Τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνο τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἀναστασίου Κουδουμιανοῦ: «Ἱερόν Φροντιστήριον»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα, στήν Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Κρήτης, κατά τόν Ἑσπερινό γιά τό Τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνο τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Ἀναστασίου Κουδουμιανοῦ (Λεονταρίδη), 11-1-2014.

*


Πανοσιολογιώτατε ἅγιε Καθηγούμενε τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς εὐλογημένης καί ἁγιασμένης Μονῆς, τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου, Κουδουμᾶ.
Τρισάγιο στόν τάφο τοῦ Γέροντος Ἀναστασίου. Θά ἤθελα νά σᾶς εὐχαριστήσω γιά τήν θερμότητα, γιά τά καλά λόγια τά ὁποῖα εἴπατε γιά τό πρόσωπό μου, γιά τό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτελοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, θά ἤθελα νά σᾶς εὐχαριστήσω θερμῶς γιά αὐτήν τήν προσφώνηση πού ἀπευθύνατε μέ τήν ἀγάπη σας στό πρόσωπό μου, πού βεβαίως τό κάνετε κατ’ ἐντολήν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ μεγάλος Θεός καί Σωτήρας τῆς πίστεως ἡμῶν καί κατ’ ἐντολήν τοῦ Ποιμενάρχου σας Μητροπολίτου Γορτύνης καί Ἀρκαδίας κ. Μακαρίου, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβα τήν ἄδεια νά ἔρθω σήμερα καί νά ἐπιτελέσουμε τήν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ καί αὔριο τήν θεία Λειτουργία καί νά ἔχω τήν δυνατότητα νά συλλειτουργήσω μαζί του καί μέσα ἀπό τήν κοινή πίστη καί τήν κοινή ἀγάπη τήν ὁποία ἔχουμε πρός τόν πολυσέβαστο Γέροντα, τόν μακαριστό Γέροντα Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος ἦταν μία ἐξέχουσα φυσιογνωμία μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ἦλθα γιά δεύτερη φορά στόν εὐλογημένο αὐτόν χῶρο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπαράκλητος ἐξωτερικά, ἀλλά ἔχει πολλή παρηγοριά ἐσωτερική καί αὐτό ἄλλωστε αἰσθάνεσθε καί ἐσεῖς πού παραμένετε στόν χῶρο αὐτό καί κρατᾶτε τίς παραδόσεις τῶν Πατέρων μας.

 

Ὅσο μαθαίνουμε τήν ἀνθρώπινη γνώση, τόσο καί στερούμεθα τήν θεία γνώση, δηλαδή στερούμεθα τό νά μαθητεύουμε στά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἐν παραβολαῖς, οὔτε μέ τήν ἀνάλυση τῶν παραβολῶν, ἀλλά μέ τήν γνώση τήν ὁποία ὁ Θεός ξέρει νά στέλνη.


Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη χαρά καί εὐλογία σήμερα πού ἦρθα στήν Ἱερά αὐτήν Μονή. Δέν εἶχα καμία σκέψη νά σᾶς ἀπευθύνω κάποιο λόγο καί εἶπα στόν ἑαυτό μου: θά πάω νά προσκυνήσω καί θά εἶμαι εὐλαβής προσκυνητής τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ χώρου στόν ὁποῖο μόνασαν καί ἁγίασαν ἅγιοι ἄνθρωποι καί θά παραμένω ἐν σιωπῇ. Γιατί ξέρουμε ὅτι πολλές φορές καί ἡ σιωπή εἶναι ὁ ἰσχυρότερος λόγος τόν ὁποῖον μπορεῖ νά ἀπευθύνη κανείς μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν λόγοι πού εἶναι παράφωνοι καί ὑπάρχουν λόγοι πού δέν ἔχουν τίποτε νά ποῦν, εἶναι βερμπαλισμός καί τίποτε περισσότερο, καί ὑπάρχει σιωπή, ἡ ὁποία εἶναι εὔλαλος λόγος καί ὁμιλεῖ μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

Μόλις μοῦ εἴπατε νά πῶ λόγους οἰκοδομῆς καί παρακλήσεως, ἦρθε στόν νοῦ μου ἕνας λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖ τά Μοναστήρια «ἱερά φροντιστήρια». Πράγματι, οἱ Ἱερές Μονές εἶναι «ἱερά φροντιστήρια» τῆς ἐν Χριστῷ καί ἐν πνεύματι ζωῆς, τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Εἶναι φροντιστήρια στά ὁποῖα μαθαίνουμε τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία δέν μποροῦμε νά τήν μάθουμε πουθενά ἀλλοῦ. Βεβαίως, αὐτό γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά τό Μοναστήρι εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο κάνει ἐντατικά φροντιστήρια καί ἐντατική διδασκαλία, προκειμένου νά μᾶς μυσταγωγήση σέ αὐτήν τήν θεία γνώση, αὐτήν τήν κρυφιομύστη σιγή, ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης.

Εἶναι φροντιστήρια πού μᾶς μαθαίνουν τό πῶς νά ζοῦμε κατά Θεόν. Γιατί ἀπό τά μικρά μας χρόνια, οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, ὅσοι ἔχουμε σπουδάσει, ἔχουμε μάθει πολλές ἀνθρώπινες γνώσεις καί γνωρίζουμε πολλές ἐπιστῆμες καί πολλές γνώσεις καί πληροφορίες. Σήμερα μάλιστα ὑπάρχει ἡ δυνατότητα μέ τά μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας καί πληροφόρησης νά μάθουμε πολλά πράγματα γύρω ἀπό τόν κόσμο, τήν γήϊνη πραγματικότητα. Ἀλλά, ὅσο μαθαίνουμε τήν ἀνθρώπινη γνώση, τόσο καί στερούμεθα τήν θεία γνώση, δηλαδή στερούμεθα τό νά μαθητεύουμε στά μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἐν παραβολαῖς, οὔτε μέ τήν ἀνάλυση τῶν παραβολῶν, ἀλλά μέ τήν γνώση τήν ὁποία ὁ Θεός ξέρει νά στέλνη καί νά δίνη στούς ἀνθρώπους ἐκείνους, πού ἔχουν ἀναζήτηση καί δίψα καί θυσιάζουν τά πάντα γιά νά τήν ἀποκτήσουν. Καί αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπέρ τήν ἀνθρωπίνη γνώση. Δέν εἶναι ἡ γνώση τήν ὁποία προσφέρει ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἄλλη ἐπιστήμη τοῦ κόσμου, ἀλλά εἶναι μιά γνώση ἡ ὁποία συνδέεται πολύ στενά μέ τήν θεοπτία καί τήν θεωρία καί αὐτή εἶναι, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής, «ἡ ἄληστη γνώση», ἡ ἀλησμόνητη γνώση, τήν ὁποία προσφέρει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού τοῦ δίνει τήν καρδιά του καί τοῦ δίνει ὅλη του τήν ὕπαρξη. Οἱ Ἱερές Μονές, λοιπόν, εἶναι φροντιστήρια τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος.

Ποιός θά μᾶς μάθη γιά τό ποιός ἦταν ὁ προπτωτικός ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, πρίν τήν πτώση; Ποιός μπορεῖ νά μᾶς μάθη τήν γνώση καί τήν σοφία τοῦ Θεοῦ, γιά τό πῶς θά εἶναι ὁ ἐσχατολογικός ἄνθρωπος στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ποιός μπορεῖ νά μᾶς μυσταγωγήση στήν γνώση τοῦ πῶς λειτουργοῦσαν οἱ ψυχικές καί σωματικές δυνάμεις καί ἐνέργειες στόν ἄνθρωπο μετά τήν δημιουργία του;

Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ ὁρισμός τόν ὁποῖο δίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τόν ἄνθρωπο, ὅτι εἶναι «ζῶον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον». Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, εἶναι ἕνα ὄν τό ὁποῖο ἔχει ζωή καί ἐνταῦθα ἁπλῶς οἰκονομεῖται, δηλαδή ἁπλῶς προσπαθεῖ νά περάση τήν ζωή του καί νά ἱκανοποιήση μερικές βιολογικές ἀνάγκες, ἀλλά ἀλλαχοῦ μεθίσταται, ὁδηγεῖται πρός τόν ἄλλο κόσμο, «τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον», νά φθάση στήν θέωση μέ τήν νεύση, τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νά μᾶς τό μάθη αὐτό; Δέν εἶναι δυνατόν νά μᾶς τό διδάξουν οἱ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τελειώσει μιά ἀκαδημαϊκή σχολή πού βεβαίως καί αὐτή εἶναι ἀπαραίτητη μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτή τήν γνώση τήν μυούμαστε μέσα ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν ἐμπειρική θεολογία, τήν χαρισματική θεολογία, αὐτοί οἱ ὁποῖοι γνώρισαν πραγματικά τόν Θεό καί μποροῦν νά ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό, γιατί αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί θεολόγοι μέσα στήν Ἐκκλησία μας.

 


Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν τό Σάββατο καί σταματοῦσαν ὅλα τά ἔργα τους γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἔτσι κι ἐμεῖς θά πρέπει νά σαββατίζουμε .... νά σαββατίζουμε ἀπό κάθε κοσμικό φρόνημα, νά ἐκδιώκουμε κάθε λογισμό πού δημιουργεῖ καί αὐξάνει καί θεριεύει τά πάθη.

 


Ποιός μπορεῖ νά μᾶς παιδαγωγήση γιά νά καταλάβουμε τό πῶς διαστράφηκαν οἱ ψυχικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση, τό πῶς ἀποκτήσαμε τήν φιλαυτία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ρίζα πάσης ἁμαρτίας; Καί ἀπό τήν φιλαυτία ἐκπορεύεται ἡ φιληδονία, ἡ φιλαργυρία καί ἡ φιλοδοξία, τά μεγάλα αὐτά πάθη τά ὁποῖα βασανίζουν τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Καί ποιός μπορεῖ νά μᾶς μάθη τό πῶς πρέπει αὐτήν τήν ἐσωτερική κατάσταση νά τήν μεταμορφώσουμε, πῶς νά γίνη ἡ μεταμόρφωσή μας ἡ ἐσωτερική;

Ὁπότε, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, θά πρέπει νά παύσουμε νά εἴμαστε φίλαυτοι καί νά γίνουμε φιλόθεοι καί φιλάνθρωποι. Γιατί, ὅποιος εἶναι φίλαυτος, δέν εἶναι φιλόθεος καί φιλάνθρωπος, ἀλλά μισόθεος καί μισάνθρωπος. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού μετατρέπει τήν φιλαυτία σέ ἀγάπη, σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, αὐτός εἶναι ὁ γνήσιος κατά Θεόν ἄνθρωπος.

Ποιός θά μᾶς μάθη τί θά πῆ κατάπαυση ἐν Θεῷ; Ποιός θά μᾶς μάθη τί θά πῆ νά σαββατίζουμε ἐσωτερικά;

Εἶναι πολύ σημαντική ἡ πρός Ἑβραίους ἐπιστολή πού ἔγραψε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέσα ἀπό τήν ὁποία δίνει μιά χριστολογική καί ἐκκλησιολογική ἀνάλυση τῆς πορείας τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καί ὅλων ἐκείνων πού ἔγιναν κατά τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ λαοῦ πρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τό 3ο καί 4ο κεφάλαιο τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς, ὅπως ἀκριβῶς τό ἀναλύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά δῆ ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο καί στήν συνέχεια κατέπαυσε ἀπό πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, καί κάνει λόγο γιά τήν κατάπαυση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο. Καί ἀφοῦ ἀναλύει τό πῶς ἐδόθη ἐντολή στούς Ἰσραηλίτες νά πορευθοῦν στήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιά νά καταπαύσουν καί νά αἰσθανθοῦν ἐσωτερική ἀνάπαυση, στήν συνέχεια στρέφεται στόν νέο λαό τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γιά νά πῆ: Ἐμεῖς εἴμαστε ὁ νέος περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὀρθόδοξος λαός, καί λέγει ὅτι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἰσέλθουμε στήν θεία κατάπαυση καί νά βιώσουμε τόν θεῖο σαββατισμό. Εἶναι πολύ σημαντικό τό ὅτι ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμός τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ». Θά πρέπει ὁ λαός νά σαββατίζη. Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν τό Σάββατο καί σταματοῦσαν ὅλα τά ἔργα τους γιά νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἔτσι κι ἐμεῖς θά πρέπει νά σαββατίζουμε. Εἶναι αὐτό πού εἴπατε, ἅγιε Καθηγούμενε, ἡ ἱερά ἡσυχία, νά σαββατίζουμε ἀπό κάθε κοσμικό φρόνημα, νά ἐκδιώκουμε κάθε λογισμό πού δημιουργεῖ καί αὐξάνει καί θεριεύει τά πάθη.
Ἡ Ἱερά Μονή Κουδουμᾶ στίς ἀκτές τοῦ Λιβυκοῦ Πελάγους. «Ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμός τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ», γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γιά νά ἑρμηνεύση ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής τά περί σαββατισμοῦ, ὅτι ἡ λέξη Σάββατο στήν ἑβραϊκή γλώσσα σημαίνει ἀνάπαυση. Καί ἄν διαβάση κανείς τά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, θά δῆ, λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ὅτι ὑπάρχει ἡ λέξη Σάββατον, ὑπάρχει ἡ λέξη Σάββατα –πληθυντικός– καί ὑπάρχει ἡ φράση Σάββατα Σαββάτων. Καί ἐξηγεῖ θεολογικότατα ὅτι ἡ λέξη Σάββατον σημαίνει ἀνάπαυσις καί εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη. Ἡ λέξη Σάββατα εἶναι μιά ἀνώτερη κατάσταση, πού εἶναι ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἡ νοερά προσευχή. Ἡ φράση Σάββατα Σαββάτων εἶναι τό τρίτο στάδιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ θεωρία, ἡ θεοπτία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀσκητική παράδοση καί αὐτός εἶναι ὁ ἱερός ἡσυχασμός καί ὄχι μόνον ὁ ἱερός ἡσυχασμός, πού εἶναι γιά τούς μοναχούς, ἀλλά ὁ ἡσυχασμός πού εἶναι γιά ὅλους τούς Χριστιανούς, γιατί ἡ πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί ὅλες οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου δέν ἐγράφησαν γιά τούς μοναχούς, δέν ὑπῆρχαν τότε μοναχοί, ἀλλά ἦταν Χριστιανοί, πού εἶχαν ἀγάπη καί φλόγα γιά τόν Θεό καί καιγόταν ἡ καρδιά τους καί διψοῦσε νά γνωρίσουν τόν Θεό.

 

Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπό τήν σοφία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἦταν σοφία λόγῳ μελέτης, ἄν καί μελετοῦσε, ἀλλά ἦταν σοφία ἡ ὁποία προερχόταν μέσα ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του.

 


Ὁπότε, συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά πῆ: «σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν» (Ἑβρ. δ΄, 11). Θά πρέπει νά σπουδάζουμε νά εἰσέλθουμε σέ αὐτήν τήν θεία κατάπαυση καί νά αἰσθανθοῦμε καί ἐμεῖς αὐτήν τήν εἰρήνη μέσα στήν καρδιά μας. Διότι, ὅταν κανείς θεραπεύη τά πάθη του καί μεταμορφώνη τόν ἐσωτερικό του κόσμο, καί ἡ ἀγάπη αὐτή πού στρέφεται πρός τά κτίσματα, στήν συνέχεια στρέφεται πρός τόν Θεό, καί τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς, τό λογιστικό καί τό παθητικό, στρέφεται πρός τόν Θεό, τότε βιώνει μιά ἀδιατάρακτη ἐσωτερική εἰρήνη καί γαλήνη. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἱερά ἡσυχία, ἡ ἐσωτερική νήψη καί προσευχή, ἡ καρδιακή ζωή, ἡ νηφάλιος μέθη, ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Αὐτός εἶναι ὁ θεῖος ἔρωτας καί ἡ ἀγάπη γιά τόν Θεό. Τότε κανείς αἰσθάνεται γιά τόν Θεό ὅτι δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας Θεός πού κατοικεῖ στούς οὐρανούς καί μιά δύναμη πού διέπει τόν κόσμο, ἀλλά εἶναι, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἱερόθεος, πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν, καί καταγράφει αὐτήν τήν διδασκαλία ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί τήν μεταφέρει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ὁ Θεός ἔρως ἐστί καί ἐραστόν καί ὡς ἔρως κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπον καί ὡς ἐραστόν ἑλκύει πρός ἑαυτόν τά τοῦ ἔρωτος δεκτικά». Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἔρως, καί συγχρόνως εἶναι καί ἐραστόν καί ἀγαπητόν καί ὡς ἔρωτας ἔχει τήν ἐνέργεια, κινεῖται, ἀλλά συγχρόνως καί ἑλκύει –εἶναι ἐραστόν– αὐτούς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀγαπητοί καί δεκτικοί τοῦ ἔρωτος.

Φροντιστήριον ἱερόν, λοιπόν, εἶναι ἡ Ἱερά αὐτή Μονή, ἅγιε Καθηγούμενε, μέσα στήν ὁποία ὑπάρχουν μαθητές καί διδάσκαλοι καί μάλιστα ὑπῆρξαν μαθηταί καί διδάσκαλοι καί ὑπάρχουν. Δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη σχολεῖο, ἄν δέν ἔχη μαθητές καί δασκάλους. Δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη ἱερό φροντιστήριο, ἐάν δέν ὑπάρχουν μαθητές καί δάσκαλοι. Καί ἐσεῖς εἶστε μαθητές ἐδῶ καί παραμένετε ἐδῶ παρά τό ὅτι εἴχατε τήν δυνατότητα νά ἀκολουθήσετε μιά ἄλλη ζωή ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καί ὅμως ἤρθατε στό μέρος αὐτό, στόν ἐξωτερικά ἀπαράκλητο τόπο, ἀλλά πού ἔχει πολλές παρηγοριές ἐσωτερικές καί αὐτές εἶναι θεῖες παρηγοριές. Ὅποιος ἔχει αἰσθήσεις τίς καταλαβαίνει.

Σᾶς θαυμάζω, σᾶς χαίρομαι καί προσεύχομαι γιά σᾶς. Εἶσθε μαθητές γιά νά μυηθῆτε στήν παράδοση τῶν πατέρων πού ἔζησαν ἐδῶ καί ἔχετε τίς εὐχές καί τίς προσευχές τους. Καί, βεβαίως, ἔχετε τίς εὐχές καί προσευχές τοῦ πρόσφατα κοιμηθέντος ἁγίου Γέροντος Ἀναστασίου, ὁ ὁποῖος ἦταν μεγάλος διδάσκαλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά γνωρίσω πολλούς πνευματικούς Πατέρες καί ἁγίους Γέροντες, ἀπό τά μικρά μου χρόνια, ὅταν 4-5 χρονῶν μέ πῆρε ἡ εὐλαβής μητέρα μου καί μέ πῆγε στό νοσοκομεῖο γιά νά δοῦμε κάποιον μοναχό πού ἦταν ἄρρωστος. Ἐκεῖνος μέ εὐλόγησε καί μοῦ εἶπε: «Παιδί μου, νά λές συνέχεια τήν εὐχή "Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με" καί νά μήν τήν λές μιά φορά μόνον, ἀλλά πολλές φορές, γιατί μέ μιά "χαψιά", μέ μιά μπουκιά δηλαδή, δέν χορταίνει ὁ ἄνθρωπος. Μέ μιά φορά πού θά προσευχηθῆ δέν χορταίνει». Καί ἀπό τότε ἀγάπησα τήν προσευχή. Καί ἀργότερα γνώρισα ἀσκητές στό Ἅγιον Ὄρος, εἶχα ἐπικοινωνία μέ πολλούς ἀσκητές, ὅπως τόν π. Παΐσιο, τόν π. Ἐφραίμ Κατουνακιώτη, τόν π. Ἐφραίμ τόν Φιλοθεΐτη, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη καί ἄλλους Πατέρες. Στό τέλος μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά γνωρίσω τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ γιά πολλά χρόνια καί νά ἔχω ἀπό ἐκεῖνον καθοδήγηση καί τώρα τά τελευταῖα χρόνια νά γνωρίσω τόν Γέροντα Ἀναστάσιο, καί εἶδα ὅτι εἶναι ἰσοστάσιος ὅλων αὐτῶν τῶν ἁγίων καί μεγάλων Πατέρων.

Πολλές φορές αἰσθανόμουν ἔκπληξη ἀκούγοντας τά λόγια του, εἴτε διά τοῦ τηλεφώνου εἴτε προσωπικά πού ἦρθα καί συζήτησα μαζί του ἤ διά μέσου τοῦ π. Ἀντωνίου, πού μοῦ μετέφερε μέ μηνύματα τούς λόγους του. Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπό τήν σοφία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἦταν σοφία λόγῳ μελέτης, ἄν καί μελετοῦσε, ἀλλά ἦταν σοφία ἡ ὁποία προερχόταν μέσα ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα στό νοσοκομεῖο κάποια στιγμή, ἄρχισε νά μοῦ λέη διάφορα χωρία, ἐνῶ πονοῦσε, καί τοῦ εἶπα: «Μά, πῶς τά θυμᾶστε ὅλα αὐτά»; Καί τότε θυμήθηκα κάτι πού μοῦ εἶπε ἕνας ἁγιορείτης Γέροντας: Ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη κοινή ζωή μέ τούς ἁγίους, καί ἕναν λόγο νά ἀκούση, τότε ἀμέσως τόν θυμᾶται γιατί δέν ὑπάρχει μόνον ἡ ἐγκεφαλική μνήμη, ἡ ὁποία ἔχει αὐξομειώσεις καί ὅσο περνοῦν τά χρόνια αὐτή ἡ μνήμη ἴσως ἐξασθενεῖ. Πέρα ἀπό τήν ἐγκεφαλική μνήμη καί πέρα ἀπό τήν κυτταρική μνήμη –γιατί κάθε κύτταρο ἔχει τήν δική του μνήμη, στό σῶμα– ὑπάρχει καί ἡ καρδιακή μνήμη, ἡ μνήμη τῆς καρδιᾶς. Καί ἡ καρδιά εἶναι αὐτός ὁ χῶρος πού ἀποκαλύπτεται μέ τήν ἐν Χάριτι ἄσκηση, καί μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ Θεός τό θέλημά Του. Καί τότε θυμᾶται, γίνεται συγγενής τῶν ἁγίων. Ἔχει τήν ἴδια ζωή, τήν ἴδια παράδοση, ἔχει τήν ἴδια γνώση, ἔχει τήν ἴδια πείρα καί ἕνας λόγος τῶν ἁγίων ἀμέσως ἐνεργοποιεῖται σέ πνευματικη διάθεση καί καρδιακή ζωή.

Εἶναι ἰσοστάσιος καί ἐφάμιλλος τῶν μεγάλων Πατέρων ὁ Γέροντας Ἀναστάσιος. Μοῦ ἔκαναν πολύ μεγάλη ἐντύπωση τά λόγια πού εἶπε τήν τελευταία φορά πού τόν ἐπισκέφθηκα στό νοσοκομεῖο. Καί μπορῶ νά σᾶς πῶ ἐπισήμως ὅτι μεταφράσθηκε στήν ρουμανική γλώσσα αὐτό τό κείμενο πού ἔγραψα γιά ἐκεῖνον, καί κυρίως τά λόγια τά ὁποῖα μοῦ εἶπε ἀπό τό κρεββάτι τοῦ πόνου. Καί πρίν 2-3 ἡμέρες τό ἀνήρτησαν στό διαδίκτυο στήν ρουμανική γλώσσα καί προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Καί μοῦ ἔστειλαν γράμμα ἀπό ἕνα Μοναστήρι τῆς Ρουμανίας καί μοῦ εἶπαν: «Θαυμάσαμε τόν ἅγιο Γέροντα Ἀναστάσιο γιά τήν πείρα, γιά τά λόγια τά ὁποῖα ἔλεγε κατά τήν διάρκεια τοῦ πόνου του καί τῶν δυσκολιῶν, γιατί ἦταν ἔκφραση ζωῆς».

Καί εἶναι γνωστόν ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη μιά δυσκολία, ὅταν φθάνη, θά λέγαμε, σέ ἕνα ὁριακό σημεῖο τῆς ζωῆς του, μεταξύ ζωῆς καί θανάτου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος περνᾶ μέσα ἀπό μεγάλη δυσκολία, τότε ξεχνᾶ τί ἀκριβῶς ἔμαθε, ἀλλά βγαίνει ὅλη ἡ προσωπικότητά του, ὅλη ἡ καρδιακή του ζωή.  Αἰσθάνθηκα, ὅταν τόν ἐπισκέφθηκα στό νοσοκομεῖο, ὅτι βγῆκε μέσα ἀπό τόν ἑαυτό του ὁ ἀσκητής Ἀναστάσιος, ὁ ἐρημίτης Ἀναστάσιος, ὁ κοινοβιάρχης Ἀναστάσιος, ὁ προσευχόμενος Ἀναστάσιος, ὅλη αὐτή ἡ πείρα τήν ὁποία εἶχε μέσα του καί τήν γνώση τήν ἔβγαλε ὡς προσφορά πρός τόν Θεό καί στούς ἀδελφούς, σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Αἰσθάνομαι πολύ μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό πού τόν γνώρισα. Δέν σᾶς ἔκανα καμιά χάρη πού ἦρθα ἐδῶ στό Μοναστήρι, ἀλλ' ἐγώ αἰσθάνομαι ὅτι θά λάβω χάρη καί εὐλογία, ὅπως τήν εἶχα ἀπό τόν Γέροντα Ἀναστάσιο.

Καί εὔχομαι μέ ὅλη μου τήν καρδιά ὁ Θεός νά σᾶς ἐνισχύη στό ἔργο σας καί στήν διακονία σας, νά σᾶς δώση μεγάλη παράκληση καί οἱ πατέρες καί οἱ ἅγιοι τοῦ τόπου αὐτοῦ καί ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν ὁσίων, Γέροντας Ἀναστάσιος, ὁ ὁποῖος, ζώντας ἐδῶ στήν ζωή τόν θεῖο σαββατισμό καί ζώντας ἐδῶ τήν θεία κατάπαυση, ἤδη εἰσῆλθε εἰς τήν ἄκτιστη θεία Λειτουργία καί στόν ἄκτιστο ναό. Γιατί ἐκτός ἀπό τόν Ναό πού τόν βλέπουμε τώρα, πού εἶναι κτιστός, πού ἔχει οἰκοδομηθῆ, καί ἐκτός ἀπό τήν θεία Λειτουργία πού τελεῖται μέσα στόν Ναό, μέ λόγια καί μέ σύμβολα, τά ὁποῖα ἐμεῖς ἐκφράζουμε, ὑπάρχει ὁ ἄκτιστος ναός καί ἡ ἄκτιστη θεία Λειτουργία, ἡ Λειτουργία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἐκεῖνος βρίσκεται καί ἐκεῖ συμμετέχει σέ αὐτήν τήν θεία Λειτουργία καί τόν παρακαλοῦμε μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς καρδιᾶς μας νά προσεύχεται γιά μᾶς, νά μᾶς δίνη ὁ Θεός δύναμη νά ζοῦμε αὐτήν τήν δική του παράδοση, πού εἶναι παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς κάποτε νά εἰσέλθουμε στήν θεία κατάπαυση καί στόν θεῖο σαββατισμό, πού εἶναι «ἡ ἀπέραντη ἡδονή τῶν καθορώντων τοῦ προσώπου τό κάλλος τό ἄρρητον», πού εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Εὐχαριστῶ γιά τήν φιλοξενία καί εὔχομαι ὁ Θεός διά πρεσβειῶν τοῦ Γέροντος Ἀναστασίου νά μᾶς ἐνισχύη στήν προσωπική καί ἐκκλησιαστική μας ζωή. Ἀμήν.

  • Προβολές: 1924

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance