• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - Ἐγκύκλιοι

τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ

(Ἀπό τήν Πασχαλινή Ἐγκύκλιο γιά τήν Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου)

Ἡ ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τό Πάσχα, εἶναι κεντρική ἑορτή σέ ὅλο τό ἐκκλησιαστικό ἔτος καί εἶναι τό τέλος τοῦ Τριωδίου καί τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί ἀρχή μιᾶς ἄλλης περιόδου πού καταλήγει στήν μεγάλη ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτή τήν ἑορτή πανηγυρίζουμε σήμερα καί ὅλη τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἀλλά καί κάθε Κυριακή, πού εἶναι ἀφιερωμένη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Πολλά γεγονότα ἔγιναν κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί τίς ἑπόμενες ἡμέρες. Ὁ Χριστός ἐμφανιζόταν στούς Μαθητές Του, πού εἶχαν προετοιμασθῆ κατάλληλα γιά νά Τόν δοῦν Ἀναστάντα καί ἡ ἐμφάνιση αὐτή νά συντελέση στήν σωτηρία τους.

Τήν πρώτη ἡμέρα, ἀργά τό ἀπόγευμα, ὁ Ἀναστάς Χριστός ἐμφανίσθηκε στούς Μαθητές Του, ἐνῶ ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς, καί τήν ἑπομένη Κυριακή ἐμφανίσθηκε πάλι στούς μαθητές Του, στό Ὑπερῶο, παρόντος τοῦ Θωμᾶ. Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἐπιθυμοῦσε νά βάλη τόν δάκτυλόν του στόν τύπο τῶν ἥλων καί τήν χεῖρα του στήν πλευρά Του γιά νά βεβαιωθῆ γιά τήν Ἀνάστασή Του. Εἶναι γνωστόν ὅτι τά καρφιά τῆς σταυρώσεως δημιούργησαν πληγές στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ λόγχη ἄνοιξε τήν πλευρά Του ἀπό τήν ὁποία ἔρρευσε αἷμα καί ὕδωρ. Τό νά δῆ ὁ Θωμᾶς τίς πληγές πού προξενήθηκαν ἀπό τόν Σταυρό καί νά τίς ψηλαφήση τό θεωροῦσε ὡς βεβαίωση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χριστός, μέ τήν ἐμφάνισή Του, μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες προσκάλεσε τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ νά ψηλαφήση τίς πληγές στό σῶμα Του καί στήν πλευρά Του. Αὐτή εἶναι ἡ ἄκρα ταπείνωση-κένωση τοῦ Χριστοῦ, τό νά δεχθῆ νά ψηλαφηθῆ, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη Του πρός τόν ἄνθρωπο μέ τό νά τοῦ ἱκανοποιῆ ὅλους τούς ἱερούς πόθους του. Γι’ αὐτό σέ ἕνα τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας γράφεται: «Χαίρεις ἐρευνώμενος», δηλαδή ὁ Χριστός χαίρεται ὅταν ἐρευνᾶται. Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς μόλις εἶδε τόν Χριστό καί ἄκουσε τήν πρόσκλησή Του νά Τόν ψηλαφήση ἀνεφώνησε: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰω. κ΄, 19-29). Πρόκειται γιά τήν ὁμολογία τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ μέ τήν θέα τοῦ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου δέν ἐπιβεβαιώνεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ψηλάφησε τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μόνον καταγράφεται ἡ ὁμολογία του.

 

Ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ νά δῆ καί νά ψηλαφήση τίς πληγές στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀπιστία μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀλλά ἦταν ἐπιθυμία του νά περάση ἀπό τήν πίστη ἐξ ἀκοῆς στήν πίστη ἐκ θεωρίας.

 

Στά τροπάρια, ὅμως, τῆς Ἐκκλησίας γράφεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ὁμολόγησε τόν Χριστό, ἀφοῦ προηγουμένως ψηλάφησε τίς πληγές τοῦ Σώματος πού δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Σταυρό. «Ὁ δέ ψηλαφήσας καί ἰδών ὡμολόγησέ σε εἶναι Θεόν οὐ γυμνόν καί ἄνθρωπον οὐ ψιλόν (ἁπλοῦν)». Σέ ἄλλο τροπάριο γράφεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς «ψηλαφήσας τήν πλευράν ἐθεολόγει τόν σαρκωθέντα», ἐγνώρισε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔπαθε στήν σάρκα καί ἐκήρυξε τόν ἀναστάντα Θεό. Ἔτσι, ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία συνδέεται μέ τήν ὅραση καί τήν ψηλάφηση τοῦ Χριστοῦ. Σέ ἄλλο τροπάριο γράφεται ὅτι ὁ Ἰωάννης, πού ἀνέπεσε στό στῆθος τοῦ Χριστοῦ, ἀνέλκυσε ἀπό ἐκεῖ τόν βυθό τῆς θεολογίας, ἐνῶ ὁ Θωμᾶς ἀξιώθηκε τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας ἀπό τήν ψηλάφηση, δηλαδή γνώρισε τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς μυσταγώγησε σέ αὐτό. Ἀκόμη, σέ ἄλλο τροπάριο γράφεται ὅτι ὁ Θωμᾶς τοποθετώντας τήν χεῖρα του στήν πύρινη πλευρά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν καταφλέχθηκε ἀπό τήν ψηλάφηση, ἀλλά μεταβλήθηκε ἡ δυσπιστία τῆς ψυχῆς του σέ εὐπιστία.

Ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ νά δῆ καί νά ψηλαφήση τίς πληγές στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀπιστία μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀλλά ἦταν ἐπιθυμία του νά περάση ἀπό τήν πίστη ἐξ ἀκοῆς στήν πίστη ἐκ θεωρίας. Δέν ἤθελε μόνον νά ἀκούη ἀπό τούς Μαθητές ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, ἀλλά ἤθελε νά Τόν δῆ καί νά διαπιστώση τήν Ἀνάσταση μέ τίς αἰσθήσεις του. Αὐτό δείχνει ὅτι ἡ ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἐμπειρία, σχέση πνευματική, ψηλάφηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα ἀφηρημένο σύστημα, ἀλλά ὁλόκληρη ζωή· ὁ Χριστός δέν εἶναι ἰδεατός, ἀλλά Θεάνθρωπος πού ἔχει ἀναστημένο Σῶμα, τό ὁποῖο λάμπει ἀπό τό Φῶς τῆς θεότητος καί ἔχουμε τήν δυνατότητα νά Τόν ψηλαφήσουμε. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού συνίσταται στά Μυστήρια, ἐκφράζεται ἀπό τά δόγματα καί τούς ἱερούς Κανόνες καί συγκροτεῖται σέ ἕνα συγκεκριμένο ἐκκλησιαστικό πολίτευμα. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐμπειρική, εἶναι «τό μυστήριο τῆς ἐπαφῆς». Κοινωνοῦμε τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐμεῖς δέ οἱ Κληρικοί ὅταν λειτουργοῦμε τό πιάνουμε στά χέρια μας, ἀσπαζόμαστε τόν Σταυρό, τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων, τίς ἱερές εἰκόνες. Καί ὅταν ὁ Χριστιανός προσεύχεται μέ δύναμη πνευματική, ἀγγίζει τήν αἰωνιότητα, συμμετέχει στήν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ὁ Ἀναστάς Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος πού ἔζησε κάποτε, ἀλλά εἶναι ὁ Θεάνθρωπος πού εἶναι πάντα μαζί μας. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἕνα γεγονός τοῦ παρελθόντος, ἀλλά βιώνεται μέσα στήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε κάποιοι ἄνθρωποι πού πιστεύουμε θεωρητικά στόν Θεό, ἀλλά εἴμαστε τά μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του. Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά Τόν ψηλαφήσουμε καί ἐμεῖς πρέπει νά ἀνταποκρινόμαστε σέ αὐτήν τήν πρόσκληση. Αὐτό εἶναι «τό μυστήριο τῆς ἐπαφῆς», τό μυστήριο τῆς θείας ἐπικοινωνίας.
Εὔχομαι σέ ὅλους χρόνια πολλά καί ἀναφωνῶ: «Χριστός Ἀνέστη».

 

Ναύπακτος, 30 Οκτωβρίου 2012

Πρός τούς Κληρικούς τής Ιεράς Μητροπόλεως
Αγαπητοί Πατέρες,


Σάς ενημερώνω ότι πρόσφατα η Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος κατά τήν Συνεδρίαση τής 8ης Οκτωβρίου ε.έ. συνεζήτησε γιά μιά ακόμη φορά τό πρόβλημα πού έχει ανακύψει από πολλών χρόνων μέ τήν Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως τής Ιεράς Μητροπόλεώς μας, η οποία Μονή δέν υπακούει στίς Αποφάσεις Της, καί απεφάσισε:

  1. Νά καταργήση τήν αναστολή τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας πού είχε χορηγηθή γιά λόγους επιεικείας σέ τρείς Ιερομονάχους τής Ιεράς Μονής, π. Ειρηναίο Κουτσογιάννη, π. Συμεών Τσιρώνη καί π. Ρωμανό Κατραούρα, προκειμένου νά επιλυθούν τά χρονίζοντα κανονικά, διοικητικά καί διαχειριστικά προβλήματα στήν Ιερά Μονή, οπότε όλη πλέον η Αδελφότητα τής Ιεράς Μονής θά τελή υπό τό πνευματικό επιτίμιο τής ακοινωνησίας, συμφώνως μέ τίς Συνοδικές Αποφάσεις τού Αυγούστου 2011, πού ισχύουν κατά πάντα.
  2. Νά παραγγείλη στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου, νά διορίση Τριμελή Διοικητική καί Διαχειριστική Επιτροπή γιά νά διοική καί διαχειρίζεται τήν Ιερά Μονή, επειδή κανείς αδελφός τής Ιεράς Μονής δέν μπορεί νά συμμετάσχη στήν διοίκηση καί διαχείρισή της, λόγω τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας.
  3. Νά διαγράψη από τό Μοναχολόγιο τής Ιεράς Μονής τόν Ιερομόναχο Ιγνάτιο Σταυρόπουλο καί τόν Ιεροδιάκονο Χρυσόστομο Τρομπούκη, γιά λόγους πνευματικούς, μέ τήν δυνατότητα απερχόμενοι από τήν Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως νά εγγραφούν σέ άλλη Ιερά Μονή τής Ιεράς Μητροπόλεως.

Ήδη οι αποφάσεις αυτές τής Ιεράς Συνόδου έχουν κοινοποιηθή στήν Ιερά Μονή.

Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα πολυχρονίου ανυπακοής τών αδελφών τής Ιεράς Μονής σέ πάνω από εξήντα (60) αποφάσεις τής Ιεράς Συνόδου καί αυτό δείχνει παντελή απουσία υπακοής στήν ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή, ήτοι τήν Ιερά Σύνοδο τής Εκκλησίας μας.  Η έννοια τής πνευματικής ποινής τής ακοινωνησίας, η οποία στηρίζεται στούς ιερούς Κανόνας τής Εκκλησίας, έχει προσδιορισθή από τήν Ιερά Σύνοδο τό έτος 2007, όταν επέβαλε τήν ποινή τής ακοινωνησίας στούς πρώτους τέσσερεις αδελφούς τής Μονής. Σύμφωνα μέ αυτήν τήν απόφαση δέν μπορούν νά τελούν τήν θεία Λειτουργία καί οποιαδήποτε ιεροπραξία καί τελετή καί δέν μπορούν νά μετέχουν στό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας.

Τό Συμβούλιο τής Επικρατείας, στό οποίο προσέφυγαν οι ίδιοι οι μοναχοί κατά τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας, έχει αποφανθή ότι:
«Όπως έχει κριθεί, τό επιτίμιο τής ακοινωνησίας, πού επιβάλλεται από τήν Εκκλησία στούς λειτουργούς της, δέν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο. Ανάγεται στήν εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας τής Ορθόδοξης Εκκλησίας μέ τούς λειτουργούς της, στή σχέση δέ αυτή οι τελευταίοι αυτοπροαιρέτως προσχωρούν διά τής ιερωσύνης. Τό επιτίμιο αυτό επιβάλλεται από τήν Εκκλησία ως πνευματικό οργανισμό καί προβλέπεται από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσεως. [Κανών 5 Α' Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 8 Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 καί 17 Συνόδου Αντιοχείας, Κανόνες 29 (37) καί 79 (87) Συνόδου Καρθαγένης κ.ά.]. Η επιβολή δέ τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας, ως πράξη πνευματικού περιεχομένου μή προβλεπομένη από πολιτειακό νόμο καί συνεπαγομένη τήν στέρηση τής μεταλήψεως τής θείας κοινωνίας, τήν αδυναμία μεταδόσεως τής θείας κοινωνίας στούς πιστούς, καθώς καί τήν απαγόρευση τελέσεως τής θείας λειτουργίας καί τών άλλων ιεροπραξιών, δέν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη... καί δέν υπόκειται στόν ακυρωτικό έλεγχο τού Συμβουλίου τής Επικρατείας» (Σ.τ.Ε. 685/2011).

Μάλιστα τό Σ.τ.Ε. στήν παρεμφερή απόφασή του στήν αίτηση τής Μονής γιά ακύρωση τής αποφάσεως τού Συνοδικού Δικαστηρίου περί εκπτώσεως τού πρώην Ηγουμένου εκ τής θέσεώς του, αποφαίνεται ότι η κανονική εκκλησιολογική σχέση τού πιστού-Κληρικού μέ τήν Εκκλησία του παύει νά υφίσταται εφ' όσον ισχύει τό επιτίμιο τής ακοινωνησίας, καί γι' αυτό δέν αναγνωρίζει στόν ακοινώνητο κάν τό έννομο συμφέρον:
«Η κτήση καί η διατήρηση τής θέσεως τού ηγουμένου, γιά τήν άσκηση τού διττού αυτού καθήκοντος, προϋποθέτει τήν εκκλησιολογική ικανότητά του νά ασκεί τά πνευματικά του καθήκοντα, η οποία όμως παύει νά υφίσταται σέ περίπτωση κατά τήν οποία αυτός καθίσταται ακοινώνητος λόγω επιβολής τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας σέ βάρος του, πού έχει ως συνέπεια τήν αδυναμία του νά τελεί θεία λειτουργία καί κάθε άλλη ιεροπραξία καί νά μετέχει τού μυστηρίου τής θείας ευχαριστίας (πρβλ. ΣτΕ 2979/1996 Ολομ.). Εν προκειμένω, τό άμεσο καί προσωπικό έννομο συμφέρον τού πρώτου αιτούντος... δέν υφίσταται καί κατά τό χρόνο τής συζητήσεως τής υποθέσεως στό ακροατήριο τού Δικαστηρίου, κατά τόν οποίο ο ίδιος στερείται εκκλησιολογικής ικανότητας ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω διατηρήσεως, σύμφωνα μέ τά εκτεθέντα, τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας...» (Σ.τ.Ε. 686/2011).

Κατόπιν όλων αυτών, θά πρέπει νά γνωρίζετε ότι η Τριμελής Διοικητική Επιτροπή πού θά διοική καί θά δαχειρίζεται τό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου τής Ιεράς Μονής ύστερα από σχετικό διορισμό, θά αποτελήται από τούς Κληρικούς τής Ιεράς Μητροπόλεώς μας Πρωτοπρ. π. Αθανάσιο Λαουρδέκη, Πρωτοπρ. π. Θεμιστοκλή Τσιτσιρίκη καί Πρεσβ. π. Ανδρέα Χασαπογιάννη, καί τό οποιοδήποτε έγγραφο πού προέρχεται από τήν παλαιά διοίκηση τής ως άνω Ιεράς Μονής ή τήν Αδελφότητά της είναι κανονικώς καί νομικώς άκυρο.

Επίσης, δέν θά έρχεσθε σέ εκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς Ιερομονάχους καί μοναχούς τής Ιεράς αυτής Μονής είτε στήν Ιερά Μονή είτε στήν Ενορία σας, συγχρόνως δέ θά ενημερώσετε καί τούς Ενορίτες σας ότι οποιαδήποτε εκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ακοινωνήτους Κληρικούς καί μοναχούς τής Ιεράς Μονής θά έχη συνέπειες καί γι' αυτούς, κατά τό «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έσται».

Είναι λυπηρό πού τά πράγματα μέ τήν Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος έφθασαν στό σημείο αυτό, ύστερα από μακροχρόνια απείθεια τών αδελφών της καί πρός τήν Ιερά Μητρόπολη, αλλά καί πρός τήν Ιερά Σύνοδο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, όπως προαναφέρθηκε καί τό γνωρίζετε καλώς. Αλλά η ευθύνη βαρύνει εξ ολοκλήρου τούς εγκαταβιούντες καί μέχρι πρότινος υπευθύνους στήν Ιερά Μονή, διότι δόθηκαν πολλές ευκαιρίες γιά νά επανέλθουν στήν κανονική οδό καί τίς απέρριψαν.

Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στούς Χριστιανούς: «Πείθεσθε τοίς ηγουμένοις υμών καί υπείκετε αυτοί γάρ αγρυπνούσιν υπέρ τών ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες ίνα μετά χαράς τούτο ποιώσι καί μή στενάζοντες αλυσιτελές γάρ τούτο» (Εβρ. ιγ', 17). Στήν Εκκλησία όλα πρέπει νά γίνωνται «ευσχημόνως καί κατά τάξιν» (Α' Κορ. ιδ', 40), δέν ευνοοούνται αποσχιστικές καταστάσεις, αναρχικές ενέργειες, προτεσταντικές νοοτροπίες καί αδιαφανείς διαχειριστικές πράξεις.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τάξις ούν τό πάν συνεστήσατο. Τάξις συνέχει καί τά επουράνια καί τά επίγεια τάξις εν νοητοίς, τάξις εν αισθητοίς... Τάξις τών όντων εστι μήτηρ καί ασφάλεια».

Μέ θερμές ευχές
Ο Μητροπολίτης
† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ἡ πορεία μας μέσα από τό πέλαγος τής Αγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστής μέ τίς ακολουθίες τής Εκκλησίας, τήν νηστεία καί τήν έντονη πνευματική ζωή, μέ τήν υπενθύμιση όλων τών πνευματικών νοημάτων κάθε Κυριακής, μάς οδήγησαν στήν Μεγάλη Εβδομάδα, όπου είδαμε τήν αγάπη τού Νυμφίου Χριστού καί φθάσαμε στήν μεγάλη εορτή τής Αναστάσεως τού Χριστού. Η Εκκλησία μας μέ αυτά τά γεγονότα χρωματίζει τήν ζωή μας καί τήν νοηματοδοτεί, κυρίως όμως μάς δίνει προοπτική καί μάς γεμίζει μέ τήν ζωή τού Χριστού. Καί αυτό γίνεται γιατί δέν είναι απλώς εξωτερικά γεγονότα, αλλά μυστηριακά καί μέσα από αυτά συναντώμαστε μέ τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς αγίους Του.

Αυτές τίς ημέρες κάνουμε λόγο γιά τό Πάσχα καί ψάλλουμε πολλά τροπάρια πού αναφέρουν αυτήν τήν γλυκειά καί ευλογημένη λέξη. Πάσχα στήν εβραϊκή γλώσσα σημαίνει διάβαση, καί δηλώνει τήν διάβαση τού Ισραηλιτικού λαού από τήν Αίγυπτο στήν Γή τής Επαγγελίας, διά τής διαβάσεως τής Ερυθράς Θαλάσσης. Η διάβαση τών Εβραίων διά τής Ερυθράς Θαλάσσης ήταν ένα μεγάλο καί θαυμαστό γεγονός. Ο Μωϋσής κτύπησε μέ τήν ράβδο του τήν Ερυθρά Θάλασσα, αυτή ανοίχτηκε στά δύο, σχηματίσθηκε ένα υδάτινο τείχος, ο αέρας ξήρανε τόν βυθό καί μέσα από εκεί πέρασε ένας ολόκληρος λαός. Στήν συνέχεια, μέ τήν επέμβαση τού Θεού διά τού Μωϋσέως έκλεισε η δίοδος αυτή καί καταποντίσθηκε ο αιγυπτιακός στρατός πού καταδίωκε τόν ισραηλιτικό λαό.

Αυτό τό γεγονός εόρταζαν οι Εβραίοι καί τό πανηγύριζαν λαμπρά κατά τήν διάρκεια τού δικού τους Πάσχα καί εξέφραζαν έτσι τήν ευγνωμοσύνη τους στόν Θεό γιά τήν σωτηρία τους. Σέ πολλά τροπάρια τής Εκκλησίας γίνεται λόγος γιά τό θέμα αυτό καί γιά τήν σημασία πού έχει γιά τήν χριστιανική περίοδο. Τώρα γιά μάς τούς Χριστιανούς τό Πάσχα είναι μιά άλλη διάβαση, είναι διάβαση από τήν ζωή τής αμαρτίας στήν ζωή τής αναγεννήσεως, διά τού μυστηρίου τού αγίου Βαπτίσματος, πού είναι η νέα θαυματουργική ερυθρά θάλασσα, ανώτερη από τήν πρώτη. Έτσι, μέ τήν εκκλησιαστική ζωή, τής οποίας αρχή είναι τό μυστήριο τού Βαπτίσματος καί τού Χρίσματος, διαβαίνουμε καί εμείς από τόν θάνατο στήν ζωή, όπως ψάλλουμε: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν καί εκ γής πρός ουρανόν Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν επινίκιον άδοντας».

Όπως τό εβραϊκό Πάσχα έχει διπλή έννοια, ήτοι ελευθερία καί ζωή γιά τούς Εβραίους καί θάνατο γιά τούς Αιγυπτίους, έτσι καί τό Χριστιανικό Πάσχα είναι θάνατος τής αμαρτίας, τού θανάτου καί τού διαβόλου καί ζωή κατά Χριστόν, δηλαδή είναι ταυτόχρονα Σταυρός καί Ανάσταση. Η λέξη Πάσχα δέν έχει μόνον τό στοιχείο τής χαράς. Ο Απόστολος Παύλος τόνισε αυτήν τήν έννοια πρός τούς Κορινθίους: «καί γάρ τό πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (Α’ Κορ. ε’, 7), δηλαδή τό δικό μας Πάσχα, ο δικός μας πασχάλιος Αμνός είναι ο Χριστός πού θυσιάστηκε γιά μάς. Στό χωρίο αυτό συνδέεται η λέξη Πάσχα μέ τήν σταύρωση τού Χριστού καί, βεβαίως, χωρίς τόν Σταυρό δέν θά ακολουθούσε η Ανάσταση τού Χριστού. Έτσι, μπορούμε νά κάνουμε λόγο γιά σταυροαναστάσιμο Πάσχα. Η αληθινή χαρά έρχεται μέσα από τόν πόνο, τήν λύπη. Η χαρά πού δέν περνά από τόν σταυρό είναι απλώς ένα συναίσθημα καί η λύπη πού δέν οδηγεί στήν ανάσταση είναι απελπισία.

Μερικοί λένε ότι ο δυτικός Χριστιανισμός στηρίζεται περισσότερο στόν Σταυρό τού Χριστού, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία εμπνέεται από τήν Ανάσταση τού Χριστού, είναι η κατ’ εξοχήν Εκκλησία τής Αναστάσεως. Αυτό δέν αποδίδει τήν αλήθεια, γιατί δέν ξεχωρίζεται ο Σταυρός από τήν Ανάσταση τού Χριστού ούτε η Ανάσταση από τόν Σταυρό. Στήν θεολογία καί τήν ασκητική ζωή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στήν Αγία Γραφή, τήν πατερική Παράδοση καί τήν υμνογραφία τής Εκκλησίας, είναι ενωμένα ο Σταυρός καί η Ανάσταση τού Χριστού. Στήν γνωστή προσευχή πού λέμε αυτήν τήν περίοδο καί αρχίζει μέ τά λόγια «Ανάστασιν Χριστού θεασαμένοι...», υπάρχει η φράση: «διά τού Σταυρού χαρά εν όλω τώ κόσμω».

Βέβαια, σταυρός είναι ο αγώνας πού γίνεται από μάς καί εμπνέεται από τήν Χάρη τού Θεού γιά νά σταυρώσουμε τόν παλαιό εαυτό μας, γιά νά μεταμορφώσουμε τά πάθη, γιά νά «νεκρώσουμε τά μέλη ημών τά επί τής γής» (Κολ. γ', 5), οπότε έρχεται η πνευματική αναγέννηση. Έτσι, η ορθόδοξη ζωή είναι σταυροαναστάσιμη.

Πάντως, τό ορθόδοξο βίωμα είναι σταυροαναστάσιμο καί γεμίζει ολόκληρη τήν εσωτερική μας ύπαρξη. Σταυρωνόμαστε μαζί μέ τόν Χριστό καί ανασταινόμαστε μαζί Του σέ μιά καινούρια ζωή. Αυτή είναι η πνευματική μας χαρά καί η αληθινή ευφροσύνη, τό πραγματικό Πάσχα. Δέν αναμένουμε μιά συναισθηματική χαρά πού προσφέρουν οι αισθήσεις καί η υλική ευμάρεια, αλλά προσδοκούμε εκείνη τήν χαρά τού Χριστού πού προέρχεται από τόν πόνο τής ασκήσεως. Τά εξωτερικά υλικά αγαθά, οι κοινωνικές επιτυχίες δέν παραμένουν γιά πολύ, αλλά εξαφανίζονται πολύ γρήγορα καί αφήνουν τόν άνθρωπο ανικανοποίητο.

Γι’ αυτό δέν πρέπει νά αφήνουμε κάποια εξωτερικά γεγονότα, κάποιες εξωτερικές καταστάσεις νά μάς απομακρύνουν από τήν χαρά πού δίνει ο Χριστός. Αντίθετα, πρέπει νά ξεπερνάμε όλες τίς δυσκολίες μέ τήν δύναμη τού Χριστού, νά περνάμε κάθε «ερυθρά θάλασσα» μέ τήν επέμβαση τού Χριστού. Στήν αρρώστια πρέπει νά δοξάζουμε τόν Θεό, στήν θλίψη νά Τόν ευγνωμονούμε, στίς δύσκολες κατάστασεις νά ελπίζουμε, στήν μοναξιά νά αγαπάμε. Τότε ο σταυρός μετατρέπεται σέ ανάσταση, η θλίψη σέ χαρά, ο τάφος γίνεται δοξασμένο καί πασχάλιο μνημείο. Έτσι, τό Πάσχα πού εορτάζουμε αυτές τίς ημέρες δηλώνει αφ’ ενός μέν τόν θρίαμβο τής ορθόδοξης ζωής καί πολιτείας, αφ’ ετέρου δέ τήν ήττα όλων τών αντιθέτων δυνάμεων καί καταστάσεων πού μάς στενοχωρούν καί μάς πιέζουν.

Μέ αυτές τίς σκέψεις εύχομαι σέ όλους σας καλό καί ευλογημένο σταυροαναστάσιμο Πάσχα.

Μέ θερμές αναστάσιμες ευχές

Ο Μητροπολιτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί αδελφοί,

Κατά την θεία Λειτουργία της εορτής των Χριστουγέννων, και μάλιστα στο εισοδικό, δηλαδή στο τροπάριο που ψάλλεται κατά την Μικρά Είσοδο του Ιερέως με το Ευαγγέλιο, περιλαμβάνεται μια αγιογραφική φράση που αναφέρεται στον Χριστό: «συ ει ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».

Ο Μελχισεδέκ, που δηλώνει βασιλεύς Σαλήμ, ήταν ένας ιερεύς, ο οποίος εμφανίζεται ξαφνικά, και όταν συνάντησε τον Αβραάμ «εξήνεγκεν άρτους και οίνον• ην δε ιερεύς του Θεού του υψίστου». Στην συνέχεια, ευλόγησε τον Αμβραάμ (Γεν. ιδ , 18-20).

Πρόκειται για ένα μυστηριώδες πρόσωπο, το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά αλλού στην Αγία Γραφή, παρουσιάζεται αποτόμως και χάνεται ξαφνικά, δεν αναφέρονται ούτε οι γονείς του, ούτε η γέννησή του, ούτε ο θανατός του, παρουσιάζεται χωρίς να έχη προκάτοχο και διάδοχο, και είναι βασιλεύς και ιερεύς που ορίσθηκε από τον Θεό και παραμένει στους αιώνες, αφού η ιερωσύνη του δεν προερχόταν από τον Ααρών. Συγχρόνως ο Μελχισεδέκ προσφέρει άρτον και οίνον και όχι άλλα θυσιαστικά δώρα, όπως προβλεπόταν στην Παλαιά Διαθήκη και επί πλέον ευλόγησε τον Αβραάμ, ως απεσταλμένος από τον Θεό. Η ύπαρξη του Μελχισεδέκ αναφέρεται και από τον Δαυΐδ στους ψαλμούς του (Ψαλμ. ρθ , 4).

Ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του αναφέρεται σε αυτόν τον μυστηριώδη βασιλέα και ιερέα, που ερμηνεύεται βασιλεύς ειρήνης και δικαιοσύνης και είναι «απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, μήτε αρχήν ημερών μήτε ζωής τέλος έχων, αφωμοιωμένος δε τω υιώ του Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές» (Εβρ. ζ , 1 και εξ.) Ο Βασιλεύς αυτός, και ιερεύς, ο Μεχισεδέκ, που δεν προέρχεται από την ιερωσύνη του Ααρών, που μένει στον αιώνα και δεν έχει αρχή και τέλος, είναι τύπος του Χριστού. Με την εμφάνισή του στον Αβραάμ και με όλα εκείνα που έπραξε προτυπώθηκε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Άλλωστε η Καινή Διαθήκη ερμηνεύει τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί μέσα από την ενανθρώπηση του Χριστού κατανοούμε όλα εκείνα τα αινίγματα των Προφητών και τα δύσκολα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στην εμφάνιση του μυστηριώδους αυτού ανθρώπου στην Παλαιά Διαθήκη και τον συνδέει με τον Χριστό, αφού είναι τύπος του, και μάλιστα λέγει ότι αυτό αναφέρεται στις δύο γεννήσεις του Χριστού, θεία και ανθρωπίνη. Ο Χριστός είναι απάτωρ κατά την κάτω γέννηση, αφού γεννήθηκε από την Παναγία, χωρίς άνδρα, και αμήτωρ, κατά την άνω γέννηση, αφού γεννήθηκε από τον Πατέρα-Θεό χωρίς μητέρα. Αυτό που λέγεται ότι ο Χριστός είναι αγενεαλόγητος, αναφέρεται και στις δύο γεννήσεις, την γέννηση στον ουρανό και την γέννηση στην γη. Η πρώτη γέννηση είναι «φρικτή», και ασύλληπτη, αλλά και η κάτω γέννηση «μυστικωτάτη» και «ακατάληπτος». Και στην συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι γνωρίζει ότι ο Χριστός γεννήθηκε, κατά την θεία Του φύση, από τον Πατέρα, αλλά δεν γνωρίζει τον τρόπο, επίσης γνωρίζει ότι γεννήθηκε κατά την ανθρώπινη φύση από την Παρθένο, αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνει τον τρόπο. Ομολογείται η γέννηση κάθε φύσεως, αλλά σιωπάται ο τρόπος της γεννήσεως. Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, τον τρόπο των γεννήσεων, αλλά δεν αμφιβάλλουμε για τις γεννήσεις.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λέγει ότι με την γέννηση του Χριστού, κατά την ανθρώπινη φύση απομακρύνεται η σκια και έρχεται η αλήθεια, «ο Μελχισεδέκ συνάγεται• ο αμήτωρ, απάτωρ γίνεται• αμήτωρ το πρότερον, απάτωρ το δεύτερον». Και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι καθένας που νεκρώνει τα μέλη τα επί της γης και δεν έχει σχέση με την σαρκική ζωή, λόγω της θείας Χάριτος, και αυτός γίνεται απάτωρ, αμήτωρ και αγενεαλόγητος, σύμφωνα με τον μέγαν Μελχισεδέκ, και λόγω της συνάφειάς του με το Πνεύμα.

Έτσι, ο Χριστός είναι ο Ιερεύς-Αρχιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ, αμήτωρ κατά την θεία Του γέννηση, απάτωρ κατά την ανθρωπίνη Του γέννηση και αγενεάλογητος. Επίσης, η Ιερωσύνη Του δεν συνδέεται με την Ιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά Αυτός ο ίδιος είναι Ιερεύς, από Αυτόν αρχίζει η νέα Ιερωσύνη την οποία δίνει στην συνέχεια στους Μαθητές Του, Αυτός τελεί το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όπου ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, Αυτός ευλογεί τον λαό Του, και παραμένει στον αιώνα Ιερεύς τελώντας το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και ευλογώντας τον λαό Του, που συνδέεται με Αυτόν.

Ο Χριστός μετέδωσε την Ιερωσύνη Του στους Αποστόλους και εκείνοι στους διαδόχους τους, τους λεγομένους Αποστολικούς Πατέρας, και στην συνέχεια, δια των αγίων Πατέρων η Ιερωσύνη του Χριστού έφθασε μέχρις ημών, όπως μεταδίδεται η φλόγα από μια λαμπάδα στην άλλη λαμπάδα. Αυτή η Ιερωσύνη, παρά την αναξιότητά μας, είναι μεγάλη δωρεά του Θεού προς τον άνθρωπο, διότι δι’ αυτής τελούνται τα άγια Μυστήρια, εξαιρέτως δε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, μέσα στο οποίο ζούμε την Γέννηση, την Μεταμόρφωση, τα Πάθη, την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Χριστού, αλλά και το Μυστήριο της αγίας Πεντηκοστής, ανάλογα με την προετοιμασία μας και την πνευματική μας κατάσταση.

Αλλά και όλοι μας μπορούμε να έχουμε την πνευματική Ιερωσύνη όταν αγωνιζόμαστε να νικήσουμε τα πάθη, όταν προσευχόμαστε μέσα στο θυσιαστήριο της καρδιάς μας, όταν δοξάζουμε τον Θεό στην ζωή μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά στον Χριστιανό όπου κι αν ευρίσκεται να προσεύχεται, γιατί έχει μαζί του το θυσιαστήριο, δηλαδή την καρδιά του, και το μαχαίρι και το ιερείο-θύμα, γιατί ο ίδιος είναι «και Ιερεύς, και θυσιαστήριον και ιερείον». Η πνευματική ιερωσύνη δεν είναι αντίθετη με την μυστηριακή ιερωσύνη, αλλά και οι δύο συνδέονται με τον Χριστό, συνδέονται μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται πνευματικά.

Ο Χριστός, του Οποίου την Γέννηση εορτάζουμε σήμερα είναι Ιερεύς εις τον αιώνα, γιατί Αυτός ενεργεί το μυστήριο της σωτηρίας μας, Αυτός μας αγιάζει, Αυτός μας τροφοδοτεί με το Σώμα Του, Αυτός μας δίνει τα πάντα, Αυτός τελεί τα άγια μυστήρια μέσα στην Εκκλησία Του, αλλά και Αυτός θα τροφοδοτή και θα δοξάζη τους αγίους στην Ουράνια Βασιλεία. Ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, την θέωσε και την δόξασε αιωνίως. Θέλει και την δική μας θέωση και δόξα.

Κατά την ετήσια εορτή των Χριστουγέννων μας δίνεται η δυνατότητα να δοξάσουμε αυτήν την Αρχιερωσύνη του Χριστού, την πηγή όλων των πνευματικών χαρίτων, και να γευόμαστε τα δώρα και τα αγαθά της. Αυτή η Ιερωσύνη είναι η μεγάλη δωρεά του Χριστού στην ανθρωπότητα, γι’ αυτό πρέπει να συνδεόμαστε μαζί της. Συνεχώς να τον δοξάζουμε και να του λέμε «συ (Κύριε) ει ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ».

Εύχομαι σε όλους σας ένα καλό και ευλογημένο Δωδεκαήμερο.

Με θερμές ευχές

Ο Μητροπολίτης

Ο Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Ποι­μα­ντορι­κή Ἐ­γκύ­κλιος Χριστουγέννων

 

Μη­τρο­πο­λί­του Ναυ­πά­κτου Ἱ­ε­ροθέου

Εἶναι λαμπρά ἡ σημερινή ἑορτή. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοίμασε μέ ὅλη τήν ζωή της κατά τήν περίοδο τῶν σαράντα ἡμερῶν γιά νά ἑορτάσουμε τό γεγονός αὐτό μέ νηστεία, προσευχή καί μέ τήν θεολογία της. Ὅλα τά τροπάρια πού ψάλαμε ἀναφέρονται στήν ἑορτή καί αὐτά πού ψάλλουμε σήμερα παρουσιάζουν τήν θεολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.

Παράλληλα, ὅμως, ὅλον αὐτόν τόν καιρό δεχόμασταν καται­γι­στικά μιά ἄλλη ἑρμηνεία τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέννων, πού ἀπέχει πολύ ἀπό τό ἀληθινό θεολογικό νόημά της. Συμπλέκονταν τά δένδρα τῶν Χριστου­γέννων μέ τούς δυτικόφερτους «ἀϊβασίληδες», οἱ διακοπές μέ τούς κωμικούς τύπους τῆς παντομίμας ἤ τοῦ τσίρκου, τά ταξίδια μέ τίς διασκεδάσεις, δηλαδή συμπλέκονταν ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν κοσμική νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων.

Καί διερωτᾶται κανείς: Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά μέ τόν Χριστό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Τί σχέση ἔχει ὁ Χριστός κάθε χριστια­νικῆς ἰδεολογίας μέ τήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Τί σχέση ἔχει ὁ συναισθηματικός Χριστός τῶν ἐκκοσμικευμένων Χριστια­νῶν μέ τόν Χριστό τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας; Τί σχέση ἔχει ὁ Χριστός τῆς δεϊστικῆς νοοτροπίας μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως τόν ὁμολογοῦν οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;

Δυστυχῶς, ἡ δυτική καί ἀνατολική παράδοση ἐπη­ρεάζουν σέ μερικά σημεῖα καί τήν δική μας Ὀρθόδοξη παράδοση. Καί παρατηρεῖται τό γεγονός ὅτι ἄλλο νόημα δίνουμε στόν Θεάνθρωπο Χριστό πού πανηγυρίζουμε μέσα στούς Ὀρθο­δό­ξους Ναούς καί ἄλλο νόημα δίνουμε στόν Χριστό τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων στά καταστήματα, τίς ἀγορές, τίς πλατεῖες, τά σπίτια μας. Ὁπότε, παρατηρεῖται μιά σύγχυση, πού συνιστᾶ μιά ἀλλοτριωμένη ζωή.

Δυστυχῶς, ὁ πλουραλισμός, ὁ συγκρητισμός, ἡ ἐκκο­σμίκευση, ἡ ἀλλοτρίωση, πού κυριαρχοῦν σέ ὅλη τήν σύγχρονη ζωή ἐπηρεάζουν καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστια­νούς.

Ὅλα ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα δέν πρόκειται γιά κά­ποιες μελαγχολικές σκέψεις, ἀλλά γιά μιά καταγραφή τῆς πραγ­μα­τικότητας πού ζοῦμε ὅλοι μας στήν καθημερινή ζωή.

Ὅμως, ὁ Χριστός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Χρι­στός τῆς Ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας, ὁ Χριστός τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν θέωσε ἀμέσως μετά τήν πρόσ­ληψή της, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», γιά νά δώση στόν ἄνθρωπο τό ἀληθινό φάρμακο τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον «τοῦ μή ἀποθανεῖν», γιά νά νικήση τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο καί νά θεώση τόν ἄνθρωπο.

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζουμε τά Χριστού­γεν­να μέ ἄλλη προοπτική, ἐντάσσουμε τήν ἑορτή μέσα στήν κατάβαση τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στήν προοπτική τῆς ἐναν­θρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου τοῦ Θεοῦ καί τήν θέωση τοῦ ἀνθρώ­που. Καί αὐτό εἶναι μιά ἀντίδραση στό πνεῦμα τῆς ἐκκο­σμικεύσεως τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων πού δυστυχῶς ἐπικρατεῖ σήμερα στόν Χριστιανικό κόσμο.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λυῶνος, τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., σέ ἕνα χωρίο του δίνει τό νόημα τοῦ μυστηρίου τῆς θεώσεως τοῦ ἀν­θρώπου. Γράφει: «Δόξα Θεοῦ ζῶν ἄνθρω­πος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Δηλαδή, ἡ δόξα, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ φαίνεται στόν ζωντανό κατά Θεόν ἄνθρωπο, καί ἡ πραγματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται ὡς ὅραση Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἅγιοι γνωρίζουν ἐκ πείρας τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί οἱ ἅγιοι ἔχουν μιά ζωή πού συνίσταται ἀπό τήν ὅραση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί εἶναι οἱ φυσικοί ἄνθρωποι.

Αὐτή ἡ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας γιά τά Χριστούγεννα, εἶναι μιά διαφο­ρετική γλώσσα ἀπό αὐτήν πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἀλλοτριωμένη γλώσσα τῆς δυτικῆς νοοτροπίας καί τῆς ἐμπορευματικῆς ἐκμετάλ­λευσης. Ἀλλά εἶναι ἡ πραγματική γλώσσα πού ἀναπαύει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θά ἐξακολουθοῦμε νά θεολο­γοῦμε γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, σύμφωνα μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, χρησιμοποιώντας τήν μητρική θεολο­γική μας γλώσσα πού ἀνταποκρίνεται στό μυστήριο τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, γιατί κάθε ψεύτικο εἶναι ἀνυπόφορο, ἐνῶ κάθε ἀληθινό εἶναι αἰώνιο.

Εὔχομαι ἔτη πολλά μέσα στόν θεολογικό πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων εἶναι μιά ζεστή εὐλογημένη ἡμέρα, γιατί αἰσθανόμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐνηνθρώπησε γιά νά μᾶς συναντήση, ὕστερα ἀπό τήν ἀποστασία μας καί τήν ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τόν Παράδεισο.

Ἤμασταν πληγωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία καί Αὐτός ἦλθε ὡς ἰατρός νά μᾶς θεραπεύση, ἤμασταν στήν ἐξορία καί Αὐτός ἦλθε ὡς φίλος στόν τόπο μας, ἤμασταν ἀπελπισμένοι καί Αὐτός μᾶς ἔφερε ἐλπίδα, εἴχαμε βαθύτατο πόνο ψυχικό καί σωματικό καί Αὐτός μᾶς ἔδωσε χαρά. Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀγαπήση ἕναν τέτοιον Θεό πού ἀγαπᾶ, πού γεννιέται ὡς ἄνθρωπος σέ ἕνα σπήλαιο, πού περνᾶ μέσα ἀπό τήν κακία τῶν ἀνθρώπων, πού ἐξαναγκάζεται νά ζήση ὡς μετανάστης στήν Αἴγυπτο, νά βιώση ὅλες τίς τραγικές συνθῆκες ζωῆς πού ζοῦσε ὁ ἄνθρωπος καί τελικά θυσιάζεται γιά νά μᾶς σώση;

Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνονται μέσα τους τήν μεγάλη, τρυφερή, ἐκστατική, θυσιαστική καί γνήσια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό τούς ἀπελευθερώνει ἀπό κάθε ὑποδούλωση, θλίψη, ἀπελπισία, δυσκολία. Ὅταν κανείς ξέρη ὅτι κάποιος τόν ἀγαπᾶ πραγματικά, δέν μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τίς ἐξωτερικές στενοχώριες, τά ἐξωτερικά προβλήματα. Αὐτό τό βλέπουμε στούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας πού ψάλλουμε αὐτές τίς ἡμέρες, αὐτό τό διαβάζουμε σέ ὅλα τά κείμενα τῶν ἁγίων.

Πρόσφατα τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπεφάσισε τήν ἁγιοκατάταξη ἑνός εὐλογημένου ἱερομονάχου, τοῦ π. Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος στήν ἀρχή τῆς ζωῆς του ἦταν γιά ἕνα μικρό διάστημα μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος καί τελικά κοιμήθηκε στό Ἅγιον Ὄρος τό ἔτος 1991. Στό ἐνδιάμεσο διάστημα ἔζησε τόν περισσότερο καιρό στήν Ἀθήνα καί τήν Ἀττική, ὑπηρέτησε ὡς Ἱερέας στήν Πολυκλινική Ἀθηνῶν, πλησίον τῆς πλατείας Ὁμονοίας καί γνώρισε τόν ἀνθρώπινο πόνο, ἀλλά τά ἀντιμετώπιζε ὅλα αὐτά μέ τήν βαθειά ἀγάπη πρός τόν Χριστό, συγχρόνως αἰσθανόταν καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Θά ἤθελα αὐτήν τήν εὐλογημένη ἡμέρα νά σᾶς παρουσιάσω μερικούς λόγους του γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό βαθύτερο νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Ἔλεγε ὁ ὅσιος Πορφύριος:

«Ὁ Χριστός εἶναι ἡ χαρά, τό φῶς τό ἀληθινό, ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ἡ σχέση μέ τόν Χριστό εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Αὐτός εἶναι ἡ ἀγάπη μας, αὐτός ὁ ἔρωτάς μας. Εἶναι ἔρωτας ἀναφαίρετος ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό κεῖ πηγάζει ἡ χαρά.

Ἡ χαρά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μιά χαρά, πού σέ κάνει ἄλλο ἄνθρωπο. Εἶναι μιά πνευματική τρέλα, ἀλλά ἐν Χριστῷ. Σέ μεθάει σάν τό κρασί τό ἀνόθευτο, αὐτό τό κρασί τό πνευματικό. Ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ: "Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τήν κεφαλήν μου καί τό ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεί κράτιστον". Ὁ πνευματικός οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολύ δυνατός κι ὅταν τόν πίνεις, σέ μεθάει. Αὐτή ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, πού δίνεται στούς "καθαρούς τῇ καρδίᾳ"....

Ὁ Χριστός εἶναι τό ἄκρον ἐφετόν, τό ἄκρον ἐπιθυμητόν, δέν ὑπάρχει ἀνώτερο. Ὅλα τά αἰσθητά ἔχουν κόρο, ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔχει κόρο. Αὐτός εἶναι τό πᾶν. Ὁ Θεός εἶναι τό ἄκρον ἐφετόν. Καμμιά ἄλλη χαρά, κανένα ἄλλο κάλλος, τίποτε δέν μπορεῖ νά παραβγεῖ μ' Αὐτόν. Τί ἄλλο ἀπό τό ἀνώτατον;

Ὁ ἔρωτας πρός τόν Χριστό εἶναι ἄλλος ἔρως. Δέν ἔχει τέλος, δέν ἔχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει ὑγεία, δίνει, δίνει, δίνει... Κι ὅσο δίνει, τόσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος θέλει νά ἐρωτεύεται. Ἐνῶ ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας μπορεῖ νά φθείρει τόν ἄνθρωπο, νά τόν τρελάνει. Ὅταν ἀγαπήσουμε τόν Χριστό, ὅλες οἱ ἄλλες ἀγάπες ὑποχωροῦν. Οἱ ἄλλες ἀγάπες ἔχουν κορεσμό. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει κορεσμό. Ἡ σαρκική ἀγάπη ἔχει κορεσμό. Μετά μπορεῖ ν' ἀρχίσει ἡ ζήλεια, ἡ γκρίνια, μέχρι κι ὁ φόνος. Μπορεῖ νά μεταβληθεῖ σέ μίσος. Ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη δέν ἀλλοιώνεται. Ἡ κοσμική ἀγάπη λίγο διατηρεῖται καί σιγά-σιγά σβήνει, ἐνῶ ἡ θεία ἀγάπη ὁλοένα μεγαλώνει καί βαθαίνει. Κάθε ἄλλος ἔρωτας μπορεῖ νά φέρει τόν ἄνθρωπο σ' ἀπελπισία. Ὁ θεῖος ἔρωτας, ὅμως, μᾶς ἀνεβάζει στή σφαίρα τοῦ Θεοῦ, μᾶς χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οἱ ἄλλες ἡδονές κουράζουν, ἐνῶ αὐτή διαρκῶς δέν χορταίνεται. Εἶναι μιά ἡδονή ἀκόρεστος, πού δέν τή βαριέται κανείς ποτέ. Εἶναι τό ἄκρον ἀγαθόν.

Μόνο σ' ἕνα σημεῖο σταματᾶ ὁ κορεσμός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό. Ἀγαπάει, ἀγαπάει, ἀγαπάει κι ὅσο ἀγαπάει, τόσο βλέπει ὅτι θέλει ἀκόμη ν' ἀγαπήσει. Τό βλέπει ὅτι δέν ἔχει ἑνωθεῖ, δέν ἔχει δοθεῖ στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔχει συνεχῶς τήν ἔφεση, τήν ἐπιθυμία, τή χαρά, γιά νά κατορθώσει νά φτάσει στό ἄκρον ἐφετόν, στόν Χριστό. Ὅλο νηστεύει κι ὅλο κάνει μετάνοιες κι ὅλο προσεύχεται κι ὅμως ὅλο δέν ἱκανοποιεῖται. Δέν τό καταλαβαίνει ὅτι ἔφτασε ἤδη σ' αὐτή τήν ἀγάπη. Αὐτό πού ἐπιθυμεῖ δέν τό νιώθει ὅτι τόν γέμισε, ὅτι τό πῆρε, ὅτι τό αἰσθάνεται, ὅτι τό ζεῖ. Αὐτόν τόν θεῖο ἔρωτα, αὐτήν τήν θεία ἀγάπη λαχταροῦν καί ποθοῦν ὅλοι οἱ ἀσκητές. Μεθοῦν μέ τή θεία μέθη. Μ' αὐτή τή θεία μέθη τό μέν σῶμα μπορεῖ νά γηράσκει, νά παρέρχεται, τό πνεῦμα, ὅμως, νεάζει καί ἀνθεῖ....

Τόν Χριστό νά Τόν αἰσθανόμαστε φίλο μας. Εἶναι ὁ φίλος μας. Τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: "Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ...". Σάν φίλο νά Τόν ἀτενίζουμε καί νά Τόν πλησιάζουμε. Πέφτουμε; Ἁμαρτάνουμε; Μέ οἰκειότητα, ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη νά τρέχουμε κοντά Του, ὄχι μέ φόβο ὅτι θά μᾶς τιμωρήσει ἀλλά μέ θάρρος, πού θά μᾶς τό δίνει ἡ αἴσθηση τοῦ φίλου. Νά Τοῦ ποῦμε: "Κύριε, τό ἔκανα, ἔπεσα, συγχώρεσέ με". Ἀλλά συγχρόνως νά αἰσθανόμαστε ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ὅτι μᾶς δέχεται τρυφερά, μέ ἀγάπη καί μᾶς συγχωρεῖ. Νά μή μᾶς χωρίζει ἀπ' τόν Χριστό ἡ ἁμαρτία. Ὅταν πιστεύουμε πώς μᾶς ἀγαπάει καί Τόν ἀγαπᾶμε, δέν αἰσθανόμαστε ξένοι καί χωρισμένοι ἀπ' Αὐτόν, οὔτε ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ἔχουμε ἐξασφαλίσει τήν ἀγάπη Του κι ὅπως καί νά φερθοῦμε, ξέρουμε ὅτι μᾶς ἀγαπάει.

Ἄν ἀγαπᾶμε τόν Χριστό πραγματικά, δέν ὑπάρχει φόβος νά χάσουμε τόν σεβασμό μας σ' Ἐκεῖνον».

Αὐτά πού ἔλεγε ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης εἶναι τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς ἑνός ὑγιοῦς καί αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὁ πόθος ἑνός ἁγίου καί μέ αὐτόν ξεπερνιοῦνται ὅλα τά προβλήματα, εἶναι τό ἀληθινό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἄς ἀγαπήσουμε τόν Χριστό μέ ὅλη μας τήν καρδιά, ἄς αἰσθανθοῦμε τήν ἀγάπη Του, ἄς προσευχόμαστε σέ Αὐτόν, ἄς ἀνταποκριθοῦμε ἔστω καί στό ἐλάχιστον στήν δική Του ἀγάπη, καί τότε θά ἑορτάζουμε Χριστούγεννα στήν καρδιά μας αἰώνια.

Με θερμές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Πρωτοχρονιάτικη  Ἐγκύκλιος

Μέ τήν ἀνατολή τοῦ Νέου ἔτους 2015 συναντηθήκαμε σήμερα στούς Ἱερούς Ναούς γιά νά προσευχηθοῦμε στόν Θεό, νά Τόν εὐχαριστήσουμε γιά ὅσα ζήσαμε κατά τό παρελθόν ἔτος καί νά Τόν παρακαλέσουμε γιά ὅσα θά συμβοῦν στό νέον ἔτος, ὥστε νά τό περάσουμε μέ ὑγεία σωματική καί πνευματική καί νά τηροῦμε τό ἅγιο θέλημά Του σέ κάθε περίπτωση τῆς ζωῆς μας, εὐχάριστη ἤ δυσάρεστη, ἐπειδή σέ Αὐτόν ἀνήκει ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Αὐτή ἡ εὐχαριστία καί παράκληση γίνεται μέ τήν θεία Λειτουργία καί τήν δοξολογία πού θά ἀκολουθήση.

Βεβαίως, ὅσοι ἔχουν γνώση τοῦ λειτουργικοῦ καί ἑορτολογικοῦ τυπικοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας γνωρίζουν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά ἑορτάζεται πανηγυρικά ἀπό τήν Ἐκκλησία τήν 1η Σεπτεμβρίου κάθε ἔτους, ἀφοῦ αὐτή ἡ ἡμέρα εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, λέγεται δέ καί ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου. Στό ἑορτολόγιο τῆς ἡμέρας αὐτῆς περιλαμβάνεται ὅλος ὁ ὑμνολογικός πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στήν ἀρχή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ὅταν διαβάση κανείς τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς, θά διαπιστώση τό πῶς ἡ Ἐκκλησία θέλει νά ζοῦν οἱ Χριστιανοί κάθε ἔτος, ὥστε αὐτό νά εἶναι σωτήριο καί εὐλογημένο ἀπό τόν Θεό.

Σήμερα εἶναι ἀρχή τοῦ πολιτικοῦ ἔτους, ἀλλά καί ἡ θεολογία τῆς ἡμέρας εἶναι σημαντική, ἀφοῦ δείχνει πῶς πρέπει νά ζοῦμε ὡς Χριστιανοί. Πανηγυρίζουμε σήμερα μιά μεγάλη ἑορτή πού ἀναφέρεται στόν Δεσπότη Χριστό καί τήν ἑορτή τοῦ μεγάλου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας, ἁγίου Βασιλείου.

Κατ’ ἀρχάς ἡ Δεσποτική ἑορτή εἶναι ἡ κατά σάρκα Περιτομή τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατά τόν Μωσαϊκό νόμο, τόν ὁποῖον ὁ Χριστός ἔδωσε στούς Ἰουδαίους, θά ἔπρεπε κάθε ἀρσενικό παιδί νά ὑποστῆ τήν ἐπώδυνη πράξη τῆς περιτομῆς, πού ἦταν προτύπωση τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Αὐτή τήν πράξη ὑπέμεινε καί ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, ὀκτώ ἡμέρες μετά τήν γέννησή Του, καί φανερώνει τήν μεγάλη κένωσή Του γιά τήν δική μας σωτηρία. Στά τροπάρια τῆς ἑορτῆς γράφεται ὅτι ὁ Χριστός, πού ἦταν ἄναρχος κατά τόν Πατέρα καί ὀκταήμερος κατά τήν Μητέρα, δέν βδελύχθηκε «σαρκός τήν περιτομήν», ἀλλά ἔδειξε τήν συγκατάβασή Του στό γένος τῶν ἀνθρώπων καί «ἔδωκεν ἑαυτόν τύπον καί ὑπογραμμόν πᾶσι πρός σωτηρίαν». Αὐτός τήρησε τόν Νόμο πού ἔδωσε καί ἐμεῖς πρέπει νά τηροῦμε τόν δικό Του Νόμο. Αὐτός ἔδειξε μεγάλη ταπείνωση, κένωση, καί ἐμεῖς πρέπει νά ταπεινωνόμαστε, νά θυσιαζόμαστε γιά τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς μας.

Ἔπειτα, ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὑποδεικνύει τόν μεγάλο αὐτόν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἕνα πρότυπο γιά ὅλους μας, Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅπως γράφουν τά τροπάρια, ἦταν «σοφίας ἐραστής», τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, κυρίως ὅμως τῆς θείας σοφίας. Ἔζησε ἀσκητικά, μελέτησε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, προέκρινε ἀπό ὅλα «τήν πρός Θεόν συμβίωσιν», ἐτήρησε «ἀδούλωτον τῆς ψυχῆς τό ἀξίωμα», ὑπέταξε τό φρόνημα τῆς σαρκός στό πνεῦμα, καί παρέστη στόν Χριστό ὡς φίλος Του. Μέ αὐτή τήν ζωή του «ἐξεχύθη ἡ χάρις» στό στόμα του καί στά γραπτά του, καί ἔγινε ἀληθινός «ποιμήν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», διδάσκοντας «τά λογικά πρόβατα πιστεύειν εἰς Τριάδα ὁμοούσιον ἐν μιᾷ θεότητι».

Οἱ δύο μεγάλες αὐτές ἑορτές, δηλαδή ἡ ἑορτή τῆς περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πρέπει νά μᾶς ἐμπνέουν στήν ζωή μας κατά τό νέον ἔτος. Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἴμαστε «ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ» καί νά διάγουμε μέ πίστη καί ἀγάπη πρός τόν Θεό, μέ θυσιαστική ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς μας, μέ εὐαγγελική, μυστηριακή καί ἀσκητική ζωή, ἔχοντας ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Ἔτσι, θά περάσουμε καί τό νέο αὐτό ἔτος μέ ὑγεία σωματική, κυρίως μέ εἰρήνη στήν καρδιά γιά ὅ,τι θά κληθοῦμε νά ἀντιμετωπίσουμε κατά τήν διάρκειά του.

Τό ἔτος, ὅμως, στό ὁποῖο εἰσερχόμαστε σήμερα μᾶς ὑπενθυμίζει καί μιά εἰκοσαετία πού ἔχει σχέση μέ τήν Ἱερά αὐτή Μητρόπολη, καί ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νά τήν ὑπενθυμίσω.

Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1995, πρίν εἴκοσι χρόνια, ἐξελέγη Μητροπολίτης στήν Ἱερά αὐτή Μητρόπολη ὁ μακαριστός Νικόδημος, ἀγαπητός μου ἀδελφός καί φίλος, μέ τόν ὁποῖο ὑπηρετήσαμε μαζί στήν Ἱερά Μητρόπολη Θηβῶν καί Λεβαδείας, ὅταν ἐκεῖ τότε ἦταν Μητροπολίτης ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος. Ὅμως, ἡ παρουσία του στήν Ναύπακτο ἦταν ὀλιγόχρονη, δέν συμπληρώθηκαν δύο μῆνες ἀπό τήν ἐνθρόνισή του (2 Ἀπριλίου ἕως 21 Μαΐου), δηλαδή 49 ἡμέρες. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νικόδημος ἦταν προσινής, φιλακόλουθος, εἶχε ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς του, ἀλλά ὁ Θεός, χωρίς νά γνωρίζουμε τούς λόγους, τόν πῆρε τόσο γρήγορα ἀπό κοντά μας.

Ἀμέσως μετά, ἤτοι τόν Ἰούλιο τοῦ ἰδίου ἔτους, καί πάλι πρίν εἴκοσι χρόνια, ἡ Ἐκκλησία μέ ἐξέλεξε Μητροπολίτη σέ αὐτήν τήν ἀρχαία καί ἱστορική Μητρόπολη σέ διαδοχή του. Καί ἀπό τότε, ἰδίως ἀπό τήν ἐνθρόνιση, ποιμαίνω τούς Χριστιανούς πού βρίσκονται σέ αὐτόν τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο. Προσπαθῶ νά τηρῶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί τούς ἱερούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί νά ἐφαρμόζω τούς ἐκκλησιαστικούς νόμους. Αὐτά τά εἴκοσι χρόνια δοκίμασα μεγάλες χαρές, ἀλλά καί λύπες, ἄλλωστε ἡ ζωή μας εἶναι μιά διαρκής χαρμολύπη. Ὅμως δοξάζω τόν Θεό γιά ὅ,τι ἐπέτρεψε νά ζήσω. Γιατί, πέρα ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία πού διηκόνησα γραπτῶς καί προφορικῶς, μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά ζήσω στήν πράξη ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι Ἰατρός πού θεραπεύει τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πνευματικά νοσήματα. Γνωρίζουμε δέ καλῶς ὅτι ἡ θεραπεία γίνεται μέ φάρμακα, ἐνίοτε καί μέ ἐπεμβάσεις, πράγμα πού εἶναι βασική ἀρχή τοῦ κανονικοῦ δικαίου καί ἔτσι ἐκφράζεται ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως.

Σήμερα, αὐτή τήν σημαντική ἡμέρα εὔχομαι σέ ὅλους σας νά διέλθετε τό νέον ἔτος μέ ἀκλόνητη ὑγεία, μέ πίστη καί ἀγάπη στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, μέ ἰσχυρό ἐκκλησιαστικό φρόνημα.  Ἐπίσης, σᾶς παρακαλῶ νά εὐχηθῆτε ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κυροῦ Νικοδήμου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν δική μου διακονία, ὥστε νά τελειώσω καλῶς τήν ζωή μου καί ὅταν ἐπιτρέψη ὁ Θεός νά φύγω ἀπό τόν μάταιο αὐτόν κόσμο νά μέ συνοδεύση τό ἄπειρον ἔλεός Του καί νά δώσω καλή ἀπολογία στό φοβερό καί ἀδέκαστο Βῆμα Του.  

ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2019

Anastasis
Τοιχογραφία ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου 

Πρός τούς Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς
τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Χριστός Ἀνέστη!

Ἀξιωθήκαμε νά ἑορτάσουμε καί ἐφέτος τό σταυρώσιμο καί ἀναστάσιμο Πάσχα, δηλαδή νά μετάσχουμε τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός πάνω στόν Σταυρό ἐνίκησε τόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο καί μέ τήν Ἀνάστασή Του χορήγησε στούς Μαθητές Του τήν εἰρήνη Του, ἀλλά ἔδωσε καί τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά νά συγχωροῦν τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων πού τό ἐπιθυμοῦν.

Αὐτά τά γεγονότα εἶναι συγκλονιστικά, ἀλλά δυστυχῶς, ὅταν δέν ἔχουμε πνευματικές αἰσθήσεις, τά θεωροῦμε ὡς εὐκαιρία ἐκδρομῶν, σωματικῆς χαλαρώσεως, ὡς περίοδο διακοπῶν ἤ ἀκόμη καί ὡς ἡμέρες ἱκανοποιήσεως τῶν παθῶν.

Ἡ Ἐκκλησία πανηγυρίζει τά γεγονότα αὐτά μέ τήν θεολογία της καί τόν δικό της ρυθμό. Ὅλο τό νόημα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τό ἐκφράζει στά τροπάρια, τίς ἀκολουθίες, ἰδιαιτέρως στήν θεία Λειτουργία, καί στήν εἰκονογραφία της.

Τό θεολογικό νόημα κάθε Δεσποτικῆς καί Θεομητορικῆς ἑορτῆς, ὅπως καί κάθε ἑορτῆς ἁγίων, ἐκφράζεται μέ ἁπλό, ἀλλά καί θαυμαστό τρόπο στά ἀπολυτίκια καί τίς ἱερές εἰκόνες. Τά ἀπολυτίκια εἶναι μικρά τροπάρια, τά ὁποῖα ψάλλονται πρίν τήν ἀπόλυση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ, γι’ αὐτό χαρακτηρίζονται ὡς ἀπολυτίκια, καί οἱ ἱερές εἰκόνες ἁγιογραφοῦνται μέ θεολογικό τρόπο, λιτανεύονται ἀπό τούς Ἱερεῖς καί τοποθετοῦνται σέ ἕναν ὁρισμένο τόπο γιά νά ἀποδίδεται ἡ τιμητική προσκύνηση στόν εἰκονιζόμενο ἀπό τούς πιστούς.

Μέσα σέ αὐτό τό περιεχόμενο πρέπει κανείς νά δῆ τό ἀπολυτίκιο καί τήν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Τό ἀπολυτίκιο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ γνωστός ὕμνος, πού εἶναι ὁ πνευματικός παιάνας τοῦ Χριστιανισμοῦ, τόν ὁποῖο ψάλλουμε πανηγυρικά αὐτές τίς ἡμέρες καί δέν χορταίνουμε νά τό ἐπαναλαμβάνουμε πολλές φορές: «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Δηλαδή, ὁ Χριστός ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, ἀφοῦ πάτησε καί νίκησε τόν θάνατο μέ τόν θάνατό Του, καί χάρισε τήν ζωή σέ αὐτούς πού εἶναι στά μνήματα.

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά εἰκονογραφική παρουσίαση αὐτοῦ τοῦ τροπαρίου. Δείχνει τόν Χριστό νά ἔχη νικήσει τόν θάνατο, «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἐπίσης, δείχνει ὅτι μέ τά δύο χέρια Του ἐγείρει ἀπό τούς τάφους τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα καί τούς δίνει ζωή. Δέν ἐλευθερώνει ἁπλῶς τίς ψυχές τους ἀπό τόν Ἅδη, ἀλλά ἀνασταίνει καί τά σώματά τους ἀπό τούς τάφους, ὁπότε ἀποδίδει τήν φράση «καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Γενικά, ἡ εἰκόνα αὐτή δείχνει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά μνήματα.

Ἔτσι, τήν περίοδο τοῦ Πάσχα ἀσπαζόμαστε τήν ἱερά εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως καί συγχρόνως ψάλλουμε τό «Χριστός Ἀνέστη» καί μάλιστα μέ τόν πανηγυρικό καί θριαμβευτικό ἦχο τοῦ πλαγίου πρώτου. Καί τά δύο συντονίζονται μεταξύ τους, ἀφοῦ τό Ἀπολυτίκιο δείχνει τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς καί ἡ εἰκόνα ἁγιογραφεῖ τό θεολογικό νόημα καί τοῦ Ἀπολυτικίου καί τῆς ἑορτῆς.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τά ρύθμισαν ὅλα καλά καί εὐλογημένα, ὥστε καί νά ψάλλουμε τόν θρίαμβο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου, γιά νά τό ἀκοῦμε, ἀλλά καί νά τό βλέπουμε μέ τήν ἱερά εἰκόνα, καθώς ἐπίσης νά ψηλαφοῦμε τό μεγάλο αὐτό μυστήριο μέ τόν τιμητικό ἀσπασμό τῆς εἰκόνος.

Ἔτσι, ὅλες οἱ αἰσθήσεις, ψυχικές καί σωματικές, λαμβάνουν πληροφορία καί ἐμπειρική γνώση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου, ὥστε νά ἀποκτήσουμε πίστη ἀκλόνητη καί βεβαία ἐλπίδα, ὅτι μποροῦμε μέ τόν Χριστό νά ἀναστηθοῦμε πνευματικά ἀπό τήν ἁμαρτία καί θά ἀναστηθοῦν καί τά σώματά μας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ αὐτό πού ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

Καί μέ ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία ἀποβλέπει ὄχι μόνον στό νά ἐκδιώξη ἀπό μέσα μας τόν φόβο τοῦ θανάτου, ἀλλά καί στό νά μᾶς γεμίση μέ τό πλήρωμα τῆς ζωῆς καί μάλιστα μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς καί τήν πίστη στήν συνάντησή μας μέ τόν Χριστό, τόν νικητή τοῦ θανάτου.

Ἑπομένως, ὅταν ψάλλουμε τό «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», πρέπει νά ἐνθυμούμαστε τήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ πού τό ἐκφράζει, καί ὅταν προσκυνᾶμε τήν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ψάλλουμε τό «Χριστός Ἀνέστη», ὥστε ἡ ζωή μας νά γεμίση μέ ἐλπίδα, φῶς καί ἀλήθεια. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο τῆς πίστεώς μας.
Χριστός Ἀνέστη, ἀδελφοί!

Μέ ἀναστάσιμες πατρικές εὐχές
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποι­μα­ντορι­κή Ἐ­γκύ­κλιος Πρωτοχρονιᾶς 2019

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ἀρχή τοῦ νέου πολιτικοῦ ἔτους εἶναι ἡ σημερινή ἡμέρα καί πανηγυρίζουμε μέ θεία Λειτουργία, Δοξολογία καί χαρά. Σέ ὅλο τόν κόσμο διοργανώνονται ἐκδηλώσεις μέ φαντασμαγο­ρικές πράξεις, γιά νά ὑποδεχθοῦν τό νέον ἔτος. Ὅμως, ὅ,τι καί νά κάνουμε, κανείς δέν εἶδε ποτέ κάποιον χρόνο νά ἔρχεται ἀπό τήν ἀνατολή καί κάποιον παλαιό χρόνο νά φεύγη στήν δύση. Ὅταν δέ οἱ ἄνθρωποι συμμετέχουν σέ τέτοιες χαρούμενες ἐκδηλώσεις, ἔπειτα ἐπι­στρέφουν στό σπίτι τους μέ μιά πίκρα καί συναντοῦν τόν πόνο, τήν θλίψη, τήν ἀπόγνωση, τήν τραγι­κότητα.

Τί εἶναι, λοιπόν, αὐτός ὁ νέος χρόνος; Τί σημαίνει ὅτι σήμερα ἔχουμε τήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους; Ποιό εἶναι τό νόημα τῆς Πρω­το­χρονιᾶς;

Ὅταν πρίν χρόνια, καί συγκεκριμένα τό ἔτος 2000, εἰσερχόμασταν, σάν σήμερα, στήν τρίτη χιλιετία, αἰσθανό­μασταν ὄχι ἁπλῶς ὅτι πέρασε ἕνας χρόνος, ἀλλά ὅτι πέρασαν δύο χιλιετίες ἀπό τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καί πανηγυρίζαμε ὄχι ἐπειδή ἄρχιζε ἕνας νέος χρόνος, ἀλλά ἐπειδή ἄρχιζε ἡ τρίτη χιλιετία. Θυμᾶμαι τότε, δηλαδή τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 2000, μετά τήν θεία Λειτουργία καί τήν Δοξολογία τοῦ Νέου ἔτους, στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πήγαμε στό Δημαρχεῖο, γιά νά παραστοῦμε στήν πρώτη ἑορταστική Συνεδρίαση τοῦ Δημοτικοῦ Συμ­βουλίου γιά τήν ἀρχή τῆς νέας χιλιετίας, ὥστε νά εἶναι χαρούμενη καί δημιουργική ὅλη αὐτή ἡ περίοδος, χωρίς, ὅμως, νά γνωρίζουμε ἐάν θά ἤμασταν ζωντανοί τήν ἑπομένη ἡμέρα.

Ἀπό τότε, δηλαδή τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 2000, πέρασαν 19 χρόνια χωρίς νά τό κατα­λάβουμε, ἀφοῦ ὁ χρόνος τρέχει σάν ὁρμητικό ποτάμι καί φεύγει τόσο χρήγορα, ὅπως κτυποῦν τά δευτερόλεπτα τοῦ ρολογιοῦ μας. Καί στό διάστημα αὐτό ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμο αὐτόν ἀγαπητοί μας ἄνθρωποι, ἄλλαξαν πολλές καταστάσεις στήν ζωή μας, ἀλλά καί γεννή­θηκαν νέοι ἄνθρωποι. Ὅλα τά παιδιά πού εἶναι σήμερα μαθητές μέχρι τήν τελευταία τάξη τοῦ Λυκείου καί εἰσῆλθαν στό πρῶτο ἔτος τοῦ Πανεπιστημίου γεννήθηκαν σέ αὐτό τό διά­στημα τῶν δεκαεννέα ἐτῶν, ἀπό τό 2000 μέχρι σήμερα. Ἔτσι, ὁ θάνατος συμπλέκεται μέ τήν ζωή.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ταχύτατος, ἔρχεται καί φεύγει γρήγορα, δέν μποροῦμε νά τόν πιάσουμε, δέν ἔχουμε τήν δυνατότητα νά τόν σταματήσουμε, τρέχει συνεχῶς καί παρασύρει καί μᾶς σέ αὐτήν τήν γρήγορη πορεία του. Ἔχουν χαρακτηρίσει τόν χρόνο ὡς «πανδαμάτορα», ἐπειδή δαμάζει τά πάντα, καί κανείς δέν μπορεῖ νά τόν δαμάση, παρά μόνον ὁ Θεός, πού εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στόν χρόνο καί ἐκεῖνος μᾶς δα­μάζει, μᾶς ἐξουσιάζει, μέ ὅλες τίς συνταρακτικές συνέπειες.

Ἤδη, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλή­ψεώς μας τά κύτταρα τοῦ σώματος ἔχουν τήν δική τους κίνηση, ὅπως κίνηση ἔχουν καί τά ὄργανα τοῦ σώματός μας. Αὐτό μποροῦμε νά τό κατα­λάβουμε κυρίως ἀπό τήν κίνηση τῆς καρδιᾶς μας. Εἴμαστε κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ χρόνου, καί ὅταν ὁ χρόνος τῆς καρδιᾶς σταματήση, μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ, τότε σταματᾶ καί ἡ βιολογική ζωή, χωρίς, βέβαια, νά ἀφα­νίζεται ἡ ψυχή καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ὡς ὕπαρξη.

Ἔτσι, βιώνουμε τόν χρόνο στήν ζωή μας ὡς ἕνα χαρούμενο γεγονός, ἀφοῦ ζοῦμε βιολογικά, ἀλλά καί ὡς ἕνα τραγικό γεγονός, ἀφοῦ κάποτε θά σταματήση ὁ κτύπος τῆς καρδιᾶς μας. Καί στό σημεῖο αὐτό ὑπάρχει τό φαινόμενο τῆς χαρμο­λύπης.

Αὐτό τό καταλαβαίνουμε πολύ καλά ἀπό διάφορες ἐκφράσεις πού χρησιμοποιοῦμε. Ὅταν εὐχόμαστε «χρόνια πολλά» στό βάθος αἰσθα­νόμαστε ὅτι κάποτε θά σταματήση νά μετράη ὁ χρόνος. Ὅταν λέμε τήν εὐχή «καί τοῦ χρόνου» αἰσθανόμαστε ὅτι μπορεῖ νά μή φθάσουμε στήν ἑπόμενη Πρωτοχρονιά. Ὅταν συμμετέχουμε στά ἑορταστικά τραπέζια καί χαιρόμαστε, ὑποβόσκει ἡ λύπη ὅτι παραμονεύει ὁ θάνατος ἤ ὅτι λείπει ἕνας ἀγαπητός μας ἄνθρωπος πού δέν ζῆ.

Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί πιστεύουμε στόν Θεό πού εἶναι ὁ ἄρχοντας τοῦ χρόνου, ἀλλά καί μᾶς βοηθᾶ νά ὑπερβαίνουμε τόν χρόνο καί νά περνᾶμε στό αἰώνιο. Γιά ὅσους ζοῦν ἐν Χριστῷ ὁ χρόνος δέν εἶναι βασανιστικός, δέν εἶναι τροχοπέδη, δέν εἶναι τύραννος, ἀλλά εἶναι χρόνος προετοιμασίας γιά τό πέρασμα στήν αἰώνια ζωή μέ τόν Χριστό. Οἱ μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι μᾶς ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού ζῆ μέ τόν Χριστό, δέν φοβᾶται τόν θάνατο καί τήν δυναστεία τοῦ χρόνου, ἀλλά θεωρεῖ τόν χρόνο ὡς τό ἀκρωτήριο τῆς καλῆς ἐλπίδος, ὡς ἕνα πέρασμα στήν ἐν Χριστῷ αἰωνιότητα. Μέ τόν Χριστό τίποτε δέν εἶναι βασανιστικό ἤ προβληματικό. Ἀντίθετα, ἐκτός Χριστοῦ ὅλα, ἀκόμη καί οἱ πανηγυρισμοί τῆς Πρωτοχρονιᾶς, βρίσκονται στήν σκοτεινή φυλακή τοῦ χρόνου καί τοῦ θανάτου.

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀρχῆς τοῦ νέου ἔτους, εὔχομαι σέ ὅλους σας χρόνια πολλά μέ τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ ἐξουσιαστής τοῦ χρόνου καί ὁ νικητής τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου.

 

 

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Και πάλιν αξιωθήκαμε να εορτάσουμε τα γεγονότα της Αναστάσεως του Χριστού. Προηγήθηκε η προσκύνηση του Σταυρού του Χριστού και σήμερα απολαμβάνουμε την ένδοξη Ανάστασή Του.

Δεν πρόκειται για γεγονότα συμβατικά και επαναλαμβανόμενα, που προσφέρονται για μια ξεκούραση σωματική, αλλά για γεγονότα τα οποία νοηματοδοτούν την ζωή μας. Με την Ανάσταση του Χριστού ολόκληρη η ζωή μας, με τις θλίψεις και τις χαρές της, με τις ταλαιπωρίες και τις ευχαριστήσεις της, αλλά και ολόκληρη η κτίση και το μέλλον του κόσμου λαμβάνουν άλλο νόημα και άλλη προοπτική. Δίχως την Ανάσταση του Χριστού όλα είναι σκοτεινά, τετριμμένα, ανούσια, δίχως νόημα, σκοπό και ζωή.

Με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ο Χριστός νίκησε τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο, τα τρία μεγάλα κακά που αποτελούν την πηγή του κακού σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι η Ανάσταση του Χριστού έγινε “η απαρχή της αναμορφουμένης κτίσεως”, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, αφού με την Ανάστασή Του, κυρίως, ο Χριστός έγινε Κύριος του κόσμου. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας θα πη ότι “η ανάστασις, φύσεώς εστιν επανόρθωσις”. Έδωσε, δηλαδή, η Ανάσταση του Χριστού την δυνατότητα να επανέλθουν τα πράγματα στην προηγούμενη θέση τους και να ανυψωθούν περισσότερο. Αυτό είναι το μέγεθος της Αναστάσεως του Χριστού.

Η ζωή μας μέσα στην Εκκλησία, η συμμετοχή μας, με το άγιον Βάπτισμα και τα άλλα μυστήρια ιδιαιτέρως δε με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, στην ζωή της Εκκλησίας είναι συμμετοχή στην μεγάλη αυτή αναγέννηση του ανθρώπου και την ανακαίνιση της κτίσεως. Αυτό που έγινε στον Χριστό πρέπει να αρχίση να ενεργή μέσα μας, ώστε και εμείς με την δύναμη του Χριστού να αναστηθούμε από τα νεκρά έργα της αμαρτίας, να νικήσουμε μέσα μας τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο και από τώρα να αρχίση η νίκη επάνω στην φθορά και τον θάνατο, που θα ολοκληρωθή κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την Ανάσταση των νεκρών.

Οι άγιοι Πατέρες κάνουν διαρκώς λόγο στα έργα τους για την μετάθεση και την αλλαγή της ζωής μας από την πονηρά στην αγαθή κατάσταση, κάνουν λόγο για μεταβολή της φύσεώς μας, για την μορφοποίηση του Χριστού μέσα στην καρδιά μας. Με μια τέτοια ανακαίνιση και αναγέννηση, που γίνεται με την ενεργοποίηση της δύναμης του Αναστάντος Χριστού μέσα μας, και την συμμετοχή μας στην Ανάστασή Του φυγαδεύονται οι εχθροί και αποκτούμε την εν Χριστώ ελευθερία. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος θα γράψη ότι εάν ο Θεός αναστηθή μέσα μας δια της πράξεως, δηλαδή δια της μετανοίας και της προσπάθειας τηρήσεως των εντολών του Χριστού, τότε “διασκορπισθήσονται οι εχθροί αυτού”. Και εάν πλησιάσουμε τον Θεό δια της θεωρίας, δηλαδή δια της νοεράς - καρδιακής προσευχής και της οράσεως Του, τότε “φεύξονται οι μισούντες αυτόν και ημάς, από προσώπου αυτού και ημών”.

Στην εποχή μας οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον Χριστό για να ικανοποιήσουν τις ιδιαίτερες επιδιώξεις τους για να ικανοποιήσουν τα πάθη και τις αδυναμίες τους, για να Τον αντιπαρατάξουν σε άλλες παραδόσεις, ωσάν να είναι ένας θνητός αρχηγός μιας θρησκείας, που αντιπαρατίθεται σε αρχηγούς άλλων θρησκειών. Έτσι εν ονόματι του Χριστού γίνονται πολλά εγκλήματα, αφού παραμένουν τα πάθη μέσα στον άνθρωπο, και εκφράζονται και εξωτερικά χρησιμοποιώντας το όνομα του Χριστού. Πόσες σταυροφορίες και πόσοι ιεροί πόλεμοι δεν έγιναν, δυστυχώς, στο όνομα του Χριστού!

Όμως, η Ανάσταση του Χριστού δεν προσφέρεται σε τέτοιες εμπαθείς καταστάσεις. Ο Αναστάς Χριστός θέλει να ανακαινίση, να μεταμορφώση και να αλλάξη την ζωή μας. Θέλει να αναστηθούμε από τα έργα της αμαρτίας, της απειθείας, της αποστασίας, της φθοράς και του θανάτου. Όταν ο άνθρωπος αναγεννηθή, τότε είναι ευεργετικός στην κοινωνία και σε όλον τον κόσμο. Διότι και αυτός συμμετέχει στην απαρχή της συντελουμένης αλλαγής του κόσμου, και την βίωση από τώρα της Βασιλείας του Θεού.

Αυτές τις ημέρες δεν πρέπει να ψάλλουμε το “Χριστός Ανέστη...” μόνο με τα χείλη, αλλά και με την καρδιά και κυρίως να συντελέση και αυτό στο να συμμετάσχουμε στον θριάμβο της Αναστάσεως του Χριστού, που άρχισε να συντελήται για να ολοκληρωθή στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

“Χριστός Ανέστη”, αδελφοί!

Με αναστάσιμες ευχές

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μετά την επιτυχία του φετεινού Εράνου της Αγάπης της Ι. Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου, που πραγματοποιήθηκε από 15 έως 22 Δεκεμβρίου 1996, ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος απέστειλε εγκύκλιο που αναγνώστηκε στους Ι. Ναούς την Κυριακή 26 Ιανουαρίου 1997. Στην συνέχεια δημοσιεύουμε την εγκύκλιο.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Συνήθως ο Μητροπολίτης επικοινωνεί με το ποίμνιό του με εγκυκλίους κατά τις μεγάλες Δεσποτικές εορτές ή σε έκτακτα γεγονότα, ιδίως όταν θέλη να παρακινήση τον λαό σε έργα αγάπης.

Με την εγκύκλιο αυτή όμως θα ήθελα να απευθύνω τις θερμές μου ευχαριστίες για την συμμετοχή σας στον έρανο της αγάπης, που διεξήχθη στην Ιερά μας Μητρόπολη στα μέσα Δεκεμβρίου. Οι ευχαριστίες μου αυτές απευθύνονται στους Εφημερίους των Ενοριών, στις επιτροπές που δημιουργήθηκαν για να επισκευθούν τις οικίες και στα καταστήματα της Πόλεως και των χωριών, και σε όλους τους Χριστιανούς που προσέφεραν ό,τι μπορούσαν.

Πρέπει να σάς ανακοινώσω ότι ο έρανος της αγάπης υπήρξε αποδοτικός για τα δεδομένα της Ιεράς Μητροπόλεώς μας και μάλιστα, όπως με διαβεβαίωσαν, το αποτέλεσμα του εράνου δεν είχε προηγούμενο. Από την Πόλη της Ναυπάκτου συγκεντρώθηκε το ποσό των 1.721.250 δρχ. και από τις άλλες Ενορίες το ποσό των 988.970 δρχ. Συνολικά συγκεντρώθηκε το ποσό των 2.710.220 δρχ. Βέβαια, αν στο ποσό αυτό προστεθούν και οι δωρεές που δίνονται κατά την διάρκεια όλου του χρόνου για το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που εξασκεί η Ιερά μας Μητρόπολη, τότε το ποσόν αυξάνεται πολύ περισσότερο.

Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι η διάθεση των Ιερέων, των Κυριών και των δωρητών. Παρατήρησα ότι τα συνεργεία που βγήκαν για τον έρανο το έκαναν με μεγάλη αγάπη και εξαιρετική διάθεση. Όπως, επίσης, πληροφορήθηκα ότι και οι Χριστιανοί, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, είδαν με ευχαρίστηση την κίνηση αυτή της Ιεράς Μητροπόλεως και ανταποκρίθηκαν ευχαρίστως, κατά την δύναμη που είχε ο καθένας.

Βέβαια, ο ανθρώπινος πόνος είναι αρκετά μεγάλος και οι οικονομικές δυσχέρειες πολλών Χριστιανών είναι πολλές. Καθημερινά καταφθάνουν στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως αναξιοπαθούντες άνθρωποι, αλλά υπάρχουν και άλλοι που υπομένουν μόνοι τους και άγνωστοι από τους πολλούς, με αξιοπρέπεια τον πόνο και την δοκιμασία τους. Με τους Συνδέσμους Αγάπης, που δημιουργήθηκαν και άρχισαν να λειτουργούν στις Ενορίες προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Πιστεύω ότι θα αγωνιστούμε να καλύψουμε τα κενά που υπάρχουν στον τομέα της κρατικής Πρόνοιας και μάλιστα θα το κάνουμε διατηρώντας το ανθρώπινο πρόσωπο και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Σε αυτό ζητούμε την συμπαράσταση όλων σας.

Θα πρέπη να σάς διαβεβαιώσω ότι τόσο εγώ προσωπικά όσο και οι συνεργάτες μου σεβόμαστε απεριόριστα το χρήμα που συλλέγεται από εράνους. Κατά τους Κανόνας της Εκκλησίας το χρήμα που προέρχεται από προσφορές Χριστιανών και προορίζεται για έργα φιλανθρωπίας, όπως και τα χρήματα τα οποία προέρχονται από τον οβολό των ανθρώπων που προσέρχονται στην θεία Λατρεία είναι ιερά. Σάς διαβεβαιώνουμε ότι θα γίνεται τιμία διαχείριση, θα αξιοποιούνται τα χρήματα μέχρι τελευταίας δραχμής για τον σκοπό για τον οποίο δίδονται.

Μόλις θα είμαστε έτοιμοι θα σάς γνωστοποιήσουμε λεπτομερή, κατά το δυνατό, απολογισμό των έργων αγάπης και ευποιίας, κατά το προηγούμενο έτος, ώστε να ενημερωθήτε για το έργο που επιτελεί η Ιερά Μητρόπολή μας, μέσα στα πλαίσια τα οποία κινείται

Αφού και πάλιν σάς ευχαριστήσω για την ποκίλη προσφορά και συμπαράστασή σας στο έργο της Ιεράς Μητροπόλεως, στον τομέα της φιλανθρωπίας και αγάπης, σάς εύχομαι ο Θεός της αγάπης να σάς ευλογή πλούσια.

Με θερμές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση του Χριστού είναι πανηγύρι της ζωής, γιατί προσέφερε ζωή σε όλη την οικουμένη. Γι’ αυτό και εμείς οι Έλληνες, εορτάζουμε το γεγονός αυτό πολύ λαμπρά. Αισθανόμαστε ότι δεν είναι μια συνηθισμένη εορτή, αλλά η ελπίδα της ζωής μας. Είναι μια γιορτή που φυγαδεύει τον πόνο από την ψυχή και την ζωή μας, αφού προσφέρει μια νέα προοπτική στην ύπαρξή μας.

Πράγματι, η Ανάσταση του Χριστού δημιούργησε μια νέα προοπτική στον άνθρωπο, άνοιξε τους ορίζοντες της σκέψεως και της ζωής του. Δεν είναι μόνο γεγονός που αναφέρεται στον Χριστό, αλλά επεκτείνεται και στον άνθρωπο, αφού συνδέεται αποτελεσματικά με την σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό φαίνεται από τα δώρα που έδωσε ο Αναστάς Χριστός στους μαθητάς Του, και βέβαια σε όλους τους ανθρώπους.

Όταν εμφανίστηκε στους μαθητάς Του που ήταν κλεισμένοι στο υπερώο από τον φόβο των Ιουδαίων τους έδωσε την ειρήνη: “Ειρήνη υμίν” (Ιω. κ’, 21) τους είπε. Είχε καταλάβει τις ψυχές των μαθητών ο φόβος από τα όσα είχαν προηγηθή, δηλαδή από τα γεγονότα που προήλθαν από το μίσος των Γραμματέων και των Φαρισσαίων, από την επιπολαιότητα, αλλά και την φονικότητα του Ιουδαϊκού όχλου. Ταυτόχρονα είχαν μεγάλη ανασφάλεια, από την απουσία του μεγάλου τους Διδασκάλου και αβεβαιότητα για το μέλλον. Γι’ αυτό και ο Χριστός τους έδωσε το μεγάλο αυτό αγαθό της ειρήνης.

Μαζί με την ειρήνη τους έδωσε και την δυνατότητα να συγχωρούν αμαρτίες: “Λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινων αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς” (Ιω. κ’, 22-23). Η αμαρτία χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό και από τους αδελφούς του. Κάθε αμαρτία έχει θεολογικές, ανθρωπολογικές και κοινωνικές συνέπειες. Δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό γεγονός, γιατί όταν κανείς προβαίνει σε πράξεις αρνήσεως του Θεού, τότε διαπράττει και κοινωνικά αδικήματα. Άλλωστε είναι γνωστή η ρήση ότι “δίχως Θεό όλα επιτρέπονται” Η διάπραξη της αμαρτίας δημιουργεί στον άνθρωπο φοβερές τύψεις και απώλεια των διαπροσωπικών σχέσεων.

Οι μαθητές αφού είδαν τον αγαπημένο τους Διδάσκαλο και μάλιστα αφού έλαβαν την ειρήνη Του και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο μπορούσαν να συγχωρήσουν αμαρτίες, εχάρησαν υπερβολικά: “εχάρησαν ουν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον” (Ιω. κ’, 20). Επομένως, μαζί με την ειρήνη και την λήψη του Αγίου Πνεύματος έλαβαν και το μεγάλο δώρο της χαράς, που είναι αποτέλεσμα της κοινωνίας τους με τον Χριστό, την απόδειξη της υπερβάσεως του θανάτου και αυτό τους έκανε πολύ δυνατούς ώστε να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες στην ζωή τους.

Ο φόβος, η ανασφάλεια και η εσωτερική ψυχική ταραχή, οι αμαρτίες και οι συνεχείς τύψεις της συνειδήσεως, η λύπη και η απόγνωση, μαζί με όλα όσα συνδέονται με αυτά, είναι εκείνα που απασχολούν και βασανίζουν και τον σύγχρονο άνθρωπο. Μάλιστα δε οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες αυξάνουν τα εσωτερικά ψυχικά προβλήματα. Ποιός δεν έχει δοκιμάσει το φοβερό μαρτύριο των τύψεων μιας αμαρτίας; Ποιός δεν αντιμετώπισε την εσωτερική ταραχή και ανασφάλεια από διάφορες αβεβαιότητες που συνδέονται με τον ανθρώπινο βίο και το μάταιο της ζωής αυτής; Ποιός δεν έχει αισθανθή την κόλαση της λύπης και της απογνώσεως να κατακλύζη την ψυχή του;

Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει περάσει από αυτές τις φοβερές και ανατριχιαστικές καταστάσεις. Αλλά το φοβερότερο είναι ότι πολλοί δεν γνωρίζουν τον τρόπο για να ελευθερωθούν από την φοβερή αυτή μέγγενη που τους πιέζει. Πολλές φορές καταφεύγουν σε μεθόδους και λύσεις που περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, είτε σε ανθρώπινες ιδεολογίες, είτε σε μυστικιστικές αντιλήψεις, είτε σε μαγικές και δαιμονικές καταστάσεις.

Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι μόνον ο Αναστάς Χριστός μπορεί να προσφέρη τα τρία μεγάλα δώρα που τα έχουμε ανάγκη όλοι μας, δηλαδή την ειρήνη, την άφεση των αμαρτιών και την χαρά. Μόνον ο Χριστός μπορεί να αναπαύση την ψυχή μας. Και η εορτή της Αναστάσεως του Χριστού συνδέεται με αυτή την αναζήτηση και την ελπίδα. Χαιρόμαστε, γιορτάζουμε, και με αυτό τον τρόπο αναζητούμε από τον Χριστό την ειρήνη, την λύτρωση από τις εσωτερικές τύψεις και την απόκτηση της πραγματικής χαράς.

Μέσα από αυτή την προοπτική εύχομαι σε όλους σας, για την σημερινή ημέρα, χρόνια πολλά, και μέσα από αυτή την προοπτική σάς απευθύνω τον πασχάλιο χαιρετισμό και τον θριαμβευτικό παιάνα της νίκης: “Χριστός Ανέστη”, αδελφοί.

Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ο Σταυρόν υπομείνας και τον θάνατον καταργήσας και αναστάς εκ των νεκρών ειρήνευσον ημών την ζωήν, Κύριε, ως μόνος παντοδύναμος   

Αγαπητοί μου αδελφοί

Τά γεγονότα της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Χριστού, που είναι τα μεγαλύτερα παγκόσμια γεγονότα, γιατί συνδέονται με την αναγέννηση των ανθρώπων και την ανακαίνιση ολοκλήρου της κτίσεως, διαδραματίσθηκαν πρίν είκοσι αιώνες στα Ιεροσόλυμα, που για όλους τούς Χριστιανούς είναι μιά αγαπητή πόλη. Εκεί διαφυλάσσονται όλα τα ιερά σεβάσματα, τα οποία συνδέονται με την ζωή του Χριστού, εκεί είναι ο φρικτός Γολγοθάς, ο όλβιος τάφος του Χριστού και γενικά τα Ιεροσόλυμα και η Παλαιστίνη είναι η πόλη και η γή πάνω στην οποία περπάτησε ο Χριστός κατά την επίγεια ζωή Του, αλλά και εκεί φανέρωσε και φανερώνει την δόξα Του.

Πέρα από αυτό το γεγονός, τα Ιεροσόλυμα είναι η πόλη στην οποία αναπτύχθηκε η πρώτη Χριστιανική Κοινότητα, όπως την περιγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων, εκεί έγινε η πρώτη αποστολική Σύνοδος. Επομένως, τα Ιεροσόλυμα είναι η αναφορά όλων των Χριστιανών.

Η λέξη Ιερουσαλήμ σημαίνει «τόπος της ειρήνης». Καί αυτό γιατί εκεί τελικά φανερώθηκε η ειρήνη του Θεού, που συνδέεται με τον Σταυρό του Χριστού, πάνω στον οποίο ο Χριστός ένωσε τα πρίν διεστώτα, και εκεί για πρώτη φορά ακούστηκε ο χαιρετισμός του Αναστάντος Χριστού «ειρήνη υμίν».

Αλλά, βέβαια, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συνδέεται απλώς με ένα τόπο, αφού εκτός από την επίγεια Ιερουσαλήμ, υπάρχει και η Νέα Ιερουσαλήμ που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, της οποίας κέντρο είναι η Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη, το πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά υπάρχει και η Άνω Ιερουσαλήμ που είναι η Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας απαρχή και προοίμιο είναι η εμπειρία του Θεού, που απολαμβάνει ο άνθρωπος από αυτήν ακόμη την ζωή. Αυτό σημαίνει ότι την πόλη της Ιερουσαλήμ την αντιμετωπίζουμε πνευματικά, ήτοι την συνδέουμε με τα πνευματικά γεγονότα της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Χριστού, αλλά και με την Ορθόδοξη Εκκλησία και βεβαίως με την εσχατολογική Βασιλεία που την απολαμβάνουν οι θεούμενοι από αυτή την ζωή.

Όλα αυτά λέγονται γιατί η Ιερουσαλήμ ως τόπος της ειρήνης έχει κυρίως πνευματική έννοια και όλοι όσοι συνδέονται ποικιλοτρόπως με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό, όλοι οι μάρτυρες του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού κατοικούν στην Ιερουσαλήμ, τον τόπο της ειρήνης που είναι η Νέα Ιερουσαλήμ και η Άνω Ιερουσαλήμ, η ποθεινή πατρίδα όλων μας.

Όμως δεν παραθεωρούμε και την επίγεια Ιερουσαλήμ, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Χριστός και γι’ αυτό τον λόγο στενοχωρούμαστε, γιατί σήμερα ο χώρος αυτός της ειρήνης είναι χώρος συγκρούσεων και πολέμων, όπου χύνεται το αίμα και εκφράζεται η ανθρώπινη βία. Μάς θλίβουν κατάβαθα αυτά τα γεγονότα που συνεχίζουν την σταυρική θυσία του Χριστού και εκεί επαναλαμβάνονται με άλλη μορφή όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην ζωή του Χριστού. Τότε σταυρώθηκε ο Χριστός, τώρα σταυρώνονται άνθρωποι. Αλλά ελπίζουμε ότι η Ανάσταση του Χριστού θα δώση ελπίδα και ζωή στούς πονεμένους αυτούς ανθρώπους.

Άλλωστε, ο Χριστός όταν είδε την Ιερουσαλήμ έκλαυσε και είπε: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τούς Προφήτας και λιθοβολούσα τούς απεσταλμένους προς αυτήν' ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ως η όρνις επισυνάγει τα νοσσία εαυτής υπό τάς πτέρυγας και ουκ ηθελήσατε...».

Ο Χριστιανισμός και κυρίως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι υπεύθυνη για το ότι και σήμερα εξακολουθούν να γίνονται πόλεμοι και να κυριαρχή η βία στις ανθρώπινες κοινωνίες, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία καλεί όλους τούς ανθρώπους να σταυρώσουν τούς εαυτούς τους από τα πάθη και να ανεβούν στο ύψος της αναστημένης ζωής, να αισθανθούν στην ζωή τους τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, και έτσι να συνδεθούν με τον φρικτό Γολγοθά και τον τόπο της Αναστάσεως. Καί υπάρχουν άγιοι που έζησαν αυτά τα δεσποτικά γεγονότα, δηλαδή τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, στην προσωπική τους ζωή. Όμως ευθύνονται για όσα εκτυλίσσονται σήμερα, και στα Ιεροσόλυμα και στην Παλαιστίνη και σε ολόκληρο τον κόσμο, εκείνοι που δεν θέλουν να ανταποκριθούν στην κλήση για να γίνουν πραγματικοί μαθητές του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού.

Μέ την ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής της Αναστάσεως του Χριστού ευχόμαστε εξ όλης της καρδίας μας να επικρατήση η ειρήνη του Χριστού στα Ιεροσόλυμα και την Παλαιστίνη, στην γή όπου περπάτησε ο Χριστός, αλλά βεβαίως ευχόμαστε να ζούμε και να ζήσουμε όλοι μας στην Νέα Ιερουσαλήμ και την άνω Ιερουσαλήμ, τον πραγματικό χώρο της ειρήνης, την πατρίδα των αναστημένων παιδιών του Θεού.

Ο Αναστάς Κύριος να σάς δίδη την ειρήνη Του και την αγάπη Του.

Διάπυρος προς τον Αναστάντα Θεόν ευχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Και πάλιν φέτος, μετά την κατανυκτική Μεγάλη Εβδομάδα, αξιωθήκαμε να πανηγυρίσουμε λαμπρώς την εορτή της Αναστάσεως του Χριστού. Δεν είναι μόνον γεγονός της φύσεως (άνοιξη), ούτε ένα πολιτιστικό γεγονός, αλλά κατ εξοχήν εκκλησιαστικό, θεολογικό και ανθρώπινο, αφού αναφέρεται στην ελπίδα της δικής μας αναστάσεως.

Πράγματι, ο Χριστός, ο οποίος, κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «αρχηγός της πίστεως και τελειωτής» μας (βλ. Εβρ. ι , 2), αλλά ταυτοχρόνως και η Κεφαλή της Εκκλησίας μας (βλ. Εφ. α , 22), αναστήθηκε τρεις ημέρες μετά τον θάνατό Του. Όταν κάνουμε λόγο για την Ανάσταση του Χριστού, εννοούμε την ανάσταση του Σώματός Του που είχε πεθάνει στον Σταυρό.

Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο Χριστός από την στιγμή της συλλήψεως προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, την καθαρά και αγία, αλλά με την φθαρτότητα και την θνητότητα, προκειμένου να νικήση τον θάνατο και την φθορά. Έτσι, κατά την μαρτυρία των αγίων Αποστόλων και την επιβεβαίωση της Εκκλησίας μας, την τρίτη ημέρα, μετά τον θάνατο και τον ενταφιασμό Του, ανέστησε το σώμα Του, με την θεότητά Του. Στην πραγματικότητα η ψυχή Του μαζί με την θεότητα κατέβηκε στον Άδη, και το σώμα Του, μαζί με την θεότητα, παρέμενε στον τάφο, γι’ αυτό και το σώμα Του παρέμεινε άφθαρτο, αδιάλυτο. Αυτό το σώμα αναστήθηκε από την θεότητά Του και έτσι οι Μαθητές, το είδαν, το εψηλάφησαν και βεβαίως «εχάρησαν ιδόντες τον Κύριον» (Ιω. κ ,20).

Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας, η φθορά δεν άγγιξε το σώμα του Χριστού όσο βρισκόταν στον τάφο, γιατί ήταν ενωμένο με την θεότητά Του. Μετά την Ανάστασή Του αποβλήθηκε από το σώμα η φθαρτότητα και η θνητότητα, αλλά το σώμα δεν ετράπη από την οικεία φύση του. Έτσι, το αναστημένο σώμα του Χριστού, καίτοι απέβαλε τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη, την θνητότητα και την φθαρτότητα, παρέμεινε σώμα περιγραπτό, ομόθεο, πνευματικό, διήνυε μεγάλες αποστάσεις σε δευτερόλεπτα, εξερχόταν του εσφραγισμένου μνήματος και εισερχόταν κεκλεισμένων των θυρών, τον ανεγνώρισαν οι Μαθητές.

Το μεγάλο αυτό γεγονός έγινε στον Χριστό, τον Οποίο πιστεύουμε και τιμούμε αυτές τις ημέρες. Βεβαίως και στην εποχή του Χριστού, αλλά και δια μέσου των αιώνων υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αμφισβητούσαν αυτό το γεγονός, αλλά δισεκατομμύρια άνθρωποι το πίστευσαν και εβεβαίωσαν προσωπικά, δίδοντες αυτήν την μαρτυρία της εκ νεκρών αναστάσεως και υφιστάμενοι το μαρτύριο. Πως, άλλωστε, εξηγείται το ότι εκατομμύρια μάρτυρες ομολόγησαν αυτήν την αλήθεια και θυσίασαν και αυτήν την ζωή τους;

Η Ανάσταση του Χριστού, δηλαδή η ανάσταση του σώματος του Χριστού, είναι το βασικότερο σημείο της πίστεώς μας. Δεν μπορεί να είναι κανείς Χριστιανός, όταν αρνείται αυτό το βασικό γεγονός. Ο Απόστολος Παύλος ομολογεί: «ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών» και τότε είμαστε «ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων» (Α Κορ. ιε , 17-19). Μάλιστα, στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε «και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς».

Ως μέλη της Εκκλησίας, που είμαστε συγχρόνως μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, καθημερινώς αποκτούμε βεβαιότητα αυτής της Αναστάσεώς Του. Και αυτό γιατί κάθε φορά που κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνούμε του αναστημένου Σώματός Του, που έχει χαρακτηρισθή «φάρμακον αθανασίας». Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να υπερβούμε όλα τα προβλήματα της φθαρτότητος και της θνητότητος του ανθρωπίνου βίου μας. Έπειτα, στην Εκκλησία έχουμε τα ιερά λείψανα των αγίων που είναι τα πραγματικά μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, αφού οι άγιοι ενώθηκαν με τον Χριστό.

Βεβαίως, κάνοντας λόγο για λείψανα των αγίων, εννοούμε τα λείψανα των μεμαρτυρημένων αγίων μέσα στα οποία κατοικεί το Άγιον Πνεύμα και εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, και όχι οποιαδήποτε μέλη, και τα οποία επιβεβαιώνονται από θεολογικά κριτήρια και τελικά από την Εκκλησία και όχι από οποιουσδήποτε μεμονωμένους ανθρώπους.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι το μεγαλύτερο μυστήριο μέσα στους αιώνες είναι η Ανάσταση του Χριστού. Και επειδή η Εκκλησία είναι το πραγματικό Σώμα του Χριστού, γι’ αυτό είναι ο χώρος των μυστηρίων και των πνευματικών αλλοιώσεων, με τα μυστήρια, την άσκηση και την αγιασμένη ζωή. Δεν περιμένουμε έξωθεν μαρτυρίες για να πιστεύσουμε στον αναστάντα Χριστό, αλλά έχουμε η μπορούμε να αποκτήσουμε δική μας πείρα ότι ο Χριστός είναι Αναστάς και Κύριος της ζωής και του θανάτου, είναι εκείνος που χαρίζει και στον άνθρωπο την δυνατότητα να απαλλαγή από τα πάθη και τις αδυναμίες του. Τιμούμε, βέβαια, και τους αγίους, που είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, αλλά ποτέ αυτοί δεν μπορούν να αντικαταστήσουν και να υποκαταστήσουν τον Χριστό, που είναι η κεφαλή μας και η ζωή μας και στον Οποίο αποδίδουμε την λατρεία μας.

Αυτόν τον αναστάντα Χριστό εορτάζουμε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, Αυτόν εορτάζουμε και αυτές τις ημέρες, Αυτόν βιώνουμε όταν μετανοούμε και αγιαζόμαστε, Αυτόν ακούμε να μας παρηγορή στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, όταν, δια πρεσβειών των αγίων μας, ιδίως της Θεοτόκου, τον παρακαλούμε να μας βοηθήση, Αυτός είναι η ζωή μας και η ελπίδα μας, Αυτός είναι η πίστη και η προσδοκία μας, Αυτός είναι ο Αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών, Αυτόν θα ανυμνούμε στους αιώνες, «συν πάσι τοις αγίοις», αν μας αξιώση αυτής της μεγάλης χαράς.

Στον αναστάντα Χριστό πρέπει να πιστεύουμε και να ελπίζουμε και με Αυτόν να ζούμε. Τότε η ζωή μας θα αποκτήση βαθύτατο πνευματικό νόημα.

Αδελφοί, «Δόξα τη τριημέρω Αυτού εγέρσει». «Προσκυνούμεν Αυτού την τριήμερον έγερσιν».

«Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν».

Με θερμές αναστάσιμες ευχές

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Προς

τους Κληρικούς και λαϊκούς

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Από σήμερα, 27 Σεπτεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αρχίζει η συστηματική Κατήχηση των μαθητών και μαθητριών της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως.

Βέβαια, στην αρχαία Εκκλησία κυρίως η Κατήχηση γινόταν προ του μυστηρίου του Βαπτίσματος, όταν οι Χριστιανοί προσέρχονταν στην Εκκλησία και ήθελαν να βαπτισθούν σε μεγάλη ηλικία. Μάλιστα, διασώζονται και πολλές μαρτυρίες στις οποίες φαίνονται και ο τρόπος με τον οποίον γινόταν η Κατήχηση, αλλά και ο χρόνος τελέσεως του ιερού Βαπτίσματος. Εκτός αυτής της περιπτώσεως, στην αρχαία Εκκλησία γινόταν και ο νηπιοβαπτισμός, όταν ολόκληρη οικογένεια προσερχόταν στην χριστιανική πίστη.

Με την πάροδο του χρόνου, ακριβώς επειδή οι οικογένειες ήταν χριστιανικές και τα παιδιά αναπτύσσονταν σε ένα χριστιανικό περιβάλλον, επεκράτησε κυρίως ο νηπιοβαπτισμός, χωρίς να αποκλείεται και περίπτωση προσελεύσεως στον Χριστιανισμό ενός ανθρώπου μεγάλης ηλικίας. Απλώς, αντιστράφησαν τα ποσοστά προσελεύσεως. Όμως, χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην Κατήχηση και των μελλόντων να βαπτισθούν, αλλά και των βαπτισθέντων στην μικρή τους ηλικία. Πρόκειται για μια σοβαρή, υπεύθυνη αποστολή, ώστε πράγματι με την ορθόδοξη Κατήχηση να μορφωθή Χριστός στην καρδιά των Χριστιανών (Γαλ. δ', 19).

Η Κατήχηση των παιδιών που μας ενδιαφέρει στην εγκύκλιο αυτή για να είναι ορθόδοξη και να κινήται μέσα στα πλαίσια της Ορθοδόξου Παραδόσεως πρέπει να διακρίνεται για δύο απαραίτητες προϋποθέσεις. Πρώτον να γίνεται με την ευλογία του Επισκόπου της επαρχίας, ο οποίος, άλλωστε, είναι υπεύθυνος για ό,τι γίνεται στην Επισκοπή και την Μητρόπολή του. Την εξουσία της κατηχήσεως ο Χριστός την έδωσε στους Αποστόλους και δι’ αυτών στους Επισκόπους δια μέσου των αιώνων. Στον Απόστολο Πέτρο είπε: “βόσκε τα αρνία μου,... ποίμαινε τα πρόβατά μου” (Ιω. κα’, 15,16). Δεύτερον, δια της Κατηχήσεως πρέπει να προσφέρεται εκκλησιαστική αγωγή. Αυτό σημαίνει ότι ο κατηχούμενος νέος πρέπει να διακατέχεται από ορθόδοξη συνείδηση και εκκλησιαστικό φρόνημα, πράγμα το οποίο είναι απαραίτητο για την εποχή μας. Όταν κάνουμε λόγο για εκκλησιαστικό φρόνημα, εννοούμε να σέβεται τους Επισκόπους και τους Κληρικούς, να ζη με ταπείνωση και απλότητα μέσα στην Εκκλησία, να συνδέεται με τους αγίους, να ακολουθή την θεραπευτική μέθοδο της Εκκλησίας, να αντιμετωπίζη τα προβλήματα θεολογικά, εκκλησιολογικά κλπ. Άλλωστε, κατά τον ιερό Νικόλαο Καβάσιλα τρία είναι τα κέντρα της εκκλησιαστικής ζωής, ήτοι ο Επίσκοπος, το θυσιαστήριο και οι άγιοι. Η διάσπαση του ενός κέντρου από τα άλλα συνιστά απώλεια τους εκκλησιαστικού φρονήματος.

Τα παιδιά πρέπει να μάθουν την πνευματική τους οικογένεια, τον Πατέρα τους, τους αδελφούς τους, τα άλλα μέλη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να συνδέωνται με τις Ενορίες τους. Τελευταία έχουν γραφή πολλά βιβλία και έχουν διατυπωθή ενδιαφέρουσες απόψεις σύμφωνα με τις οποίες η Ενορία είναι το βασικό κύτταρο της εκκλησιαστικής ζωής, είναι η μόνη πρόταση στις σύγχρονες αναζητήσεις των νέων και στα διάφορα προβλήματα που αναφύονται στις κοινωνίες μας.

Από την αρχή της τοποθέτησής μου στην Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου εντόπισα την ανάγκη να ενεργοποιηθούν οι Ενορίες, οι οποίες θα λειτουργούν ορθόδοξα και εκκλησιαστικά. Στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, στην οποία είχα την τιμή να εργασθώ για περίπου οκτώ χρόνια ως Διευθυντής Νεότητος, απέκτησα γνώση της μεγάλης σημασίας της ενεργοποιήσεως της Ενορίας και στον τομέα της νεότητος.

Ήδη, με σχετική Εγκύκλιο προς τους Εφημερίους, έδωσα οδηγίες για την διοργάνωση των Ενοριακών Νεανικών Συνάξεων, ώστε η Κατήχηση να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις, μέσα όμως από την παράδοση της Εκκλησίας μας. Και αυτό θα επιτευχθή όταν η Κατήχηση δεν περιορίζεται σε μια διδακτική ώρα, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες δραστηριότητες, που συντελούν στην πνευματική και κοινωνική ωρίμανση του παιδιού.

Το πέρασμα της Κατήχησης από έναν τύπο σε έναν άλλο, που συντονίζεται περισσότερο στα εκκλησιαστικά δεδομένα, μπορεί στην αρχή να έχη πενιχρά αποτελέσματα, αλλά είμαι σίγουρος ότι γρήγορα θα εκτιμηθή αυτή η προσφορά, διότι θα καλλιεργηθούν παιδιά τα οποία θα διακρίνωνται από ορθόδοξη συνείδηση και εκκλησιαστικό φρόνημα. Γιατί, όταν τα παιδιά δεν καθοδηγούνται σωστά, αποκτούν προσωπικές τραυματικές εμπειρίες και μια νοοτροπία όχι εκκλησιαστική.

Προτρέπω τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να ενθαρρύνουν τους νέους να πλαισιώσουν τις Ενορίες, ώστε να αναπτυχθούν νεανικές συντροφιές, για την ωφέλεια των ίδιων και της κοινωνίας. Ιδιαιτέρως όμως παρακαλώ τους νέους και τις νέες να ανταποκριθούν στο κάλεσμα αυτό της Εκκλησίας.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Προς

τους Πανοσιολογιωτάτους Ιεροκήρυκας

και Αιδεσιμωτάτους Εφημερίους

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Επειδή οι δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές πλησιάζουν και θα κληθούμε να επιλέξουμε τους κατάλληλους, κατά την υποκειμενική γνώμη καθενός, δημοτικούς και νομαρχιακούς άρχοντες, για να διευθύνουν τα πράγματα της Νομαρχίας και των Δήμων, δηλαδή του πρώτου και δεύτερου βαθμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, αισθάνομαι χρέος να υπογραμμίσω μερικά σημεία.

Καθημερινώς στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως γίνονται καταγγελίες, ότι Κληρικοί αναμειγνύονται εμμέσως ή αμέσως στις ερχόμενες εκλογές, υποστηρίζοντας μερικούς συνδυασμούς και πρόσωπα, και άλλες φορές κατηγορώντας μερικούς άλλους συνδυασμούς και πρόσωπα. Έτσι μερικοί Κληρικοί επιδιώκουν να επηρεάσουν τους ψηφοφόρους και να επιτύχουν τα αποτελέσματα τα οποία επιθυμούν.

Τέτοιες πρακτικές είναι απαράδεκτο να γίνωνται από Κληρικούς, γι’ αυτό και κάθε φορά, όταν έχουμε επίσημες καταγγελίες επεμβαίνουμε και διορθώνουμε τα κακώς γινόμενα και πραττόμενα. Ο Κληρικός δεν πρέπει ούτε με λόγους, ούτε με πράξεις, ούτε με υπονοούμενα να υποστηρίζη ή να επιτίθεται εναντίον συνδυασμών ή προσώπων. Βεβαίως ο ίδιος, όπως είναι φυσικό, είναι ελεύθερος να έχη τις προσωπικές του προτιμήσεις, τις οποίες θα εκφράση μόνο την ημέρα που θα ευρεθή μπροστά στην κάλπη, χωρίς να ομιλή πριν τις εκλογές, ούτε βεβαίως να φανερώνη την προτίμησή του μετά τις εκλογές. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που επιτάσσουν από τον Κληρικό να λάβη μια διακριτική, συνετή και προσεκτική στάση σε τέτοιες εκλογικές αναμετρήσεις. Θα μπορούσα να σημειώσω δύο από αυτούς.

Πρώτον. Είναι γνωστόν από την Αγία Γραφή, τα πατερικά κείμενα και όλη την Ορθόδοξη παράδοση, ότι ο Κληρικός είναι πατέρας όλων των Χριστιανών που ανήκουν στο ποίμνιο το οποίο με την Χάρη του Θεού ποιμαίνει. Μέσα από αυτήν την προοπτική δεν επιτρέπεται να δέχεται μια κατηγορία ανθρώπων και να αποκλείη μια άλλη. Αν παρεμβαίνει στο ποίμνιό του με διαχωρισμούς τότε τραυματίζει την ενότητα του ποιμνίου, και καταρρίπτει πολύ χαμηλά την ποιμαντική του ιδιότητα.

Συνήθως στην κοινωνία μας επικρατεί η παραταξιακή νοοτροπία και κάθε παράταξη έχει συγκεκριμένη ιδεολογία και στόχους, επιλέγει τα δικά της μέσα και μετέρχεται τους δικούς της τρόπους για να αποκτήση τους ψηφοφόρους που επιθυμεί. Αυτό σε ένα βαθμό είναι επιτρεπτό ή ανεκτό στις δημοκρατικές κοινωνίες που ζούμε. Ο Κληρικός, όμως, ως πατέρας του συγκεκριμένου ποιμνίου, δεν μπορεί να συμμετέχη σε τέτοια “παιχνίδια”, δεν μπορεί να εργάζεται παραταξιακά ή φατριαστικά. Η όλη του παρουσία στην κοινωνία πρέπει να είναι ενοποιητική.

Η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου, και βέβαια ο Κληρικός είναι πνευματικός ιατρός, που δια της Χάριτος του Θεού βοηθά αποτελεσματικά στην θεραπεία. Αλλοίμονο αν ο Κληρικός, αντί να θεραπεύη τις πληγές, τις αναπτύσσει περισσότερο, τις καλλιεργεί και αρρωσταίνει πιο πολύ τον άνθρωπο. Έτσι, λοιπόν, η φύση της πνευματικής πατρότητος δεν επιτρέπει στον Κληρικό να ενεργή παραταξιακά και κομματικά.

Δεύτερον. Ο Κληρικός δεν έχει κανένα δικαίωμα να επηρεάζη τις πεποιθήσεις, ακόμη και τις πολιτικές, των πνευματικών του παιδιών. Μια τέτοια ενέργεια είναι τελείως απαράδεκτη και στην πραγματικότητα εκείνος που κάνει κάτι τέτοιο εκπίπτει από την άποστολή του.

Κατ’ αρχάς πρέπει να γίνη αντιληπτό ότι ο Κληρικός, όταν ενεργεί ως πνευματικός πατέρας, δεν έχει δικά του πνευματικά παιδιά, που τα ελέγχει απόλυτα και καθορίζει την πορεία της σκέψεώς τους. Οι Χριστιανοί είναι παιδιά του Θεού, ο Οποίος έδωσε την δυνατότητα στον Κληρικό να τα βοηθήση. Επομένως δεν αισθάνεται ως αυθέντης και φεουδάρχης, που εξασκεί την δική του απόλυτη εξουσία. Στέκεται απέναντι στα πνευματικά παιδιά, με πολλή προσοχή και διάκριση, επειδή είναι παιδιά του Θεού και γνωρίζει ότι αν κάνει λάθη στην διαπαιδαγώγηση θα λογοδοτήση στον Θεό, του οποίου παιδιά είναι οι Χριστιανοί.

Έπειτα, ο σκοπός της πνευματικής πατρότητας δεν περιορίζεται σε μικρά και εκκοσμικευμένα πράγματα. Με άλλα λόγια ο πνευματικός πατέρας έχει σκοπό να βοηθήση τα παιδιά να οδηγηθούν προς την θέωση και τον αγιασμό, αφού τα θεραπεύσει πρώτα με την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό του νού. Τα βοηθά να αποκτήσουν νόημα ζωής και να ενωθούν με τον Θεό. Δυστυχώς, όμως, παρατηρούμε ότι η πνευματική καθοδηγήση υποβαθμίζεται πολύ, και η ιερά εξομολόγηση ασχολείται με πολύ μικρά και ασήμαντα πράγματα. Μερικοί, δηλαδή, πνευματικοί πατέρες έχουν μάθει τους Χριστιανούς να ρωτούν για το τί θα φορέσουν, τί θα αγοράσουν, τί θα ψηφίσουν κ.λ.π.. Αυτό το θεωρώ ευτελισμό και υποτίμηση της πνευματικής πατρότητος. Πρέπει κάποτε να αντιληφθούμε ότι το έργο του πνευματικού πατρός είναι υψηλό και δεν περιορίζεται σε μερικές απομονωμένες πλευρές της ζωής του ανθρώπου. Σε όλη την ιερατική μου ζωή απέπεμπα με θλίψη εκείνους που με ερωτούσαν τί να ψηφίσουν, γιατί, εκτός των άλλων, θεωρούσα ότι είναι ανώριμοι πνευματικά και ψυχολογικά, γιατί τέτοια θέματα είναι εντελώς προσωπικά και δεν έχουν σχέση με το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως.

Συνάρτηση αυτών είναι ότι ο πνευματικός πατέρας δεν μπορεί ποτέ να παραβιάζη την ελευθερία των Χριστιανών. Δεν μπορεί εν ονόματι της πνευματικής πατρότητος να εισδύη σε λεπτές και εσωτερικές πλευρές της ζωής τους. Είναι απαράδεκτο να εκμεταλλεύεται ο πνευματικός πατέρας την ευγνωμοσύνη που ενδεχομένως αισθάνεται ο Χριστιανός σ’ αυτόν ή να χρησιμοποιή την αποκάλυψη των εσωτερικών πληγών που έκανε ο Χριστιανός σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ώστε έτσι να ελέγχη και να κατευθύνη όλην την οικογενειακή και κοινωνική του ζωή. Έργο του πνευματικού πατέρα είναι να ελευθερώνη με την Χάρη του Θεού τον Χριστιανό από τα πάθη και στην συνέχεια να τον αφήνη ελεύθερο να πορεύεται τον δρόμο του με τα ιδιαίτερα χαρίσματα της προσωπικότητός του. Στο αεροπλάνο χρειάζονται οι ρόδες για να απογειωθή, όχι όμως όταν βρίσκεται στον αέρα. Η υπακοή είναι απαραίτητη για να υψωθή κανείς από τις πεπτωκυίες καταστάσεις, οπότε αποκτά την ελευθερία. Εκείνος που παραβιάζει, εμμέσως ή αμέσως, την ελευθερία των Χριστιανών βρίσκεται σε μεγάλη πτώση, είναι ένας πνευματικός δικτάτορας, χειρότερος από τον δικτάτορα που κυβερνά με τα όπλα μια χώρα, γιατί εξουσιάζει εκβιαστικά τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, τον οποίο σέβεται και Αυτός ο ίδιος ο Θεός.

Ο Κληρικός που θέλει να επηρεάζη τις εκλογικές αναμετρήσεις και μάλιστα στις μικρές τοπικές κοινωνίες, είναι φανερό ότι διακατέχεται από το πάθος της φιλοδοξίας, γιατί ναρκισσεύεται αυτάρεσκα ότι διευθύνει την κοινωνία, ότι έχει λόγο στα κοινωνικά δρώμενα, καθώς επίσης δείχνει καθαρά ότι αποβλέπει σε υλικούς σκοπούς και σε διάφορες σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα μετατρέπει την πνευματική σχέση σε ατομική και εγωϊστική, θεωρεί τα πνευματικά παιδιά ως άτομα και όχι ως πρόσωπα, μαζοποιεί τους ανθρώπους για να εξυψώνεται ο εαυτός του, χρησιμοποιεί τους Χριστιανούς σαφώς με “εμπορεύσιμους” σκοπούς και “αγοραστική” αξία, εξαγοράζει ωφελιμιστικά τα άτομα - ψήφους.

Σε αυτό, βέβαια, ευθύνονται και οι Χριστιανοί οι οποίοι ανέχονται, σε τέτοια σοβαρά ζητήματα από τα οποία εξαρτάται η διοίκηση των τοπικών κοινωνιών και είναι θέματα δικής τους ελεύθερης επιλογής, να κατευθύνωνται ανεξέλεγκτα από άλλους. Έχουν ευθύνη γιατί από πρόσωπα ελεύθερα μετατρέπονται σε “ψήφους”, γιατί δίνουν δικαιώματα σε μερικούς Κληρικούς να αλλοιώνουν και να υποβαθμίζουν το υψηλό και σπουδαίο έργο της πνευματικής πατρότητος.

Αγαπητοί Πατέρες και αδελφοί,

Λίγος χρόνος μένει ακόμη από την ημέρα εκείνη που θα κληθούμε να εκλέξουμε τους καταλλήλους άρχοντας για να διευθύνουν τις κοινωνίες μας. Σάς προτρέπω να μην αναμειχθήτε στις εκλογές, είτε με το να λαμβάνετε το μέρος μιας παρατάξεως και ενός συνδυασμού, είτε με το να κατηγορήτε έναν άλλο συνδυασμό, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση διαπράττετε σοβαρά πνευματικά σφάλματα, τόσο σε σχέση με την ψυχή των Χριστιανών, που με την Χάρη του Θεού ποιμαίνετε προς σωτηρία, όσο και σε σχέση με την ίδια την κοινωνία μας. Σάς προτρέπω, όμως, να προσευχηθήτε θερμά, ώστε ο Θεός να φωτίση για να επιλεγούν τα καλύτερα πρόσωπα, με σκοπό να κυβερνώνται με σωστό τρόπο οι κοινωνίες μας και να λύνωνται αποτελεσματικά τα διάφορα προβλήματα.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Εσχάτως παρατηρείται το φαινόμενο κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών να ακούγονται οι κτύποι των κινητών τηλεφώνων και πολλές φορές αυτό γίνεται σε σημαντικές στιγμές της θείας Λειτουργίας, με αποτέλεσμα να διασπάται η προσοχή των παρευρισκομένων στον Ιερό Ναό και να ταράσσεται η ηρεμία που πρέπει να επικρατή κατά τις ιερές Ακολουθίες, ιδιαιτέρως κατά την θεία Ευχαριστία.

Βεβαίως, κανείς δεν αρνείται την προσφορά της κινητής τηλεφωνίας σε διάφορα κρίσιμα περιστατικά και η οποία δίνει την δυνατότητα της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Όμως ελλοχεύουν και διάφοροι κίνδυνοι, από την διαρκή και χωρίς λόγο χρήση τους. Ήδη, όπως έχουμε ακούσει, η χρήση των κινητών τηλεφώνων μέσα σε δημόσιους χώρους, ιδιαιτέρως σε διαλέξεις, θέατρα, συναυλίες προβληματίζει έντονα και γίνεται λόγος για απαγόρευσή τους ή τοποθέτηση μηχανισμού απενεργοποίησεώς τους, γιατί καταστρέφεται η ηρεμία και ησυχία στούς χώρους αυτούς. Ιδιαιτέρως, όμως, πρέπει να προστατεύσουμε τούς Ιερούς Ναούς και τις ώρες της λατρείας από τέτοιες ενοχλήσεις.

Είναι γνωστόν ότι η θεία Λειτουργία απαιτεί συγκέντρωση του ανθρώπου για να επιτύχη την κοινωνία του με τον Θεό. Ο Ιερεύς συνεχώς παραγγέλλει «άνω σχώμεν τάς καρδίας», «πρόσχωμεν», «σοφία», «πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν» κλπ. Τήν ώρα που ο πιστός βρίσκεται στον Ιερό Ναό θα πρέπη να αφιερωθή στον Θεό και να είναι ελεύθερος από βιωτικές μέριμνες και κοσμικές περιπλανήσεις. Καί εάν ο άνθρωπος δεν μπορεί να το πράξη για τον εαυτό του, τότε τουλάχιστον πρέπει να σεβασθή τον διπλανό του, ο οποίος εκείνη την ώρα θέλει να προσευχηθή στον Θεό εκ καρδίας και να τον παρακαλέση για τα προβλήματα που τον ταλανίζουν.

Μπορεί κάποιος να ισχυρισθή ότι για λόγους ανθρωπιστικούς, εάν είναι γιατρός, αστυνομικός, μητέρα που άφησε το παιδί της στο σπίτι και ήλθε στον Ιερό Ναό, είναι ανάγκη να έχη μαζί του ανοικτό το κινητό τηλέφωνο την ώρα εκείνη. Έστω και σε μιά τέτοια περίπτωση είναι δυνατόν ο κάτοχος του τηλεφώνου να ρυθμίζη το πρόγραμμα στον βομβητή (σιωπηλή ειδοποίηση), ώστε μόνον εκείνος να αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τον καλεί και να εξέρχεται από τον Ιερό Ναό, χωρίς να ενοχλή τούς άλλους που παρευρίσκονται σε αυτόν.

Παρακαλώ, λοιπόν, θερμότατα όλους τούς ευλογημένους Χριστιανούς της Ιεράς Μητροπόλεώς μας να απενεργοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα, όταν βρίσκονται στον Ιερό Ναό, ή, αν είναι μεγάλη και απόλυτη ανάγκη να είναι ανοικτά, τουλάχιστον άς τα ρυθμίζουν, ώστε να παράγουν δόνηση και να μή αντιλαμβάνεται κανείς άλλος την κλήση αυτού που τον καλεί εκείνη την ώρα.

Πρέπει να αντιληφθούμε, αγαπητοί μου Χριστιανοί, ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη για μερικές ώρες ηρεμίας και ησυχίας, ακόμη και αυτών των αισθήσεων, ιδιαιτέρως όταν ευρισκόμαστε στον χώρο του Ιερού Ναού και θέλουμε να επικοινωνήσουμε με τον Θεό. Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι όλοι θα βοηθήσουμε, ώστε να επικρατή ησυχία μέσα στούς Ιερούς Ναούς μας.

Παρακαλώ και πάλι να κλείνετε το κινητό τηλέφωνό σας, όταν βρίσκεσθε στον Ιερό Ναό κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών, γιατί και σείς εμποδίζεσθε να προσευχηθήτε απερίσπαστα, αλλά και ενοχλείτε τούς άλλους που παρευρίσκονται στον Ιερό Ναό.

Διάπυρος προς Κύριον ευχέτης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Πρός

τον Ιερόν Κλήρον και τον ευσεβή λαόν

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί μου

Τριετὲς Μνημόσυνο τοῦ Μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ ΝικοδήμουΣε λίγες ημέρες συμπληρώνονται τρία χρόνια από την εκδημία του αειμνήστου Ποιμενάρχου της Ιεράς αυτής Μητροπόλεως και αγαπητού αδελφού και Προκατόχου μου μακαριστού Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κυρού Νικοδήμου.

Είναι χρέος ιερό όλων μας να ενθυμούμαστε τους κεκοιμημένους πατέρας και αδελφούς, γι’ αυτό και η αγία μας Εκκλησία επιτελεί ιερά μνημόσυνα δια των οποίων προσεύχεται στον Θεό, τον Κύριο των ψυχών και των σωμάτων και τον Άρχοντα της ζωής και του θανάτου να αναπαύση τις ψυχές των κεκοιμημένων αδελφών μας, γιατί “ουκ έστιν άνθρωπος ός ζήσεται και ουχ αμαρτήσει”, όπως λέγεται στην σχετική ευχή.

Μέσα στην Αγία Γραφή και την πατερική διδασκαλία μπορεί κανείς να βρη πολύ υλικό στο οποίο γίνεται λόγος για την αναγκαιότητα και την ωφέλεια των ιερών μνημοσύνων. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι με τις προσευχές μας υπέρ των κεκοιμημένων αδελφών μας προσφέρεται σε όλους κάποια “όνησις”, κάποια ωφέλεια. Και αυτό συνδέεται με την ορθόδοξη διδασκαλία ότι μετά την έξοδο του ανθρώπου από την ζωή αυτή, αλλά και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, υπάρχει διαρκής εξέλιξη του ανθρώπου στην αγιότητα, γιατί μια στάσιμη κατάσταση, η λεγομένη από τους αρχαίους ευδαιμονία, δημιουργεί ανία. Γι’ αυτό και εμείς κάνουμε μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους ώστε η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού να τους προσφέρη βοήθεια, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση στην οποία ευρίσκονται.

Αυτό ισχύει και για τους Κληρικούς. Η Εκκλησία προσεύχεται για να τους αναπαύση ο Θεός και να τους αξιώση και του ουρανίου θυσιαστηρίου. Στην ευχή που λέγεται για τους κεκοιμημένους Κληρικούς μεταξύ άλλων υπάρχει και η φράση: “καί ώσπερ επί της γης εν τη Εκκλησία σου λειτουργόν αυτόν κατέστησας, ούτω και εν τω ουρανίω σου θυσιαστηρίω ανάδειξον, Κύριε”.

Η τοπική Εκλησία της Ναυπάκτου, την 24η του μηνός Μαΐου, θα τελέση στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου τριετές μνημόσυνο για την ψυχή του αοιδίμου Ποιμενάρχου αυτής κυρού Νικοδήμου εν μέσω πληθούσης Εκκλησίας Κληρικών και λαϊκών, αρχόντων και αρχομένων ως έκφραση ευγνωμοσύνης, αγάπης και σεβασμού προς τον απελθόντα Μητροπολίτη.

Ο αείμνηστος Ιεράρχης έφυγε πρόωρα από την ζωή αυτή, σε νεαρά ηλικία, με τρόπο τραγικό που δημιούργησε πόνο σε όλους μας, πριν προφθάση να ασκήση την ουσιαστική ποιμαντική του διακονία στην Ιερά αυτή Μητρόπολη. Για σάς ήταν, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, Πνευματικός Πατέρας, για μένα υπήρξε φίλος από πολλά έτη, αγαπητός αδελφός και προκάτοχός μου στην Ιερά αυτή Μητρόπολη. Γι’ αυτό και είναι χρέος μας να προσευχηθούμε και να κρατήσουμε την μνήμη του.

Προς τον σκοπό αυτόν προσεκάλεσα να έλθουν Επίσκοποι που συνδέονταν μαζί του, όπως τον Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμο, που ήταν και πνευματικός του Πατέρας, τον Σεβ. Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρο, που ήταν γνωστός από πολλά χρόνια και προκάτοχος του Μητροπολίτη, και τον Σεβ. Μητροπολίτη Μυτιλήνης κ. Ιάκωβο, προσωπικό του φίλο και Μητροπολίτη της γενετείρας του.

Παρακαλώ λοιπόν θερμά και όλους τους Χριστιανούς της Πόλεως αυτής αλλά και όλης της επαρχίας να προσέλθουν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Δημητρίου την Κυριακή 24 Μαΐου για να προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του αειμνήστου Μητροπολίτου κυρού Νικοδήμου και να τιμήσουμε την μνήμη του.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την οποία περάσαμε, η Εκκλησία μας προετοίμασε για να εορτάσουμε, κατά το δυνατόν καλύτερα, τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, στην πραγματικότητα να αγαπήσουμε περισσότερο τον Παθόντα, Σταυρωθέντα και Αναστάντα Θεάνθρωπο Χριστό.

Από το μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τα αποστολικά αναγνώσματα των Κυριακών προέρχονταν από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και αναφέρονταν στην αρχιερατική ιδιότητα του Χριστού. Πράγματι, ο Χριστός, ως Αρχιερεύς της Καινής Διαθήκης, ετέλεσε την μεγάλη θυσία στον Γολγοθά και αναστήθηκε εκ νεκρών. Με αυτό τον τρόπο θεράπευσε τον άνθρωπο από την αμαρτία, που είναι παρέμβλητη στην φύση του ανθρώπου και η οποία προκάλεσε την φθορά και τον θάνατο, όχι μόνο στον άνθρωπο, αλλά και σε ολόκληρη την κτίση. Με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ο Χριστός “εγένετο τοις υπακούουσιν αυτώ πάσιν αίτιος σωτηρίας αιωνίου, προσαγορευθείς υπό του Θεού αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ” (Εβρ. ε’, 8-10).

Σταυρός και Ανάσταση συνδέονται στενώτατα μεταξύ τους. Ο Σταυρός είναι το θυσιαστήριο του Αρχιερέως Χριστού πάνω στο οποίο ετέλεσε την μεγάλη θυσία, δηλαδή νίκησε τις δυνάμεις του σκότους, και η Ανάσταση είναι ο θρίαμβος της δόξης του Σταυρού. Άλλωστε, αυτός ο σύνδεσμος φαίνεται καθαρά στην ιερά υμνογραφία και την ιερά αγιογραφία της Εκκλησίας μας. Τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής κάνουν λόγο για την δόξα και τον θρίαμβο του Χριστού, καθώς επίσης και τα τροπάρια της Αναστάσεως, ομιλούν για την δόξα της σταυρικής θυσίας, δια της οποίας έγινε η καταλλαγή του ανθρώπου με τον Θεό. Η εικονογραφία του Σταυρού παρουσιάζει τόσο το πάθος της ανθρωπίνης φύσεως, όσο και το απαθές της θεότητος, καθώς επίσης η εικόνα της Αναστάσεως παρουσιάζει τον Χριστό να συντρίβη το κράτος του διαβόλου με τον Σταυρό. “Ιδού γαρ δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω”.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν λόγο στα έργα τους για την αρχιερωσύνη του Χριστού. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου γράφει: “αυτός ιερείον, αυτός θύμα, αυτός ιερεύς, αυτός θυσιαστήριον, αυτός Θεός, αυτός άνθρωπος, αυτός βασιλεύς, αυτός αρχιερεύς, αυτός πρόβατον, αυτός αρνίον, τα πάντα εν πάσιν υπέρ ημών γενόμενος”. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει ότι ο Χριστός λέγεται “πρόβατον μεν ως σφάγιον, αρχιερεύς δε ως προσαγωγεύς”. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι ο Χριστός μας ελέησε όχι απλώς με το να μας δώση έναν αρχιερέα, όπως γινόταν στην Παλαιά Διαθήκη, “αλλ’ αυτός γενόμενος αρχιερεύς πιστός”.

Ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός είναι η ελπίδα του ανθρώπου, ακριβώς επειδή είναι Θεάνθρωπος. Ως τέλειος άνθρωπος είχε παθητή και θνητή φύση, ήταν “πεπειρασμένος κατά πάντα καθ’ ομοιότητα, χωρίς αμαρτίας” (Εβρ. δ’, 15) γι’ αυτό και μπορεί να μας καταλάβη αποτελεσματικά στα τόσα προβλήματα και τις τόσες ταλαιπωρίες, που έχουμε, λόγω της θνητής ανθρωπίνης φύσεως. Επομένως, δεν έχουμε “αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών” (Εβρ. δ’, 15). Ως τέλειος όμως Θεός και αναστάς εκ νεκρών, αφού γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα μπορεί να μας ελεήση και να μας σώση, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: “προσερχώμεθα ουν μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν” (Εβρ. δ’, 16).

Αυτός ο συνδυασμός συμπαθείας και σωτηρίας είναι αποτελεσματικός. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δείξουν συμπάθεια, αλλά δεν έχουν την δυνατότητα να μας σώσουν, να μας απαλλάξουν από τα δεινά της αμαρτίας, του θανάτου, της φθοράς, και αυτό προξενεί μεγαλύτερη απογοήτευση. Η πραγματική συμπάθεια δεν είναι μια εξωτερική παρηγοριά, δεν είναι ένας παρηγορητικός λόγος, αλλά είναι η σωτηρία, η υπέρβαση του θανάτου, η απελευθέρωση από την φυλακή των αισθήσεων και των αισθητών. Αυτό που δεν μπορούν να επιτύχουν άνθρωποι, συστήματα, ιδεολογίες, θρησκείες κ.λ.π επιτυγχάνει ο Χριστός, ακριβώς επειδή ως Θεάνθρωπος είναι ο μοναδικός Αρχιερεύς των ανθρώπων, και προσφέρει την σωτηρία σε όσους τον υπακούουν.

Ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός εξακολουθεί και σήμερα να έχη το δικό Του ποίμνιο και να το οδηγή στην σωτηρία και τον αγιασμό. Την αρχιερωσύνη, όμως, του Χριστού πρέπει να την εννοούμε με ορθόδοξο τρόπο και όχι με προτεσταντικό. Δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι κάποιος που κάποτε σταυρώθηκε και αναστήθηκε και τώρα κατοικεί στους ουρανούς και έχει συναισθηματική σχέση με τους ανθρώπους, αλλά ενεργεί μέσα στην Εκκλησία και με το πρόσωπο του κάθε Αρχιερέως της. Κάθε κανονικός Επίσκοπος δεν είναι ο αντιπρόσωπος του Χριστού, αλλά το μυστήριο της αισθητής παρουσίας του Χριστού στην γή. Επομένως, λαμβάνουμε την Χάρη του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού, ζώντας μέσα στην Εκκλησία, μετέχοντας των μυστηρίων και καθοδηγούμενοι από τους Κανονικούς Ποιμένας της Εκκλησίας.

Όλοι ζητούμε συμπάθεια, παρηγοριά, αγάπη, σωτηρία, ελευθερία. Αυτά μπορεί να μας τα δώση μόνο ο Μέγας Αρχιερεύς Χριστός, ο Οποίος νίκησε τον θάνατο και προσφέρει το φάρμακο της αθανασίας μέσα στην Εκκλησία σε όσους είναι τέκνα Του και καθοδηγούνται από Αυτόν στην σωτηρία.

Αγαπητοί αδελφοί,

“Έχοντες ουν Αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας” (Εβρ. δ’, 14).

Εύχομαι η Χάρη του αναστάντος Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού να είναι πάντοτε μαζί σας, ως συμπάθεια, έλεος, Χάρη και αποτελεσματική βοήθεια.

Με θερμές αναστάσιμες ευχές

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Προς

τον Ιερόν Κλήρον και τον ευσεβή λαόν

της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Μετά την Ανάστασή Του ο Χριστός εμφανίσθηκε στους Μαθητάς Του και τους έδειξε τις πληγές που σχηματίσθηκαν στο σώμα Του από την λόγχη και τα καρφιά του Σταυρού. Αυτό ήταν σημείο αναγνωρίσεώς Του.

Υπάρχει μια ωραιοτάτη εικόνα στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου η οποία παρουσιάζει παραστατικά το θυσιαστικό έργο του Χριστού, ότι Αυτός σταυρώθηκε πάνω στον Σταυρό και στην συνέχεια αναστήθηκε, προσφέροντας έτσι την αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος. Πρόκειται για την εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου. Λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: “Και είδον εν μέσω του θρόνου και των τεσσάρων ζώων και εν μέσω των πρεσβυτέρων αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον, έχον κέρατα επτά και οφθαλμούς επτά, ά εισί τα επτά πνεύματα του Θεού αποστελλόμενα εις πάσαν την γήν” (Αποκ. ε’, 6).

Αρνίο είναι ο Χριστός, ο Οποίος “καί δια του επί του νομικού Πάσχα θυομένου προετυπούτο”, κατά την ερμηνεία του Αρέθα Καισαρείας. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη, όπως ο Ησαΐας και ο Ιερεμίας έβλεπαν τον Μεσσία ως αμνό, γιατί προέβλεπαν την θυσία Του υπέρ του ανθρωπίνου γένους. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος συνέστησε τον Χριστό στους Μαθητάς του ως αμνό: “ίδε ο αμνός του Θεού” (Ιω. α’, 37).

Το Αρνίο που είδε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν “ως εσφαγμένον” πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε τα στίγματα και τις πληγές της θυσίας, αλλά όμως ήταν ζωντανό. Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας λέγει ότι το ως εσφαγμένον “δηλοί την μετά την σφαγήν ζωήν αυτού”, και μάλιστα δηλώνει τα σύμβολα του πάθους, τα οποία έδειχνε ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του.

Ένα άλλο γνώρισμα του Αρνίου ήταν ότι στεκόταν όρθιο παρά τις πληγές που είχε. Γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: “αρνίον εστηκός ως εσφαγμένον”. Και μάλιστα στεκόταν όρθιο, στο μέσο των τεσσάρων ζωντανών όντων και των εικοσιτεσσάρων Πρεσβυτέρων, δηλώνοντας με την στάση αυτή ότι ο Αναστάς Χριστός είναι ο “τά πάντα συνέχων και διακρατών” (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Τα επτά κέρατα του Αρνίου φανερώνουν την δύναμη και την δόξα Του (Αρέθας Καισαρείας) και οι επτά οφθαλμοί δηλώνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία ενοίκισαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού (Άνθιμος Ιεροσολύμων).

Η όλη μεγαλοπρεπής εικόνα του “ως εσφαγμένου” Αρνίου της Αποκαλύψεως του Ιωάννου δείχνει την δόξα και το μεγαλείο του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Ο Χριστός θυσιάστηκε ως αμνός άμωμος για να νικήση την αμαρτία και τον διάβολο, και στην συνέχεια αναστήθηκε εκ των νεκρών για να νικήση και τον θάνατο, και έτσι να δώση ζωή στους ανθρώπους που συνδέονται μαζί Του.

Ο Χριστός, το ένδοξο αυτό Αρνίο, θυσιάζεται συνεχώς για να προσφέρη στους ανθρώπους ζωή. Κάθε θεία Λειτουργία είναι ένα Πάσχα, μια βίωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Στην θεία Λειτουργία ζούμε την πασχάλεια ατμόσφαιρα και εμπειρία. Το Πάσχα των Ιουδαίων, κατά το οποίο θυσιαζόταν ένας αμνός, ήταν προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, αλλά το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι η πραγματική βρώση του Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Οι Χριστιανοί δεν περιορίζονται και δεν εξαντλούνται στον εψημένο αμνό, το λεγόμενο πασχαλιάτικο αρνί, αλλά προχωρούν στην βρώση του πραγματικού “ως εσφαγμένου αρνίου” που είναι ο Χριστός, ο Οποίος δεν δαπανάται ποτέ, αφού κατά τον λόγο της θείας Λειτουργίας “μελίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων”.

Στην Αποκάλυψη, όμως, του Ιωάννου υπάρχει και μια άλλη εικόνα που αναφέρεται στο Αρνίο που είναι ο Χριστός, και στην σχέση που έχει με τους μαθητάς Του. “Και είδον και ιδού το αρνίον εστηκός επί το όρος Σιών, και μετ’ αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’, 1). Ο αριθμός εκατόν σαράντα τέσσερεις χιλιάδες είναι συμβολικός και φανερώνει το πλήρωμα των αγίων, των ανθρώπων εκείνων που ακολουθούν το Αρνίον “όπου αν υπάγη” (Αποκ. ιδ’, 4). Τα μέτωπα δε των αγίων αυτών “τώ φωτί του θείου προσώπου σφραγίζονται” και γι’ αυτό φαίνονται “αιδέσιμοι”, φοβεροί στους εξολοθρευτάς αγγέλους, κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας.

Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι απέκτησαν κοινωνία και ενότητα με το ένδοξο Αρνίο, τον Χριστό. Και όπως το Αρνίο θυσιάστηκε, έτσι και αυτοί θυσιάζονται καθημερινά. Και όπως το Αρνίο αναστήθηκε, έτσι και αυτοί με την δύναμή Του ανασταίνονται από την παλαιά ζωή και ζουν την νέα ζωή, στην Νεά Σιών, που είναι η Εκκλησία.

Γενικά, στο Βιβλίο της Ιεράς Αποκαλύψεως βλέπουμε τις ενέργειες του θηρίου, δηλαδή του διαβόλου και του αντιχρίστου, αλλά ταυτόχρονα και την δόξα και τον θρίαμβο του ως εσφαγμένου Αρνίου, δηλαδή του Χριστού. Παρατηρούμε ακόμη ότι γίνεται λόγος για το “χάραγμα” το οποίο εγχαράσσει το θηρίο στο δεξί χέρι και το μέτωπο των ανθρώπων που το προσκύνησαν (Αποκ. ιγ’, 16-17), αλλά συγχρόνως γίνεται λόγος και για την “σφραγίδα Θεού ζώντος” με την οποία σφραγίζονται στα μέτωπα οι δούλοι του Θεού (Αποκ. ζ’, 2-3). Έτσι, οι άγιοι που ακολουθούν και ζουν με το Αρνίο έχουν “το όνομα αυτού και το όνομα του πατρός αυτού γεγραμμένον επί των μετώπων αυτών” (Αποκ. ιδ’ ,1). Η τελική νίκη μέσα στην ιστορία ανήκει στο “ως εσφαγμένον” Αρνίο, που θα νικήση το θηρίο και θα συμβασιλεύση αιωνίως με τους εσφραγισμένους με το όνομά Του και το όνομα του Πατρός Του.

Εορτάζουμε αυτές τις ημέρες, εμείς ο νέος λαός της Χάριτος του Θεού, πνευματικά το Σταυρώσιμο και Αναστάσιμο Πάσχα και αγωνιζόμαστε με την μυστηριακή ζωή να σφραγισθούμε με την σφραγίδα του Θεού ζώντος, γιατί όταν σφραγισθούμε από τον Χριστό, δηλαδή όταν ενωθούμε μαζί Του, τότε θα αποφύγουμε οποιαδήποτε άλλη δοκιμασία και τυραννία, και θα ζήσουμε το αιώνιο Πάσχα με τον Αναστάντα Χριστό, του Οποίου το άπειρον έλεος “είη μετά πάντων ημών”.

Με πατρικές ευχές και ευλογίες

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

  • 1
  • 2

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance