Skip to main content

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Οἱ «τολμηρότατοι» περιηγητές πού «κάνουν βόλτες» στό Τριαδικό μυστήριο

Οἱ «τολμηρότατοι» περιηγητές πού «κάνουν βόλτες» στό Τριαδικό μυστήριο 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου 

Στήν σύγχρονη θεολογία, ἀπό θεολόγους οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τόν σχολαστικισμό, τόν νεοσχολαστικισμό, τόν γερμανικό ἰδεαλισμό καί τόν ὑπαρξισμό, παρατηρεῖται μιά προσπάθεια διεισδύσεως στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά «ἐλέγξουν» καί νά διατυπώσουν τό «πῶς» ὑπάρχουν τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὅτι συνδέεται ἡ «ἐλευθερία τοῦ Πατρός μέ τή βούληση τοῦ Πατρός», ὅτι «ἡ ἐλευθερία τοῦ Πατρός κάνει νά ὑπάρχει ὁ Θεός ὡς Τριάδα αἰώνια καί ἀίδια», ὅτι «ὁ Πατήρ ἀπό ἀγάπη -δηλαδή ἐλεύθερα- γεννᾶ τόν Υἱό καί ἐκπορεύει τό Πνεῦμα», ὅτι «ἡ ἐλευθερία καί ἡ ὕπαρξη στόν Θεό ταυτίζονται», ὅτι «τό ναί στήν ὕπαρξή Του εἶναι ταυτόσημο μέ τό ναί στήν Τριαδική Του ὕπαρξη», ὅτι ὁ Πατήρ «ἀσκεῖ τήν ἐλευθερία Του ὡς ναί» κ. ἄ.

Μέσα σέ αὐτήν τήν ἀλαζονική προσπάθεια τολμοῦν νά ὁμιλοῦν καί γιά «ἱεράρχηση» στά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ ἐπιδιώκουν μέ ὑπαρξιακά γνωσιολογικά-δομικά στοιχεῖα νά ἑρμηνεύσουν τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, νά προσπαθοῦν μέ τόν φιλοσοφικό τρόπο νά κατανοήσουν τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Μιά τέτοια νοοτροπία εἶχαν καί οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι τούς πρώτους αἰῶνες, κυρίως τόν 3ο καί 4ο αἰώνα μ.Χ., οἱ λεγόμενοι μοναρχιανοί, δυναμικοί καί τροπικοί, καί ἔφθασαν σέ αἱρέσεις, τίς ὁποῖες ἀντιμετώπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Αὐτό παρατηρεῖται ἔντονα στούς σχολαστικούς καί νεοσχολαστικούς θεολόγους.

Στίς ἡμέρες μας ἔγινε πιά «μόδα» οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι νά κάνουν «τουριστικές περιηγήσεις» μέσα στό ἀπρόσιτο μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά παράγουν μιά «θεολογία τοῦ σαλονιοῦ». Εὐχαριστοῦνται νά συζητοῦν τέτοια ζητήματα μέ διανοητικό τρόπο στίς κατ’ ἰδίαν συζητήσεις καί σέ Συνέδρια, καί σέ πανεπιστημιακές αἴθουσες, γιά νά φαίνεται ὅτι παράγουν μιά σύγχρονη θεολογία πού διαφέρει ἀπό τήν θεολογία τῶν «ἀγραμμάτων μοναχῶν»!!

Καί, ὅμως, στήν θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων θεωρεῖται ἀλαζονική θρασύτητα καί ἑωσφορική νοοτροπία τό νά προσπαθῆ κανείς νά εἰσδύη στό ἀπρόσιτο μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, δηλαδή στό μυστήριο τῆς θεολογίας, ἀκόμη καί στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, πού χαρακτηρίζεται μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, στό πῶς ἑνώνονται ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.

Ἐκεῖνο πού ἔχουμε ἐντολή νά κάνουμε εἶναι μέ τήν συνέργειά μας στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ νά πορευθοῦμε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση, νά μετάσχουμε στό μυστήριο τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀποκτοῦμε γνώση τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ.

Στήν συνέχεια θά παραθέσω μερικά δείγματα τῆς πατερικῆς θεολογίας πάνω στό σοβαρό αὐτό θέμα.

1. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τό ἀπρόσιτον μυστήριον τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ

Οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων, καί μάλιστα οἱ Καππαδόκες Πατέρες, μᾶς ἔδωσαν ἀρκετά δείγματα ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι ἀπρόσιτος, εἶναι μυστήριο ἀπρόσιτο στήν ἀνθρώπινη σκέψη. Αὐτό τό βλέπουμε κυρίως στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, στούς περίφημους θεολογικούς λόγους του, πού ἀντιμετώπιζε τούς Εὐνομιανούς οἱ ὁποῖοι ἐξέφραζαν τό φιλοσοφικο-θεολογικό ρεῦμα τοῦ μοναρχιανισμοῦ, τό ὁποῖο καταδικάστηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφερόμενος στούς θεολόγους τῆς ἐποχῆς του πού προσπαθοῦσαν νά κατανοήσουν τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τήν λογική ὁμιλεῖ γιά «καινήν νόσον» «περί τοῦ λόγου φιλοτιμία καί γλωσσαλγία» , τόν δέ ἀσχολούμενον μέ τόν Θεό μέ τέτοιον τρόπο ἀποκαλεῖ «διαλεκτικόν καί λάλον». Γιά τόν Θεό γράφει: «Φράσαι μέν ἀδύνατον, ὡς ὁ ἑμός λόγος, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον».  Δέν μπορεῖ κανείς νά βρῆ καί νά κατανοήση τήν φύση καί τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ: «Θεόν, ὅ,τι ποτε μέν ἐστι τήν φύσιν καί τήν οὐσίαν, οὔτε τις εὗρεν ἀνθρώπων πώποτε, οὔτε μέν εὕρῃ».

Μιλώντας γιά τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα τονίζει ὅτι πρέπει νά τό τιμᾶ κανείς μέ τήν σιωπή. «Θεοῦ γέννησις σιωπῇ τιμάσθω. μέγα σοι τό μαθεῖν, ὅτι γεγέννηται. Τό δέ πῶς, οὐδέ ἀγγέλοις ἐννοεῖν». Ἐρωτᾶ: Θέλεις νά σοῦ ἐξηγήσω τό πῶς γεννήθηκε ὁ Υἱός ἀπό τόν Πατέρα; Ἀπαντᾶ: Μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει ὁ Πατήρ. «Ὡς οἶδεν ὁ γεννήσας Πατήρ καί ὁ γεννηθείς Υἱός, τό δέ ὑπέρ ταῦτα, νέφει κρύπτεται, τήν σήν διαφεῦγον ἀμβλυωπίαν», δηλαδή τό πῶς γεννήθηκε ὁ Υἱός ἀπό τόν Πατέρα εἶναι καλυμμένο μέ νέφος καί διαφεύγει τήν ἀσθενῆ ὅρασή μας. Στόν Θεό συμπίπτει ἡ ὕπαρξη μέ τήν γέννηση καί εἶναι χωρίς ἀρχή.

Ἀκόμη, ὅπως δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τήν ἀγεννησία τοῦ Πατρός καί τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ, καί πρέπει νά τό τηροῦμε μέ τήν σιωπή μας, τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν Πατέρα. Ἀπαντᾶ στούς φιλοσοφοῦντας τῆς ἐποχῆς του: «Τίς οὖν ἡ ἐκπόρευσις; εἰπέ σύ τήν ἀγεννησίαν τοῦ Πατρός, κἀγώ τήν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ φυσιολογήσω, καί τήν ἐκπόρευσιν τοῦ Πνεύματος, καί παραπληκτίσομεν ἄμφω εἰς Θεοῦ μυστήρια παρακύπτοντες».

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐρευνᾶ μέ τόν φιλοσοφικό του λόγο καί τρόπο τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά νά ἑρμηνεύση τήν ἀγεννησία τοῦ Πατρός, τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά παραφρονήση, ἐπειδή ἐγκύπτει στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὑποδεικνύει τό σέ πιό σημεῖο μπορεῖ νά φθάση ὁ ἄνθρωπος στήν Θεογνωσία. Αὐτό γίνεται μέ τήν ἱερά ἡσυχία, τήν κάθαρση καί τήν μέθεξη τοῦ Φωτός, τήν διάβαση τοῦ ἀνθρώπου στήν θεωρία-θεοπτία .

2. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γιά τά ρητά καί τά ἄρρητα στόν Θεό

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἔχοντας αὐτήν τήν πνευματική θεολογική κληρονομιά, ἀναλύει διεξοδικά τά σχετικά μέ τό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπαγόρευση τοῦ ἀνθρώπου νά εἰσδύση σέ αὐτό, γιατί εἶναι πλήρως ἀποφατικό μυστήριο.

Γράφει ὅτι «ἄρρητον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον», μόνον μποροῦμε νά ξέρουμε ὅ,τι μᾶς ἀποκάλυψε «ὁ μονογενής Υἱός ὁ ὤν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός». Ὕστερα ἀπό τήν πρώτη καί μακαρία φύση τοῦ Θεοῦ, κανένας ἄλλος δέν γνώρισε ποτέ τόν Θεό, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, δηλαδή τά Χερουβίμ καί Σεραφίμ. Γνωρίζει τόν Θεό μόνον αὐτός στόν ὁποῖο ὁ Θεός τό ἀποκάλυψε.

Ὅλα ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στήν Θεολογία (γιά τόν Τριαδικό Θεό) καί τήν Οἰκονομία (γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ) «οὐδέ πάντα ἄρρητα οὐδέ πάντα ρητά», «οὔτε πάντα ἄγνωστα οὔτε πάντα γνωστά», γιατί ἄλλο εἶναι αὐτό πού εἶναι γνωστό καί ἄλλο εἶναι τό ρητό, αὐτό πού μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ, ὅπως ἀκριβῶς ἄλλο εἶναι ἡ ὁμιλία καί ἄλλο ἡ γνώση.

Αὐτό σημαίνει ὅτι γνωρίζουμε καί ὁμολογοῦμε «ὅτι ἐστί Θεός», ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἄναρχος, ἀτελεύτητος, αἰώνιος καί ἀΐδιος, ἄκτιστος, ἄτρεπτος, ἀναλλοίωτος, ἁπλός, ἀσύνθετος, ἀσώματος, ἀόρατος, ἀψηλάφητος, ἀπερίγραπτος, ἄπειρος, ἀπεριόριστος, ἀκατάληπτος, ἀσύλληπτος, ἀγαθός, δίκαιος, παντοδύναμος, δημιουργός ὅλων τῶν κτισμάτων, παντοκράτωρ, παντεπόπτης, προνοητής ὅλων, ἐξουσιαστής, κριτής.

Ἐπίσης, γνωρίζουμε «ὅτι εἷς ἐστί Θεός», δηλαδή μία οὐσία καί γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει σέ τρεῖς ὑποστάσεις, σέ Πατέρα, σέ Υἱό καί σέ Ἅγιον Πνεῦμα καί ὅτι ὁ Πατέρας καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι ἕνα σέ ὅλα ἐκτός ἀπό τήν ἀγεννησία καί τή γέννηση καί τήν ἐκπόρευση. Ὅπως, ἐπίσης, γνωρίζουμε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός καί τήν συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔγινε ἄνθρωπος καί εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος σέ μιά ὑπόσταση, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε.

Ἀκόμη «καί ἀγνοοῦμεν καί λέγειν οὐ δυνάμεθα» τό «τί ἐστί Θεοῦ οὐσία» ἤ πῶς εἶναι στήν ὁλότητά της ἤ πῶς Θεός γεννήθηκε ἀπό Θεό ἤ ἐκπορεύτηκε ἤ πῶς ὁ μονογενής Υἱός καί Θεός, ἀφοῦ ταπείνωσε τόν ἑαυτό του, ἔγινε ἄνθρωπος ἀπό παρθενική σάρκα καί πλαστουργήθηκε μέ διαφορετικό νόμο ἀπό ὅ,τι ἰσχύει στή φύση ἤ πῶς εἶχε βαδίσει στά νερά χωρίς νά βρέξη τά πόδια.

Καταλήγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Ὅτι μέν οὖν ἔστι Θεός, δῆλον• τί δέ ἔστι κατ’ οὐσίαν καί φύσιν ἀκατάληπτον τοῦτο παντελῶς καί ἄγνωστον» .

Μιλώντας κανείς γιά τόν Θεό μπορεῖ νά ὁμιλῆ ἀποφατικά, γι’ αὐτό λέμε «ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀπερίγραπτος». Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Οἰκειότερον δέ μᾶλλον ἐκ τῆς τῶν πάντων ἀφαιρέσεως ποιεῖσθαι τόν λόγον». Καί αὐτό γίνεται γιατί ὁ Θεός δέν εἶναι κανένα ἀπό τά ὄντα ὄχι ὡς μή ὤν, ἀλλά ὡς ὤν πάνω ἀπό ὅλα τά ὄντα καί ἀπό αὐτό τό εἶναι.

Ὕστερα ἀπό αὐτά ἀποφαίνεται θεολογικά: «Ἄπειρον οὖν τό θεῖον καί ἀκατάληπτον, καί τοῦτο μόνον καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Καί ὅσα λέμε καταφατικά γιά τόν Θεό, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός, δίκαιος καί σοφός δέν δηλώνουν «τήν φύσιν, ἀλλά τά περί τήν φύσιν», δηλαδή τήν ἐνέργειά Του. Ὑπάρχουν καί μερικά πού λέγονται καταφατικά γιά τόν Θεό πού ἔχουν «δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως». Γιά παράδειγμα, ὅταν λέμε σκότος στόν Θεό δέν ἐννοοῦμε σκότος, ἀλλά ὅτι ὁ Θεός «οὐκ ἐστι φῶς ἀλλ’ ὑπέρ τό φῶς» καί λέγεται φῶς «ὅτι οὐκ ἔστι σκότος».

Εἶναι κατανοητό, ὅτι γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό πού ἐκφράζει ὅλη τήν παράδοση τῶν ὀκτώ πρώτων αἰώνων, καί εἶναι παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Θεός εἶναι ἄπειρος καί ἀκατάληπτος, καί ἐκεῖνο πού εἶναι γνωστό εἶναι ἡ ἐνέργειά Του. Ἀλλά καί αὐτή ἡ γνώση δέν γίνεται μέ τήν φιλοσοφική ἐπεξεργασία, ἀλλά μέ τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, διά τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Καί ὁ Θεόπτης γνωρίζει «ὅτι ἐστί Θεός», ἀλλά δέν γνωρίζει τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ οὔτε τί εἶναι τά ὑποστατικά ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, καί τό «πῶς» τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἐνῶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀρχίζει τήν Δογματική του μέ τό ἀκατάληπτο τῆς θείας οὐσίας, ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης ξεκινᾶ τήν Summa του μέ τήν ἀρχή ὅτι ἡ γνώση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατή, ἀναγκαία καί πρόξενος τῆς μακαριότητας τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό δείχνει, μεταξύ τῶν ἄλλων, τήν διαφορά μεταξύ Ὀρθοδόξου καί σχολαστικῆς θεολογίας.

3. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων γιά τόν ἀποφατισμό στό Τριαδικό μυστήριο

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἔζησε τόν 4ο αἰώνα (γεν. 313-315 καί κοιμήθηκε 386) σέ μιά περίοδο πού γίνονταν συζητήσεις γιά τόν Τριαδικό Θεό, γιά τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα καί τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν Πατέρα. Πρόκειται γιά τήν περίοδο μεταξύ τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Στίς «Κατηχήσεις τῶν φωτιζομένων» ἀναφέρεται στήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός καί στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀκατάληπτο καί ἀδύνατο στόν ἄνθρωπο γιά νά τό κατανοήση λογικά καί φιλοσοφικά.

Γιά τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα γράφει: «Υἱός τοίνυν τοῦ Θεοῦ ἐστι φύσει καί οὐ θέσει, γεννηθείς ἐκ Πατρός». Δέν μεσολάβησε χρόνος γιά τήν γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα: «Μεσίτης δέ ἐκ τῆς ἐκ Πατρός Υἱοῦ γεννήσεως χρόνος οὐκ ἔστιν». Ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα δέν εἶναι ὅμοια μέ τήν γέννηση τῶν ἀνθρώπων. «Μή τοίνυν ἀνθρωπίνων εἶναι νομίσῃς τήν γέννησιν».

Δέν ὑπάρχουν παραδείγματα γιά νά ἑρμηνεύσουμε τά τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα. Γράφει: «Γέννησε ὁ Θεός- Πατέρας τόν Υἱόν, ὄχι ὅπως, σύμφωνα μέ τά ἀνθρώπινα δεδομένα, γεννάει ὁ νοῦς τόν λόγο. Γιατί σέ μᾶς ὁ μέν νοῦς μας εἶναι ἐνυπόστατος, ὁ δέ λόγος, μόλις εἰπωθεῖ καί σκορπίσει στόν ἀέρα, χάνεται. Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε Λόγος, ὄχι προφορικός, ἀλλά ἐνυπόστατος, ζωντανός, πού δέν εἰπώθηκε μέ τά χείλη καί μετά σκόρπισε στόν ἀέρα, ἀλλά γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα, "ὡς ἰδία ὑπόσταση", προαιώνια καί ἀνέκφραστα».

Ἑπομένως, εἶναι παντελῶς ἄγνωστος ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα. Ξέρουμε ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα πρό πάντων τῶν αἰώνων, ἀλλά ἀγνοοῦμε τό «πῶς» Τόν γέννησε. Λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος:

«Τόν γέννησε (τόν Υἱό), λοιπόν, ὁ Θεός-Πατέρας, ὄχι ὅπως κάθε ἀνθρώπινη διάνοια θά μποροῦσε νά ἀντιληφθεῖ, ἀλλά ὅπως Αὐτός μόνο γνωρίζει. Γιατί δέν ὑποσχόμαστε νά σᾶς ποῦμε τόν τρόπο τῆς γεννήσεως, ἀλλά νά σᾶς διαβεβαιώσουμε γιά τό ὅτι ὁ τρόπος δέν εἶναι ὁ γνωστός στούς ἀνθρώπους». Στήν συνέχεια λέγει ὅτι κανένα δημιούργημα οὔτε καί οἱ ἄγγελοι γνωρίζουν τόν τρόπο τῆς γεννήσεως τοῦ Λόγου, ἀλλά οὔτε καί «τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔγραψεν ἐν ταῖς Γραφαῖς». Ἐρωτᾶ: Ἀφοῦ δέν καταλαβαίνουμε αὐτό πού εἶναι γραμμένο, γιατί ἐρευνᾶμε αὐτό πού δέν εἶναι γραμμένο; «Αὔταρκες ἡμῖν εἰδέναι, ὅτι Θεός ἐγέννησεν Υἱόν ἕνα μόνον».

Ἔτσι, ὅπως λέγει «μή ντρέπεσαι νά ὁμολογήσεις τήν ἄγνοιά σου, διότι μαζί μέ τούς Ἀγγέλους τό ἀγνοεῖς, δέν τό ξέρουν οὔτε καί οἱ Ἄγγελοι. Μόνο ὁ Θεός-Πατέρας γνωρίζει τόν Υἱό καί ὁ Υἱός γνωρίζει τόν Πατέρα. Ὁ Θεός-Πατέρας γνωρίζει τί γέννησε καί οἱ ἅγιες Γραφές μαρτυροῦν ὅτι ὁ Υἱός εἶναι Θεός».

Καί ὕστερα ἀπό αὐτά ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέγει στούς φωτιζομένους: «Ἐγώ πάντα θαύμαζα αὐτούς τούς τολμηρούς ἀνθρώπους πού μέ τήν ἰδιαίτερη καί ἔντονη αὐτή περιέργειά τους -τήν ὁποία θεωροῦν σύμφωνη μέ τήν εὐλάβειά τους- ξεπέφτουν σέ μεγάλη ἀσέβεια. Διότι ἐφόσον ἀγνοοῦν τούς Θρόνους καί τίς Κυριότητες, τίς Ἀρχές καί τίς Ἐξουσίες, πού εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ἐπιχειροῦν νά ἐξετάζουν καί νά ἐρευνοῦν τόν Ἴδιο τόν Δημιουργό. Πές μου πρῶτα, τολμηρότατε, τί διαφέρει ὁ Θρόνος ἀπό τήν Κυριότητα καί τότε νά ἀσχοληθεῖς καί νά ἐρευνήσης ὅσα ἔχουν σχέση μέ τόν Χριστό».

Ἑπομένως, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἀπό τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. ἐλέγχει τούς «τολμηρότατους» ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἀπό ἔντονη περιέργεια νά εἰσχωρήσουν μέσα στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί νά «φιλοπραγμονοῦν» καί καταπίπτουν «διά τῆς νομιζομένης εὐλαβείας εἰς ἀσέβειαν» , πολύ δέ περισσότερο ὅταν δέν τό κάνουν ἀπό εὐλάβεια, ἀλλά ἀπό φιλοσοφική περιέργεια!

4. Ἀναλογία ὄντος, ἀναλογία πίστεως, ἀναλογία σχέσεως

Στήν Δυτική θεολογία ὑπάρχει μιά μεταφυσική θεώρηση τῆς σχέσεως μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου, δηλαδή «πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρχει κάποια ἀναλογία μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου».

Στόν Θωμᾶ τόν Ἀκινάτη παρατηρεῖ κανείς τήν ἀναλογία τοῦ ὄντος (analogia entis), σύμφωνα μέ τήν ὁποία διά τοῦ ἑνός μπορεῖ κανείς νά μάθη τό ἄλλο. Ὁ Θεός εἶναι ὤν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὤν, ὁπότε διά τῆς μελέτης τοῦ ἀνθρώπου, ἑρμηνεύεται ὁ Θεός . Κατά τήν δυτική θεολογία «μπορεῖ κανείς νά ἐξιχνιάση τά περί τῆς θείας οὐσίας, ἐάν διεισδύση στήν οὐσία καί τήν καθ’ ὅλου ἔννοια τῶν ὄντων μέσω τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς . Πρόκειται γιά τήν φιλοσοφική μέθοδο διερεύνησης τοῦ Θεοῦ.

Στόν Γουλιέλμο Ὄκκαμ παρατηρεῖ κανείς μιά ἄλλη θεωρία, ἀφοῦ «ἔκανε μιά γενική ἐπίθεση ἐναντίον τῶν ἀρχετύπων τοῦ Πλάτωνος, ἐναντίον τῶν καθόλου τῆς πλατωνικῆς παραδόσεως, μέ πολύ γερά φιλοσοφικά ἐπιχειρήματα καί ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ ἄλλη θεωρία περί ἀναλογίας πίστεως (analogia fidei).

Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν ἄποψη δέν ὑπάρχει μόνο «ἡ ἀναλογία ὄντος», ἀλλά καί ἡ «ἀναλογία πίστεως», δηλαδή «στήν Ἁγία Γραφή περιγράφονται τά τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα καί μόνο μέσῳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς μπορεῖ κανείς νά γνωρίση τόν Θεό. Ὁπότε, καί ἐδῶ ὑπάρχει ἀναλογία, ἀλλά ἀναλογία "ὄχι ὅμως ἀπό τήν φιλοσοφική σκέψη (πού εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ ὄντος", ἀλλά ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς) ἀνθρώπους, πού εἶναι κατατεθειμένη μέσα στήν Ἁγία Γραφή» . Αὐτήν τήν θεωρία ἐγκολπώθηκε ὁ Λούθηρος «ὁ ἱδρυτής τοῦ Προτεσταντισμοῦ».

Ἀργότερα, ὁ Karl Barth ἀνέπτυξε τήν θεωρία τῆς «ἀναλογίας σχέσεων» (analogia relationis). Σύμφωνα μέ τήν θεώρηση αὐτήν «ὑπάρχουν τέσσερις συζυγίες, οἱ ὁποῖες φανερώνουν τήν ταυτότητα τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τῶν ἐνδοτάτων σχέσεων τῆς ἀϊδίου Τριάδος: α) ἡ σχέση Πατρός καί Υἱοῦ ἀϊδίως, β) ἡ σχέση ἀκτίστου δημιουργοῦ καί κτιστοῦ δημιουργήματος ὡς προβολή τῆς ἀϊδίου Τριάδος ad extra στή βάση τοῦ actus purus, γ) Ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ μέ τόν Θεό Πατέρα καί δ) ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ μέ τήν ἀνθρωπότητα. Ταυτοχρόνως ἀπό τίς τέσσερις προκύπτει ρητά καί ὁμολογημένα μιά πέμπτη συζυγία, αὐτή τῶν ἀναγεννημένων ἐν Χριστῷ πρός τούς ὑπολοίπους ἀνθρώπους. Ὅλες οἱ παραπάνω σχέσεις κατοπτρίζουν τήν analogia relationis, ἡ ὁποία φανερώνει τόν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀϊδίου Τριάδος».

Καί οἱ τρεῖς αὐτές ἀναλογίες μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῆς κτίσεως (καί τοῦ ἀνθρώπου), ἤτοι ἀναλογία ὄντος, ἀναλογία πίστεως, ἀναλογία σχέσεων, εἶναι ξένες πρός τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, γιατί δέν ὑπάρχει καμμιά ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει ὅτι «ὑπεράγνωστα καί ὑπεράρρητα ἐστι, καί τά τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως καί τά τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεως καί τά τῆς ἀμιγοῦς παντάπασι καί ἀφύρτου συμφυΐας». Γι’ αὐτό καί «οὐ δ’ ὑπόδειγμά ἐστί τούτων ἐπί τῆς κτίσεως εὑρεῖν». Ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπεράγνωστα καί ὑπεράρρητα τόσο τά τῆς οὐσιώδους ἑνώσεως μεταξύ τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅσο καί τῆς ὑποστατικῆς διακρίσεώς τους, καθώς ἐπίσης καί τά τῆς ἐντελῶς ἀμιγοῦς καί ἀσυγχύτου συμφυΐας. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι δυνατόν νά εὑρεθῆ κανένα ὑπόδειγμα σέ ὅλη τήν κτίση.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐκφράζοντας ὅλη τήν πατερική παράδοση γράφει ὅτι στόν Θεό εὑρίσκονται τρία: οὐσία, ὑποστάσεις καί ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐξωτέρα, ἡ ὑπόστασις ἐνδοτέρα καί ἡ οὐσία ἐνδοτάτη. Ὁ Πατήρ «ἔλαβε σχέσιν νά κοινωνηθῇ κατ’ οὐσίαν μέ τόν ὁμοούσιόν του Υἱόν καί μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιον∙ τόν μέν ἀπ’ αἰῶνος γεννῶν, τό δέ ἐκπορεύων»∙ ὁ Υἱός «ἔλαβε σχέσιν νά κοινωνηθῇ καθ’ ὑπόστασιν μέ τήν ἀνθρωπότητα»∙ καί «ἡ κοινή ἐνέργεια τῆς μακαρίας Τριάδος ἀνατίθεται νά κοινωνηθῇ κατά τήν ἐνέργειαν μέ τά λοιπά κτίσματα».

Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῆς καθ’ ὑπόσταση καί τῆς κατ’ οὐσία ἑνώσεως. Κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «οἱ Πατέρες τονίζουν ὅτι μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου ἤ μεταξύ κτισμάτων καί Θεοῦ οὐδεμία ὁμοιότης ὑπάρχει. Αὐτό σημαίνει, ἐπίσης, ὅτι δέν ὑπάρχει καί καμμιά ἀναλογία μεταξύ τους, δηλαδή συσχέτισις ἤ σύγκρισις∙ πού σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε μέσῳ τῶν κτισμάτων νά γνωρίσωμε τό ἄκτιστο, δηλαδή τόν Θεόν, Αὐτόν ἤ τήν ἐνέργειά Του» , ἀλλά μετέχουμε τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, διά τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τόν Θεό στά ἐνδότατα τῆς οὐσίας Του, οὔτε μέσῳ τῶν κτισμάτων, οὔτε μέσῳ τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας, οὔτε μέσῳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διότι «ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ὁδηγός πρός τόν Θεόν, ἀλλά δέν ἔχει ἡ περιγραφή τοῦ Θεοῦ στήν Ἁγία Γραφή καμμιά ὁμοιότητα μέ τόν Θεόν».

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ. α΄, 15) καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης δίδασκε: «Ἡ μόνη ἀκριβής εἰκών τοῦ Πατρός εἶναι ὁ Υἱός καί ὄχι ὁ κόσμος. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἡ εἰκών τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐπλάσθη κατ’ εἰκόνα. Ἡ μόνη διαφορά μεταξύ Πατρός καί Υἱοῦ εἶναι ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ἀγέννητος, καί ὁ Υἱός γεννητός. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀντίγραφο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ψάλλει: «Εἰκών εἰμί τῆς ἀρρήτου δόξης σου εἰ καί στίγματα φέρω παταισμάτων». Γι’ αὐτό καί καλεῖται νά μεθέξη τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ὄχι νά δῆ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του ὅλη αὐτήν τήν πατερική διδασκαλία, καυτηρίαζε τούς συγχρόνους θεολόγους πού «κάνουν βόλτες» μέσα στό μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί μέ σχολαστική καί ὑπαρξιακή φιλοσοφία ὁμιλοῦν γιά τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, συσχετίζοντας τόν Τριαδικό Θεό μέ κτιστές καί ἐμπαθεῖς καταστάσεις, καί κάνουν λόγο γιά ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἴδιά Του τήν ὕπαρξη καί διατυπώνουν πολλές ἄλλες ἀνοησίες καί βλασφημίες.

Λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων: «Καί ἐγώ τεθαύμακα ἀεί τῶν τολμηρῶν τήν φιλοπραγμοσύνην, τῶν διά τῆς νομιζομένης εὐλαβείας εἰς ἀσέβειαν ἐκπιπτόντων».

Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει, διά τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὕστερα «ἀπό τῆς καθ’ ἡσυχίαν ἀγωγῆς», «θεοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος, οὐ τῆς ἀπό τῶν λόγων ἤ τῆς τῶν ὁρωμένων στοχαστικῆς ἀναλογίας» . «Ἡ στοχαστική ἀναλογία» εἶναι μέθοδος τῆς φιλοσοφίας.

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι γεμίσαμε σήμερα ἀπό στοχαστές θεολόγους πού εἶναι «περιηγητές» στό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί κάνουν «στοχαστικές ἀναλογίες» μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων, τό ὁποῖο εἶναι μιά μεγάλη θεολογική ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας. Ἀλλά μεγάλοι θεολόγοι εἶναι ὅσοι ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὅσοι μεταφέρουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν σχολαστική, νεοσχολαστική καί ὑπαρξιακή φιλοσοφία τῶν ἑτεροδόξων, κάνοντας μιά παρερμηνεία ἤ μιά «μετακένωση», καί τούς ὁποίους γι’ αὐτόν τόν λόγο ἐπαινοῦν οἱ ἑτερόδοξοι, ὡς μεγάλους θεολόγους!

  • Hits: 3446