Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Από την τηλεόραση στο βιβλίο

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Οι σκέψεις που ακολουθούν προκλήθηκαν από ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία (12 Ιανουαρίου 2003), με θέμα την εκδοτική επιτυχία που παρουσιάζουν από το περασμένο καλοκαίρι τα βιβλία που έχουν σχέση με την “17 Νοέμβρη”. Ο εύγλωττος τίτλος του άρθρου είναι: “Τα best sellers της 17 Ν”, και το υπογράφουν οι δημοσιογράφοι Γ. Λινάρδου και Αγγ. Μπούμπουκα. Σ’ αυτό γίνεται μια περιδιάβαση στο “τρομοκρατικό” ή “αντιτρομοκρατικό” εκδοτικό τοπίο, στο οποίο είναι εμφανής ο πλούσιος θερισμός που απολαμβάνουν οι προνοητικοί εκδότες. “Για μια καλή σοδειά”, σημειώνεται στο άρθρο, “έχει σημασία να σπείρεις την κατάλληλη εποχή. Οι έλληνες εκδότες διέγνωσαν έγκαιρα, μετά τις καταιγιστικές αποκαλύψεις του περασμένου Ιουλίου, ότι ήρθε ο καιρός να σπείρουν βιβλία για την τρομοκρατία. Και τώρα αρχίζουν να θερίζουν εισπράξεις”.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις αρθρογράφους η κινητήρια δύναμη των ελλήνων εκδοτών είναι ο “θερισμός των εισπράξεων”. Για να πετύχουν μάλιστα “καλή σοδειά”, προγραμματίζουν τις εκδόσεις τους στηριγμένοι στην έρευνα της αγοράς, στις απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού, στην εκμετάλλευση των θεμάτων αιχμής της κάθε εποχής. Αυτό, για τα κοσμικά δεδομένα, είναι μια συνετή πράξη. Μια επιχείρηση, από την οποία τρέφονται πιθανώς αρκετές οικογένειες, είναι θεμιτό να προγραμματίζη δραστηριότητες που θα της αποφέρουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Διότι χωρίς τέτοιες δραστηριότητες αφ’ ενός μεν θα έχη δυσκολία στην εξασφάλιση του καθημερινού άρτου, αφ’ ετέρου δε δεν θα μπορή να επιχειρή και κάποιες αντιεμπορικές σοβαρές εκδόσεις, οι οποίες είναι περισσότερο αναγκαίες από την διερεύνηση και ανάλυση των εφήμερων θεμάτων του αστυνομικού δελτίου. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, εννοείται ότι γίνεται από εκδότες, οι οποίοι, εκτός από επιχειρηματίες, είναι και άνθρωποι με πνευματικές ανησυχίες και κοινωνικές ευαισθησίες.

Συνήθως η εμπορική επιτυχία των βιβλίων οφείλεται στην μεθοδική τροφοδότηση της περιέργειας του λαού, την οποία έχουν διεγείρει κάποια συνταρακτικά γεγονότα, όπως είναι οι διάφορες εγκληματικές ενέργειες των τρομοκρατών. Πρέπει να ειπωθή, όμως, ότι η εμπορική επιτυχία δεν ταυτίζεται πάντα με την απουσία της ποιότητας. Είναι δυνατόν μάλιστα να οφείλεται και σ’ αυτήν. Είναι, δηλαδή, δυνατόν, μέσα από την ανάλυση θεμάτων της επικαιρότητας να προβάλλονται υγιή κριτήρια και να παρέχεται παιδεία στο αναγνωστικό κοινό. Αυτό το αποδεικνύουν κάποιες εκδόσεις που δεν στέκονται στην φανταχτερή περιγραφή των γεγονότων, αλλά εκφράζουν θέσεις για τα γεγονότα, καθώς και για τις αιτίες που τα προκάλεσαν.

Πιστεύω ότι η μεγάλη εμπορική επιτυχία των βιβλίων που ασχολούνται με την τρομοκρατία, και ιδιαίτερα με την “17 Νοέμβρη”, δίνει την αφορμή να σχολιασθή η ανταγωνιστική σχέση της τηλεόρασης και του βιβλίου. Κι αυτό γιατί στην περίπτωση της τρομοκρατίας φαίνεται ότι ο ανταγωνισμός μετατράπηκε σε βοήθεια της τηλεόρασης για την “διάδοση του βιβλίου”.

Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας η τηλεοπτική εικόνα έχει σχεδόν εξουδετερώσει την ελκτική δύναμη του βιβλίου. Η “μαγική” δύναμη της εικόνας καθήλωσε τους ανθρώπους, ακόμη και αυτούς που γνωρίζουν πολύ καλά γραφή και ανάγνωση, σε αναπαυτικές πολυθρόνες απέναντι από την οθόνη της τηλεόρασης. Έτσι τους εξίσωσε ακόμη και με αυτούς που δεν έκαναν τον κόπο να μάθουν γραφή και ανάγνωση. Μπορούν όλοι να “διαβάζουν” το ίδιο καλά τις κινούμενες εικόνες της ηλεκτρονικής οθόνης. Με λίγα λόγια η τηλεόραση πέτυχε ένα είδος μορφωτικής εξίσωσης της κοινωνίας. Όλοι, ανεξάρτητα από το μορφωτικό τους επίπεδο, χωρίς απαιτήσεις ιδιαίτερης γλωσσικής παιδείας, απολαμβάνουν θεάματα για τα περισσότερα από τα οποία μπορεί κανείς να ισχυρισθή, χωρίς να διατρέχη τον κίνδυνο της υπερβολής, ότι δεν διδάσκουν τίποτε, ή μάλλον ότι διδάσκουν την εξαθλίωση και τη διάλυση του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Το βιβλίο θέλει μεράκι και κόπο για να μελετηθή και να αποδώση η ανάγνωσή του καρπούς. Η τηλεόραση χρειάζεται τις πιο πολλές φορές ράθυμη διάθεση προκειμένου να είναι πιο “αποδοτική” στον παθητικό θεατή της.

Αυτά, βέβαια, είναι λίγο πολύ γνωστά και χιλιοειπωμένα. Όπως είναι επίσης γνωστό ότι, ευτυχώς, δεν είναι “διαλυτικές” όλες οι εκπομπές που προβάλλονται από την τηλεόραση. Υπάρχουν και εκπομπές που προβληματίζουν και οικοδομούν. Συνήθως, όμως, τέτοιου είδους εκπομπές είναι “αντιπαραγωγικές” για τους σταθμούς, γιατί δεν έχουν μεγάλη τηλεθέαση και δεν προσελκύουν διαφημίσεις με υψηλή οικονομική αποδοτικότητα. Συμβαίνει με αυτές ό,τι συμβαίνει με ορισμένα καλά βιβλία· δύσκολα τα επιλέγει κανείς, γιατί έχουν απαιτήσεις από τους αναγνώστες τους.

Ενώ, λοιπόν, η τηλεόραση ανταγωνίζεται το βιβλίο και κερδίζει, απ’ ό,τι φαίνεται, στον πολύ λαό κατά κράτος τη νίκη, εντούτοις στην περίπτωση της 17 Ν υποβοήθησε την διάδοσή του. Αυτό το γεγονός αποδεικνύει την αντοχή του βιβλίου, η οποία οφείλεται αφ’ ενός μεν στην ασύγκριτα μεγαλύτερη πληρότητά του από οποιαδήποτε τηλεοπτική εκπομπή, αφ’ ετέρου δε στο ανικανοποίητο των τηλεθεατών από την παρουσίαση των θεμάτων από την τηλεόραση. Η υπεροχή του βιβλίου μπορεί να προσδιοριστή σε δυο κυρίως στοιχεία, τα οποία ζητά κάθε σκεπτόμενος αναγνώστης. Πρώτον, στο πλήθος των πληροφοριών που μπορεί να περιλάβη. Και δεύτερον, στην ελευθερία που έχει ο συγγραφέας, χωρίς δημοσιογραφικές παρεμβολές, να αναλύη και να κρίνη τα γεγονότα. Η αδυναμία της τηλεόρασης σ’ αυτά τα δύο στοιχεία οφείλεται στη “φύση” της. Σ’ αυτήν τα γεγονότα πρέπει να παρουσιάζονται γρήγορα και τηλεγραφικά, ενώ η ανάλυση και η κριτική των γεγονότων, που γίνεται από τα τηλεοπτικά παράθυρα, πρέπει συνεχώς να προκαλή την περιέργεια και το συναίσθημα. Γι’ αυτό οι συζητήσεις συνήθως εξαντλούνται σε συνθηματολογίες και σε προκλητικά υπονοούμενα, τα οποία “ρίχνουν” –σχεδόν πάντα– στο τραπέζι της συζήτησης εκδότες εφημερίδων, που δεν απουσιάζουν σχεδόν ποτέ από τα τηλεοπτικά πάνελ. Προφανώς τα υπονοούμενα δεν έχουν σκοπό την ενημέρωση, αλλά την αύξηση της κυκλοφορίας των εφημερίδων κατά τις επόμενες μέρες.

Εν κατακλείδι, το βιβλίο παραμένει το σημαντικότερο μέσο μελέτης, αλλά η τηλεόραση φαίνεται να κυριαρχή στον επηρεσμό της γνώμης και των ενδιαφερόντων του λαού. Το βιβλίο, λοιπόν, για να έχη εμπορική επιτυχία πρέπει να είναι συντονισμένο με τη θεματολογία που επιβάλλει η τηλεόραση. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό σύμπτωμα της δικτατορίας του τηλεοπτικού μέσου. Δεν μας αφήνει να διαβάσουμε αυτά που πραγματικά μας ενδιαφέρουν, αυτά που θα μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε το νόημα της ζωής μας και να ζήσουμε σύμφωνα με αυτό.Μας καθοδηγεί ακόμη και στην επιλογή των αναγνωσμάτων μας.

Η έναρξη μιας “αντιεξουσιαστικής πάλης” με στόχο την αποτίναξη της δικτατορίας του τηλεοπτικού μέσου είναι μια από τις ανάγκες της κοινωνίας μας. Για να αρχίση μια τέτοια πάλη είναι ωφέλιμο ο καθένας μας να σκέφτεται την ποιοτική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην μελέτη των “αντιεμπορικών” πατερικών κειμένων και των βιβλίων που επιβάλλει η τηλεοπτική επικαιρότητα. Όταν μελετάς ένα πατερικό κείμενο, με γνήσια διάθεση μαθητείας, ο νούς σου συγκεντρώνεται, η ψυχή σου ηρεμεί, γίνεσαι ικανός να βλέπης τον εαυτό σου, το πνεύμα σου ταπεινώνεται, μετανοείς, γνωρίζεις τον πυρήνα των κοινωνικών προβλημάτων και αισθάνεσαι την ανάγκη να προσευχηθής. Από την άλλη μεριά, όταν διαβάζης, για παράδειγμα, τις προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη, τί αντίστοιχο κερδίζεις; Το ίδιο το κείμενο δεν σού προσφέρει τίποτε θετικό· μόνο αν είσαι ώριμος και αντιπαλέψεις με τα νοήματά του, αποκτάς μια μικρή και άχρηστη πείρα από την φονική “δικαιοσύνη” του διαβόλου.

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ