Ο θρησκευτικος Διονυσιος Σολωμος (Α')

τού Κώστα Παπαδημητρίου

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν σωστός Έλληνας καί αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός. Δύο αγάπες σ' όλη του τήν ζωή κατέκλυζαν τήν καρδιά του: Η Ελλάδα καί η Χριστιανική Ορθόδοξη θρησκεία. Τούτη η μελέτη αναφέρεται στήν δεύτερη.

Στήν ψυχοσύνθεσή του, από τά γεννοφάσκια του σχεδόν, φύτρωσε η θρησκευτικότητά του. Τά θρησκευτικά του βιώματα εξάλλου από τήν παιδική του ηλικία ήταν έντονα. Έζησε τό πνεύμα τής θρησκευτικότητας τών απλοϊκών ανθρώπων κοντά στούς γονείς του. Ο πατέρας του Νικόλαος τόν αγαπούσε πολύ, όπως καί τόν αδελφό του Δημήτριο καί τακτικά έλεγε γι' αυτά τά παιδιά του: "Αναθράφηκαν στίς αγκάλες μου καί σφόδρα τ' αγαπώ, ώσπερ νά ήταν λεγκτίτιμα κατά τούς νόμους τής Εκκλησίας" (Σολωμού Άπαντα, Προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου, σελ. 15)

Ο θρησκευτικος Διονυσιος Σολωμος (Α')Αλλά καί η συμμετοχή τού μικρού Διονύσιου στήν λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας άφησαν ανεξίτηλα στοιχεία της καί σημάδεψαν τόν κατοπινό χαρακτήρα του. Στήν προσωπικότητά του συνέβαλαν βέβαια καί οι θρησκευόμενοι δάσκαλοί του, Αντώνιος Μαρτελάος καί ο Ιταλός αββάς Santo Rossi. "Σπούδαζε τήν Αγία Γραφή καί, όπως βεβαιώνει ένας από τούς ύστερα δασκάλους του, απάγγελνε παθητικά τούς Ψαλμούς τού Δαβίδ, τούς Θρήνους τού Ιερεμία καί τό μεγάλο ποίημα τού Ιώβ" (Κ. Παλαμά-Γ. Ψυχάρη: "Γύρω στό Σολωμό" σελ. 13). Αυτοί όλοι ενστάλαξαν τήν ευσέβεια στήν ψυχή τού μικρού Σολωμού καί έτσι η προσωπικότητά του βρέθηκε εμποτισμένη από τό θρησκευτικό στοιχείο.

Γαλουχημένος από μιά τέτοια θρησκευτική παιδεία, αγάπησε αργότερα καί μελετούσε τά βιβλία τού Μ. Βασιλείου, τού Ι. Χρυσοστόμου καί τού Γρηγορίου τού Θεολόγου, έτσι πού αργότερα η θύραθεν παιδεία δέν βρήκε ανοιχτή πόρτα νά τού αλώση τήν συνείδηση.

Ύστερα από μιά τέτοια παιδεία καί ζωή προέκυψε ο αληθινός Χριστιανός ποιητής, ο λειτουργός, πού μέσα του ένιωθε τόν Θεό. Αυτό τό θρησκευτικό συναίσθημα κράτησε σ' όλη του τήν ζωή. Έχοντας "πάντα ανοιχτά τά μάτια τής ψυχής του ("Πόρφυρας") καί γνωρίζοντας πώς ο άνθρωπος "είναι λιγόζωος σ' αυτήν εδώ τή χτίση, τήν κατοικιά", πού έπλασε ο Πλάστης ("Εις Μοναχήν"), αγωνίζεται νά βρίσκεται διαρκώς σέ πνευματική κίνηση καί υπαρξιακή ανησυχία πού σχετίζεται μέ τήν ύπαρξη τού Θεού.

Στό ποίημά του "Η θρησκεία" θά πή:

"Ποιά είναι αυτή πού αισθάνομαι νά μού εγγίζει

τήν καρδιά καί νά μού αναγαλλιάζει όλες τίς αισθήσεις,

Είν' η Θρησκεία, πού μέσ' τόν Ωκεανό

τής ζωής, έρχεται τή θνητή καρδιά ν' ανυψώσει"

(Κ. Καιροφύλα, Σολωμού ανέκδοτα έργα, σελ. 123)

Τό κάθε τί γιά τόν Σολωμό ξεκινά από τόν Θεό καί στόν Θεό επιστρέφει. Δέν συμφωνεί μέ τόν Διαφωτισμό πού βλέπει τά πάντα γνωσιολογικά καί αρνείται τόν Ορθολογισμό, όταν είναι άθεος. Τόν Πλάτωνα καί τήν αρχαία Φιλοσοφία δέν τά αρνείται, δέν μένει όμως εγκλωβισμένος σέ αυτά. Απλά τούς υποτάσσει στόν θείο λόγο. Στόν "Διάλογο" ο Σοφολογιώτατος λέει: "Μή μελετήσεις κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει γιά όλους (τούς σοφούς) πού ζούν καί θά γεννηθούν". Καί ο ποιητής θά απαντήση: "Δίκαιη κρίση, αλλά η Προφητεία τήν υπερβαίνει". Στήν Προφητεία εντάσσει τόν Χριστό, τούς Προφήτες καί όλους τούς αγίους τής Χριστιανοσύνης.

Αμαρτια- προσευχη- μετανοια

Η θεοκεντρικότητα τού Σολωμού επεκτείνεται σέ όλες τίς διαστάσεις καί τά προβλήματα τής ζωής. Ο Θεός γι' αυτόν είναι πανταχού παρών, είναι Πατέρας, είναι προστάτης καί βοηθός τού ανθρώπου σέ όλες τίς δύσκολες στιγμές του.

Στό ποίημά του "Λάμπρος" καί στό κεφάλαιο "Τό όνειρο τής Μαρίας" η γυναίκα αυτή αβοήθητη, χωρίς τόν άντρα της κοντά της, θαλασσοδέρνεται καί κινδυνεύει νά πνιγή. Η μόνη της ελπίδα ο Θεός. Ο Σολωμός βάζει στό στόμα της τούς παρακάτω στίχους του:

"Μού φαίνεται πώς πάω καί ταξιδεύω

στήν ερμιά τού πελάγου εις τ' όνειρό μου'

Μέ τό κύμα, μέ τούς ανέμους παλεύω

μοναχή, καί δέν είσαι στό πλευρό μου. (ο άνδρας της)

Δέ βλέπω μέ τό μάτι όσο γυρεύω

πάρεξ τόν ουρανό στόν κίνδυνό μου'

Τόνε τηράω, βόηθα, τού λέω, δέν έχω

πανί, τιμόνι, καί τό πέλαο τρέχω".

Υπάρχει όμως καί η αμαρτία. Δυνατοί στοχασμοί περικυκλώνουν τόν νού τού ανθρώπου καί τού μιλάνε μέ λόγια ήμερα, γλυκά καί δελεαστικά. Γι' αυτό φωνάζει: "Πάντα ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τά μάτια τής ψυχής μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον" καί στόν ευαγγελικό στίχο: "Αγρυπνείτε ούν εν παντί καιρώ δεόμενοι" (Λουκά 21, 36)

Σάν κύμα ανεμπόδιστο χτυπά η αμαρτία τό κεφάλι καί τό στήθος τού ανθρώπου. "Όχι" φωνάζει ο Σολωμός, "ούτε τό κύμα, ούτε κανένα δυνατό θεριό δέν μπορεί ν' αγγίξει τό χρυσό καρπό τής ψυχής. Αμάλαγη κι αθάνατη πέφτει στόν κόρφο τού Θεού πού τήν έπλασε" (Λίνου Πολίτη: "Σολωμού "Ιταλικά ποιήματα". Ν. Εστία, τεύχος 62, 1957, σελ. 119-120)

Έχει μέσα του ο άνθρωπος ένα κομμάτι απ' τόν Παράδεισο, μιά δύναμη γιά αντίδραση στούς πειρασμούς. Ο Σολωμός θά πή:

"Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σού στήθηκε τριγύρω.

Αλλά δέν έχει δύναμη πάρεξ μακριά καί πέρα.

Μακριά απ' τήν Παράδεισο, κι εσύ σ'εσέ' χεις μέρος.

Μέσα στά στήθια σου τ' ακούς, καλέ, νά λαχταρίζει;

Νιός κόσμος όμορφος παντού χαράς καί καλωσύνης".

Εννοεί πώς μέσα στόν άνθρωπο είναι η εικόνα τού Θεού , τού Πλάστη.

Μά καί μετά τήν αμαρτία, ο Πλάστης δέν παύει νά κρατά ανοιχτές αγκάλες προσμένοντας τό απολωλός πρόβατο νά επιστρέψη κοντά του συγχωρώντας του τό πέσιμο. Ο Σολωμός στό ποίημά του "Στή βρύση τού Νταβιά" επηρεασμένος από τήν παραβολή τού Ασώτου Υιού γράφει:

"Γάργαρο είν' τό νερό καί τό μουρμούρισμα πού αφήνει,

Σάς κράζει νά ξεδιψάσετε, ώ διψασμένοι.

Σείς, πού νά χορτάσετε τά γεροβελανίδια

είχατε συνηθίσει στά βρώμικα τραπέζια σας

ελάτε στό νερό νά καθαρισθείτε' κι η αγνότη στήν ψυχή σας ν' απλωθεί.

Κοιτάτε, ανοίχτηκε κάθε εμπόδιο καί καμιά φράχτη

δέν αντισκόβει τό βήμα. Εμπρός ελάτε,

όσο δέ σκοτεινιάζει ακόμα η δύση"

(Κ. Καιροφύλα: "Σολωμού ανέκδοτα έργα" σελ. 135.

Βαθιές καί θανατερές πληγές επιφέρει η αμαρτία στόν άνθρωπο. Θεραπεύονται όμως μέ τήν δύναμη τής μετάνοιας. Γράφει σχετικά ο Σολωμός: " Ανοίγεται επί τέλους η καρδιά μου στά γεμάτα αγάπη λόγια τού Χριστού, πού η αμαρτία τόν τρυπάει σάν λόγχη....Καί γλυκά καί μέ περίσσια τρυφεράδα μού παραπονιέται καί μού λέει: Μά γιατί, τέκνο μου, γιατί μέ πληγώνεις κι άλλη μιά φορά; Κι ύστερα, μέ βαρύ τό βλέμμα, από συμπόνια μού ξεσκεπάζει τίς πληγές....Θά μπορέσουμε τάχα νά ξεπλύνουμε τίς τόσες ανομίες πού μάς καίνε;" (Λ. Πολίτη, Σολωμού Άπαντα: Ιταλικά ποιήματα, Παράρτημα, σελ. 42).

Έχει ο Χριστιανός όπλο νά αμύνεται κατά τών πειρασμών. Καί είναι ισχυρό καί αποτελεσματικό. Καί δέν είναι άλλο από τήν προσευχή. Ο ίδιος τακτικά προσφεύγει σ' αυτήν.

Στό ποίημά του "Η γυναίκα τής Ζάκυνθος" κεφ. 1 ταυτίζεται, άν δέν είναι ο ίδιος, μέ τόν Διονύσιο Ιερομόναχο "εγκάτοικο στό ξωκκλήσι τού Αγίου Λύπιου" γράφει: "....Καί εστάθηκα σιωπηλή γιά νά' βρω τί νά τούς πώ γιά νά φύγουνε, (όσους τυραννούσαν τήν κακιά γυναίκα τής Ζάκυνθος). Παιδιά, ακούστε τά λόγια τού Διονύσιου τού Ιερομόναχου. Εγώ γιά νά πάω νά κάμω δέηση καί σάς αφήνω εδώ....Καί ύψωσα τά χέρια μου καί τά μάτια μου κατά τόν ουρανό γιά νά κάμω δέηση μέ όλη τή θερμότητα τής ψυχής...Καί εθυμήθηκα ένα ποίημα...τό οποίο αγκαλά καί μαθημένος στήν ποίηση τής Θείας Γραφής δέν τό βρίσκω τόσο κακό, καί εβάλθηκα καί τό είπα από μέσα μου...Αλήθεια, μά τήν Παναγία, άκουσ' εδώ μά τόν Άη Νικόλα, αλήθεια μά τόν Άη Σπυρίδωνα, αλήθεια μά τά Άχραντα μυστήρια τού Θεού..καθώς είναι αληθινά καί ενεργητικά στόν φαινόμενο καί τόν αόρατο κόσμο τά τρία προσώπατα τής Αγίας Τριάδος..."(Δ. Σολωμού "Άπαντα", σελ. 468 κ.ε)

Δέν είναι μόνον πιστός Χριστιανός ο Σολωμός, μά καί θερμός ελληνολάτρης. Πονεί γιά τήν κατάντια τής σκλαβωμένης πατρίδας μας καί πιστεύει στήν θεϊκή βοήθεια γιά τό ξεσκλάβωμά της. Στόν επικήδειο λόγο του στόν θάνατο τού Φώσκολου προσθέτει:

"Κάμε μου τή χάρη νά εισακούσεις μιά παράκληση πού όλοι σ' αυτό τό Ιερό, νέοι καί γέροι, φτωχοί καί πλούσιοι, συγγενείς καί λαός, λόγιοι καί αγράμματοι, ιδιώτες καί αρχές, λαϊκοί καί κληρικοί, όλοι, μ' αδιάκοπα νεύματα, μέ χέρια καί μέ κεφάλια, βλέπω νά μού βάζουν στά χείλη:

Ώ, αθάνατο πνεύμα στήν αγάπη πού είχες γιά όλα τά έξοχα πράγματα, σίμωσε στό θρόνο τού Παντοδύναμου, ρίξου μέ τά χείλη πάνω στό υποπόδιο τών ποδιών Του' κι άν ο νόμος τού Παραδείσου δέν εμποδίζει τό κλάμα, παρακάλεσέ Τον μέ δάκρυα καί θρήνους, νά στείλει στή γειτονική πατρίδα τή Λευτεριά" (Δ. Σολωμού "Άπαντα" σελ. 528)

Καί άλλη φορά πάλι τόν καιρό τών σεισμών στήν Ζάκυνθο, Δεκέμβριο καί Γενάρη τού 1820 καί 1821 αντίστοιχα, απηύθυνε θερμή δέηση στόν Άγιο Διονύσιο. Έλεγε καί τούτα:

"Ώ, Άγιε Διονύσιε, ψυχή αγνή καί θεία,

πού σέ κρατεί περήφανα τής Ευσπλαχνίας ο θρόνος,

τούτο τό δύστυχο νησί προστάτεψέ το μόνος,

γιά νά μήν τύχει πλιό σ' αυτό παρόμοια δυστυχία.

Ώ, Σύ στό θρόνο τού Άπλαστου τρέξε σιμά κι ειπέ του

νά μήν αφήσει τό νησί έρμο στή δυστυχιά του

κι άν ίσως κι η παράκληση δέ φθάνει, θύμησέ του

πώς είχες έναν αδερφό κι έκρυβες τό φονιά του...."

(Δ. Σολωμού "Άπαντα", τ. Β, Παράρτημα, σ. 36)

Μέ ασύγκριτο θρησκευτικό λυρισμό ο Σολωμός στούς "Ελεύθερους Πολιορκημένους" (Σχεδ. Β`, 910) καί στήν τελευταία νύχτα τών πολιορκημένων μαχητών αναφέρεται στίς τελευταίες ελπίδες τους πού σάν θυμίαμα προσευχής αναπέμπουν στόν Θεό:

"Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά' όλα τ' αστέρια βγάνει'

ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, τό λιβάνι"

Είναι φανερή εδώ η έμπνευση τού ποιητή από τό τροπάριο τού Εσπερινού: "Κύριε εκέκραξα πρός Σέ εισάκουσόν μου...Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου..."

Πέρα όμως από τήν προσευχή πού είναι μιά στενή προσωπική επικοινωνία καί σχέση Θεού καί ανθρώπου, μεγαλύτερη μετανοιακή δύναμη ενέχει η ομαδική κοινή προσευχή στήν Εκκλησία, όταν τελείται η Θεία Ευχαριστία. Δέν ψάλλονται σ' αυτήν μόνον ύμνοι καί προσευχές δοξολόγησης καί ευχαριστιών, αλλά ο εκκλησιαζόμενος είναι παρών στήν τέλεση ενός μυστηρίου.

Στήν "Ωδή γιά πρώτη λειτουργία", πού έγραψε ο Σολωμός στήν Ιταλία καί πού μεταφράστηκε σέ στίχους από τόν Γ. Καλοσγούρο καί σέ κείμενο από τόν Λίνο Πολίτη (Μαρίνου Σιγούρου...Δ. Σολωμού "Άπαντα" τ. Β'Παράρτημα σελ. 12-14), ψάλλει τήν θρησκεία τών πατέρων του καί αναφέρεται στό τρανό μυστήριο τής Θείας Ευχαριστίας καί δέν βρίσκει άλλη εξήγηση από τήν σιωπή καί τήν προσκύνηση. Ο Υιός καί Λόγος τού Θεού κατεβαίνει στόν κόσμο, χωρίς νά παύση νά είναι τό δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος. Τό λέει καί ο αναστάσιμος ύμνος τών Αίνων τού Δ'ήχου: "Τών πατρικών σου κόλπων μή χωρισθείς, Μονογενές Λόγε τού Θεού, ήλθες επί γής διά φιλανθρωπίαν..."

Μέ ποιόν τρόπο συντελείται αυτό τό μυστήριο; "Ακαταληπτόν εστι τό τελούμενον εν Σοί" ψάλλει η Εκκλησία καί ο Σολωμός θά πή: "Τού μυστηρίου τού τρανού τόν ακατάληπτο δεσμό ποιός θά τολμήσει;". Δέν υπάρχει ανθρώπινη εξήγηση. "Μέγα καί παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον..." θά πή άλλος ύμνος τών Χριστουγέννων. "Ο Λόγος σαρκούται καί τού Πατρός ου κεχώρισται...".

Καί ο Σολωμός συνιστά: Άλλος τρόπος εξήγησης δέν υπάρχει απ' τήν σιωπή καί τήν προσκύνηση. Τό ίδιο έκαμαν καί οι Απόστολοι στόν Μυστικό Δείπνο, όταν τούς έδωσε ο Κύριος τόν άρτο-σώμα Του:

"Σωπάσαν καί επροσκύνησαν κι οι Απόστολοι,

όταν τό σώμα Του τούς έδωσε ο Χριστός..."

Καί καλεί τόν ιερέα νά ψάλη τόν μυστικό ύμνο καί νά προσφέρη στόν Θεό τό Σώμα τού Χριστού:

"Τόν ύμνο, Λειτουργέ, τό μυστικό σου

ψάλλε, λοιπόν, θεόφοβε,

πρόσφερε τού Χριστού τό αίμα στό Θεό σου

Κι απ' τά λημέρια τ' άφθαρτα,

χωρίς καί νά τ' αφήσει,

τού Επουράνιου θά 'ρθεί σ' εσέ στόν Άγιον άρτον ο Υιός..."

Καί ο ιερέας προσφέρει στόν Θεό, μέ τόν άρτον καί τόν οίνον καί λέγοντας τήν προσευχή: "Τά σά εκ τών σών, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα...Καί ποίησον τόν μέν άρτον τούτον τίμιον Σώμα τού Χριστού Σου, τό δέ εν τώ ποτηρίω τούτω, τίμιον Αίμα τού Χριστού Σου...." Είναι η ιερή στιγμή πού συντελείται η μετουσίωση τού Άρτου καί τού οίνου σέ Σώμα καί Αίμα τού Χριστού. Γιά τόν Σολωμό τότε είναι ζωντανή η παρουσία τού Υιού στήν Θεία Ευχαριστία καί μέσω αυτής στούς πιστούς πού αναμνησιακά καί μυστηριακά βιώνουν τό τελούμενο μυστήριο.

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 2035

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance