Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ὁσιομάρτυς Νικόδημος ὁ νέος, 11 Ἰουλίου

275 06Ὁ ἅγιος ὁσιομάρτυς Νικόδημος ὁ νέος καταγόταν ἀπό τό Ἀλμπασάνι τῆς Ἀλβανίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καί ἀπό μικρό τόν ἔμαθαν νά ἀγαπᾶ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ὅταν ἀνδρώθηκε, νυμφεύθηκε καί ἀπέκτησε παιδιά, πόσα ἀκριβῶς δέν ἀναφέρεται στό Συναξάριο. Ἡ συναναστροφή του, ὅμως, μέ μουσουλμάνους, χωρίς τήν ἀπαραίτητη προσοχή ἐκ μέρους του, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά παρασυρθῆ ἀπό αὐτούς καί νά ἀρνηθῆ τήν πίστη του. Μάλιστα, ἄσκησε βία στά παιδιά του καί τά ὑποχρέωσε νά γίνουν μουσουλμάνοι. Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα παιδιά του, ὅμως, προκειμένου νά ἀποφύγη τόν βίαιο ἐξισλαμισμό, ἔφυγε καί πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος. Τότε, ὀργισμένος, ἄρχισε νά ψάχνη παντοῦ καί, ὅταν ἔμαθε ποῦ βρίσκεται ὁ υἱός του, ἔτρεξε ἀμέσως νά τόν βρῆ καί νά τόν γυρίση πίσω μέ τήν βία. Στό Ἅγιον Ὄρος, ὅμως, ἔγινε τό θαῦμα καί ἦλθε σέ συναίσθηση. Κατάλαβε τό λάθος του, μετανόησε εἰλικρινά, καί ἔκλαιγε μέ καυτά δάκρυα ζητώντας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἐνῶ ζοῦσε ἐκεῖ μέ βαθειά μετάνοια, προσευχή καί νηστεία, ἄκουσε μιά μέρα μοναχούς νά συζητοῦν καί νά λένε ὅτι, ὅποιος ἀρνηθῆ τόν Χριστό μπροστά στούς ἀνθρώπους, εἶναι πρός τό συμφέρον του νά Τόν ὁμολογήση πάλι μπροστά στούς ἀνθρώπους. Τότε γεννήθηκε μέσα του ἡ ἐπιθυμία νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό. Ἤθελε, ὅμως, νά ζητήση τήν συμβουλή σοφοῦ Γέροντα καί νά λάβη τήν εὐχή του, καί ἐπειδή εἶχε ἀκούσει γιά τόν ὅσιο Ἀκάκιο τόν Καυσοκαλυβίτη, γι’ αὐτό πῆγε καί τόν βρῆκε.

Ὁ Ὅσιος τόν δέχθηκε μέ πολλή ἀγάπη καί ἀφοῦ τόν παρηγόρησε, ἀποσύρθηκε λίγο γιά νά προσευχηθῆ. Ὅταν γύρισε, ὅλοι ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ εἶδαν τό πρόσωπό του νά λάμπη. Κατόπιν ὁ Ὅσιος γύρισε στόν Νικόδημο καί τοῦ εἶπε ἕναν λόγο μυστικό καί τότε εἶδαν τό φῶς ἐκεῖνο νά φεύγη ἀπό τόν Ὅσιο καί νά πηγαίνη στόν Νικόδημο. Μετά ἀπό λίγο χρονικό διάστημα ὁ Ὅσιος ἔδωσε στόν Νικόδημο μαζί μέ τήν εὐλογία του καί μία ράβδο στά χέρια του, λέγοντάς του: «Πήγαινε μέ αὐτήν τήν ράβδο μπροστά στόν πασᾶ, καί μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ θά τελειώσης καλῶς τό μαρτύριο». Καί ἐνῶ πορευόταν πρός τό μαρτύριο, καί ὅσο βρισκόταν ἀκόμη στό Ἅγιον Ὄρος, εἶδε τόν Χριστό μέσα στό Φῶς, ὁ Ὁποῖος τόν ἐνδυνάμωσε καί τοῦ ἔδειξε φανερά ὅλα ὅσα ἐπρόκειτο νά πάθη γιά τό ὄνομά Του, καθώς καί τόν τόπο ὅπου θά ἀποκεφαλιζόταν. Τότε γεμάτος πνευματική δύναμη καί ἀνδρεία ἐμφανίσθηκε μπροστά στόν πασᾶ, ὁ ὁποῖος τόν ἀνεγνώρισε καί τόν ἔσπρωξε κάτω ἀπό ἕνα ὑψηλό μπαλκόνι, ἀλλά ὁ Ἅγιος προσγειώθηκε μέ τέτοιον τρόπο σάν νά κατέβαινε μέ ἀλεξίπτωτο, χωρίς νά πάθη τό παραμικρό. Ὁ πασᾶς μπροστά τό θέαμα αὐτό τά εἶχε κυριολεκτικά χαμένα καί δέν ἤθελε νά τόν τιμωρήση, φοβήθηκε, ὅμως, τό πλῆθος τῶν Ἀγαρηνῶν, γι’ αὐτό καί τόν παρέδωσε στά χέρια τους. Ἐκεῖνοι τόν ὑπέβαλαν σέ φρικτά βασανιστήρια γιά τρία συνεχῆ μερόνυκτα, καί τέλος τόν ἀποκεφάλισαν στίς 11 Ἰουλίου 1722, καί ἔτσι ἀξιώθηκε νά λάβη τό ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ βίος του καί ἡ πολιτεία του μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή τά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:
Οἱ κυριότερες αἰτίες τῆς ἀρνήσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ἄγνοια καί ἡ λήθη, πού πηγάζουν ἀπό τήν ὑπερηφάνεια. Δηλαδή, τό νά μή γνωρίζη κανείς τόν Θεό ἤ νά τόν ἔχη ξεχάσει, καί αὐτό συμβαίνει, ὅταν παύση νά προσεύχεται καί νά τηρῆ τίς ἐντολές Του. Ὅταν κανείς ἀπομακρύνεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέ τό νά μή συμμετέχη στίς Ἀκολουθίες της καί κυρίως στήν θεία Λειτουργία, ὅταν δέν προσεύχεται ἤ προσεύχεται τυπικά καί ἐπιφανειακά, τότε ἡ ἀγάπη του γιά τόν Θεό καί τούς συνανθρώπους του ἐλαττώνεται καί σιγά-σιγά «ψύχεται», παγώνει, μέ ἀποτέλεσμα νά σκληρύνεται ἡ καρδιά του. Καί στήν κατάσταση αὐτή δέν εἶναι δύσκολο νά ἀρνηθῆ τόν Θεό, ἀλλά καί τά ἀγαπημένα του πρόσωπα, στά ὁποῖα συμπεριφέρεται μέ βία καί ἀγριότητα.

Ὁ Θεός, ὅμως, ὁ Ὁποῖος «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», ἐργάζεται μέ διαφόρους τρόπους γιά νά φέρη τόν ἄνθρωπο, πού βρίσκεται σέ αὐτήν τήν κατάσταση, σέ συναίσθηση καί νά τόν κάνη νά ἀντιληφθῆ τό λάθος του, τό ὀλίσθημά του καί νά μετανοήση εἰλικρινά. Γεννᾶται, ὅμως, τό ἐρώτημα: «Ὅταν κάποιος ἄνθρωπος καταλάβη τό λάθος του καί τό ὀλίσθημά του, ὅτι δηλαδή πρόδωσε τόν Χριστό, ἀρνήθηκε τήν πίστη του, ἐγκατέλειψε τήν Ἐκκλησία καί λατρεύει θεούς ἀλλοτρίους ἤ λατρεύει ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, τόν ὁποῖο εἰδωλοποίησε, τότε μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει στόν Θεό, σώζεται;». Τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό μποροῦμε νά τήν βροῦμε στήν Καινή Διαθήκη, καί συγκεκριμένα στήν συμπεριφορά τῶν δύο Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτη καί τοῦ Πέτρου. Ὁ πρῶτος τόν πρόδωσε καί ὁ δεύτερος τόν ἀρνήθηκε. Καί οἱ δύο κατάλαβαν τό λάθος τους, ἀλλά ὁ καθένας ἀπό αὐτούς ἀντέδρασε μέ διαφορετικό τρόπο. Ὁ Ἰούδας μετεμελήθη, ἀλλά δέν μετανόησε. Ἀντί νά στραφῆ στόν Χριστό, τόν Διδάσκαλό Του, τοῦ Ὁποίου βίωσε τήν ταπείνωση, τήν εὐσπλαγχνία, τήν ἀγάπη, καί νά ζητήση ταπεινά τό ἔλεός Του, ὑποδουλωμένος στόν ὑπερήφανο καί ἀνθρωποκτόνο διάβολο, λόγῳ τῆς ἀθεράπευτης φιλαργυρίας του καί τῆς ὑπερηφάνειάς του, ἔδωσε τέλος στήν ζωή του καί ὁδηγήθηκε στήν αἰώνια ἀπώλεια. Ὁ Πέτρος, ὅμως, δέν μετεμελήθη ἁπλῶς, ἀλλά μετανόησε. Μετανόησε εἰλικρινά, καί αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τό ὅτι «ἔκλαυσε πικρῶς», γι’ αὐτό καί ἀποκατεστάθη στό Ἀποστολικό ἀξίωμα, καί μάλιστα ἔγινε ἕνας ἀπό τούς Πρωτοκορυφαίους Ἀποστόλους. Ὁ ἄλλος Πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος εἶναι ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος εἶναι καί αὐτός καρπός τῆς ἀληθινῆς μετανοίας, ἀφοῦ ὑπῆρξε προηγουμένως πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἑπομένως, ὁ Θεός φροντίζει γιά τήν σωτηρία ὅλων, ἀλλά δέν σώζονται ὅλοι ἐπειδή δέν θέλουν νά πιστεύσουν, νά ταπεινωθοῦν, νά μετανοήσουν καί νά ζήσουν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος θέλει νά ζῆ σύμφωνα μέ τό δικό του θέλημα καί σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τῶν παθῶν του. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἀκόμα καταλαβαίνη τό λάθος του καί μεταμελεῖται, καί πάλι δέν μετανοεῖ, ἐπειδή ἡ μετάνοια προϋποθέτει ταπείνωση.

Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος δέν ἀπελπίζεται σέ καμμιά περίπτωση, ἀλλά ἐκφράζει τήν βαθειά μετάνοιά του καί τήν ἀληθινή ἀγάπη του στόν Θεό, μέ τό νά ἀγωνίζεται νά βιώση τήν σταυρική καί μαρτυρική ἐν Χριστῷ ζωή, γνωρίζοντας, ὅμως, ἐμπειρικά ὅτι τήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ διαδέχεται ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως.

Ετικέτες: ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ