Ρωμηοί και Άραβες σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (Γ)

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε σχέση με τους Άραβας και τους αραβόφωνους Ρωμηούς.

Η οικουμενικότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ύστερα από αυτές τις ιστορικές πληροφορίες και επισημάνσεις θα πρέπη να δούμε λίγο το άλλο σκέλος του θέματός μας, το πως, δηλαδή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που εξέφραζε το ρωμαίϊκο πνεύμα αποτελούσε πάντοτε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ Ρωμηών και Αράβων και πως τα προβλήματα που πολλές φορές ανεφύησαν μεταξύ Ρωμηών και Αράβων δεν οφειλόταν στις Θρησκείες (Χριστιανισμό, Μουσουλμανισμό), αλλά στις εθνικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την όλη θεολογία που πάντοτε το διέκρινε στεκόταν πάνω από τις εθνοφυλετικές διακρίσεις και έβλεπε τα πράγματα μέσα από την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού και της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο και το ίδιο μεγαλούργησε και επηρέασε τους θεσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτό το γεγονός φαίνεται σε πολλά παραδείγματα, αλλά εδώ θα αναφερθώ σε πέντε από αυτά.

Το πρώτο παράδειγμα είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την Σύνοδο του 1872, λαμβάνοντας αφορμή από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, κατεδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Σύνοδος αυτή έχει αποφανθή ότι ο εθνοφυλετισμός όχι μόνον αντιβαίνει στην διδασκαλία του Ευαγγελίου, αλλά και είναι εντελώς άγνωστος στην Εκκλησία. Στην απόφαση αυτήν αναφέρεται ότι οι Πατέρες καταδικάζουν τον φυλετισμό «τουτέστι τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς αίρεις και ζήλους και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκκλησία». Βέβαια, στην περίπτωση αυτή γίνεται αναφορά σε Χριστιανούς Ορθοδόξους, που ενεργούν εθνοφυλετικά, αλλά αυτό είναι ένα μέτρο για να φανή αναλογικά και η στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικότερα του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε κάθε εθνοφυλετισμό που αφορά και άλλες θρησκευτικές παραδόσεις.

Πάντοτε η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως το εξέφραζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ήταν εναντίον του φυλετισμού.

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος στην σημαντική μελέτη του με τίτλο «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία», αναφερόμενος στο θέμα αυτό γράφει ότι από την αρχή του Χριστιανισμού οι χριστιανικές Εκκλησίες ήταν τοπικές και περιελάμβαναν τους πιστούς ορισμένης πόλεως και ορισμένης τοπικής περιφερείας, «άνευ φυλετικής διακρίσεως» «διο και από της πόλεως συνήθως η της χώρας, ουχί δε από της εθνικής καταγωγής του πληρώματος αυτών προσωνυμούνται». Και αφού αναλύει το θέμα, χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα, επιλέγει: «Ούτω δε και αι μέχρι τούδε, χάριτι θεία, διατηρούμεναι εκκλησίαι των πατριαρχικών θρόνων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και η της αρχιεπισκοπής Κύπρου, από της συστάσεως αυτών είναι εκκλησίαι τοπικαί, δηλαδή εντός γεωγραφικών ορίων περιλαμβανόμεναι και ουχί εθνικαί• διο και προσωνυμούνται ουχί από των αποτελούντων αυτάς παντοδαπών εθνών, ελλήνων, φέρ' ειπείν, αιγυπτίων, συρίων, αράβων, βλάχων, μολδαυών, σέρβων, βουλγάρων και λοιπών, των συνήθως αναμίξ εν τοις κλίμασι των εκκλησιών τούτων κατοικούντων, αλλ’ εκ της πρωτευούσης πόλεως».

Ακόμη, οι Πατέρες που συγκροτούσαν τις κατά καιρούς Συνόδους (Τοπικές και Οικουμενικές) για να επιλυθούν διάφορα δογματικά και κανονικά ζητήματα, εκπροσωπούσαν στις Συνόδους την Εκκλησία της οποίας προΐσταντο και δεν παρουσίαζαν την δική τους εθνική ιδιότητα η την εθνική ιδιότητα των ποιμνίων τους. Οι δε ιεροί Κανόνες για τις εκλογές των Επισκόπων, Μητροπολιτών και Πατριαρχών και των λειτουργών της Εκκλησίας δεν ορίζουν «ως προσόν των εκλεξίμων το φυλετικόν γνώρισμα, αλλά μόνα τα ηθικά και θρησκευτικά προσόντα, οποία προδιετύπωσεν ο των εθνών απόστολος εν ταις προς Τιμόθεον και Τίτον επιστολαίς».

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Πρωτόθρονο Πατριαρχείο στην διοικητική διάρθρωση των κατά τόπους Εκκλησιών, με τον θεσμό της Πενταρχίας, είχε μεγάλη ευθύνη, μέσα στην διαχρονική ζωή της Εκκλησίας, για την ενότητά της. Μέσα στο «πνεύμα» αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ύπαρξη και την διατήρηση των άλλων Πατριαρχείων της Ανατολής που βρέθηκαν μέσα σε δύσκολες ιστορικές συνθήκες.

Η προνομιούχος θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κυρίως μετά την Δ‘ Οικουμενική Σύνοδο συνετέλεσε ώστε, όπως διασώζεται σε ιστορικές πηγές, να διαδραματίση σπουδαίο ρόλο στην ζωή των άλλων Πατριαρχείων, αφού πολλές φορές επενέβη και έκρινε υποθέσεις που απασχολούσαν τις Εκκλησίες αυτές, ήτοι επικύρωνε εκλογές Επισκόπων και Πατριαρχών, κατεδίκαζε τις προαγωγές Επισκόπων στην θέση του Πατριάρχου κλπ.. Επίσης, όταν κατελήφθη η Αντιόχεια από τους Πέρσες και επεκτάθηκαν οι ισλαμιστές Άραβες, από τον έβδομο αιώνα και μετά, στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, οι Πατριάρχες τους, ιδίως της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων, διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη και πολλές φορές στην Πόλη αυτή γινόταν η εκλογή τους και καθίσταντο εκεί, χωρίς να καταργήται η αυτοτέλειά τους.

Ιδιαιτέρως όμως από το 1453 μέχρι τον δέκατο ένατο αιώνα που ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναγνωρίσθηκε από τους Οθωμανούς, όχι μόνο ως θρησκευτικός, αλλά σε κάποιο μέτρο, και πολιτικός αρχηγός, «Εθνάρχης - Millet Basi παντός του ρωμαϊκού έθνους», τότε ο Οικουμενικός Πατριάρχης βρισκόταν σε υψηλότερη θέση από όλα τα άλλα Πατριαρχεία, τα οποία κινούσαν τις υποθέσεις τους προς την υψηλή Πύλη, δια του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και έτσι ο Οικουμενικός θρόνος είχε την μέριμνα όλων των Εκκλησιών της Ανατολής. Αποδεικνύεται δε και από διάφορες ιστορικές μαρτυρίες ότι αυτή η προνομία επεκτεινόταν και στα κανονικά δικαιώματα της εκλογής και κρίσεως των Πατριαρχών των άλλων Πατριαρχείων. Μέσα σε αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε και τον όρο «οικουμενικός» που προσδόθηκε πολύ νωρίς στο Πρωτόθρονο αυτό Πατριαρχείο.

Με τον τίτλο αυτό, για πρώτη φορά προσφωνήθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιος (472-488). Επίσης το 518 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο Καππαδόκης προσφωνήθηκε από τον κλήρο και τους μοναχούς της Αντιοχείας «πατήρ πατέρων, αρχιεπίσκοπος και οικουμενικός πατριάρχης». Ο τίτλος Οικουμενικός περιέχεται στις νεαρές του Ιουστινιανού και σε συνοδικά έγγραφα. Πρώτη φορά επισήμως στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το έτος 587 ονομάσθηκε οικουμενικός Πατριάρχης ο Ιωάννης ο Νηστευτής. Και, βέβαια, αυτό πρέπει να το δούμε σε συνάρτηση με το ότι οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου προσφωνούνταν δεσπότες της Οικουμένης. Η ιδιαίτερη προνομιούχος θέση του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως στην όλη διοίκηση της Εκκλησίας συνέβαλε στο να λάβη το επίθετο του Οικουμενικού, που δεν ήταν εγωϊστικός η ψιλός τίτλος, αλλά ένας τίτλος που ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού η Εκκλητα, αφού η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως είχε υψηλή και σπουδαία θέση σε όλη την διοικητική διάρθρωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος αντιπαραβάλλοντας τα προνόμοια και τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχου προς τον Πάπα Ρώμης γράφει:

«Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν υπολαμβάνει τα προνόμια αυτού ως έχοντα θείαν προέλευσιν. Δεν έχει ποσώς την αξίωσιν, ότι είναι εις "παγκόσμιος επίσκοπος". Δεν διεκδικεί δογματικόν αλάθητον, ούτε άμεσον και απόλυτον δικαιοδοσίαν εφ' όλων των πιστών. Δεν είναι υπεράνω της Οικουμενικής Συνόδου και πάσης εκκλησιαστικής κρίσεως. Δεν έχει κοσμικήν εξουσίαν, ούτε απόλυτον κυριαρχικόν χαρακτήρα. Η πρωτόθρονος θέσις αυτού και η από ταύτης απορρέουσα δικαιοδοσία αυτού καθορίζεται και μαρτυρείται σαφώς υπό των ιερών Κανόνων και της Ιστορίας.

Και η αδέκαστος Ιστορία μαρτυρεί και εξαγγέλλει, ότι η ζωή του Οικουμενικού Θρόνου επί τοσούτον είναι συνυφασμένη μετά της ζωής και ιστορίας του γνησίου Ορθοδόξου Χριστιανισμού των αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των προς διατήρησιν της πίστεως και περιφρούρησιν της κανονικής τάξεως συνεχών και σκληρών αγώνων, ώστε να δύναται να λεχθή, ότι δια ταύτης συμπληρούται και συνέχεται η όλη ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Όλα αυτά ελέχθησαν για να γίνη κατανοητό ότι η προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε κρίσιμες ιστορικές φάσεις του βίου των άλλων Πατριαρχείων της Ανατολής υπήρξε σημαντική,μεγάλη, αφού διέσωζε πάντα την οικουμενικότητα της Εκκλησίας, την αποκαλυπτική της αλήθεια και την ενότητά της, χωρίς να καταργή την αυτοτέλειά τους. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε την κυρία ευθύνη για την ενότητα των ελληνοφώνων, των αραβοφώνων και των σλαβοφώνων Χριστιανών μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το τρίτο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνήθηκε να συμμετάσχη, με την θεολογία του, στις πολεμικές συρράξεις μεταξύ των δύο λαών, ήτοι των Ρωμηών και των Αράβων. Αυτό φαίνεται στην περίπτωση του Νικηφόρου Φωκά (963-969), του μεγάλου όντως αυτού Αυτοκράτορος του Βυζαντίου.

Ο Νικηφόρος Φωκάς, μεταξύ των άλλων, συνέχισε τους αγώνας και εναντίον των Αράβων Μουσουλμάνων. Η αραβική παράδοση αναφέρει ένα υποτιθέμενο ποίημα-γράμμα του Νικηφόρου Φωκά, στο οποίο ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας απειλεί να κατακτήση την Μέκκα και την Βαγδάτη και να διαδώση παντού τον Χριστιανισμό. Μέσα στα πλαίσια αυτά για να κινητοποιήση περισσότερο τους Χριστιανούς πολεμιστές, ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναγνωρίση ως αγίους αυτούς που φονεύονται κατά την διάρκεια των πολέμων. Όμως ο Πατριάρχης Πολύευκτος αρνήθηκε να συμπράξη σε αυτήν την διαδικασία.

Συγκεκριμένα, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρνήθηκε να ικανοποιήση το αίτημα αυτό του Νικηφόρου Φωκά. Ο Ζωναράς γράφει ότι ο Νικηφόρος Φωκάς απήτησε «τους εν πολέμοις αναιρουμένους συντάσσεσθαι τοις μάρτυσι, και κατ εκείνους τιμάσθαι». Τότε, οι Πατέρες της Συνόδου αντέδρασαν λέγοντες «μη δίκαιον είναι τιμάσθαι». Και επειδή δεν μπορούσαν να πείσουν γι’ αυτό, αφού στον πόλεμον αυτόν ο Αυτοκράτορας ήθελε να προσδώση θρησκευτική χροιά, επικαλέσθηκαν τον κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου (ιγ ) που λέγει ότι οι Πατέρες τους φόνους που γίνονται στους πολέμους δεν θεώρησαν ως φόνους και ίσως λέγει ο ίδιος νομίζει ότι αυτό αναφέρεται «τοις υπέρ της σωφροσύνης και ευσεβείας αμυνομένοις». Όμως, ο Μ. Βασίλειος γράφει ότι και στην περίπτωση αυτή εκείνοι που φονεύουν κατά την διάρκεια αυτών των αμυντικών πολέμων δεν έχουν χέρια καθαρά και γι α?τό πρέπει να απέχουν τρία χρόνια από την θεία Κοινωνία. Έχοντες υπ’ όψη αυτόν τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου ο Πατριάρχης Πολύευκτος και οι άλλοι Συνοδικοί αποφάνθησαν: «Πως ημείς τοις μαρτυρήσασι τους εν πολέμοις πεσόντας συναριθμήσομεν, ους ο μέγας Βασίλειος, ως μη καθαρούς τας χείρας, επί τριετίαν των αγιασμάτων απείρξε;».

Το τέταρτο παράδειγμα προέρχεται από τα γεγονότα που έγιναν στο Πατριαρχείο Αντιοχείας, με την παραίτηση του τελευταίου Έλληνος Πατριάρχου Αντιοχείας Σπυρίδωνος, το 1898.

Στο ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Μυριανθοπούλου, όχι μόνον περιγράφονται τα γεγονότα που προηγήθηκαν και έγιναν κατά την εκθρόνιση του Πατριάρχου Αντιοχείας Σπυρίδωνος, αλλά δίδονται και πολλά πληροφοριακά στοιχεία για τον ρόλο των Ρωμηών Αρχιερέων τόσο της Αντιοχείας όσο και της Κωνσταντινουπόλεως.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κωνσταντίνος Μυριανθόπουλος «ανήκει ολοκληρωτικώς εις ένα εθνισμόν ελλαδικόν, και όχι εις τον χώρον του Γένους, όπου κινούνται Έλληνες, οίοι ο Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ , ο Ιεροσολύμων Δαμιανός, η ο Μανουήλ Γεδεών…». Στο ημερολόγιό του ο Μυριανθόπουλος, μεταξύ των άλλων, γράφει ότι οι Έλληνες Πατριάρχες Αντιοχείας βοηθούσαν τους ιθαγενείς Κληρικούς και τους έστελναν στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης για να σπουδάσουν την ιερά επιστήμη της θεολογίας.

Συγκεκριμένα γράφει: «Ιδιαιτέρως δια τους τρεις τελευταίους Πατριάρχας, τους προελθόντας εκ του Ιεροσολυμιτικού Κλήρου, έγραψα ότι, από Ελληνικής απόψεως, διέπραξαν πολλά σφάλματα. Ούτω ο μεν Ιερόθεος (1850-1885) αφού συνετέλεσε να καταργηθή το καθεστώς καθ' ο ο Πατριάρχης Αντιοχείας εστέλλετο εκ Κωνσταντινουπόλεως, έστελλε και υποτρόφους εις την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης ιθαγενείς, καλώς μεν ποιών, αλλ' ουδένα Έλληνα, αλλ' ούτε και Αραβιστήν ανέδειξε τινα. Ο δε Γεράσιμος (1885-1891) εχειροτόνησε τέσσαρας ιθαγενείς Αρχιερείς, και έστειλεν ως υποτρόφους εις Χάλκην άλλους 4, και ουδένα Έλληνα, αλλ' ούτε και Αραβιστήν ανέδειξε…».

Ως «σφάλματα» θεωρούνται το ότι οι Πατριάρχες αυτοί δεν ήταν εκφραστές ενός «ελληνικού εθνισμού», αλλά ενδιαφέρονταν και για την παιδεία των αραβοφώνων!!

Αντίθετα ο τελευταίος Έλληνας Πατριάρχης Αντιοχείας είχε άλλη πολιτική, στηριζόμενος σε Έλληνες, πράγμα που δημιούργησε διάφορα προβλήματα, με συνέπεια, συντρεχόντων και άλλων παραγόντων, την εκθρόνισή του από τον Πατριαρχικό θρόνο της Αντιοχείας.

Και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εξυπηρετούσε τους Ορθοδόξους Άραβας που ήθελαν να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη της θεολογίας.

Το πέμπτο παράδειγμα είναι οι θρησκευτικές συναντήσεις που γίνονται υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε οι θρησκευτικές διαφορές να μη προκαλούν τις κοινωνικές και εθνικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, μάλλον δε να μη εισέρχεται ο εθνοφυλετισμός μέσα στην θρησκευτική πίστη. Έχει γίνει αποδεκτό ότι η θρησκευτική πίστη αυτή καθ’ εαυτήν δεν δημιουργεί πολλά προβλήματα, εκτός από εξαιρέσεις μερικών φανατικών, πράγμα που κάνει ο εθνοφυλετισμός. Τελικά, δεν είναι το λάδι και το θυμίαμα –στοιχεία της λατρείας- που αναφλέγουν πολεμικές συρράξεις, αλλά το πετρέλαιο, η βενζίνη και ο οικονομικός παράγοντας. Και είναι κρίμα που ενώ οι πόλεμοι ξεκινούν και γίνονται από τέτοιους οικονομικούς και εξουσιαστικούς παράγοντες, εν τούτοις επιρρίπτονται ευθύνες στους θρησκευομένους.

Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου σε όλες τις χώρες του κόσμου και οι συναντήσεις του με τους διαφόρους ηγέτας όλων των ομολογιών και των θρησκευτικών παραδόσεων προσδίδει αυτήν την οικουμενικότητα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου και περιγράφει την προσφορά του για την οικουμενική ειρήνη.

Έγιναν συναντήσεις μεταξύ των Θρησκευτικών ηγετών των μεγάλων Θρησκειών στην Κωνσταντινούπολη και τις Βρυξέλλες.

Συγκεκριμένα στην Διακήρυξη του Βοσπόρου κατά το Συνέδριο περί «Ειρήνης και Ανεξιθρησκείας» (9 Φεβρουαρίου 1994), η οποία υπογράφεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και εκπροσώπους της Καθολικής Εκκλησίας, της Ιουδαϊκής θρησκείας και της Τουρκικής Δημοκρατίας μεταξύ άλλων γράφεται: «Ημείς, οι υπογράφοντες, απορρίπτομεν οιανδήποτε απόπειραν προς διαστροφήν των θεμελιωδών αρχών της πίστεως ημών δια μεθόδων εσφαλμένης ερμηνείας και ανεξελέγκτου εθνικισμού. Μετά παρρησίας ιστάμεθα εναντίον εκείνων οι οποίοι παραβιάζουν την αγιότητα της ανθρωπίνης ζωής και χρησιμοποιούν μέσα εις βάρος των ηθικών αξιών. Απορρίπτομεν την αντίληψιν ότι είναι δυνατόν, εν ονόματι του Θεού, να δικαιολογηθούν πράξεις τινός εις πολεμικήν σύρραξιν».

Αναφερόμενοι οι υπογράφοντες στο ότι ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία «δεν είναι θρησκευτικός πόλεμος» γράφουν: «Αι επικλήσεις και εκμεταλλεύσεις θρησκευτικών συμβόλων, προς προώθησιν επιθετικού εθνικισμού, είναι προδοσία της παγκοσμιότητος της θρησκευτικής πίστεως».

Επί πλέον γράφεται: «Αισθανόμεθα αποτροπιασμόν και καταδικάζομεν απολύτως τας εθνικάς εκκαθαρίσεις καθώς και τους βιασμούς και τους θανάτους γυναικών και παιδίων».

Στην Διακήρυξη των Βρυξελλών που εκδόθηκε, ύστερα από την διαθρησκευτική Συνάντηση μεταξύ των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, Ιουδαϊσμού, Χριστιανισμού και Ισλάμ (20 Δεκεμβρίου 2001) μεταξύ των άλλων διακηρύσσεται: «Αναγνωρίζοντες ότι εν τη ιστορία της ανθρωπότητος διεπράχθησαν εγκλήματα υπό μελών των θρησκευτικών κοινοτήτων, εκφράζομεν την λύπην και την συγγνώμην ημών. Εν τούτοις, διαβεβαιούμεν ότι οι εξτρεμιστές δεν εκφράζουν τας διδασκαλίας των θρησκειών αυτών, δι' ο και αι θρησκευτικαί πεποιθήσεις δεν είναι υπεύθυνοι δια τας πράξεις των οπαδών αυτών, αι οποίαι διεπράχθησαν κατ' αθέτησιν η παρερμηνείαν αυτών. Κατά ταύτα επαναβεβαιούμεν την δήλωσιν της Διακηρύξεως της Βέρνης του 1992 και της Διακηρύξεως του Βοσπόρου του 1994, ότι "παν έγκλημα διαπραχθέν εν ονόματι της θρησκείας είναι έγκλημα κατά της θρησκείας"».

Πιο κάτω διακηρύσσεται: «Ουδεμία των θρησκειών τούτων εγκρίνει την βίαν, την τρομοκρατίαν η την κακομεταχείρισιν των ανθρώπων. Αι τρεις ημέτεραι θρησκείαι αποδοκιμάζουν οιανδήτινα θρησκευτικήν δικαίωσιν βιαίων και απανθρώπων πράξεων, αι οποίαι δεν είναι σύμφωνοι προς το πνεύμα της ειρήνης και της δικαιοσύνης, της ειρηνικής συνεργασίας και του σεβασμού της αξίας του ανθρωπίνου προσώπου».

Και επίσης γράφεται: «Απορρίπτομεν ομοφώνως τον ισχυρισμόν ότι η θρησκεία συμβάλλει εις μίαν αναπόφευκτον σύγκρουσιν πολιτισμών. Αντιθέτως, επιβεβαιούμεν τον εποικοδομητικόν και διδακτικόν ρόλον της θρησκείας εις τον διάλογον μεταξύ των πολιτισμών».

Με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα συνεκλήθη Διεθνής Διαθρησκευτική Συνάντηση στο Μαρούσι της Αθήνας (10-11 Αυγούστου 2004), με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και του Δημάρχου Αμαρουσίου, στην οποία συνάντηση συμμετείχαν εκπρόσωποι του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού, του Ισλάμ και του Βουδισμού. Σκοπός αυτής της συναντήσεως ήταν να προβληθή η αποστολή της θρησκείας για την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων και των λαών στην νέα πραγματικότητα.

Στο μήνυμα της Συναντήσεως αυτής, μεταξύ των άλλων, περιέχεται και το ακόλουθο:

«Αναγνωρίζομεν ότι αι θρησκείαι εχρησιμοποιήθησαν ενίοτε κατά το παρελθόν δια την εξυπηρέτησιν αλλοτρίων προς την πνευματικήν αποστολήν αυτών εθνικών, πολιτικών, θρησκευτικών και άλλων σκοπιμοτήτων και ότι διεπράχθησαν εν ονόματι αυτών και κατά παρέκκλισιν εκ της διδασκαλίας αυτών βιαιότητες η και εγκλήματα εις βάρος αθώων ανθρώπων, διο και αποδοκιμάζομεν απεριφράστως και κατηγορηματικώς την άσκησιν βίας, τρομοκρατίας η άλλων εγκληματικών ενεργειών εν ονόματι της Θρησκείας, ανανεούντες την επανειλημμένην διαθρησκειακήν διακήρυξιν, ότι "παν έγκλημα διαπραττόμενον εν ονόματι της Θρησκείας είναι έγκλημα εναντίον αυτής ταύτης της Θρησκείας".

Απορρίπτομεν πάσαν μορφήν εθνικιστικών, φυλετικών, θρησκευτικών, κοινωνικών η άλλων διακρίσεων, δι ών υποθάλπονται νοσηρά φαινόμενα μισαλλοδοξίας η και θρησκευτικού φανατισμού, τάσεις δικαιώσεως των πολεμικών συγκρούσεων η και της ωργανωμένης τρομοκρατίας, επί προφανεί ζημία της ειρηνικής συνυπάρξεως των ανθρώπων και των λαών. Διο και απευθύνομεν έκκλησιν προς την πνευματικήν ηγεσίαν των Θρησκειών να εργασθούν και να συνεργασθούν δια την εκτόνωσιν των επικινδύνων αυτών συγχύσεων και αξιόπιστον προώθησιν του θείου θελήματος δι ειρήνην, κοινωνικήν δικαιοσύνην και σεβασμόν των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου».

Παρόμοιες σκέψεις και αποφάσεις διετυπώθησαν στο Διαθρησκειακό Συνέδριο με θέμα «Ειρήνη και Ανεξιθρησκεία Β», που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη από τις 7 έως 9 Νοεμβρίου 2005.

Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ευρίσκεται σε αυτό το μέρος της γης που ενώνει την Ευρώπη με την Ασία. Συγχρόνως έχει Μητροπόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο. Και με το οικουμενικό πνεύμα που διαθέτει μπορεί να παίξη μεγάλο και σπουδαίο ρόλο στην αρμονική συνύπαρξη μεταξύ Ρωμηών και Αράβων Μουσουλμάνων, αλλά και μεταξύ θρησκευομένων που ανήκουν σε διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις, ακόμη δε και μεταξύ θρησκευομένων και αθέων.

Μέσα από αυτό το πρίσμα βλέπουμε τον ρόλο και το έργο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και χαιρόμαστε γι’ αυτό και Σας ευγνωμονούμε και ευχόμαστε ο Θεός να Σας δίνη δύναμη, υπομονή και έμπνευση για να επιτελήτε ένα τέτοιο μεγάλο έργο, για να μας θυμίζη τον λόγο του Χριστού στον Απόστολο Παύλο «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β Κορ. ιβ , 9) και την διακηρυττόμενη εμπειρία του Αποστόλου: «όταν γαρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμι» (Β Κορ. ιβ , 10). Γιατί τότε κανείς μπορεί να ζήση την αποφατική εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, η οποία είναι δύναμη τρομακτική που διαλύει όρη απιστίας, φράσσει «στόματα λεόντων», σβήνει «δύναμη πυρός», αποφεύγει «στόματα μαχαίρας», ενδυναμώνεται «από ασθενείας», γίνεται «ισχυρός εν πολέμω», τρέπει σε φυγή «παρεμβολάς αλλοτρίων» (Εβρ. ια , 34-35). Και αυτό γιατί «μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω» (Α Ιω. δ , 4).

Ευχαριστώ.

  • Προβολές: 1523

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance