Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Ἐμμανουήλ: Ὁ ἅγιος Καλλίνικος, ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ

Ὁμιλία Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Ἐμμανουήλ κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Καλλινίκου Ἐδέσσης εἰς τόν Ἱερὸν Μητροπολιτικόν Ναόν Ἁγίας Σκέπης Ἐδέσσης, 15 Ὀκτωβρίου 2021.

 

Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Ἐμμανουήλ: Ὁ ἅγιος Καλλίνικος, ὁ φίλος τοῦ ΧριστοῦΣυνήλθαμε σήμερα ἐδῶ, στόν Ἱερό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Σκέπης τοῦ κόσμου, σέ αὐτόν τόν Μητροπολιτικό Ναό τῆς πόλεως Ἐδέσσης καί ὁλόκληρης τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, γιά νά δοξάσουμε τόν Θεό γιά τόν ἅγιο θεράποντά Του, τόν ἅγιο Καλλίνικο, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Θεοσώστου αὐτῆς Παροικίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, μέ ἀφορμή τήν πρώτη ἐπέτειο τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων του, ἐκπροσωπώντας τόν Παναγιώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαῖο, κατόπιν τῆς εὐγενοῦς προσκλήσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κυρίου Ἰωήλ.

Μεταφέρουμε, ὅπως εἶναι φυσικό, τίς εὐχές τοῦ Αὐθέντη καί Δεσπότη μας κυρίου Βαρθολομαίου, πρωτίστως πρός τόν ἐκλεκτό Ποιμενάρχη τῆς Θεοσώστου αὐτῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, πού ἔχει ὑμνήσει τόν Προκάτοχό του ἅγιο Καλλίνικο καί πλείστους ἄλλους ἁγίους «ἐν ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς», μέ τό μεγάλο χάρισμα πού δόθηκε σέ αὐτόν ἀπό τόν Δωρεοδότη Θεό, ὁ ὁποῖος καί ὑπέβαλε τήν πρόταση τῆς ἁγιοκατατάξεώς του στήν Ἐκκλησία.

Ἐπιπλέον, μεταφέρουμε τίς εὐχές τοῦ Πατριάρχη μας πρός τούς εὐσεβεῖς ἄρχοντες καί τόν φιλόχριστο λαό τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως, προκειμένου καί αὐτοί, ἔχοντας ἐκκλησιαστικό φρόνημα, νά πορεύονται τό δρόμο τῆς ζωῆς τους μέ εἰρήνη καί ὁμόνοια πρός ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τους.

Κεντρικά πρόσωπα, ὅμως, στή σημερινή ἑόρτια Θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καί ὁ φίλος Του ἅγιος Καλλίνικος, κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Ἀποστόλους Του: «ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰω. ιε΄, 14).

Φίλος τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, πού εἶναι μία ἀπό τίς Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν Ἑλλάδα, ἀλλά βέβαια καί φίλος τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων, ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ἀλλά καί φίλος αὐτῶν πού διοικοῦν τόν Οἰκουμενικό Θρόνο, γι’ αὐτό καί συνέδεε ὄντως τό ὀρθόδοξο φρόνημα μέ τήν ἐκκλησιολογική συνείδηση καί τή φιλοκαλική ζωή. Αὐτῆς τῆς ποιότητας καί αὐτοῦ τοῦ μεγέθους ἄνδρας ἀνεδείχθη ὁ ἐν ἁγίοις πατήρ ἡμῶν Καλλίνικος, ὄντας καλλίνικος καί στό ὄνομα καί στόν τρόπο τῆς ζωῆς του.

Γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στά Σιταράλωνα τῆς Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, ἔζησε ἀπό νεότητος μέσα στήν Ἐκκλησία καί στή λατρεία της, ἔχοντας ὡς δάσκαλό του τόν παπποῦ του, ἱερέα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος συνδεόταν μέ Ἀθωνίτες πατέρες, γι’ αὐτό καί «ἀπό φυλακῆς πρωΐας» συμμετεῖχε στίς ἀκολουθίες τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἔχοντας ταυτόχρονα ὡς ὑπόδειγμα φιλοκαλικῆς ἀσκήσεως τήν εὐλαβέστατη γιαγιά του Σπυριδούλα, μιά ἀληθινή ἀσκήτρια.

Ἦταν ἔτσι «αἷμα μέν γονέων εὐσεβῶν, θρέμμα δέ ἱερέων εὐλαβῶν, κτῆμα δέ τῷ Θεῶ», κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἔχοντας μάθει «τά ἱερά γράμματα» (Β΄ Τιμ. γ΄, 15) συνδύαζε ἀπό τήν παιδική ἡλικία τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν φιλοκαλική ἁγιορειτική ἄσκηση καί ἀπέκτησε ὀρθόδοξη βιοτή, καθώς δέν εἶχαν εἰσέλθει στό χωριό του οἱ ξενόφερτοι τρόποι κατήχησης πού προέρχονται ἀπό τή Δύση.

Ἀλλά καί ἡ μετέπειτα ζωή του στήν Ἐκκλησία ὑπῆρξε ἄξια τῆς προγενέστερης ἀνατροφῆς του. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε ἀπό τή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἔχοντας ἐντρυφήσει ἰδιαίτερα στά μαθήματα τῆς Πατρολογίας, τῆς ἁγιολογίας καί τῆς ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν, τῆς λειτουργικῆς καί ὁμιλητικῆς, χρησιμοποίησε τίς γνώσεις αὐτές στή διακονία του στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου.

Τό πλέον σημαντικό τῆς πορείας του στήν Ἐκκλησία, τό ὁποῖο συνιστᾶ τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα καί ἦθος, εἶναι ὅτι ζοῦσε ἀταλάντευτα μέσα στόν ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας ὡς Γέροντά του τόν τότε ἀξιοσέβαστο καί ἐμπνευσμένο Μητροπολίτη Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κυρό Ἱερόθεο, στόν ὁποῖο ὑπάκουε σέ ὅλα, ἐξασκούμενος ἔτσι στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα ἀκολουθώντας τήν ἐκκλησιαστική καί ἀσκητική παράδοση πού εἶχε κληρονομήσει ὡς αὐτόπτης καί αὐτήκοος ἀπό τόν εὐλογημένο παπποῦ του Ἀθανάσιο, τόν ἱερέα πού μυοῦνταν στά ὅσα γίνονταν καί τελοῦνταν στό Ἅγιο Ὄρος.

Ἔτσι, ὁ φίλος του Θεοῦ Καλλίνικος συνδύαζε ἁρμονικώτατα τή θεολογία μέ τήν πράξη, τή διοίκηση μέ τήν ποιμαντική, τό κήρυγμα μέ τήν ἀσκητική, τή φιλοθεΐα μέ τήν φιλανθρωπία, τή φλογερή διακονία μέ τήν κατ’ ἰδίαν προσευχή.

Ἔμοιαζε σέ ὅλα μέ τόν συντοπίτη του ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε πολύ καί γιά τόν ὁποῖο μιλοῦσε μέ χαρά, ἀναφέροντας ἐπανειλημμένα ἀποσπάσματα τῶν διδαχῶν του κατά τίς ὁμιλίες του καί κατά τήν καθημερινή συναναστροφή του μέ Κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς.

Μέ αὐτόν τόν τρόπο, δέν ἔμοιαζε καθόλου μέ ἰδιόμορφους λεγόμενους «αὐτο-χειροτόνητους θεολόγους», δηλαδή ἱεροκήρυκες καί κατηχητές, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν σοβαρά προβλήματα στόν Θεανθρώπινο ὀργανισμό. Ὁ μακάριος αὐτός ἄνδρας γεννήθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία, ἔζησε μέσα στήν Ἐκκλησία καί κοιμήθηκε μέσα στήν Ἐκκλησία, διακονώντας παντοῦ καί πάντοτε μέ ἀξιοθαύμαστη ἰσορροπία καί νηφαλιότητα τόν εὐλογημένο λαό τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο ἐποίμανε μέ ἐπιστήμη ὄχι τυχαία.

Ἄν καί ὡς Ἀρχιερέας ἐκλέχθηκε ἀπό Ἀριστίνδην Σύνοδο καί σέ δύσκολους καιρούς καί περιστάσεις, «οὐδέ διώξας τήν τιμήν, ἀλλ’ ὑπό τῆς τιμῆς διωχθείς» (ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος), ἀγαποῦσε πολύ τήν Ἐκκλησία, σεβόταν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν Βασιλεύουσα Πόλη, τήν περιφανῆ Νέα Ρώμη, τηροῦσε τά κανονικά θέσμια πού καταρτίσθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἔχοντας ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ὀρθόδοξη συνείδηση καί ἀγωγή, γι’ αὐτό καί τόν τιμοῦσαν ὅλοι, τόσο οἱ τῆς λεγόμενης Πρεσβυτέρας ὅσο καί οἱ τῆς λεγόμενης Νεωτέρας Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἀληθῆ Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ πού δέν εἶχε τίποτε τό ξενόφερτο καί νεωτερικό κατά τήν ἐξάσκηση τῶν διοικητικῶν καί ποιμαντικῶν του καθηκόντων.

Κατά τήν Θεία Λειτουργία πάντοτε μνημόνευε τούς ἀοίδιμους Πατριάρχες καί Αὐτοκράτορες τῆς τοῦ Κωνσταντίνου Πόλεως, πού ὀνομάστηκε καί Βασιλεύουσα, καί μέ δάκρυα θυμόταν τή μαρτυρική θυσία τῶν Προκαθημένων καί τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Πρωτοθρόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως δέ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄, ἐνθυμούμενος μέ δάκρυα στά μάτια τό «σχοινίον» τοῦ Πατριάρχου.

Ὁ κατά πνεῦμα υἱός του, Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, πού γνώρισε ἐπί εἰκοσαετία ὁλόκληρη τόν βίο καί τήν πολιτεία του, ἀπό τό Ἀγρίνιο τῆς Αἰτωλοακαρνανίας ἕως καί τήν Ἔδεσσα, κατέγραψε, μέ ὅλη τή δύναμή του, τόν βίο καί τήν πολιτεία του, «τήν προκοπήν του ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ καί τήν εὐταξίαν τῶν Ἐκκλησιῶν». Ἀλλά καί ὁ Μητροπολίτης τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως κ. Ἰωήλ, πού ἀξιώθηκε νά καταστῆ διάδοχός του, μαρτυρεῖ γιά αὐτόν, ἀφοῦ χειροτονήθηκε ἀπό αὐτόν καί γνώρισε τόν θεοφιλῆ του βίο. Καί πάρα πολλοί ἀπό ἐσᾶς γνωρίσατε τόν θεοφιλῆ καί ἅγιο αὐτό Ἐπίσκοπο, ὥστε νά μπορεῖτε νά ἐπιβεβαιώσετε: «ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα.. ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν» (Α΄Ἰω. α΄1-2).

Εἴδατε ὄντως καί ἀκούσατε γιά τή ζωή του, γιά τό σωστικό του κήρυγμα, γιά τήν θεοποιό του ἀγάπη, γιά τήν εὐχαριστιακή ζωή του• γευθήκατε τόν κόπο, τήν ὑπομονή, τήν ἀφιλαργυρία καί τήν ἀνεξικακία του, τήν δυνατή προσευχή του, μέ τήν ὁποία ἐξεδίωκε ἀκόμη καί δαιμόνια ἀπό τούς ἀνθρώπους, καί πραγματοποιοῦσε πολλές θαυματουργικές ἐπεμβάσεις καί ὅσο ζοῦσε καί μετά τήν κοίμησή του.

Καί ἡ δική σας μαρτυρία, ἀγαπητοί Χριστιανοί τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως, συνιστᾶ τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, τήν ὁποία βεβαίωσε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης σας κ. Ἰωήλ καί ἐκτίμησε δεόντως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ ἀπόφασή του καί κατέταξε αὐτόν τόν εὐλαβῆ καί ἐνάρετο Μητροπολίτη στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά τιμᾶται ἀπό ὅλους κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου, οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη• οὐδέ καίουσι λύχνον καί τιθέασιν αὐτόν ὑπό τόν μόδιον, ἀλλ’ ἐπί τήν λυχνίαν, καί λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. ε΄, 15).

Φῶς τοῦ κόσμου εἶναι οἱ ἅγιοι, οἱ φίλοι του Μεγάλου Φωτός. Λυχνία εἶναι τό ἔνδοξο Φανάρι, δηλαδή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, λύχνος εἶναι ὁ ἐν ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Καλλίνικος, οἰκία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, καί αὐτοί πού βλέπουν τό φῶς εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πού ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία.

Νά δοξάζετε, λοιπόν τόν Θεόν, ἀγαπητοί Κληρικοί, μοναχοί καί Χριστιανοί, ἐσεῖς πού παροικεῖτε σέ αὐτήν τήν πόλη καί σέ αὐτήν τήν ἐπαρχία καί ἐσεῖς πού ἤλθατε ἀπό μακριά γιά νά συνεορτάσετε, «τόν δόντα τοιαύτην ἐξουσίαν τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. θ΄, 8), νά τιμᾶτε τούς ἀγίους Του, τούς ἐκλεκτούς φίλους Του, καί νά ἀγαπᾶτε τήν Μητέρα σας Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο τιμᾶ καί δοξάζει τούς ἐκλεκτούς φίλους τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπικαλούμαστε τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου, ἀδελφοί ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, ὑπέρ ὑγείας καί μακροημερεύσεως τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου καί τῆς Μητρός Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἡ ὁποία θυσίασε καί θυσιάζει τό «εἶναι» της γιά τίς Ἐπαρχίες της ἐν Ἑλλάδι καί ἁπανταχοῦ, ἀλλά καί ὑπέρ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου, ὡς Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ ἅγιος Καλλίνικος, «ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ μητροπολίτης», ὅπως εἶπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τόν φίλο του Μέγα Βασίλειο, μᾶς βλέπει σήμερα νά ἔχουμε συναθροισθῆ «ἐν Ἐκκλησίᾳ πολλῇ», σέ αὐτόν τόν Ἱερό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Σκέπης τοῦ κόσμου, γι’ αὐτό καί τόν ἱκετεύουμε: «Ἆρον κύκλῳ τούς ὀφθαλμούς σου καί ἴδε ἐπισυναγμένα τά τέκνα σου, ὅν τρόπον ἐπόθεις» καί πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν εἰς τόν τῆς Ἐκκλησίας Δομήτορα, ἵνα πορευώμεθα ἐν εἰρήνῃ τόν δόλιχον τῆς διακονίας ἡμῶν πρός δόξαν Θεοῦ καί ἔπαινον τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ.

«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί• ἀμήν». (Γαλ. στ΄, 18).

  • Προβολές: 352