Πέτρου Πιτσιάκκα: “Κυπριακὴ Ἐθνικὴ συνείδηση” Μύθος και πραγματικότητα

του κ. Πέτρου Πιτσιάκκα, φιλολόγου

Μετά την υποβολή του “Σχεδίου Ανάν” διατυπώνεται εντονότερα, από διάφορες πλευρές, η άποψη πώς στην Κύπρο θα πρέπη να αναπτυχθή μια “κυπριακή εθνική συνείδηση”, η οποία θα επιτρέψη στού κατοίκους της, Έλληνες και Τούρκους κυρίως, να συνυπάρξουν. Η άποψη αυτή θεωρεί ταυτόσημες τις έννοιες κράτος και έθνος. Η ταύτιση αυτή όμως είναι αυθαίρετη.

Κράτος είναι ένα σύνολο ανθρώπων, ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία, γλώσσα και εθνότητα, εγκατεστημένο σε μια ορισμένη έκταση γής, οργανωμένο πολιτικά για την άσκηση εξουσίας. Από την άλλη έθνος είναι ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς κοινής καταγωγής και κοινό ιστορικό παρελθόν, κοινή γλώσσα και θρησκεία, ενώ παράλληλα έχουν συνείδηση της διαφοράς τους από τα άλλα σύνολα ανθρώπων.

Η εθνική ταυτότητα λοιπόν ενός λαού δεν εξαρτάται από την κρατική του υπόσταση, αλλά από τη γλώσσα, τη θρησκεία, την ιστορία, την καταγωγή του. Με βάση αυτά τα δεδομένα θα εξετάσουμε κατά πόσον ήταν και είναι δυνατή η διαμόρφωση μιας “κυπριακής εθνικής ταυτότητας”, από μέρους των ελληνοκυπρίων που μας ενδιαφέρει και μας αφορά. Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε, θα πρέπη να αναζητήσουμε, αρχικά, την καταγωγή του πληθυσμού της Κύπρου.

Η Κύπρος εμφανίζεται στο προσκήνιο του πολιτισμού από το τέλος της 9ης χιλιετηρίδας π.Χ. Οι πρώτοι κάτοικοι πρέπει να ήρθαν από τη Μικρά Ασία ή και από τη Συροπαλαιστινιακή ακτή χωρίς να μπορούμε να δώσουμε τους σημερινούς φυλετικούς προσδιορισμούς, γιατί στα προϊστορικά χρόνια ήταν ανύπαρκτοι ή τελείως διαφορετικοί από αυτούς που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Η επαφή των κατοίκων του νησιού με την Ελλάδα χρονολογείται από το 1400 π.Χ. περίπου, όταν η Κύπρος έγινε στόχος των Μυκηναίων εμπόρων, που έλεγχαν τον Αγαιϊακό χώρο, εξαιτίας του γεγονότος ότι το νησί ήταν χαλκοπαραγωγός περιοχή. Παράλληλα, αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Παυσανίας και ο Στράβων, διασώζουν την παράδοση σύμφωνα με την οποία Αχαιοί ήρωες του Τρωικού πολέμου μετέβησαν στην Κύπρο και ίδρυσαν πόλεις. Ο Τεύκρος ίδρυσε τη Σαλαμίνα της Κύπρου, εις ανάμνηση της πατρίδας του, ο Αγαπήνωρ από την Αρκαδία έκτισε την Πάφο, οι Αργείοι, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο έκτισαν το Κούριο, ο Πράξανδρος από τη Λακωνία τη Λάπηθο, ο Κηφέας από την Πελοπόννησο την Κερύνεια κλπ. Οι Αχαιοί εγκαταστάθηκαν πλέον στην Κύπρο, όχι ως έμποροι, αλλά ως άποικοι, επιβάλλοντας την τέχνη, τη γλώσσα και γενικά τον πολιτισμό τους, τον οποίο ο τότε πληθυσμός του νησιού αφομοίωσε.

Το Ελληνικό αλφάβητο εισάγεται στην Κύπρο τον 5ο αι. π.Χ. Κύπριοι αθλητές παίρνουν μέρος στους Ολυμιακούς και Παναθηναϊκούς αγώνες. Κύπριοι γίνονται δεκτοί ως πρόξενοι στο Μαντείο των Δελφών και άλλοι αναφέρονται στους τιμητικούς καταλόγους των Θεωροδόκων, εκείνων δηλαδή που φιλοξενούσαν τους απεσταλμένους του Μαντείου των Δελφών που επισκέπτονταν ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Τα ονόματα Κυπρίων γλυπτών αναφέρονται στους Δελφούς και στη Λίνδο. Όλα λοιπόν αυτά τα στοιχεία πιστοποιούν την κοινή πολιτιστική καταγωγή Κύπρου και Ελλάδας.

Όσον αφορά στη θρησκεία, η διάδοση του Χριστιανισμού άρχισε το 46 μ.Χ. με τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μαζί με τον Κύπριο απόστολο Βαρνάβα, τον ιδρυτή της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου, περιέρχονται τις Κυπριακές πόλεις και κηρύττουν τη νέα θρησκεία.

Παράλληλα όμως η Κύπρος συμμετέχει σε όλους τους αγώνες του ελληνισμού. Συμμετέχει στους αγώνες εναντίον των Περσών. Είναι χαρακτηριστικό πώς ο Αισχύλος στο έργο του “Πέρσες”, αναφέροντας τις ελληνικές πόλεις που απελευθερώθηκαν από τον Περσικό ζυγό, συγκαταλέγει σ’ αυτές και τις κυπριακές Πάφο, Σόλους και Σαλαμίνα. Επίσης η Κύπρος διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο ως τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 η ένοπλη δράση, η προσφορά αίματος, η παρουσία στην παιδεία και στη διοίκηση της επανάστασης συνοψίζουν την Κυπριακή συμβολή. Η παρουσία Κυπρίων εθελοντών στους Βαλκανικούς και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους είναι καταγεγραμμένη από την ιστορία. Το 1955 οι Κύπριοι ξεσηκώνονται εναντίον των Άγγλων με αίτημα την αυτοδιάθεση και την ένωση με την Ελλάδα. Όλοι οι μελλοθάνατοι οδηγούνται στην αγχόνη ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο και έχοντας την Ελλάδα στα χείλη.

Κάθε καλόπιστος αναγνώστης λοιπόν, διαπιστώνει ότι, η καταγωγή του πληθυσμού της Κύπρου, η γλώσσα, η θρησκεία, ο πολιτισμός, και η ιστορία της είναι ταυτόσημα με του Ελληνισμού. Οι ελληνικές πηγές εμφανίζουν ξεκάθαρα την Κύπρο ως ένα ελληνικό νησί από την εποχή του Τρωικού πολέμου, που οι Έλληνες ξεχύθηκαν προς την ανατολή και την εξελλήνισαν. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να τα διαγράψουμε όλα αυτά και να δημιουργήσουμε μια τεχνητή εθνική ταυτότητα. Η εθνική ταυτότητα των λαών ζυμώνεται και πλάθεται μέσα στο καμίνι της ιστορικής τους πορείας. Και η ιστορική πορεία της Κύπρου διαμόρφωσε μια εθνική ταυτότητα ελληνική. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για “κυπριακή εθνική συνείδηση”, διαγράφοντας το παρελθόν, λές και η ιστορία της Κύπρου ξεκινά από τη σύσταση του Κυπριακού κράτους.

Με τις απόψεις αυτές σίγουρα “κομίζουμε γλαύκας ες Αθήνας” για την πλειονότητα των Ελλήνων. Διατυπώνονται όμως για εκείνους τους λίγους που μιλούν για “κυπριακή εθνική συνείδηση” απλά και μόνο επειδή η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος. Με τη θέση τους αυτή παραχαράσσουν την ιστορία και εξυπηρετούν, ασυνείδητα πιστεύω, αλλότρια συμφέροντα. Η ελληνική ιστορία 3000 χρόνων στο νησί δεν μπορεί να διαγραφή. Η Κύπρος δεν φανερώθηκε ξαφνικά το 1960, με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε θα αρχίση να υπάρχη με τη λύση που ενδεχομένως να δώση το “Σχέδιο Ανάν”. Λαοί από παρθενογένεση δεν προέρχονται. Η Κύπρος, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι, προήλθε από τη μήτρα του Ελληνισμού. Ελληνική είναι η γλώσσα μας, η κουλτούρα μας, η συνείδησή μας, η εθνική μας ταυτότητα. Είμαστεν Έλληνες, με συνήθειες πού, μερικές φορές, πιθανόν να ξενίζουν τον ελληνισμό.