Σχέση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ μέσα ἀπό τό ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν

Ἀποστόλου Τσακούμη Θεολόγου

Ὁμιλία στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου γιά τή γιορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (30-1-2020)

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, κύριε Δήμαρχε, κύριε Ἀντιδήμαρχε, Κύριοι Δ/ντές καί Ὑποδ/ντές σχολικῶν μονάδων, ἀγαπητοί συνάδελφοι ἐκπαιδευτικοί, ἀγαπητοί μαθητές καί γονεῖς.

Σχέση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ μέσα ἀπό τό ἔργο τῶν Τριῶν ἹεραρχῶνΓιορτάζουμε σήμερα τή μνήμη τριῶν ἐπισκόπων, τριῶν μεγάλων μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γραμμάτων: τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού ἔζησαν τόν 4ο αἰώνα μ.Χ.  Τό ἔργο τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν ὑπῆρξε πολύπλευρο. Θεολογικό, ἐπιστημονικό, παιδαγωγικό, κοινωνικό, συγγραφικό. Καί οἱ τρεῖς θεωροῦνται πανεπιστήμονες γιά τήν ἐποχή τους.  Ὁ συνεορτασμός καί τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν στίς 30 Ἰανουαρίου καθιερώθηκε στά τέλη τοῦ 11ου αἰώνα, ἀπό δέ τό ἀκαδημαϊκό ἔτος 1841-42 ἔγινε γιορτή τῶν γραμμάτων καί τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας μέ πρόταση τῆς συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.  Ὁ κοινός ἑορτασμός Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ κατά τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν δέν ὑπῆρξε προϊόν κάποιου ἰδεολογήματος.  Εἶναι ἀποτέλεσμα ἱστορικῆς καί ἐθνικῆς συνείδησης τοῦ Γένους μας.  Μέ τή σημερινή μου ὁμιλία θά ἐπιχειρήσω νά προσεγγίσω δύο βασικά θέματα: 1) Πῶς ἐπιτεύχθηκε ἀπό τούς τρεῖς Ἱεράρχες ἡ σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ καί 2) Πῶς ἀπό τή σύζευξη αὐτή διαμορφώθηκε ἡ ταυτότητα καί ἡ διαχρονική πορεία τοῦ Γένους μας. 

Α. Γιά νά προσεγγιστεῖ τό πρῶτο θέμα θά πρέπει νά γνωρίζουµε ὅτι κατά τή διάρκεια τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ Ἑλληνισµός καί ὁ Χριστιανισµός ἦταν ἔννοιες ἀντιφατικές καί ἀγεφύρωτες.  Οἱ ἐθνικοί εἰδωλολάτρες Ἕλληνες, ὑπερήφανοι γιά τόν πολιτισµό καί τίς γνώσεις τους, ἔβλεπαν περιφρονητικά τούς τότε Χριστιανούς καί τούς θεωροῦσαν ἀπαίδευτους, βαρβάρους (ὡς µή µετέχοντες τῆς ἑλληνικῆς παιδείας) καί µωρούς (ἀνοήτους), ἐνῶ οἱ Χριστιανοί χαρακτήριζαν τούς Ἕλληνες ὡς «εἰδωλολάτρες».  Τήν πρώτη προσπάθεια γεφύρωσης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ ἐπιχείρησε ἤδη ἀπό τόν 1ο αἰώνα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι γνωστή ἡ προσπάθειά του νά προσεγγίσει τούς Ἀθηναίους στόν Ἄρειο Πάγο μέ τό κήρυγμά του γιά τόν «Ἄγνωστο Θεό».

Οἱ σκληροί διωγμοί τῶν χριστιανῶν ἀπό τούς Ρωμαίους αὐτοκράτορες καθώς καί τό ἀπολογητικό κλίμα τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα διατήρησαν τήν ἀντιπαλότητα τῶν χριστιανῶν ἀπέναντι στήν ἑλληνική παιδεία καί τούς ἐκπροσώπους της.  Ἡ ἀντιπαλότητα αὐτή ἀμβλύνθηκε ἀπό τούς τρεῖς Ἱεράρχες κατά τόν 4ον αἰώνα. Οἱ σοφοί Πατέρες ἔκαναν ἕναν τιτάνιο ἀγώνα γιά τήν ὑπέρβαση τῆς ἀντίθεσης Ἑλληνισµοῦ καί Χριστιανισµοῦ καί τή συμφιλίωση τῶν δύο αὐτῶν πνευματικῶν μεγεθῶν. Σύμμαχος στόν ἀγώνα τους ὑπῆρξε τό 313 μ.Χ τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων.  Ὅμως τό 362, ἐπί αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη, ἔχουμε ὀπισθοδρόμηση. Ἔγινε προσπάθεια, χωρίς ἐπιτυχία, ἐπαναφορᾶς τῆς λατρείας τῆς παλιᾶς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Δωδεκάθεου, μέ παράλληλη ἀπαγόρευση τῶν Χριστιανῶν νά διδάσκουν τήν κλασική παιδεία. Σθεναρή ἀπάντηση στόν Ἰουλιανό ἀπηύθυνε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μέ δυό στηλιτευτικούς λόγους του.

Ἕνα μεγάλο γεγονός, κοσµοϊστορικῆς σημασίας, πού βοήθησε στή συμφιλίωση Χριστιανῶν καί Ἑλληνιστῶν ἦταν ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Χριστιανισµοῦ σέ ἐπίσηµη θρησκεία τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους πρός τά τέλη τοῦ 4ου αἰώνα ἀπό τόν Μέγα Θεοδόσιο.  Πῶς ἔφτασαν, ὅµως, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες στή σύζευξη Ἑλληνισµοῦ καί Χριστιανισµοῦ;  Εἶναι γνωστό ὅτι οἱ τρεῖς Πατέρες, ἐκτός ἀπό ἄριστοι θεολόγοι, ὑπῆρξαν καί «μελίρρυτοι ποταμοί τῆς ἑλληνικῆς σοφίας».  Προσπαθοῦν νά συµβιβάσουν τήν πίστη στό Χριστό μέ τά παιδευτικά ἀγαθά τῆς ἔξωθεν παιδείας πού πῆραν ἀπό τίς λαµπρές ἑλληνικές σπουδές τους στά γνωστά πνευματικά κέντρα τοῦ τότε κόσμου (Ἀθήνα, Ἀλεξάνδρεια, Κων/πολη, Ἀντιόχεια, Καισάρεια).  Ἀξιοποιοῦν τόν ὀρθό λόγο, ὑποτάσσοντάς τον ὅμως στίς ἐπιταγές τοῦ θείου λόγου.

Ὁ Μ. Βασίλειος θεωρεῖ ἀπληροφόρητους ὅσους θεωροῦν τήν Ἑλληνική παιδεία ὡς κακή καί λαθεμένη, ἡ ὁποία ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό.  Ὅσους, δηλαδή, τήν θεωροῦν «ἐπίβουλον καί σφαλεράν καί Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν».  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, στόν Ἐπιτάφιο λόγο του πρός τό Μέγα Βασίλειο, ἀναφέρει ὅτι ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι ἡ Παιδεία εἶναι τό μεγαλύτερο ἀγαθό. Ὄχι μόνο ἡ δική μας, τονίζει, ἡ χριστιανική, ἀλλά καί ἡ ἔξωθεν, ἡ Ἑλληνική Παιδεία, τήν ὁποία μερικοί χριστιανοί τήν ἀποφεύγουν, ἐπειδή δέν τήν γνωρίζουν καλά.  Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἐπέπληττε ὅσους Χριστιανούς ἀπέρριπταν τήν Ἑλληνική παιδεία. Δίδασκε ὅτι «ἡ ἔξω παίδευσις», βοηθᾶ «εἰς τεκνογονίαν τῆς ἀρετῆς».

Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες προσέλαβαν καί γονιμοποίησαν ὅλα τά θετικά στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρέπει ἐδῶ νά ἐπισημανθεῖ καί τό γεγονός τῆς οἰκουμενικότητας τῶν δύο αὐτῶν πνευματικῶν ρευμάτων, ἡ ὁποία σφυρηλάτησε τήν ἑνότητά τους.  Οἱ τρεῖς Πατέρες, ὡς μέλισσες, προσέλαβαν τή γύρη τῶν λουλουδιῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως διαβάζουμε στό κλασικό ἔργο τοῦ Μ. Βασιλείου πρός τούς νέους, «πῶς νά ὠφελοῦνται ἀπό τά Ἑλληνικά γράμματα».  Ὁ καθηγητής Κων/νος Βαμβακάς ἀναφέρει πώς «τό ὀρθολογικό πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων ἔθεσε τά θεμέλια της φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης, πράγμα πού ὑπῆρξε καθοριστικό γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ».  Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες «ἀπάντησαν σέ ὅλα τά μεγάλα ὀντολογικά, κοσμολογικά καί ἀνθρωπολογικά ἐρωτήματα πού εἶχαν θέσει οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι», ὅπως ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης μας κ. Ἱερόθεος.

Ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης γράφει σχετικά: «Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες παίρνουν ὅλα τά γνήσια στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τά σχετικοποιοῦν καί τά ἐντάσσουν στή ζωή. Ἔτσι, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δίνουν βαρύτητα στήν πίστη πρός τό Θεό, ἐν τούτοις δέν ἀπορρίπτουν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν Ἑλλήνων στή λογική, στήν ἔρευνα, στήν παιδεία καί στήν ἀναζήτηση τῆς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας». Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἀναφέρει ὅτι ἡ συνάντηση Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ ὁδήγησε στόν «ἐκχριστιανισμό τοῦ Ἑλληνισμοῦ», δηλαδή ὁ Χριστιανισμός χρησιμοποίησε τόν Ἑλληνισμό γιά νά ἐκφράσει τήν ἀλήθειά του. Ἄλλοι ἐρευνητές, ὅπως ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας, θεωροῦν ὅτι ἔγινε προσπάθεια ἀφ’ἑνός μέν «ἐξελληνισμοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ» ἀπό αἱρετικούς χριστιανούς καί ἀφ’ἑτέρου «ἐκχριστιανισμός τοῦ Ἑλληνισμοῦ» ἀπό τούς Καππαδόκες καί ἄλλους μεταγενέστερους Πατέρες.

Ἀπό τήν ἁρμονική αὐτή σύζευξη χριστιανικῆς καί κλασικῆς παιδείας ὠφελήθηκαν καί ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη. Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ Καινή Διαθήκη-μέ ἐξαίρεση τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου- πρωτογράφτηκε στήν Ἑλληνική γλώσσα, διατυπωμένη μέ σύμβολα καί εἰκόνες ἀπό τήν Ἑλληνική πνευματική ζωή καί παράδοση. Ἡ Ἐκκλησία υἱοθέτησε ἑλληνικούς ὅρους γιά νά μπορέσει μέ ἀκρίβεια νά διατυπώσει τά δόγματά της κατά τή διάρκεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἶναι γνωστοί οἱ ὅροι «ὁμοούσιος», «φύση», «ὑπόσταση» καί ἄλλοι.  Ἀλλά καί ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη ὠφελήθηκε ἀπό τή σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ. Γνώρισε μιά περίοδο ἀκμῆς στήν διάρκεια τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Ὅλο καί περισσότεροι λόγιοι χριστιανοί ἀσχολοῦνταν μέ τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς. Πολλά ἀπό τά ἔργα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων θά εἶχαν χαθεῖ, ἄν δέν ἀντιγράφονταν ἀπό λόγιους μοναχούς τῆς βυζαντινῆς περιόδου.

Β. Ἄς ἐπιχειρήσουμε τώρα μιά προσέγγιση καί στό 2ο θέμα : Πῶς ἀπό τή σύζευξη αὐτή Ἑλληνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ διαμορφώθηκε ἡ ταυτότητα καί ἡ διαχρονική πορεία τοῦ Γένους μας. Ὅπως εἴδαμε, οἱ τρεῖς συνεορταζόμενοι Πατέρες θεωροῦνται οἱ βασικοί διαμορφωτές καί οἱ θεμελιωτές τοῦ λεγόμενου «ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ». Ὁ πολιτισμός αὐτός βιώθηκε στό Βυζάντιο, ἀποτελεῖ ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί ἀναβιώθηκε στόν Νέο Ἑλληνισµό μέχρι τίς μέρες μας. Δέν ἀμφισβητήθηκε ποτέ στή μακραίωνη πορεία τοῦ ἔθνους μας.  Ἄς δοῦμε ἱστορικά αὐτή τήν ἐξέλιξη.

Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι σημαντικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ὁ Ἐπίσκοπος Καισαρείας Ἀρέθας καί ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης ὑπῆρξαν διαπρεπεῖς κλασικοί φιλόλογοι.  Ὅταν ὁ Νέος Ἑλληνικός Διαφωτισµός ἀγωνίζεται νά φωτίσει μέσω τῆς παιδείας τό σκλαβωµένο Γένος, (τέλη 17ου αἰώνα καί κατά τόν 18ο αἰώνα), οἱ ἱερωµένοι διδάσκαλοι τοῦ Γένους, Νεόφυτος Βάµβας, Εὐγένιος Βούλγαρις, Ἄνθιµος Γαζῆς, Νεόφυτος Δούκας, Κωνσταντῖνος Οἰκονόµος, δίδαξαν πάλι στούς νέους τά ἑλληνικά γράµµατα, ἐκδίδοντας καί ὑποµνηµατίζοντας ἀρχαῖα Ἑλληνικά κείµενα.  Ὁ Ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός, μετά τό σχίσμα τῶν Ἐκκλησιῶν μετατρέπεται σέ «Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση» στό χῶρο τῆς «καθ’ἡμᾶς Ἀνατολῆς».

Αὐτή τήν Παράδοση ὑποστήριξε τό ὑπόδουλο Ἑλληνικό ἔθνος.  Στήν ἐποχή τῆς Τουρκοκρατίας ἑορταζόταν ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς ἐθνική ἑορτή, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ καθηγητής Νικόλαος Μπρατσιώτης.  Τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση ὑποστήριξε ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Κολοκοτρώνης καί ἄλλοι ἀγωνιστές τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας. Αὐτή ἡ ζωντανή πολιτισμική παράδοση ὁδήγησε τό 1881 τόν πατέρα τῆς Ἑλληνικῆς ἱστοριογραφίας Κων/νο Παπαρρηγόπουλο, νά ἐπισημάνει:  «Παιδεία καί πίστη, πίστη καί παιδεία, ὑπῆρξαν οἱ δυό πόλοι γύρω ἀπό τούς ὁποίους πρέπει νά στρέφεται ἡ ἐθνική μας ἐκπαίδευση, ἡ ἐθνική μας διάπλαση».

Ἐπίσης, ὁ πολιτικός καί ἀκαδημαϊκός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, τό 1966, στό πολύτοµο ἔργο του «Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύµατος», ὡς βάση γι’ αὐτό πού λέµε «εὐρωπαϊκό πνεῦµα» θεωρεῖ τέσσερα συστατικά: «τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦµα, τόν χριστιανισµό, τή ρωµαϊκή πολιτειακή παράδοση καί νοµοθεσία, καί τό ἀκµαῖο φρόνημα τῶν βορείων λαῶν». Τήν παράδοση αὐτή τοῦ Ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ στήν πατρίδα μας τήν καπηλεύτηκε, πρίν ἀπό 50 περίπου χρόνια, ἡ δικτατορία τῶν Συνταγματαρχῶν.  Ὅμως στίς μέρες μας ἀρχίζει σιγά-σιγά ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση νά ἀποχαρακτηρίζεται ἀπό κάθε ἀρνητική σκιά καί νά ἀνακτᾶ τό ἀρχικό της περιεχόμενο. Ἡ Παράδοση αὐτή σήμερα ἐκφράζει τή μέση συνείδηση τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἐκφράζει τόν πολιτισμό, τήν ταυτότητα, τά ἤθη καί ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας, ἀνήκει στό D.N.A. μας, σέ πεῖσμα τῶν μικρόψυχων φίλων της, ἀλλά καί τῶν ἐπιπόλαιων περιφρονητῶν της.

Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Παράδοση αὐτή εἶναι ἀποτυπωμένη στά βασικά ἄρθρα ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν Συνταγμάτων τοῦ ἐλεύθερου ἐθνικοῦ μας βίου, ἐδῶ καί 200 χρόνια, ἀπό τό Σύνταγμα τῆς Πρώτης Ἐθνοσυνέλευσης τῆς Ἐπιδαύρου, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1822, μέχρι τήν πρόσφατη ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος, τό Δεκέμβριο τοῦ 2019.

Σεβασμιώτατε, κυρίες καί κύριοι, ἀγαπητοί μαθητές.
Στή Δύση, ἀλλά καί παγκοσμίως, εἶναι πολλοί οἱ ἐρευνητές, ἀπό τό χῶρο τῆς Ἰατρικῆς, καί ἄλλων ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, πού μελέτησαν καί μελετοῦν τά ἔργα τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Πολλά ἀπό αὐτά διδάσκονται σήμερα σέ Εὐρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Οἱ παιδαγωγικές ἀντιλήψεις τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ἐξάλλου, ὑπῆρξαν πρωτοποριακές γιά τήν ἐποχή τους καί παρά τό πέρασμα τῶν αἰώνων παραμένουν καί σήμερα ἐπίκαιρες. Πρέπει καί στή χώρα μας νά ἀναλάβουµε πρωτοβουλίες, προκειμένου νά ἐπιστρέψουν στά σχολειά μας τά πατερικά κείµενα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Αὐτά πού διδάσκονταν παλιότερα στήν Τρίτη Γυµνασίου. Εἶναι ἀνάγκη νά ἐμπλουτιστεῖ μέ αὐτά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ἀλλά καί ἡ Ἑλληνική λογοτεχνία γιά τό καλό των μαθητῶν μας. Ἡ ἐπιστροφή τῶν κειμένων αὐτῶν δέν εἶναι ζήτημα θεολογίας, ἀλλά ἀποτελεῖ ἕνα καίριο «θέµα παιδείας», ἐπισημαίνει ὁ καθηγητής Γεώργιος Μπαμπινιώτης.

Τά παιδιά μας ζοῦν σήμερα σέ ἐποχή μεγάλης σύγχυσης. Εἶναι «μπερδεμένα», ὅπως συνήθιζε νά λέει ὁ σύγχρονος ἅγιος Πορφύριος. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ θεσμικοί φορεῖς τῆς ἀγωγῆς τῶν νέων, κληρικοί, ἐκπαιδευτικοί καί γονεῖς ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη καί διαρκῆ ὑποχρέωση:  Νά βιώνουμε αὐθεντικά τήν Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση πού θεμελίωσαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί νά ἀποτελοῦμε παραδείγματα γιά μίμηση. Νά προβάλλουμε στά παιδιά μας τή φιλομάθεια καί τά κρυστάλλινα παιδευτικά ἀγαθά τῆς Παράδοσής μας, μέ παιδαγωγικό τρόπο, γιά νά ἀποτελοῦν πηγή ἔμπνευσης καί πειθοῦς καί ὄχι καταναγκασμοῦ. Νά προσφέρουμε, τέλος, στούς μαθητές μας κριτήρια ἀσφαλοῦς καί ὠφέλιμης γνώσης καί ἀγωγῆς, ὥστε σάν τίς μέλισσες νά παίρνουν μόνο τή γύρη τῶν λουλουδιῶν καί τά ἄνθη κάθε τριανταφυλλιᾶς, πού βρίσκουν σέ ἐξωσχολικά βιβλία, στό διαδίκτυο, στήν τηλεόραση καί σέ ἄλλες πηγές πληροφόρησης καί ψυχαγωγίας, ἀποφεύγοντας τά ἀγκάθια καί ὅ,τι εἶναι βλαβερό. Αὐτό θά συνιστοῦσε στούς νέους καί σήμερα, ἄν ζοῦσε, ὁ Μέγας Βασίλειος.

Σᾶς Εὐχαριστῶ.