Εισήγηση στην Βάρνα της Βουλγαρίας: Η εκκλησιαστική-πνευματική ζωή στον σύγχρονο κόσμο

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(Εισήγηση στην Βάρνα της Βουλγαρίας. Κύρια σημεία)

Εκφράζω την χαρά μου που ήλθα στην Βάρνα, την ωραία αυτή πόλη, με την πλούσια παράδοση στα γράμματα και τον πολιτισμό.

Ευχαριστώ τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βάρνας και Πρεσλάβας κ. Κύριλλο, γνωστό μου από πολλά χρόνια, που με κάλεσε να παραστώ σε αυτό το πνευματικό συμπόσιο, καθώς επίσης συγχαίρω και όλους αυτούς που εργάσθηκαν σκληρά για να πραγματοποιηθούν αυτές οι συναντήσεις.

Και άλλη φορά επισκέφθηκα την Βουλγαρία το 1985 και τότε πήγα μόνον στην Σόφια και την Ιερά Μονή της Ρίλας και προσκύνησα το λείψανο του αγίου Ιωάννου και αισθάνθηκα μεγάλη χαρά.

Το θέμα της φετινής εκδήλωσης κατά την «εβδομάδα του ορθοδόξου βιβλίου» είναι «η Ορθόδοξη πνευματικότητα στον σύγχρονο κόσμο». Γύρω από το θέμα αυτό θα σας αναφέρω μερικές σκέψεις μου, συμβάλλοντας στον σκοπό της συναντήσεως αυτής. Θα τονίσω πέντε σημεία.

1. Ορθόδοξη πνευματικότητα

Κατ’ αρχάς πρέπει να δοθή ορισμός τι εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τον όρο ορθόδοξη πνευματικότητα. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί με τον όρο αυτό πολλοί εννοούν διαφορετικά πράγματα.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η πνευματικότητα δεν είναι κάτι το αφηρημένο, ούτε κάτι που συνδέεται με την λογική, το συναίσθημα, την αισθητική, αλλά η ενότητα του Χριστιανού με τον Χριστό και η κοινωνία του με το Άγιον Πνεύμα. Οπότε, η ορθόδοξη πνευματικότητα είναι συνώνυμη με την ορθόδοξη εκκλησιαστική πνευματική ζωή. Η πνευματικότητα δεν είναι κάτι που παρεμβάλλεται μεταξύ του Χριστιανού και του Θεού, αλλά είναι έκφραση της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό, δεν είναι κάτι που γίνεται έξω από την Εκκλησία, αλλά η ζωή μέσα στην Εκκλησία.

Ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του κάνει λόγο για πνευματικό, ψυχικό και σαρκικό άνθρωπο. Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που έχει κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ Ιησού, δια του Αγίου Πνεύματος, ψυχικός είναι εκείνος που στηρίζεται απλώς στις ψυχικές του δυνάμεις και σαρκικός είναι εκείνος που δεν έχει το Άγιον Πνεύμα. Πολλές φορές ο ψυχικός άνθρωπος ταυτίζεται με τον σαρκικό.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι τρία είναι αυτά που κινούν τον άνθρωπο η καλύτερα προς τα οποία κινείται ο άνθρωπος, με την θέληση και την γνώμη του, ήτοι ο Θεός, η φύση και ο κόσμος. Κάθε ένα από αυτά που τραβούν τον άνθρωπο τον απομακρύνουν από τα άλλα δύο. Αν ο Θεός τραβά τον άνθρωπο τον κάνει κατά Χάρη θεό, αποκόπτοντάς τον από την φύση και τον κόσμο και βιώνει το υπέρ φύση. Αν η φύση κινή τον άνθρωπο, τότε τον κάνη φύσει άνθρωπο, τον αφήνη στην φυσική του υπόσταση, και δεν μετέχει ούτε στον Θεό ούτε στον κόσμο και ζη το κατά φύσιν. Αν ο κόσμος σύρη τον άνθρωπο και τον απομακρύνη από τον Θεό και την φύση, τότε τον μαθαίνη να κάνη όλα τα παρά φύση και τον καθιστά ζώο, καθαρή σάρκα και ζη το παρά φύση. Τα δύο άκρα, Θεός και κόσμος, απομακρύνουν τον άνθρωπο το ένα από το άλλο, αλλά και το μέσον του, που είναι η φύση, τον χωρίζει από τα δύο άκρα, δηλαδή τον Θεό και τον κόσμο.

Όταν ο άνθρωπος κινήται προς ένα από αυτά τα τρία, λαμβάνει και το ιδιαίτερο όνομα, δηλαδή αν ελκύεται από τον κόσμο γίνεται σαρκικός και πράττει μόνο το κακό, αν οδηγείται από την φύση γίνεται ψυχικός και δεν θέλει ούτε να κάνη το καλό ούτε να πάθη κάτι κακό, και αν οδηγήται από τον Θεό είναι πνευματικός και θέλει να πράττη το καλό, κι αν πάθη κάτι κακό, για χάρη της ψυχής και της αρετής, το δέχεται προθύμως.

Η ορθόδοξη πνευματική ζωή συνδέεται με το δόγμα και το ήθος. Το δόγμα είναι οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που καθορίζουν τα όρια μεταξύ της πλάνης και της αλήθειας και δείχνουν την αληθινή πορεία του ανθρώπου προς την θέωση. Συμβαίνει ο,τι και με τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης που διακρίνουν την ασθένεια από την υγεία και οδηγούν τον άνθρωπο προς την θεραπεία και την απόκτηση της υγείας. Το ήθος είναι όταν το δόγμα γίνεται τρόπος ζωής και πολιτείας, όταν το δόγμα γίνεται ζωή και τροφή. Άλλο είναι να παραμένουν τα τρόφιμα στο ράφι του σουπερμάκετ και άλλο είναι να τα αγοράζουμε και να τα μαγειρεύουμε και στην συνέχεια να τα τρώμε για την συντήρησή μας στην ζωή.

Μπορεί κανείς να παρατηρήση ότι υπάρχουν πολλές παραδόσεις πάνω στο θέμα αυτό που μας απασχολεί που εκφράζονται ως «πνευματικότητες». Η μία είναι η ανατολική - ινδουϊστική - βουδιστική παράδοση που είναι ατομική, απρόσωπη. Η παράδοση αυτή κάνει λόγο για έναν θεό που είναι απρόσωπος (καθολικό Βράχμαν), και ότι ο άνθρωπος (ατομικό Άτμαν) πρέπει να φθάση στο να ταυτισθή με τον απρόσωπο αυτόν θεό όπως μια σταγόνα πέφτει μέσα στον ωκεανό. Αυτό επιτυγχάνεται με τον υπερβατικό διαλογισμό (γιόγκα). Η άλλη παράδοση είναι η ανατολική θρησκευτική παράδοση που εκφράζεται με διάφορες θρησκείες που η κάθε μια έχει ένα τρόπο κοινωνίας με τον Θεό που πρεσβεύουν (Ιουδαϊσμός, Ισλαμισμός). Και μια τρίτη παράδοση είναι η δυτική χριστιανική παράδοση που εκφράζεται με τον ορθολογισμό, την λατρεία της λογικής, και την ηθικολογία, όταν στηρίζεται απλώς σε μερικές εξωτερικές θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Η ορθόδοξη πνευματικότητα διαφέρει από αυτές τις παραδόσεις γιατί θεωρεί τον Θεό και τον άνθρωπο ως πρόσωπα και συγχρόνως διασώζει την αληθινή μέθοδο για να φέρη τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό. Έτσι συνδυάζει το πρόσωπο με την κοινωνία. Θα το δούμε αυτό αναλυτικότερα πιο κάτω.

2. Ο σύγχρονος κόσμος

Ζούμε σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, στην οποία τα γεωγραφικά όρια - σύνορα εκμηδενίζονται, τα ποικίλα ρεύματα - ιδεολογικά, θρησκευτικά κυκλοφορούν ελεύθερα και αναμειγνύονται μεταξύ τους, και γενικά παρατηρείται ένας επηρεασμός μεταξύ πολλών πνευματικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών παραδόσεων. Δηλαδή, είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αλλά επηρεαζόμαστε από άλλες παραδόσεις, ανατολικού η δυτικού τύπου.

Ας δούμε λίγο την εικόνα του σημερινού κόσμου, τι ακριβώς παρατηρούμε.

Ως προς τον Θεό επικρατεί η αθεΐα, η πίστη ότι δεν υπάρχουν θεοί, ο δεϊσμός ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που δημιούργησε τον κόσμο και τον άφησε στην τύχη του, και ο αγνωστικισμός, η άγνοια το τι είναι Θεός.

Ως προς τις Εκκλησίες παρατηρείται μια εκκοσμίκευση, που σημαίνει απώλεια της αποκεκαλυμμένης αλήθειας που παρέλαβαν οι Απόστολοι και κληροδότησαν στους Πατέρας και γενικά μια ενδοκοσμική προοπτική.

Ως προς τους ανθρώπους παρατηρείται μεγάλη σύγχυση κυρίως στον υπαρξιακό χώρο, αφού παραμένουν άλυτα τα λεγόμενα υπαρξιακά ερωτήματα, που έχουν σχέση με την ζωή και τον θάνατο. Επίσης, επικρατεί ένας ορθολογισμός -κέντρο της ζωής μας η λογική - η ηδονοκρατία, και η ευδαιμονία, ο ατομισμός.

Ως προς την κοινωνία παρατηρείται μια μεγάλη εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, επίσης επικρατούν αδικίες, φτώχεια και πόλεμοι, μέσα στους οποίους ο άνθρωπος, το ωραιότερο δημιούργημα του Θεού, γίνεται αντικείμενο ποικίλων εκμεταλλεύσεων.

Ως προς την επιστήμη επικρατεί η σύνδεση ιατρικής και τεχνολογίας με πολλά επιτεύγματα και την εμφάνιση της επανάστασης της βιοτεχνολογίας. Η σύγχρονη μοριακή βιολογία και η γενετική μηχανική δημιουργούν προκλήσεις ως προς την αρχή, την παράταση και το τέλος της βιολογικής ζωής. Η Εκκλησία πρέπει να δώση απαντήσεις.

Ως προς τα έθνη παρατηρείται ένας εθνοφυλετισμός, όταν αυτό γίνεται σε βάρος των άλλων ανθρώπων, και μια κυριαρχία ενός Κράτους επάνω στο άλλο με αποτέλεσμα να γίνωνται μετακινήσεις λαών και εθνοκαθάρσεις.

Γενικά εκείνο που κυριαρχεί στην εποχή μας είναι τα πάθη της φιλοδοξίας, της φιληδονίας και της φιλαργυρίας. Από εκεί προέρχονται τα ποικίλα ιδεολογικά συστήματα και οι αιρέσεις (φιλοδοξία), ο πανσεξουαλισμός (φιληδονία) και η κοινωνική αδικία ( φιλοκτημοσύνη-φιλαγυρία).

3. Η Εκκλησία Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως

Σύμφωνα με την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού. Πρόκειται για μια κοινωνία – οικογένεια, που κινείται πάνω από διάφορες διακρίσεις και έχει κεφαλή της τον Χριστό.

Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας, αναλύοντας την ακολουθία των εγκαινίων του Ιερού Ναού, γράφει ότι ο εγκαινιασμός γίνεται από τον Επίσκοπο, ο οποίος καθιερώνει το ιερό θυσιαστήριο, τοποθετώντας σε αυτό τα ιερά λείψανα των μαρτύρων που έδωσαν την μαρτυρία περί του αληθινού Θεού και υπέστησαν το μαρτύριο.

Επομένως τρεις είναι οι άξονες της εκκλησιαστικής-πνευματικής ζωής, ο ένας είναι ο Επίσκοπος που είναι διάδοχος των Αποστόλων, εις τύπον και τόπον του Χριστού, ο άλλος είναι η αγία Τράπεζα, δηλαδή τα μυστήρια, κυρίως το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και ο τρίτος είναι οι άγιοι που έζησαν και εξέφρασαν την αποκαλυπτική πίστη και είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού. Κάθε Χριστιανός για να ζη πραγματικά στην Εκκλησία και να διαθέτη εκκλησιαστική πνευματικότητα πρέπει να συνδέεται και με τους τρεις αυτούς άξονες της πνευματικής ζωής, ήτοι με τον Επίσκοπο, το θυσιαστήριο και τους αγίους. Μόνο ένα από αυτά, χωρίς τα άλλα, δεν μπορεί να προσφέρη ορθόδοξη πνευματική ζωή.

Επίσης, η Εκκλησία, κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ονομάζεται «κοινωνία θεώσεως», διότι τα μέλη της με τα μυστήρια και την άσκηση βιώνουν, κατά διαφόρους βαθμούς την θέωση, που είναι ο τελικός σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου.

Η Εκκλησία με την ζωή που έχει πρέπει να δώση απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα και να βοηθήση τον σύγχρονο άνθρωπο.

4. Η εκκλησιαστική ποιμαντική διακονία

Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι η Εκκλησία δεν έγινε για να βοηθήση τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δημιουργήθηκε για να γίνη Εκκλησία, δηλαδή να κοινωνήση, κατά διαφόρους βαθμούς με τον Χριστό. Ο άγιος Μάξιμος στην Μυσταγωγία του περιγράφει αναλυτικά πως γίνεται αυτό. Επομένως ο κόσμος πρέπει να εκκλησιοποιηθή. Αυτή η εκκλησιοποίηση λέγεται ποιμαντική διακονία.

Πως μπορεί να γίνη αυτό;

Θα τονίσω μερικά κεντρικά σημεία.

Οι ποιμένες που θα ασκήσουν την ποιμαντική διακονία πρέπει να έχουν εμπειρία του Θεού, η τουλάχιστον θα πρέπη να ακολουθούν την διδασκαλία και την ζωή των αγίων. Οι άγιοι Απόστολοι, όπως φαίνεται στις επιστολές τους, εξέφρασαν αυτό που διδάχθηκαν από τον Χριστό και έμαθαν, με την έλευση του Παναγίου Πνεύματος. Δεν κήρυτταν φιλοσοφίες και άλλες ανθρωποκεντρικές διδασκαλίες. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης έγραφε: «Ο ην απ’ αρχής, ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής· και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν υμίν» (Α ?ω. α , 1-2). Ο Απόστολος Πέτρος και ο Απόστολος Παύλος παιδαγωγούσαν τους Χριστιανούς με την εμπειρία της θεοπτίας που είχαν λάβει. Αν δεν έχουμε τέτοια εμπειρία θα πρέπη να καθοδηγούμε τους Χριστιανούς με την πείρα των αγίων.

Έχοντες οι ποιμένες αυτήν την αποκαλυπτική πείρα θα πρέπει να εξετάζουν τις πνευματικές ηλικίες και τις πνευματικές καταστάσεις των ανθρώπων. Δεν είναι όλοι άξιοι και κατάλληλοι να δεχθούν την τέλεια διδασκαλία. Όπως για την ανθρώπινη γνώση τα παιδιά χωρίζονται κατά ηλικίες, το ίδιο γίνεται και στην πνευματική – εκκλησιαστική ζωή, είναι οι αρχάριοι και οι τέλειοι, οι εισαγωγικοί και οι προχωρημένοι. Ο καθένας θέλει να ακούση διαφορετικό λόγο, άλλος θα πιή το γάλα και άλλος θα φάγη την στερεά τροφή. Το ίδιο έκανε και ο Χριστός. Στον λαό μιλούσε εν παραβολαίς, στους μαθητές εξηγούσε τα μυστήρια της βασιλείας των Ουρανών και στους τρεις από αυτούς τους μαθητές έδειξε την δόξα Του στο όρος Θαβώρ.

Επειδή η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο, που θεραπεύει τις ψυχικές ασθένειες των ανθρώπων, γι’ αυτό και όσοι βρίσκονται μέσα στο πνευματικό αυτό Νοσοκομείο θέλουν να θεραπευθούν. Μπορούμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε αθεράπευτους (εμπαθείς), θεραπευομένους (αγωνιζομένους-μετανοούντες) και σε θεραπευθέντας (άγιοι). Όταν κάνουμε λόγο για θεραπεία εννοούμε την μεταμόρφωση των παθών, και κυρίως το πως με την Χάρη του Θεού και τον προσωπικό του αγώνα ο Χριστιανός από τον φόβο θα φθάση στην αγάπη, από την πίστη εξ ακοής θα οδηγηθή στην πίστη εκ θεωρίας, από την ιδιοτελή αγάπη στην ανιδιοτελή αγάπη, από εχθρός του Θεού, θα γίνη διοδοχικά δούλος, φίλος και υιός κατά Χάριν του Θεού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μια ιδιαίτερη μέθοδο με την οποία θεραπεύει τον άνθρωπο. Βεβαίως η θεραπεία γίνεται με τα μυστήρια και την εφαρμογή των εντολών του Χριστού που συνιστά αυτό που λέμε άσκηση. Δια των μυστηρίων και της ασκήσεως ο άνθρωπος διέρχεται από τρεις πνευματικές καταστάσεις, που χαρακτηρίζονται κάθαρση, φωτισμός και θέωση. Με την κάθαρση της καρδιάς μεταμορφώνονται οι ψυχικές δυνάμεις του, με τον φωτισμό αποκτά την νοερά προσευχή και έχει αδιάλειπτη μνήμη του Θεού και με την θέωση βλέπει τον Θεό μέσα στο Φως.

Μέσα από αυτήν την μέθοδο θεραπεύει τα πάθη του, την φιλοδοξία, την φιληδονία και την φιλαργυρία, αποβάλλει όλες τις διακρίσεις και την ιδιοτέλεια, τον φανατισμό, αποκτά την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο (φιλοθεΐα και φιλανθρωπία). Μέσα από αυτήν την διαδικασία, όπως το βλέπουμε στους Χριστιανούς της πρώτης Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα, κατά την περιγραφή των Πράξεων των Αποστόλων, οι Χριστιανοί έζησαν την κοινοκτημοσύνη και την πραγματική αγάπη, απέκτησαν δε και την αληθινή οικουμενικότητα, δηλαδή απέβαλαν και τον ιουδαϊκό εθνοφυλετισμό και βρίσκουν νόημα ζωής.

5. Κοινή πνευματική και πολιτιστική παράδοση στα Βαλκάνια

Στον χώρο των Βαλκανίων που βρισκόμαστε βιώθηκε στο παρελθόν μια κοινή εκκλησιαστική πνευματική και πολιτιστική παράδοση. Αυτό βιώθηκε με την Ορθοδοξία, την θεία Ευχαριστία και τον ησυχασμό. Αυτή η παράδοση φαίνεται στους βίους των αγίων, στα κοινά εκκλησιαστικά κείμενα, στην πολιτιστική κληρονομιά, όπως εκφράζεται στην ναοδομία και την αγιογραφία.

Όταν κάνουμε λόγο για ησυχασμό εννοούμε την όλη θεραπευτική μέθοδο με την οποία ο Χριστιανός –με την Χάρη του Θεού– μεταμορφώνει τις δυνάμεις της ψυχής του και ελευθερώνεται από τα πάθη. Κέντρο αυτής της παραδόσεως ήταν το Άγιον Όρος όπου υπερβαίνονται όλες οι διακρίσεις, και αυτές ακόμη οι εθνοφυλετικές.

Όταν και όπου δεν βιωνόταν αυτή η παράδοση, είχαμε συγκρούσεις μεταξύ μας και ιδιαιτερότητες. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να ζήσουμε αυτήν την μυστηριακή και ησυχαστική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που θα είναι στοιχείο ενότητος μεταξύ μας.

Τελειώνοντας θα ήθελα να υπενθυμίσω τρία πατερικά χωρία που φανερώνουν τι είναι η ορθόδοξη πνευματικότητα.

Το ένα είναι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου που περιγράφει τον σκοπό του ανθρώπου. Δίδοντας τον ορισμό του ανθρώπου γράφει: ο άνθρωπος είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον». Δηλαδή, ο άνθρωπος είναι ένα ον που έχει ζωή και εδώ απλώς οικονομείται, αλλά προχωρεί αλλού, και το τέλος αυτού του μυστηρίου είναι να γίνη θεός κατά Χάρη με την ενέργεια του Θεού.

Το άλλο είναι του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Γράφει ο άγιος Μάξιμος: «νους αποστάς του Θεού η δαιμονιώδης γίνεται η κτηνώδης». Δηλαδή, όταν ο νους του ανθρώπου απομακρυνθή από τον Θεό η θα γίνη σαν τον δαίμονα, με την υπερηφάνεια, η θα γίνη σαν τα κτήνη, με τα πάθη της φιληδονίας και της φιλαργυρίας.

Το τρίτο είναι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος λέγει: «Ουκ οίσθα, ότι αποδημία ο παρών βίος; Μη γαρ πολίτης ει; Οδίτης ει. Συνήκας τι είπον; Ουκ ει πολίτης, αλλ' οδίτης ει και οδοιπόρος. Μη είπης· Έχω τήνδε την πόλιν, και έχω τήνδε. Ουκ έχει ουδείς πόλιν. Η πόλις άνω εστί. Τα παρόντα οδός εστιν. Οδεύομεν τοίνυν καθ' ημέραν, έως η φύσις επιτρέχει».

Χρειαζόμαστε μια υψηλή θεολογία για να ξεφύγουμε από την σύγχυση, και την εκκοσμίκευση. Χρειαζόμαστε μια ανυψωτική δύναμη. Οι εγκαταστάσεις του αεροδρομίου, όσο τέλειες κι αν είναι, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά έχουν σκοπό την απογείωση του αεροπλάνου και την μετάβαση του ανθρώπου στον προορισμό του. Μπορείτε να φαντασθήτε ένα αεροδρόμιο τέλεια κατασκευασμένο, με πολύ προσωπικό και άριστα ηλεκτρονικά συστήματα, χωρίς όμως να έχη διάδρομο απογειώσεως, και χωρίς να υπάρχουν αεροπλάνα για να πετάξουν; Κάπως έτσι μοιάζει και μια Εκκλησία με τέλεια οργανωμένα συστήματα, χωρίς όμως θεολογία που αντί να πετάη τον άνθρωπο πάνω από τα σύννεφα των παθών και των ποικίλων ανθρωπίνων αδυναμιών και να τον οδηγή στον Θεό, τον κρατά δέσμιο στην γη. Θα είναι ένα καλά οργανωμένο θρησκευτικό σύστημα, αλλά δεν θα μπορή να αναπαύση τον άνθρωπο που πεινά και διψά για Θεό.

Ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται μια τέτοια ανυψωτική ποιμαντική.–

  • Προβολές: 1200

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance