν στό Αγρίνιο καί είχα συμμαθητές καί φίλους από τήν Ορεινή Ναυπακτία καί αισθάνομαι ως Αιτωλοακαρνάν, τώρα δέ Ναυπάκτιος. Από τότε αγάπησα τόν χαρακτήρα τών Ρουμελιωτών καί, βέβαια, άκουγα γιά τήν όμορφη Ναύπακτο. Περνούσα πολλές φορές από τήν Ναύπακτο, όταν ταξίδευα από τήν Αθήνα στά Γιάννενα ή από τήν Λεβαδειά στά Γιάννενα, αλλά δέν μού είχε δοθή ευκαιρία νά επισκεφθώ όλες τίς ομορφιές τής Ναυπάκτου καί τής Ορεινής Ναυπακτίας. Δοξάζω τόν Θεό γιατί η Εκκλησία μέ ανέδειξε στόν βαθμό τού Επισκόπου καί μέ κατέστησε Μητροπολίτη σέ αυτήν τήν ιστορική Μητρόπολη, τής οποίας Επίσκοποι ήταν μέλη σέ Οικουμενικές Συνόδους καί η Μητρόπολη Ναυπάκτου επεκτεινόταν μέχρι τήν Χιμάρα.

Τό ότι είμαι ευχαριστημένος από τήν παρουσία μου στήν Ιερά αυτή Μητρόπολη φαίνεται από τό ότι αρνήθηκα επανειλημμένως προτάσεις νά μετατεθώ σέ άλλες μεγάλες Μητροπόλεις καί, βεβαίως, δέν έχω καμμία επιθυμία μεταθέσεως. Εδώ στήν Ναύπακτο συνάντησα πολλούς καλούς ανθρώπους, πού έχουν αγάπη στόν Θεό καί τήν Εκκλησία, απέκτησα καλούς συνεργάτες, Κληρικούς καί λαϊκούς, οι οποίοι προσφέρονται νά βοηθήσουν σέ ό,τι τούς ζητήσω. Βεβαίως καί υπάρχουν προβλήματα, όπως άλλωστε γίνεται παντού, αλλά εκείνο πού καθορίζει τήν πνευματική καί κοινωνική υγεία, δέν είναι τά προβλήματα καί οι προβληματικοί άρρωστοι άνθρωποι, αλλά οι υγιείς πνευματικά άνθρωποι καί οι σχέσεις μεταξύ τών ανθρώπων πού αντέχουν στόν χρόνο, αφού δέν στηρίζονται σέ συμφέροντα οικονομικά καί ψυχολογικά. Είναι δέ γνωστόν ότι οι λίγοι άρρωστοι άνθρωποι δημιουργούν θόρυβο, αλλά οι περισσότεροι υγιείς άνθρωποι αποτελούν τούς υγιείς αδένες τού σώματος τής κοινωνίας, πού βοηθούν στήν ομοιοστασία τής κοινωνίας καί τήν διατήρηση τού ιστού της.

Πρέπει δέ νά σάς συγχαρώ γιά τό έργο πού κάνετε καταγράφοντας τίς «μνήμες τών ανθρώπων», τίς οποίες διαβάζω ανελλιπώς καί χαίρομαι, γιατί βλέπω κρυμμένα διαμάντια καί μεγάλους θησαυρούς πού ζούν δίπλα μας. Αυτοί οι άνθρωποι μεγάλωσαν μέ φτώχεια, αλλά μέ αξιοπρέπεια, καί μέ τήν ζωή τους ελέγχουν μερικούς άλλους πού είναι πάντοτε στό προσκήνιο, αλλά είναι κούφιοι πνευματικά καί πολιτιστικά.