Ἡ θεολογία τῶν ἱερῶν λειψάψων (video)

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν. Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Ἀκοῦστε τὸ κήρυγμα, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν ΕΔΩ

Δοξολογῶ τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό, διότι μέ ἀξιώνει σήμερα μαζί μέ τούς ἄλλους ἁγίους Ἀρχιερεῖς καί βεβαίως μέ τόν Μητροπολίτη αὐτῆς τῆς Μητροπόλεως, τόν Μητροπολίτη Πατρῶν κ. Χρυσόστομο, νά λειτουργήσουμε σήμερα σ’ αὐτόν τόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀνδρέου Πατρῶν καί νά ἀσπαστοῦμε τήν ἁγία Κάρα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπανοκομιδῆς της ἀπό τήν Ἑσπερία.

Στό μέσον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου αὐτήν τήν στιγμή εἶναι ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Ἁγίου, ἀλλά δέν εἶναι μόνο μέσα στό κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἀλλά εἶναι στό κέντρο τῆς Πάτρας, στό κέντρο ὁλοκλήρου τῆς πόλεως αὐτῆς καί τῆς περιοχῆς. Ὅμως, συγχρόνως ἡ ἁγία Κάρα εἶναι στό κέντρο καί μέσα στήν καρδιά κάθε Πατρινοῦ, ἀλλά καί κάθε Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, πού τιμᾶ τόν ἅγιο Ἀνδρέα, τόν Πρωτόκλητο, τόν Μαθητή.

Ἐξαιρέτως, ὅμως, βρίσκεται στήν καρδιά τοῦ Μητροπολίτου αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύ ἀγαπητός καί σέ μένα καί σέ πολλούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κόσμημα τῆς Ἱεραρχίας, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση νά παρευρεθῶ σήμερα καί νά λειτουργήσω σ’ αὐτόν τόν Ἱερό Ναό, στήν μνήμη τῆς ἐπανακομιδῆς τῆς Κάρας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου καί βεβαίως μέ τήν ἄδειά του καί τήν προτροπή του νά παρουσιάσω ἕναν μικρό λόγο στήν ἡμέρα αὐτή.

Ἔχοντας αὐτή τήν διακονία, θά ἤθελα νά πῶ λίγα λόγια, ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἀξία τῶν ἱερῶν λειψάνων καί ἰδιαιτέρως τῆς ἁγίας Κάρας τῶν Ἁγίων, ἀφ’ ἑτέρου γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον προσερχόμαστε νά ἀσπαστοῦμε τά ἅγια λείψανα.

1. Ἡ ἀξία τῶν ἱερῶν λειψάνων

Τά ἅγια λείψανα τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἔκφραση ὁλοκλήρου τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ ἀσπασμός τῶν ἱερῶν λειψάνων δέν εἶναι ἕνας τυπικός ἀσπασμός, ἀλλά ἐκφράζει ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξη θεολογία, γύρω ἀπό τήν ἀνθρωπολογία, φυσικά τήν Χριστολογία καί τήν ἐκκλησιολογία, ἀλλά καί τήν σωτηριολογία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἄν ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀνθρωπολογία, γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, οὔτε τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό συναμφότερον, πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ψυχή καί σῶμα εἶναι ἑνωμένα ἐξ ἄκρας συλλήψεως, ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού γονιμοποιεῖται τό ὠάριο. Ἀπό τήν πρώτη ἐκείνη στιγμή τῆς συλλήψεως ὑπάρχει σῶμα καί ψυχή, μέσα σ’ αὐτό τό γενετικό ὑλικό τό ὁποῖο δημιουργεῖται ὑπάρχει ἡ ψυχή τήν ὁποία δημιουργεῖ ὁ Θεός μέ τήν Χάρη Του.

Ὑπάρχει, λοιπόν, ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος καί σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου λαμβάνη τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτή Χάρη διαπορθμεύεται καί στό σῶμα καί ἔτσι ἁγιάζεται καί τό σῶμα, δέν ἁγιάζεται μόνο ἡ ψυχή, ἁγιάζεται καί ὁλόκληρο τό σῶμα, ὅλα τά κύτταρα τοῦ ἀνθρώπου.

Καί αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό γιατί, ὅταν μιλᾶμε γιά σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, δέν εἶναι ἁπλῶς σωτηρία τῆς ψυχῆς κατά τήν πλατωνική ἄποψη ὅτι ἡ ψυχή ἐπανέρχεται στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Δέν πιστεύουμε σέ ἕναν τέτοιο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλά πιστεύουμε στήν συνύπαρξη ψυχῆς καί σώματος. Καί, βεβαίως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθαίνη, τότε ἡ ψυχή ἐξέρχεται ἀπό τό σῶμα, πρός τό παρόν χωρίζεται ἀπό αὐτό, ἀλλά περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν γιά νά ἑνωθῆ πάλι ἡ ψυχή μέ τό σῶμα. Ὁπότε ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ ψυχῆς καί σώματος καί ἁγιάζεται καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐντάσσει αὐτό τό γεγονός μέσα στήν Χριστολογία καί συμβαίνει καί στόν ἄνθρωπο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ὅ,τι συνέβη στόν Χριστό. Ὅταν ὁ Χριστός ἀπέθανε πάνω στόν Σταυρό, τότε ἡ ψυχή ἀποχωρίστηκε ἀπό τό σῶμα, ἀλλά χωρίς νά χωριστῆ οὔτε ἡ ψυχή οὔτε τό σῶμα ἀπό τήν θεότητα. Γι’ αὐτό ἡ ψυχή τοῦ Χριστοῦ κατέβηκε στόν Ἅδη μαζί μέ τήν θεότητά Του καί συνέτριψε τόν Ἅδη, καί τό σῶμα παρέμεινε στόν τάφο μαζί μέ τήν θεότητά Του, γι’ αὐτό παρέμεινε ἄφθαρτο καί ἐπανῆλθε στήν συνέχεια ἡ ψυχή καί ἔγινε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Κάτι παρόμοιο, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, συμβαίνει καί μέ τούς Ἁγίους, μέ τά ἱερά λείψανά τους. Ὅταν ἡ ψυχή χωρίζεται ἀπό τό σῶμα μέ τόν θάνατο, τότε ἡ Χάρη πού ὑπῆρχε καί στήν ψυχή καί στό σῶμα παραμένει καί στά δύο, γι’ αὐτό καί τά λείψανα τῶν Ἁγίων εὐωδιάζουν καί πολλές φορές παραμένουν ἄφθαρτα καί ἐπιτελοῦν διάφορα θαύματα. Ὄχι γιατί ἁπλῶς εἶναι τά σώματα ἀνθρώπων, ἀλλά γιατί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ παραμένει μέσα στά σώματα τῶν Ἁγίων.

Ὅ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, ἕνας σύγχρονος Ἅγιος, γράφει στά σημειώματά του, τά ὁποῖα ἔχουν δημοσιευθῆ, ὅτι εἶδε τόν Χριστό ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Ἀξιώθηκε νά δῆ τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί λέει στήν συνέχεια ὅτι ἡ Χάρη αὐτή εἰσῆλθε καί στό σῶμα, καί τότε ἀπέκτησε, λέγει, Χάρη Μάρτυρος. Διότι ὁ Μάρτυς δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχει βούληση ἰσχυρά, οὔτε ἁπλῶς κάποιον φανατισμό, ἀλλά εἶναι αὐτός πού ἔχει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διαποτίζει ἀκόμη καί τό σῶμα του, ὥστε νά δώση τήν μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί νά ὑποστῆ τό μαρτύριο. Ὅπως ἔγινε μέ τόν ἅγιο Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος συνάντησε τόν Χριστό, γνώρισε τόν Χριστό ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί ἡ Χάρη αὐτή διαπότισε ὅλη τήν ὕπαρξή του καί τό σῶμα του, γι’ αὐτό καί ἡδέως, μέ εὐχαρίστηση, προχώρησε πρός τό μαρτύριο.

Καί ἄν τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων, ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός τους, εἶναι εὐλογημένα καί ἁγιασμένα, ὄχι διότι εἶναι τά ὀστᾶ ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά γιατί μέσα σ’ αὐτά κατοικεῖ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, περισσότερο εὐλογημένη εἶναι ἡ ἁγία Κάρα τῶν Ἁγίων, γι’ αὐτό καί τήν τιμοῦμε πολύ.

Φυσικά, ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τά τιμοῦμε, ἀλλά ἰδιαιτέρως τιμοῦμε τήν ἁγία Κάρα. Γιατί; Διότι στήν κεφαλή τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ὅλες οἱ αἰσθήσεις καί μέ τίς αἰσθήσεις ἀκούει κανείς καί βλέπει τόν κόσμο. Καί ὁ ἅγιος Ἀνδρέας μέ ὅλες τίς αἰσθήσεις του πού βρισκόταν στήν κεφαλή του, εἶδε τόν Χριστό, ἄκουσε τόν Χριστό, ὀσφράνθηκε τόν Χριστό, ἀσπάσθηκε τόν Χριστό.

Ἡ κοινωνία μας μέ τόν Χριστό γίνεται μέ αἴσθηση καί πληροφορία, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, γίνεται μέ αἴσθηση, μέ ὅλες τίς αἰσθήσεις μας πλησιάζουμε καί γνωρίζουμε τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἡ ἁγία Κάρα ὅλων τῶν Ἁγίων τιμᾶται ἰδιαιτέρως, ἐπειδή εἶναι τό μέλος τοῦ σώματος ἐκεῖνο πού ἀξιώθηκε μεγάλων ἐμπειριῶν, καί ἰδίως ἐδῶ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου.

Ὁπότε, τά ἱερά λείψανα εἶναι σωτήριες πηγές ἀπό τίς ὁποῖες ἀναβλύζει ἡ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί βλέπουμε τά λείψανα τῶν Ἁγίων μέσα ἀπό τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ἠ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ γιά τά ἱερά λείψανα

Θά ἤθελα νά ἀναφέρω ἕνα χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ 8ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος συνόψισε ὅλη τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί βεβαίως καί τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν μέχρι τήν ἐποχή του καί ὅλη τήν διδασκαλία τῶν μέχρι τότε Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Σέ ἕνα ὑπέροχο καί θαυμάσιο βιβλίο του, τό ὁποῖο λέγεται «Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», –κοιτάξτε τί λέξη χρησιμοποιεῖ, λέει «ἔκθεσις ἀκριβής», εἶναι ἀπόλυτα ἀκριβής ἔκθεση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως – ἀναλύοντας τό θέμα τῶν ἱερῶν λειψάνων, γράφει: «Πηγάς ἡμῖν σωτηρίους ὁ Δεσπότης Χριστός τά τῶν ἁγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπους γάρ εὐεργεσίας πηγάζοντα, μῦρον εὐωδίας βρύοντα». Δηλαδή, ἐδῶ χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τῆς πηγῆς ἀπό τήν ὁποία βγαίνει τό νερό. Ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι τά ἱερά λείψανα, εἶναι πηγές. «Πηγάς ἡμῖν σωτηρίους» μᾶς παρέχει ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Δεσπότης τῶν ἁπάντων, τά ἱερά λείψανα, τά ὁποῖα πολυτρόπως μᾶς εὐεργετοῦν καί τά ὁποῖα ἀναδίδουν τήν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτό δέν προέρχεται ἁπλῶς ἀπό τά ὀστᾶ ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι ἐπειδή μέσα στά ἱερά λείψανα εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γιά νά ἀντιμετωπίση τυχόν μία διαφορετική ἄποψη τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν αὐτό τό γεγονός, λέγει: «Καί μηδείς ἀπιστείτω», δηλαδή κανένας δέν πρέπει νά ἀπιστήση γι’ αὐτό πού λέγω, ὅτι τά ἱερά λείψανα εἶναι πηγές σωτηρίων ναμάτων. «Μηδείς ἀπιστείτω», πρέπει νά τό πιστέψετε ἀπόλυτα. Γιατί; Διότι, λέγει στήν συνέχεια, ἐάν ὁ Μωϋσῆς ἐχτύπησε ἕναν βράχο καί ἀπό τόν βράχο βγῆκε νερό καί ἄν ὁ Κριτής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Σαμψών, ἐπειδή καί ὁ ἴδιος διψοῦσε καί ὁ λαός, προσευχήθηκε στόν Θεό καί μέσα ἀπό μία σιαγόνα ὄνου βγῆκε νερό, πόσο μᾶλλον αὐτό γίνεται μέ τά ἱερά λείψανα. Γι’ αὐτό, λέγει, ἄν αὐτό ἔγινε σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις καί πολλές ἄλλες, εἶναι ἀπίστευτο ὅτι ἀναβλύζει εὐωδιαστό μύρο ἀπό τά μαρτυρικά λείψανα; Δέν εἶναι καθόλου παράδοξο καί θαυμαστό, γι’ αὐτό «μηδείς ἀπιστείτω».

Καί ἰδιαιτέρως, βέβαια, ἐάν αὐτό ἰσχύη γιά τούς Ἁγίους καί ἄν αὐτό ἰσχύη γιά τούς ἁγίους Μάρτυρες, πολύ περισσότερο ἰσχύει γιά τόν ἅγιο Ἀνδρέα, ὁ ὁποῖος εἶναι καί Ἀπόστολος καί ἐμαρτύρησε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Μεγάλη αὐτή ἡ εὐλογία πού ἔχουμε τά ἱερά λείψανα καί τήν ἁγία Κάρα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, τοῦ Ἀποστόλου καί Πρωτοκλήτου.

3. Οἱ προϋποθέσεις ἀσπασμοῦ τῶν ἱερῶν λειψάνων

Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά ὁ ἀσπασμός τῶν ἱερῶν λειψάνων δέν γίνεται μέ ἕναν μαγικό τρόπο, διότι καί αὐτός ὁ ὁποῖος ἔρχεται νά ἀσπασθῆ τά ἱερά λείψανα πρέπει νά εἶναι σέ κατάλληλη προετοιμασία. Τίποτα στήν Ἐκκλησία δέν γίνεται μέ μαγικό τρόπο. Θά ἔλεγα, τίποτε δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως. Τά πάντα ἔχουν προϋποθέσεις, ὅλα στήν ζωή ἔχουν προϋποθέσεις. Τό νά εἶναι καλός ἐπιστήμονας κάποιος προϋποτίθεται ὅτι σπούδασε καί ἔμαθε πολλά. Τό νά εἶναι κάποιος στρατιώτης σωστός, καλός, αὐτό προϋποθέτει πολλές ἀσκήσεις, γυμνάσια. Τίποτε δέν γίνεται ἀπροϋποθέτως, χρειάζονται προϋποθέσεις.

Στήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχει ἕνας ὅρος πού λέγεται συνέργεια. Δηλαδή τί θά πῆ συνέργεια; Ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Τίποτα δέν γίνεται χωρίς τήν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός ἐνεργεῖ καί «πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», ἀλλά πρέπει νά θέλη καί ὁ ἄνθρωπος καί νά τό θέλη αὐτό μέ πίστη, μέ προσευχή.

Γι’ αὐτό προσερχόμαστε καί ἀσπαζόμαστε τά ἱερά λείψανα, τίς ἱερές εἰκόνες μέσα ἀπό τήν προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί τῆς ἀσκητικῆς καί φιλοκαλικῆς καί ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Ὅταν κανείς καθαρίζη τήν καρδιά του ἀπό τά πάθη, τότε προσκυνώντας τά ἱερά λείψανα δέχεται ἀκόμη περισσότερη κάθαρση, καθαρίζεται περισσότερο ἡ καρδιά του. Ὅταν κανείς εἶναι στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, τότε φωτίζεται περισσότερο ὁ νοῦς του, ὄχι ἡ λογική, ἀλλά ὁ νοῦς πού εἶναι ἡ λεπτοτάτη προσοχή. Καί ὅταν κανείς φθάνη στήν θέωση καί εἶναι στήν θέωση, τότε, ὅταν ἀσπάζεται τά ἱερά λείψανα, βλέπει αὐτήν τήν Χάρη, ἡ ὁποία ἐξέρχεται ἀπό τά ἱερά λείψανα.

Εἶναι αὐτή ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἑνός Πατρός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 7ου αἰῶνος πού ὁμιλεῖ γιά τούς λόγους τῶν ὄντων, ὅτι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, καί πολύ περισσότερο στά λείψανα τῶν Ἁγίων, ὑπάρχουν οἱ λόγοι τῶν ὄντων, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ οὐσιοποιός, ἡ ζωοποιός, καί κυρίως ἡ ἁγιοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Καί ὅποιος ἔχει καθαρό νοῦ καί ἔχει φθάσει σέ βαθμούς θεοπτίας, τότε, ὅταν προσκυνᾶ τά ἱερά λείψανα, δέχεται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ὑπάρχει μέσα σέ αὐτά. Ὅπως ἐκείνη ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα πού πλησίασε τόν Χριστό καί ἄγγιξε τό κράσπεδο τῶν ἱματίων Του χωρίς νά τό καταλάβη κανένας, καί ὁ Χριστός εἶπε: «ἥψατό μου τις», κάποιος μέ ἀκούμπησε. Ὅλος ὁ λαός τόν ἀκουμποῦσε, κάποιος ὅμως, κάποια γυναίκα πού εἶχε μεγάλη πίστη ἔλαβε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὁπότε, αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐν συντομίᾳ, γιά τά ἱερά λείψανα, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας καί γιά τήν προσέγγιση στά ἱερά λείψανα καί στίς ἱερές εἰκόνες.

4. Λογικοκρατία καί ἠθικισμός

Δυστυχῶς, ζοῦμε σέ μία ἐποχή στήν ὁποία ἐπικρατεῖ μία ἄκρατη λογικοκρατία. Δέν εἴμαστε ἐναντίον τῆς λογικῆς, ἀλλά ἐναντίον τῆς λογικοκρατίας, ὅταν θέτουμε κέντρον τῶν πάντων τήν λογική. Ὅλα τά πράγματα δέν ἑρμηνεύονται λογικά μόνον, καί ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους δέν ἑρμηνεύεται μόνο λογικά, ἔχει κι ἄλλους τρόπους γιά νά ἐκφρασθῆ καί νά βιωθῆ βαθειά.

Ζοῦμε, λοιπόν, σέ μία ἐποχή λογικοκρατική, καί θά ἔλεγα μία ἐποχή προτεσταντική, στήν ὁποία ὑπάρχει ἕνας ἄκρατος ἠθικισμός καί μέσα σ’ αὐτήν τήν προοπτική ἀμφισβητοῦνται τά ἱερά λείψανα καί οἱ ἱερές εἰκόνες χωρίς νά καταλάβη κανείς αὐτήν τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι μέσα στά ἅγια λείψανα ὑπάρχει πλούσια ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί εἶναι οἱ πηγές τῆς σωτηρίας.

Σέ αὐτήν τήν ἐποχή πρέπει κανείς νά ὁμολογῆ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄλλο ἡ θεολογία, ἄλλο ἡ ἐπιστήμη. Δέν συγκρούονται μεταξύ τους. Δέν μπορεῖ ἕνας ἐπιστήμονας μέ τίς γνώσεις τῆς ἐπιστήμης του νά προχωρήση μέσα στήν θεολογία, οὔτε ἕνας θεολόγος ἐν ὀνόματι τῆς θεολογίας, νά προχωρήση στήν ἐπιστήμη. Δέν πρέπει νά φτάσουμε σέ μία ἐποχή νά γίνη αὐτή ἡ σύγκρουση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης, πού ποτέ δέν ἔγινε στόν χῶρο αὐτόν, ἀλλά ἔγινε στήν Δύση μέ τήν Ἱερά Ἐξέταση. Ἐμεῖς ποτέ δέν εἴχαμε Ἱερά Ἐξέταση. Ξέρουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ χῶρος τῆς λογικῆς καί ἄλλο εἶναι ὁ χῶρος τῆς καρδιᾶς, ἄλλο εἶναι ἡ ἐπιστήμη καί ἄλλο εἶναι ἡ θεολογία καί δέν συγκρούονται μεταξύ τους. Καί ὁ καθένας πρέπει νά σέβεται τόν ἄλλον, ἐάν θέλη νά εἶναι πραγματικός ἐπιστήμονας ἤ πραγματικός θεολόγος.

Σε αὐτήν, λοιπόν, τήν ἐποχή στήν ὁποία ζοῦμε πρέπει νά ὁμολογοῦμε αὐτήν τήν θεολογία καί τῶν ἁγίων καί ἱερῶν λειψάνων, ἀλλά θά ἔλεγα γιά μᾶς τούς Χριστιανούς, περισσότερο νά ὁμολογοῦμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον προσερχόμαστε νά ἀσπαστοῦμε τά ἱερά λείψανα. Δέν ἁγιάζονται ὅλοι, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ἔχουν τίς προϋποθέσεις γιά νά τά πλησιάσουν κατάλληλα.

Καί μέ αὐτήν, λοιπόν, τήν ἔννοια νά εὐχηθοῦμε σήμερα στόν Θεό διά πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου νά μᾶς δίνη ὀρθόδοξη θεολογία, πού σήμερα νομίζω ὅτι ὑποβαθμίζεται ἡ θεολογία ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Γιατί πέρα ἀπό τούς ἰούς τοῦ σώματος ὑπάρχουν καί οἱ παραθεολογικοί ἰοί, πού κυριαρχοῦν στίς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν εἴτε μέ τόν νεωτερισμό εἴτε μέ τόν συντηρητισμό εἴτε μέ τόν φανατισμό.

Θά πρέπει, λοιπόν, νά δεχθοῦμε τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τά ἱερά λείψανα, ἀλλά καί γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον θά προσερχόμαστε σέ αὐτά, ὥστε νά λαμβάνουμε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί δι’ αὐτῶν. Ἀμήν.