Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου: Εκκλησιαστική περιουσία καί Μισθοδοσία τού Κλήρου

(Ένα βιβλίο τού Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου)

Η παραπληροφόρηση πού υπάρχει γύρω από τό θέμα τής εκκλησιαστικής περιουσίας, αλλά καί όσα αστήρικτα λέγονται γιά τήν μισθοδοσία τού ορθοδόξου Κλήρου από τό Ελληνικό Κράτος, ανάγκασαν τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο, νά προβή στήν συγγραφή καί έκδοση βιβλίου μέ τόν παραπάνω τίτλο, προκειμένου νά αποκασταθή η αλήθεια γύρω από αυτό τό ακανθώδες θέμα. Είναι ένα βιβλίο στό οποίο παρατίθεται πλούσιο αρχειακό υλικό, μέ τό οποίο τεκμηριώνεται η διαχρονική μεγάλη προσφορά τής Εκκλησίας στό νέο Ελληνικό Κράτος, αλλά καί οι «ανεκπλήρωτες υποσχέσεις τής Πολιτείας» πρός τήν Εκκλησιαστική Διοίκηση, ακόμη καί ο παράνομος, αρκετές φορές, τρόπος αρπαγής τής εκκλησιαστικής περιουσίας από φορείς τού Κράτους.

Όταν γίνεται λόγος γιά τήν εκκλησιαστική περιουσία, συνήθως ο νούς πηγαίνει σέ πολυκατοικίες, σέ στρέμματα εκτάσεων καί στίς αξίες τους σέ χιλιάδες ή εκατομμύρια ευρώ. Στό βιβλίο τού Μακαριωτάτου επισημάναμε πέντε στοιχεία (πού δέν έχουν όλα σχέση μέ στρέμματα καί χρηματικές αξίες), τά οποία θεωρούμε πολύ σημαντικά. Αυτά είναι: Πρώτον, η εισαγωγική καταγραφή περιπτώσεων πού δείχνουν τό μέγεθος τής παραπληροφόρησης πού υπάρχει στό θέμα τής εκκλησιαστικής περιουσίας. Δεύτερον, η αγιογραφική καί πατερική θεμελίωση τής ύπαρξης καί τού σκοπού τής Εκκλησιαστικής περιουσίας. Τρίτον, η αναγνώριση τής Μοναστηριακής περιουσίας από τό Οθωμανικό Κράτος. Τέταρτον, οι συμβάσεις τού νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους μέ τήν Εκκλησιαστική Διοίκηση καί οι νόμοι πού αφορούν τήν Εκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τού Ορθοδόξου Κλήρου. Καί πέμπτον, οι «εκτροπές», δηλαδή οι παράνομες απαλλοτριώσεις μοναστηριακών εκτάσεων, πολλές από τίς οποίες βρίσκονται ακόμη σέ εκκρεμότητα.

Θά μιλήσουμε λίγο αναλυτικότερα γιά ορισμένα από αυτά τά στοιχεία.

1. Είναι χαρακτηριστικά τά παραδείγματα παραπληροφόρησης πού καταγράφει ο Μακαριώτατος, από τήν προσωπική του πείρα. Τά παραθέτουμε όπως τά διατυπώνει ο ίδιος:  «Πρό καιρού συναντήθηκα μέ εκπροσώπους τών “αγανακτισμένων”... Η συζήτησή μας στράφηκε στά διάφορα σύγχρονα προβλήματα καί, όπως ήταν φυσικό, καί στά οικονομικά τής Εκκλησίας. Μέ εντυπωσίασε η ολοκληρωτική άγνοια τών ανθρώπων. Προσπάθησαν νά μέ πείσουν ότι η Εκκλησία έχει τό καθήκον καί τήν οικονομική δυνατότητα νά αγοράσει δημόσιες εταιρείες (ΔΕΚΟ) γιά νά μήν περιέλθουν στά χέρια ξένων».

Τήν ίδια πρόταση έκανε στόν Μακαριώτατο μέ επιστολή του «σεβαστός καί αξιόλογος δημόσιος λειτουργός, πρόεδρος Επιμελητηρίου μεγάλου νομού τής χώρας», ο οποίος ειδικά αναφερόταν στήν αγορά από τήν Εκκλησία τού 17% τής ΔΕΗ, πού ήθελε τό Κράτος νά διαθέση σέ ιδιώτες. Διαβάζοντας τήν επιστολή ο Μακαριώτατος αναρωτήθηκε: «Πώς θά μπορούσα νά τόν πείσω αυτόν καί τούς άλλους καλοπροαίρετους ότι οι οικονομικοί συνεργάτες μου μόλις μέ είχαν ενημερώσει ότι τά σημερινά διαθέσιμα χρήματα τού Κεντρικού Οργανισμού τής Εκκλησίας επαρκούν μέχρι τόν προσεχή Δεκέμβριο (2011) καί τό πρώτο πρόβλημα πού αναφύεται είναι τί θά γίνει μέ τούς διακόσιους περίπου υπαλλήλους, οι οποίοι μισθοδοτούνται από τόν Εκκλησιαστικό Οργανισμό;».

Ένα άλλο γεγονός είναι χαρακτηριστικότερο, γιατί δείχνει τήν άγνοια ή πιθανώς τήν παραπληροφόρηση μέ σκοπιμότητα πού επιχειρούν κάποιες φορές ακόμη καί κυβερνητικοί παραγόντες, οι οποίοι διασύρουν διεθνώς τήν Εκκλησία τής Ελλάδος. Γράφει ο Μακαριώτατος: «Μέ επεσκέφθη στό γραφείο τής Αρχιεπισκοπής κλιμάκιο τηλεοπτικού καναλιού τής Γαλλίας καί μεταξύ άλλων μού επεσήμαναν:“Ερχόμαστε από τό Υπουργείο... Εκεί μάς είπαν ότι εάν η Εκκλησία προσέφερε τά σημερινά διαθέσιμα χρήματά της, αρκούσαν καί μόνον αυτά νά καλύψουν τό εξωτερικό χρέος τής Ελλάδος. Γιατί δέν τό επιχειρείτε;”». Πώς όμως νά τό επιχειρήση όταν (μέ τά χρήματα πού διαθέτει) κινδυνεύη νά μή μπορή σέ λίγους μήνες νά πληρώση τούς διακόσιους περίπου υπαλλήλους της;

2. Ο Μακαριώτατος τεκμηριώνει αγιογραφικά καί πατερικά τήν ανάγκη υπάρξεως, αλλά καί τόν σκοπό τής Εκκλησιαστικής περιουσίας. Παραθέτουμε ορισμένα χαρακτηριστικά πατερικά χωρία, από αυτά πού χρησιμοποιεί, τά οποία δείχνουν καί τό πνεύμα μέ τό οποίο ο ίδιος οργανώνει τό φιλανθρωπικό έργο τής Αρχιεπισκοπής.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει παραστατικά τήν κατάσταση τών φτωχών τής εποχής του, δείχνοντας ότι τά πράγματα μέχρι σήμερα δέν έχουν αλλάξει. Γράφει: «Αυτός ο χρόνος μάς έφερε σωρεία από γυμνούς καί αστέγους. Ένα πλήθος αιχμαλώτων στέκεται μπροστά στή θύρα τού καθενός. Καί ο ξένος καί ο μετανάστης δέν λείπουν. Από παντού βλέπετε τό χέρι πού είναι απλωμένο καί ζητά... Σ’ αυτούς σπίτι είναι η ύπαιθρος. Καταφύγιο οι στοές καί τά σταυροδρόμια καί τά πιό εγκαταλελειμμένα μέρη τής αγοράς... Τά ρούχα τους είναι κουρελιασμένα. Έσοδά τους είναι οι καλές διαθέσεις τών φιλανθρώπων...».

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αντιμετωπίζοντας τίς προφάσεις τών πλουσίων (διαχρονικές, όπως δείχνει η σύγχρονη εμπειρία), έλεγε: «Άς μή βρίσκουμε προφάσεις κι ούτε νά βρίσκουμε σάν δικαιολογία, ότι τάχα η Εκκλησία τής Αντιοχείας είναι πλούσια... Όταν βλέπετε τήν μεγάλη περιουσία της, σκεφθείτε συνάμα τά πλήθη τών πτωχών στούς καταλόγους της, τά πλήθη τών αρρώστων της, τίς περιπτώσεις τών ατέλειωτων εξόδων της...». Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αττικός (5ος αιώνας μ.Χ.) έστειλε στόν πρεσβύτερο τής Νίκαιας Καλλιόπιο τριακόσια χρυσά νομίσματα γιά φιλανθρωπίες, τήν αποστολή τών οποίων συνόδευσε μέ επιστολή, στήν οποία μεταξύ άλλων γράφει: «Δέν αμφιβάλλω ότι θά έχεις στή μέριμνά σου νά τά μοιράσεις σ’ αυτούς πού ντρέπονται νά γυρέψουν κι όχι σ’ αυτούς πού σ’ όλη τους τή ζωή ζητούν νά τρέφονται εις βάρος τών άλλων. Όταν κάνεις ελεημοσύνη, μήν κάνεις διακρίσεις γιά θρησκευτικούς λόγους, αλλά τρέφε τούς πεινασμένους είτε συμφωνούν μέ τίς δικές σου αντιλήψεις είτε όχι».

Τά κείμενα αυτά δείχνουν ότι τά χρήματα τής Εκκλησίας, πέρα από τήν κάλυψη τών δικών της αναγκών, είναι χρήματα πού ανήκουν σέ εκείνους πού έχουν ανάγκη, στό τμήμα τού λαού (χωρίς καμμιάς μορφής διάκριση) πού υποφέρει.  Ο Μακαριώτατος, επίσης, καταγράφει καί τούς τρόπους μέ τούς οποίους αποκτήθηκε η Μοναστηριακή περιουσία, η οποία αποτελεί τό κύριο μέρος τής εκκλησιαστικής περιουσίας. Η περιουσία αυτή δημιουργήθηκε από δωρεές, από τήν εργασία τών μοναχών, «εξ αποταγών τών μοναχών», δηλαδή, από προσωπική περιουσία τους, τήν οποία «αποτάχθηκαν» καί περιήλθε στήν Μονή τους, από αγοραπωλησίες κ.ά. τρόπους.

3. Μέ τήν κατάληψη τών Ελληνικών εδαφών από τούς Τούρκους τά περισσότερα στοιχεία τής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Διοίκησης, πού αφορούσαν τήν περιουσία τής Εκκλησίας, καταστράφηκαν, γι’ αυτό έχουν μεγάλη σημασία τά αντίστοιχα έγγραφα τής Οθωμανικής διοίκησης. Πρέπει νά σημειωθή ότι όλες οι περιουσίες τών κατακτηθέντων περιήλθαν στό Οθωμανικό δημόσιο, εκτός από τίς περιουσίες τών λαών πού έχουν «θεόπεμπτον βιβλίον», όπως οι Χριστιανοί. Ειδικά η Μοναστηριακή περιουσία κηρύχθηκε ιερά καί σεβαστή μέ βάση τόν ιερό μουσουλμανικό νόμο, τόν Αχτιμανέ (τήν πράξη) τού Όρους Σινά πού υπέγραψε ο ίδιος ο Μωάμεθ. Οπότε τά έγγραφα τού Οθωμανικού Κράτους, πού περιγράφουν τήν τότε υφισταμένη κατάσταση είναι πολύ σημαντικά καί έχουν φυσικά καί νομική ισχύ.

Ο Μακαριώτατος παραθέτει βασικά αποσπάσματα από τόν Αχτιμανέ τού Μωάμεθ, αλλά καί αποφάσεις Οθωμανικών δικαστηρίων (πού ονομάζονται χοτζέτι), οι οποίες αφορούν κυρίως Ιερές Μονές τής Βοιωτίας. Αντίστοιχα έγγραφα υπάρχουν γιά όλες τίς περιφέρειες τού Οθωμανικού κράτους πού κατοικούντο από Χριστιανούς.

4. Η Εκκλησία μέ τήν περιουσία πού κατείχε στήριξε ποικιλότροπα τό «δούλο γένος» καί συνεισέφερε πολλά στήν ευόδωση τού αγώνα τής αποτίναξης τού τουρκικού ζυγού. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πρόταση τού μινίστρου (υπουργού) τών Εκκλησιαστικών καί Δημόσιας Εκπαιδεύσεως Ιωσήφ Επίσκοπου Ανδρούσης, ο οποίος λόγω αδυναμίας λήψεως δανείου, στίς 15 Μαρτίου 1822, πρότεινε στόν «Εκλαμπρότατον Πρόεδρο τού Εκτελεστικού», τά ακόλουθα:

«...Επειδή τό έθνος ει μέν έχει τώρα παρά ποτέ τήν μεγίστην ανάγκην καί δείται χρημάτων όσων εις απάντησιν τών δεινών, καί δέν υπάρχουν άλλοθεν δανεισταί, κρίνω συμφέρον καί αναγκαίον καί όσιον τό νά εξαργυρωθώσιν εκ τών ιερών σκευών μερικά, διά τά οποία νά δώση τό Γένος εις τούς πατέρας εθνικάς ομολογίας καί νά λάβη ταύτα τά αργυρά σκεύη, οίον κανδήλας αργυράς, θυμιατήρια, ζώνας, δίσκους, θήκας ιερών λειψάνων καί άλλα όμοια επειδή ταύτα, άν, ό μή γένοιτο, αποτύχη τό Γένος, θέλουσι μείνει τών τυχόντων, ευδοκιμήσαι όμως, δύναται νά αναπληρώση σύν τόκω τό δάνειον...».

Μετά από αυτήν τήν πρόταση τού Ιωσήφ Ανδρούσης, τό Βουλευτικό Σώμα τής Προσωρινής Διοίκησης τής Ελλάδος εξέδωσε θέσπισμα τό οποίο μεταξύ άλλων διελάμβανε: «α. Όλα τά χρυσά καί αργυρά σκεύη τών Μοναστηρίων καί Εκκλησιών, τών κατά πάσαν τήν ελληνικήν επικράτειαν, νά δοθώσιν εις τό εθνικόν ταμείον. β. Τά αυτά σκεύη ή τό αντίτιμον αυτών εξ εθνικών κτημάτων νά αφιερωθώσι πάλιν εις τά Μοναστήρια καί Εκκλησίας, αφ' ών ελήφθησαν, μετά τήν αποκατάστασιν τών πραγμάτων τής Πατρίδος. γ. Εξαιρούνται από τόν αριθμόν τών ειρημένων σκευών αι εικόνες , τά ιερά δισκοπότηρα καί αι λαβίδες ..... ι. Τά ειρημένα σκεύη νά μεταβληθώσιν εις νομίσματα, διά νά επαρκέσωσιν εις τάς μεγίστας τής πατρίδος χρείας».

Μέ τήν πρόταση αυτή τού Επισκόπου Ανδρούσης, πού έγινε δεκτή από τήν Προσωρινή Διοίκηση τής Ελλάδος, συγκεντρώθηκαν οκτακόσιες οκάδες χρυσού καί αργύρου, πού τέθηκαν στήν διάθεση τού Εθνικού Ταμείου, «πρός διατροφήν τών αγωνιζομένων πενήτων, καί κουφίζεσθαι τό δυνατόν τάς φοβεράς ανάγκας τού πολέμου», όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον όμως η εκμετάλλευση τής εκκλησιαστικής περιουσίας από τίς διάφορες κυβερνήσεις τού νέου Ελληνικού Κράτους, η οποία πάντα είχε ως σκοπό «τήν βελτίωσιν τής καταστάσεως τής Εκκλησίας καί τού Κλήρου».

Ο Καποδίστριας στήν Δ' Εθνική Συνέλευση τού Άργους (11 Ιουλίου 1829) συστήνει τό «Γαζοφυλάκιον», δηλαδή, ένα ταμείο στό οποίο θά αποτίθενται «τά επί τών κληροδοσιών καί τά από τών ιερών καταστημάτων (Μοναστηρίων) συλλεγόμενα χρήματα προσδιωρισμένα εξηρημένως εις βελτίωσιν τού Ιερατείου...».

Η Αντιβασιλεία επί Όθωνος γιά νά «πραγματοποιήση» τούς σκοπούς τού «Γαζοφυλακίου» τό καταργεί καί συστήνει τό «Εκκλησιαστικό Ταμείο», από τό οποίο «θέλουσι μισθοδοτείσθαι οι Επίσκοποι τής Επικρατείας καί οι άλλοι κληρικοί...». Τό ταμείο αυτό όμως (μέ διάταγμα τής 25ης Σεπτεμβρίου 1833) περιέλαβε τήν κινητή καί ακίνητη περιουσία 116 έρημων Μοναστηριών καί άλλων 119 πού περιήλθαν στό Κράτος, αφού οι μοναχοί τους εκδιώχθηκαν από αυτά, καθώς καί από τά έσοδα πού επέφερε η βαρύτατη φορολογία στήν οποία υποβλήθηκαν τά υπόλοιπα 226 Μοναστήρια.

Μέ διάταγμα τής 13ης Δεκεμβρίου 1834 ορίζεται Επιτροπή τού Εκκλησιαστικού Ταμείου, τό οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητο ειδικό ταμείο. Όμως μέ διατάγματα τής 1ης Ιανουαρίου 1838 καί κατόπιν τής 29ης Απριλίου 1843, διαλύεται κατ’ αρχήν η Επιτροπή τού Εκκλησιαστικού Ταμείου καί κατόπιν καταργείται καί τό Ταμείο καί τά έσοδα από τά εκκλησιαστικά καταστήματα μεταβαίνουν πλέον «εις τήν επί τών Οικονομικών Γραμματείαν». Έτσι, όπως επισημαίνει ο Μακαριώτατος, «τά εκκλησιαστικά έσοδα ρίχθηκαν στήν χοάνη τού κρατικού κορβανά καί έκτοτε “άκρα τού τάφου σιωπή”».

Αυτή η κατάσταση συνεχίσθηκε μέχρι τό 1909, όταν εμφανίσθηκε στά πολιτικά πράγματα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πού χάραξε μιά νέα εκκλησιαστική πολιτική, η οποία όμως λόγω τού εθνικού διχασμού δέν πραγματοποιήθηκε. Ακολούθησαν αντικανονικές καί αυταρχικές απαλλοτριώσεις, χωρίς νά καταβληθούν ποτέ οι προβλεπόμενες αποζημιώσεις. Μακρύ κατάλογο τέτοιων περιπτώσεων καταχωρεί ο Μακαριώτατος στό παράρτημα τού βιβλίου του.

Ακολουθεί η Σύμβαση Ορθοδόξου Εκκλησίας τής Ελλάδος καί Δημοσίου πού κυρώθηκε στίς 18 Σεπτεμβρίου 1952, σύμφωνα μέ τήν οποία παραχωρήθηκαν στό Δημόσιο, στό 1/3 τής αξίας τους, μεγάλες εκκλησιαστικές καί μοναστηριακές εκτάσεις, γιά νά εισπραχθή τελικώς ως ανταμοιβή η κρατική αχαριστία. Μόνιμο αντιστάθμισμα αυτών τών παραχωρήσεων ήταν η μισθοδοσία τού Κλήρου από τό Κράτος. Καί επειδή η μισθοδοσία τού Κλήρου είναι αποτέλεσμα συμβάσεων, εννοείται ότι η θρυλούμενη κατάργησή του θά συνεπιφέρη τήν λύση τών συμβάσεων καί τήν επιστροφή τών παραχωρηθέντων στήν Εκκλησία.

Τελευταία επιδρομή κατά τής εκκλησιαστικής περιουσίας έγινε μέ τόν νόμο 1700 τού 1987, ο οποίος προσεβλήθη στό Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως νόμος πού παραβιάζει τήν Διεθνή Σύμβαση τής Ρώμης καί τά δικαιώματα ιδιοκτησίας τών Μοναστηριών. Τό Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχθηκε τήν προσφυγή καί έκρινε ότι ο νόμος 1700 παραβιάζει τήν Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων τού ανθρώπου.

5. Θεωρούμε ζωντανή εικόνα τής κρατικής ασυνέπειας, αλλά καί τής ιδιοτέλειας κάποιων τοπικών παραγόντων, τό Επίμετρο τού βιβλίου τού Μακαριωτάτου, όπου καταγράφονται εκτροπές κατά τήν διαδικασία παραχώρησης τής Εκκλησιαστικής καί Μοναστηριακής περιουσίας στό Κράτος.
Ο Μακαριώτατος μέ τό βιβλίο του αυτό έβαλε τίς βάσεις γιά έναν ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στή κρατική καί τήν εκκλησιαστική διοίκηση γιά τήν αξιοποίηση τής Εκκλησιαστικής περιουσίας πού απέμεινε.

Είναι σημαντικό νά ξέρουμε τί έγινε στό παρελθόν, τί υποχρεώσεις υπάρχουν σέ εκκρεμότητα, ώστε νά οικοδομηθή μιά σταθερή καί ειλικρινής σχέση στό μέλλον. Αυτό τό παρελθόν καταγράφει ο Μακαριώτατος, αλλά καί προτείνει γιά τό μέλλον τά ακόλουθα:
«Όπως είδαμε μέχρι τώρα, τό 96% αυτής τής περιουσίας σχεδόν λεηλατήθηκε ή εξυπηρέτησε μερικούς “καταφερτζήδες καί τσαρλατάνους”, πού δυστυχώς καπηλεύτηκαν τά ιερά. Διασώζεται μόνον τό 4% αυτής τής περιουσίας. Λίγο, αλλά πολύ γιά νά σηκώσει αυτήν τήν ώρα τό βάρος καί νά ανακουφίσει τό λαό μας καί τήν πατρίδα μας.

Αυτό τό υπόλοιπο τής περιουσίας μας νά αξιοποιηθεί καταλλήλως, ευπρεπώς καί μέ διαφάνεια. Τά προϊόντα από αυτή τήν αξιοποίηση θά προορίζονται σέ έργα διακονίας καί φροντίδος τών ευπαθών ομάδων τής κοινωνίας μας καί τήν εξυπηρέτηση τού ανθρώπινου προσώπου.
Ως Αρχιεπίσκοπος αυτής τής χώρας, αυτήν, τήν ... πρόταση έχω νά παρουσιάσω».
π.Θ.Α.Β.

  • Προβολές: 1360

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance