«Ὁ ἑνιαῖος ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης» (video)

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Εἰσήγηση στό ΣΤ΄ Θεολογικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου γιά τόν ἅγιο Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη

Μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὴν εἰσήγηση ΕΔΩ

291 20cΜέ τόν τίτλο «Ὁ ἑνιαῖος ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης» καί ἐπεξήγηση «τό σημεῖο τῆς συναντήσεως τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ καινούργιου κόσμου», μέ συγγραφέα τόν Γιῶργο Ἀλεξάνδρου ἐκδόθηκε ἕνα νέο βιβλίο ἀπό τίς ἐκδόσεις «Νεκτάριος Παναγόπουλος».

Ὁ μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός μοῦ εἶχε ζητήσει νά γράψω τόν πρόλογο, πράγμα πού τό ἔκανα, ὑπακούοντας σέ αὐτόν τόν ἐξαίρετο Κληρικό καί ἀγαπητό φίλο καί συνοδοιπόρο στήν ἱερατική καί θεολογική μου ζωή, καί ἔτσι στό βιβλίο μαζί μέ τόν πρόλογο τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, δημοσιεύεται καί ὁ δικός μου πρόλογος.

Σέ αὐτόν παρουσιάζω βασικά τρία σημεῖα. Τό πρῶτον, ὅτι ὁλόκληρη ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀποδέχεται τήν πατρότητα τῶν ἔργων αὐτῶν στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, δεύτερον, ὅτι οἱ δυτικοί ἐρευνητές, κυρίως Προτεστάντες ἀμφισβήτησαν τήν πατρότητα τῶν ἔργων αὐτῶν καί τρίτον, ὅτι ὁ Γιῶργος Ἀλεξάν-δρου ἀνατρέπει τά ἐπιχειρήματα τῶν νέων ἀναθεωρητῶν.

Γιατί, ὅμως, ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι ὁ «ὁ ἑνιαῖος ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης»; Τί σημαίνει «ἑνιαῖος»; Ὑπάρχουν πολλοί πού φέρουν τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ὥστε ὁ συγγραφεύς τοῦ πονήματος αὐτοῦ νά χρειασθῆ νά παρουσιάση τόν «ἑνιαῖον» ἅγιο Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη;

Τό ἐρωτήματα αὐτά εἶναι εὔλογα καί ἔχουν σχέση μέ τό παρόν Συνέδριο καί κυρίως ἔχουν σχέση μέ τήν εἰσαγωγική αὐτήν Εἰσήγηση πού θέλει νά παρουσιάση κυρίως ποιός ἦταν ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, καί φυσικά θά γίνη ἀναφορά στό βιβλίο τοῦ Γιώργου Ἀλεξάνδρου, τό ὁποῖο κυκλοφόρησε μόλις χθές ἀπό τίς ἐκδόσεις Νεκτάριου Παναγόπουλου. Εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως τόν κ. Νεκτάριο Παναγόπουλο. Ὁ Γιῶργος Ἀλεξάνδρου ἔχει ἀποβιώσει καί παροῦσα στό Συνέδριο εἶναι ἡ σύζυγός του Ὄλγα Ἀλεξάνδρου, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερε καί τό μόλις ἐκδοθέν βιβλίο καί τήν εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο πού κατέβαλε, ἀλλά καί τήν συγχαίρω γιά τήν ἀγάπη της πρός τόν κοιμηθέντα σύζυγό της.

Ὁ μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός στόν πρόλογό του παρουσιάζει συνοπτικά τήν βιογραφία τοῦ Γιώργου Ἀλεξάνδρου. Ὁ πατέρας του ἦταν στρατηγός, σπούδασε οἰκονομικά στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ἀλλά ἀσχολήθηκε μέ τήν δημοσιογραφία. Ταξίδευσε ἤ ἔζησε σέ 47 χῶρες καί τόν διακατεῖχε ἡ ἔρευνα. Δίδαξε τήν δημοσιογραφία σέ ἰδιωτικές Σχολές καί Σεμινάρια. Ἦταν πολυτάλαντη προσωπικότητα μέ ἑλληνορθόδοξο φρόνημα.

1. «Ὁ τριχασμός» τῆς προσωπικότητος τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κατά τήν Δυτική παράδοση

Ἡ ὅλη συζήτηση γιά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ξεκίνησε ἀπό τήν στιγμή πού ἀμφισβητήθηκε ἡ πατρότητα τῶν συγγραφῶν τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.

Πρόκειται γιά τά σπουδαῖα ἔργα μέ τίτλους «Περί θείων ὀνομάτων», «Περί Οὐράνιας Ἱεραρχίας», «Περί Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας», «Περί Μυστικῆς θεολογίας» καί δέκα ἐπιστολές του σέ διαφόρους παραλήπτας. Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἔχει ὑπ’ ὄψη του καί παραπέμπει καί σέ διάφορα ἄλλα ἔργα, τά ὁποῖα δέν ἔχουν διασωθῆ οὔτε μαρτυροῦνται ἀπό ἄλλες πηγές (Παναγιώτης Χρήστου), ἤτοι «Θεολογικαί Ὑποτυπώσεις», «Συμβολική Θεολογία», «Περί τῶν Θείων Ὕμνων», «Περί τῶν ἀγγελικῶν Ἰδιοτήτων καί Τάξεων», «Περί νοητῶν καί αἰσθητῶν», «Περί Ψυχῆς», «Περί Δικαίου καί Θείου Δικαστηρίου».

Πάντως, τά πρῶτα καί ὑπάρχοντα μέχρι σήμερα συγγράμματα ἐμφανίσθηκαν γιά πρώτη φορά σέ μιά διάσκεψη στήν Κωνσταντινούπολη τό 532 μ.Χ., χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν Μονοφυσίτη Σεβῆρο καί δημιούργησαν μεγάλη ἔκπληξη. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀμέσως ἀντελήφθησαν ὅτι εἶναι κείμενα μεγάλης σημασίας, ὅτι τό περιεχόμενό τους εἶναι κατά πάντα ὀρθόδοξο καί τά χρησιμοποίησαν ἀπό τόν Λεόντιο τόν Βυζάντιο καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἕως τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τούς Φιλοκαλικούς Πατέρας. Συγχρόνως τό περιεχόμενό τους ἐπηρέασε σέ μεγάλο βαθμό ὅλη τήν λειτουργική παράδοση.

Ἐπειδή, ὅμως, ἀπό τόν 15ο αἰώνα, κυρίως ἀπό τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος, οἱ δυτικοί ἐπιστήμονες ἀμφισβήτησαν τήν πατρότητα τῶν ἔργων αὐτῶν καί ἀπό ἐκεῖ καί ἡ πλειοψηφία τῶν ὀρθοδόξων ἐπιστημόνων ἀποδέχθηκαν τήν ἄποψη αὐτήν, γι’ αὐτό κατ’ ἐπέκταση καί συνεκδοχικῶς ἀναπτύχθηκε, καί πάλι ἀπό τούς δυτικούς, ἡ θεωρία περί ὑπάρξεως τριῶν Διονυσίων.

Ὁ πρῶτος Διονύσιος κατά τήν Διεθνῆ Ἀκαδημαϊκή Κοινότητα εἶναι ὁ Ἀρεοπαγίτης πού ἄκουσε τήν ὁμιλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν καί τόν ἀκολούθησε κατά τήν περιγραφή τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων», εἶναι φιλόσοφος, μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν πού παρέστη στήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Στήν συνέχεια πῆγε στήν Ρώμη, ὅπου συνάντησε τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης Κλήμεντα, καί κατά τήν προτροπή ἐκείνου πῆγε στούς δυτικούς Γάλλους στό Παρίσι, ὅπου δίδασκε, καί ἵδρυσε Ἐκκλησία καί δίδασκε κάνοντας θαύματα. Ἐκεῖ ἐμαρτύρησε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ μέ τήν προσταγή τοῦ Βασιλέως Δομετιανοῦ, τό 82 μ.Χ. Κατά παράδοξο τρόπο, ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε, ὁ ἅγιος πῆρε τήν ἁγία του κεφαλή στά χέρια του καί περπατώντας δύο μίλια παρέδωκε τήν κεφαλή του σέ μιά γυναίκα πού ὀνομαζόταν Κατούλα. Τόν βίο αὐτό τόν διαβάζουμε στόν Συναξαριστή τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Ὁ δεύτερος Διονύσιος εἶναι ἕνας πρωτοχριστιανός Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Lutecia, δηλαδή τό ἀρχαῖο Παρίσι, πού ἔζησε περίπου δύο αἰῶνες μετά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, δηλαδή τό 250 μ.Χ. Ἡ δυτική θεολογική γραμματεία στηρίχθηκε γιά τίς ἀπόψεις αὐτές στόν Γρηγόριο τῆς Tours. Ἑπομένως, αὐτός ὁ ἅγιος Διονύσιος διαφέρει ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη.

Ὁ τρίτος Διονύσιος εἶναι ὁ συγγραφέας τῶν Διονυσιακῶν συγγραμμάτων, πού ἔζησε τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. Πολλοί ἐρευνητές προσπάθησαν νά ἐντοπίσουν ποιός θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτός ὁ ἄγνωστος συγγραφεύς τοῦ 6ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος προσέλαβε τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καί ἀφιέρωσε σέ αὐτόν τά συγγράμματα αὐτά.

Ἀναφέρθηκαν πολλά ὀνόματα, ὅπως ὁ Ἀμμώνιος Σακκᾶς πού ἔζησε γύρω στό 200 μ.Χ., ὁ Διονύσιος Ἀλεξανδρεύς πού ἔζησε γύρω στό 250 μ.Χ., ἀναζητήθηκαν ἄλλοι συγγραφεῖς στό περιβάλλον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Νύσσης, ἐξέλαβαν ὅτι εἶναι ὁ Πέτρος ὁ Ἴβηρας, μονοφυσίτης Ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, θεωρήθηκε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σεβῆρος, ὁ ὁποῖος τά παρουσίασε στήν Σύνοδο τοῦ 532 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, ἀκόμη ἀναφέρθησαν καί τά ὀνόματα τοῦ Ἰωάννη Σκυθοπολίτη καί τοῦ Σεργίου Θεοδοσουπόλεως .

Ἔτσι, λοιπόν, οἱ σύγχρονοι ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι κάνουν λόγο γιά τρεῖς Διονυσίους. Ὅμως, αὐτός ὁ «Τριχασμός μιᾶς Προσωπικότητος», κατά τόν ἐρευνητή Γιῶργο Ἀλεξάνδρου, ἔγινε στήν Δύση καί ὑπάρχει εἰδικός λόγος γι’ αὐτό. «Ὁ Δυτικός Μεσαίωνας εἶναι μιά περίοδος σκοτεινή κατά τά ἤθη, τίς ἐλευθερίες, τήν μαζική παιδεία, τήν φιλοσοφική ἐνατένιση, τίς ἐπιστημονικές γνώσεις». Ἐπίσης, «παρ’ ὅλα αὐτά εἶναι μιά περίοδος ἐξαιρετικά γόνιμη, σταθερή καί ὄχι ρευστή, βαθέως καί θεμελιακή γιά τήν Εὐρωπαϊκή ἱστορία, ἀλλά καί τήν δυτική σκέψη. Εἶναι μιά περίοδος στήν ὁποία τίθενται τά θεμέλια μεγάλων ζυμώσεων μεταξύ τοῦ Γερμανικοῦ-Γοτθικοῦ κόσμου καί τῶν Ἀράβων» .

Σέ μιά τέτοια ἐποχή διαβάζονται κείμενα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων καί τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη. Αὐτήν τήν ἐποχή «γεννιοῦνται μέ τήν σειρά τους ἡ Ἀναγέννηση, τό Μπαρόκ καί ὁ Δοαφωτισμός». «Ὁ κόσμος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Δύσης ἀντιπαρατίθεται στήν δυτική Ἐκκλησία», καί ἀρχίζει ἡ Μεταρρύθμιση, ἐμφανίζεται ἡ γαλική ἐκκοσμίκευση καί ἡ Γερμανική θεολογία, πού ἀποκόπτεται ἀπό κάθε ὑποκειμενικό καί τήν πίστη, καί ἡ πίστη θεωρεῖται ὅτι εἶναι ἐχθρή στήν ἐπιστήμη. Αὐτήν τήν περίοδο «ὁ ἑνιαῖος Ἅγιος Διονύσιος "ἐνοχλεῖ" αὐτήν τήν διαδικασία. "Ἐνοχλεῖ" τούς πάντες. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Δύσης πρέπει νά ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἑλλάδα, ἀπό τό ἑλληνικό γίγνεσθαι, γιατί αὐτό πλέον ἀνήκει στούς ἐχθρούς της. Ἀλλά καί ἡ Εὐρωπαϊκή διανόηση πρέπει νά ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Διονύσιο καθώς αὐτός ἀποτελεῖ μιά ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀφοῦ ἀνήκει στήν κλασσική Ἑλλάδα μέ τήν Παλαιά Διαθήκη! Τήν Φιλοσοφία καί τήν Πολιτική μέ τήν Ἐκκλησία...» .

Αὐτή εἶναι μιά ἑρμηνεία πού δείχνει πῶς στήν Δύση ὁ «ἑνιαῖος» ἅγιος Διονύσιος ἔπρεπε νά «τριχοτομηθεῖ». Ἔτσι, κατασκευάσθηκε ἡ θεωρία τῶν τριῶν Διονυσίων, ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἄλλος εἶναι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἐπίσκοπος Παρισίων τοῦ 250 μ.Χ. καί ἄλλος εἶναι ὁ συγγραφεύς τῶν Διονυσιακῶν συγγραμμάτων πού εἶναι ἕνας ἄγνωστος Σύρος μοναχός τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ., ὁ ὁποῖος προσέλαβε τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου τόν ὁποῖον ἀπεκάλεσαν «Ψευδοδιονύσιο». Καί, βέβαια, μέ αὐτόν τόν τρόπο, οἱ δυτικοί ὑποτίμησαν τά συγγράμματα αὐτά ὡς ἀγνωστικιστικά καί ὡς νεοπλατωνικά, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀντέκρουσαν θεολογικά τόν ἱερό ἡσυχασμό καί τόν μοναχισμό.

Φαίνεται, λοιπόν, ὅπως σέ ὅλα τά θεολογικά θέματα, τό πρόβλημα εἶναι κυρίως πολιτικό μέ τήν ἐμφάνιση καί τήν κυριαρχία τῶν Φραγκολατίνων στό δυτικό τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τῶν μετέπειτα φιλοσοφικῶν καί θεολογικῶν ρευμάτων. Ἔτσι, ὁ Βαρλαάμ ἑρμηνεύει τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ἀγνωστικιστικά, οἱ δέ μεταγενέστεροι Προτεστάντες τόν διασποῦν καί τόν τριχοτομοῦν γιά νά τόν ὑποβιβάσουν.

2. «Ὁ ἑνιαῖος» ἅγιος Διονύσιος στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση

Ὁ συγγραφεύς τοῦ ἔργου αὐτοῦ πού παρουσιάζω μέ συντομία, ὁ Γιῶργος Ἀλεξάνδρου, ὅπως καί ὁ τίτλος του τό καθορίζει, κάνει λόγο γιά τόν «ἑνιαῖο ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη», δηλαδή καταλήγει στό συμπέρασμα, ὕστερα ἀπό πολυετῆ ἔρευνα, ὅτι ὁ συγγραφεύς τῶν Διονυσιακῶν συγγραμμάτων εἶναι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος πραγμα-τοποιεῖ τήν συνάντηση μεταξύ «τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ καινούργιου κόσμου», δηλαδή τήν συνάντηση μεταξύ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀπό τότε πού ἐμφανίσθηκαν τά ἔργα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. μέχρι σήμερα, τά ἔχει υἱοθετήσει ἀπόλυτα καί τά ἔχει ἐντάξει στήν ὅλη παράδοσή της. Θεωρεῖ ὅτι τά περίφημα αὐτά συγγράμματα τά ἔχει γράψει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί κατά ἕναν τρόπο, πού ἔγινε καί μέ ἄλλα κείμενα, εὑρέθηκαν ἀργότερα καί παρουσιάσθηκαν στήν Ἐκκλησία μετά ἀπό πολλά χρόνια.

Ἀπό τότε προξένησαν μεγάλη ἐντύπωση, ὁ ἅγιος Διονύσιος θεωρήθηκε ἕνας πολύ μεγάλος θεολόγος, τά χρησιμοποίησε ὁ Λεόντιος Βυζάντιος, τά ἑρμήνευσε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἀντέκρουσε καί τά πρῶτα ἐπιχειρήματα πού διατυπώθηκαν τότε ἐναντίον τῆς πατρότητός τους, τά ἀπεδέχθησαν οἱ μετα-γενέστεροι Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ὅλοι οἱ Φιλοκαλικοί Πατέρες, ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπό αὐτά, ἄν καί δέν τό ἀναφέρει, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τά χρησιμοποιεῖ κλπ.

Πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἀναφέρονται τά συγγράμματα αὐτά στόν 2ο Κανόνα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅταν γίνεται ἐπίκληση τοῦ χωρίου τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου: «Οὐσία γάρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστί τά θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινή ἐπιστήμη, καθώς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος».

Ἐπίσης, δαψιλής χρήση τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γίνεται ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας στίς ἀκολουθίες. Μάλιστα, τά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας πού ψάλλονται τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Διονυσίου τόν ἐξυμνοῦν ποικιλοτρόπως, χαρακτηρίζουν τόν νοῦ του «διαφανές ἔσοπτρον», «χωρητικόν τῶν καθαρῶν ἐμφάσεων» πού «ἐμυήθη τήν οὐράνιον γνῶσιν» καί τόν ἴδιον τόν χαρακτηρίζει «ἀγγέλοις ὁμότιμον», τά δέ συγγράμματά του «ἐνθέους συγγραφάς».

Καταληκτικά ὑπογραμμίζεται ὅτι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἶναι μιά μεγάλη μορφή πού ἑνώνει τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν ἑλληνική παράδοση. Τά ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως εἶναι μιά μικρή εἰσαγωγή γιά ὅσα θά ἀκουστοῦν στήν συνέχεια ἀπό τούς ἄλλους εἰσηγητές, καί βεβαίως εἶναι μιά μικρή εἰσαγωγή γιά νά δημιουργηθῆ ἐπιθυμία γιά ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου τοῦ ἀειμνήστου Γιώργου Ἀλεξάνδρου.–