Αναστασίου Φιλιππίδη: Ἡμέρες τοῦ Σχίσματος 1054 (Δ)

του Αναστασίου Φιλιππίδη

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι αρχικά οι Βυζαντινοί δεν ισχυρίζονταν ότι συνολικά η Δυτική Εκκλησία έχει πέσει σε σφάλμα. Ο Κηρουλάριος στην αλληλογραφία του συνήθως επέμενε ότι δεν έφταιγε ο Πάπας για τα σφάλματα της Δύσης ή για τη διαμάχη του με τον Ουμβέρτο. Έκανε διάκριση ανάμεσα στον Πάπα, με τον οποίο ζητούσε συμμαχία, και στους "Φράγκους" (εννοώντας αυτούς που εμείς ονομάζουμε Νορμανδούς). Άλλωστε η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης στις 20 Ιουλίου 1054 δεν καταδίκασε τον Πάπα ή τους Δυτικούς γενικά, αλλά επέρριπτε την ευθύνη στον Ουμβέρτο και στους άλλους απεσταλμένους που έφεραν πλαστογραφημένα έγγραφα. Ο Πέτρος Αντιοχείας επέμεινε ότι αν κάποιοι Δυτικοί παρέβαιναν τους κανόνες θα πρέπη να το έκαναν χωρίς να το γνωρίζη ο Πάπας.

Είναι φανερό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέβαλε προσπάθεια να διατηρηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας με τη Δύση, ελπίζοντας ότι οι παπικοί απεσταλμένοι είχαν ενεργήσει αυθαίρετα, χωρίς την έγκριση του Πάπα, ή ότι κάποιος επόμενος Πάπας θα αναιρούσε τις σχισματικές απόψεις του προκατόχου του. Γι’ αυτό και η πρώτη γνωστή αναφορά σε σχίσμα μεταξύ Κηρουλάριου και Ουμβέρτου χρονολογείται αρκετά αργότερα, στις αρχές του 12ου αιώνα.

Επιπλέον, όπως σωστά έχει τονιστεί από σύγχρονους ιστορικούς, γενικά οι πρωταγωνιστές της περιόδου στο Βυζάντιο δεν αντιμετώπιζαν τη Δύση ως κάτι μονολιθικό, κι άρα δεν αισθάνονταν ότι ζούσαν σε έναν κόσμο με σαφή διάκριση Ανατολής-Δύσης. Αντί για σύγκρουση Ρώμης-Κωνσταντινούπολης έβλεπαν διάφορες ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα. Στην Ιταλία, ας πούμε, υπήρχε ο Πάπας, ο Γερμανός αυτοκράτορας, οι Νορμανδοί, οι Λογγοβάρδοι και οι γηγενείς Ιταλοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπηκόους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Πολλά από τα στοιχεία των μεταγενέστερων σχέσεων ανάμεσα στο Βυζάντιο και στους Δυτικούς δεν ήταν ακόμη εμφανή. Η αντίληψη περί της Δύσης ως ενωμένης και ως απειλής, η λαϊκή αντιπάθεια απέναντι στους "Λατίνους", αυτά όλα θα αναδυθούν αργότερα. Θα λέγαμε μάλιστα πώς το ίδιο το Σχίσμα οδήγησε σταδιακά στην κατασκευή μιας μονολιθικής Δύσης στα μάτια των Βυζαντινών, καθώς οι λεπτές αποχρώσεις υποχώρησαν μπροστά στην προτεραιότητα της οριοθέτησης ανάμεσα σε Ορθόδοξους και αιρετικούς.

Ε. ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Η εξαντλητική έρευνα στις πηγές κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε κανένα οριστικό σχίσμα το 1054. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται από δυο ρεύματα.

Το πρώτο ισχυρίζεται ότι ήδη πριν από το 1054 σημειωνόταν μια αυξανόμενη απομάκρυνση των δυο εκκλησιών και το 1054 δεν επήλθε παρά η τυπική επισφράγιση της διάστασης που προϋπήρχε μεταξύ Ελληνόφωνου και Λατινόφωνου κόσμου. Οι δυο κόσμοι είχαν σταδιακά αποξενωθή με το πέρασμα των αιώνων και το Σχίσμα ήταν απλώς το επιστέγασμα της ρήξης.

Το δεύτερο ρεύμα ισχυρίζεται ότι δεν έγινε το Σχίσμα το 1054 για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: παρά τις πολιτιστικές και θεολογικές διαφορές και τα γεγονότα του 1054, οι δυο πλευρές συνέχισαν τις επαφές χωρίς να δείχνουν ότι είχε συμβεί κάτι οριστικό. Αντίθετα, συνηθισμένες από παλαιότερες συγκρούσεις, πίστευαν ότι με τον καιρό μπορούσε να γεφυρωθή και πάλι το παροδικό χάσμα. Πιθανόν αυτός είναι και ο λόγος που οι ιστορικοί της εποχής δεν θεώρησαν άξια λόγου την καταγραφή των γεγονότων του 1054. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το "οριστικό" γεγονός ήρθε με την τέταρτη σταυροφορία και την άλωση της Πόλης από τους Δυτικούς. Οι λεηλασίες που ακολούθησαν και η κατοχή της χώρας, η Φραγκοκρατία, "ριζοσπαστικοποίησαν" τους πληθυσμούς, "από τους πιο μορφωμένους θεολόγους της Κωνσταντινούπολης ως τους τελευταίους αγρότες της Πελοποννήσου", όπως σημειώνει η καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Πρίνστον Τ.Κολμπάμπα. Τότε τα γεγονότα του 1054 απέκτησαν εκ των υστέρων άλλο νόημα.

Αντίστοιχα ο Ράνσιμαν γράφει ότι μετά την κατάκτηση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, "ο Πάπας έμεινε εγκλωβισμένος ανάμεσα στην ευχαρίστησή του για το συνολικό αποτέλεσμα και την αντιπάθεια για τις μεθόδους, κι έτσι έχασε τη μοναδική ευκαιρία να ανακτήσει καλή θέληση στην Ανατολή. Στην κρίσιμη στιγμή έδειξε ότι του έλειπε συμπόνοια και κατανόηση, και αυτό δεν του συγχωρήθηκε ποτέ".

Κατά την άποψή μας, η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δυο ιστοριογραφικά ρεύματα. Είναι γεγονός ότι η διαφορετική ιστορική εξέλιξη Ανατολής και Δύσης και οι πολιτιστικές διαφορές απομάκρυναν τους δυο κόσμους. Από μόνο του όμως αυτό δεν αρκεί για να δημιουργήση σχίσμα. Διαφορετική ιστορική εξέλιξη βίωσαν και τα τρία άλλα Πατριαρχεία της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Τεράστια διαφορά πολιτιστικού επιπέδου υπήρχε ανά τους αιώνες και μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Σλάβων. Δεν σημειώθηκε όμως σχίσμα μεταξύ τους.

Επίσης, είναι σωστό ότι από την πλευρά των Βυζαντινών δεν υπάρχουν ενδείξεις αμετάκλητης ρήξης τα πρώτα χρόνια μετά το 1054. Το 1073, για παράδειγμα, η βυζαντινή διπλωματία προσέγγισε τον Πάπα για τη σύναψη συμμαχίας κατά των Σελτζούκων. Η ανταπόκριση ήταν θετική, αν και τελικά η Κωνσταντινούπολη εξασφάλισε τη βοήθεια των Νορμανδών και δεν έδωσε συνέχεια. Στα 1089, όταν ο Αλέξιος Α' ενδιαφέρθηκε για τη διάλυση της συμμαχίας ανάμεσα στον Πάπα και στους Νορμανδούς, δέχθηκε απεσταλμένους του πάπα Ουρβανού Β' και συμβουλεύθηκε τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης σχετικά με την κατάσταση του σχίσματος μεταξύ των Εκκλησιών. Κανένα επίσημο έγγραφο δεν βρέθηκε για το σχίσμα στα αρχεία του Πατριαρχείου και ο Πατριάρχης Νικόλαος Γ' απηύθυνε επιστολή στη Ρώμη που πρόσφερε αποκατάσταση των σχέσεων με βάση τον συνήθη όρο της αποστολής της παπικής ομολογίας της Ορθόδοξης πίστης στην Κωνσταντινούπολη. "Προφανώς στα μάτια των Βυζαντινών δεν υπήρχε επίσημο "σχίσμα" των εκκλησιών, αλλά μόνο μια αποξένωση που μπορούσε να θεραπευθεί δια της απλής, αλλά επισήμου αποβολής του Filioque από το Λατινικό Σύμβολο", σημειώνει ο Μέγιεντορφ. Βέβαια, ο Πάπας δεν απάντησε ποτέ, αφού γνώριζε πολύ καλά ότι ομολογία πίστεως με την προσθήκη του φιλιόκβε δεν επρόκειτο να γίνη ποτέ δεκτή στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, ναι μεν υπήρχε διάθεση γεφύρωσης της διαφοράς εκ μέρους των Ορθοδόξων, ταυτόχρονα όμως αναγνωριζόταν ότι η διατήρηση του φιλιόκβε αποτελούσε αιτία σχίσματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι γύρω στο 1090 ο Θεοφύλακτος Αχρίδος γράφει ότι ένας άνθρωπος εμποτισμένος στην παράδοση της εκκλησίας μας γνωρίζει ότι κανένα έθιμο δεν είναι τόσο σημαντικό ώστε να διαιρέση τις εκκλησίες, εκτός από αυτό που οδηγεί στην καταστροφή του δόγματος. Γι' αυτό και δεν θα συμφωνήση ότι οι Δυτικοί υποπίπτουν σε ασυγχώρητες αμαρτίες σε ζητήματα όπως τα άζυμα. Αντίθετα πιστεύει ότι το φιλιόκβε είναι τρομακτικό σφάλμα.

Δυστυχώς, παρά την καλή θέληση των Ορθοδόξων, δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση από την αντίθετη πλευρά. Μάλιστα αν υπήρχε διάθεση, θα ήταν πολύ απλή η σύντομη ακύρωση των αναθεμάτων, με άλλοθι ένα τυπικό πρόβλημα: θα μπορούσε να υποστηριχτή ότι η ενέργεια των παπικών απεσταλμένων στερείτο νομιμότητας, διότι ο Πάπας Λέων είχε πεθάνει τον Απρίλιο του 1054 (ο θρόνος παρέμενε κενός ακόμη τον Ιούλιο) και επομένως ο Ουμβέρτος δεν είχε εξουσιοδότηση για ό,τι έκανε! Ωστόσο οι μετά το 1054 Πάπες δεν απεκήρυξαν την ενέργεια του Ουμβέρτου και έτσι ο αναθεματισμός διατηρήθηκε σε ισχύ. Για την ακρίβεια, διάδοχος του Λέοντα ορίστηκε από τον Γερμανό βασιλιά Ερρίκο Γ' ο Στέφανος Θ', ο οποίος, ως Φρειδερίκος της Λορραίνης, ήταν ένας από τους δυο συνοδούς του Ουμβέρτου στην πρεσβεία του 1054. Μια και ο νέος Πάπας είχε ήδη καταδικαστεί από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης στις 20 Ιουλίου 1054, είναι φανερό ότι η επιλογή του αποτελούσε συνειδητή πρόκληση προς την Ανατολική Εκκλησία και υποδήλωνε τη βαθύτερη πολιτική των Γερμανών εναντίον της προσέγγισης των δύο κόσμων. Τελικά το 1098 η σύνοδος του Μπάρι καταδίκασε επίσημα ως αιρετικούς όσους δεν δέχονταν το φιλιόκβε, οριστικοποιώντας το Σχίσμα. Χρειάστηκε να περάσουν εννιακόσια χρόνια και να φτάσουμε στο 1965 για να αρθούν τα αναθέματα. Ήταν, βέβαια, πολύ αργά.

Στους αιώνες που ακολούθησαν μετά στο Σχίσμα, η δυτική θεολογία οδεύτηκε σε καινούρια μονοπάτια, βασιζόμενη στην ορθολογική επεξεργασία των αληθειών της πίστης. Σταδιακά, ο ορθολογισμός μονοπώλησε τον τρόπο προσέγγισης του Θεού στην Δύση. Η παπική Εκκλησία εγκλωβίστηκε σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική Σχολή και ταυτίστηκε με αυτή. Έτσι, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα επέφεραν την κατάρρευση της δυτικής μεταφυσικής, η παπική Εκκλησία αισθάνθηκε απειλημένη και αντέδρασε με τον γνωστό βίαιο τρόπο. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων, ένας ολότελα καινούριος πολιτισμός έχει γεννηθεί στην Δύση μετά το Σχίσμα. Μια διαφορά που ξεκίνησε ως θεολογική και πολιτική έχει αλλοιώσει πλέον την συνολική εξέλιξη της ανθρωπότητος.

Το θέμα της ένωσης των Εκκλησιών δεν έπαυσε να απασχολή όσους αγάπησαν την Εκκλησία του Χριστού ανά τους αιώνες. Οι μέχρι τώρα προσπάθειες αποδείχθηκαν μάταιες. Ωστόσο το χρέος των Ορθοδόξων παραμένει. Θα κλείσουμε τη μελέτη μας με την άποψη του μεγάλου θεολόγου της εποχής μας, π. Ι. Ρωμανίδη, η οποία είναι η γνήσια ορθόδοξη άποψη και η μόνη βασισμένη στα ιστορικά δεδομένα:

“Η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054 δεν δύναται να επιτύχη την ένωσιν. Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν ευρίσκομεν πάλι σχίσμα μεταξύ Λατίνων και Ρωμαίων εξ αιτίας του Filioque". [...] "Έχομεν το ιερόν καθήκον, το επιβεβλημένον και από τους Ορθοδόξους Ρωμαίους πάπας της Ρώμης προ του 1009, να επιδιώξωμεν την εξάλειψιν του σχίσματος ουχί δια της άρσεως των αναθεμάτων του 1054, αλλά δια της άρσεως του Filioque και των προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού”.—

  • Προβολές: 1188

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance