Κύριο θέμα: Εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου

Αναρίθμητα είναι τα δεδομένα που μάς βομβαρδίζουν, ιδίως από την στιγμή που τα ΜΜΕ έγιναν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας, «ανεβάζοντας στην σκηνή» ένα συνεχές «σήριαλ» με θεατή την κοινή γνώμη, θέμα τα αναρίθμητα προβλήματα και ψευδοπροβλήματα και με κριτήριο την τηλεθέαση.

Όντως πολλά είναι τα προβλήματα που μαστίζουν τις μεταπτωτικές κοινωνίες. Παρατηρούμε όμως ότι μεγεθύνονται τα ψευδοπροβλήματα του ανθρώπου και των κοινωνιών, ενώ αντίθετα παραθεωρούνται τα πραγματικά προβλήματα. Αυτό είναι αναμενόμενο, διότι δεν προσφέρονται κριτήρια στον λαό, και διότι ο άνθρωπος διαθέτει φθαρμένο το αντιληπτικό του όργανο, σύμφωνα με την σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως την παρουσιάζει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο «Συμβουλευτικόν Εγχειρήδιον». Υπάρχουν δέ περιπτώσεις που η αναστροφή της αξιολόγησης και ιεράρχησης των προβλημάτων γίνεται επί τούτου.

Έναντι των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Εκκλησιαστική ναύς ή έναντι των ψευδοπροβλημάτων που παρουσιάζει «ο θαυμαστός κόσμος των μίντια», η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (Δ.Ι.Σ.) λαμβάνει κατά καιρούς υπεύθυνη και τεκμηριωμένη θέση, ώστε να διαλύωνται όσο το δυνατόν τα νέφη της συγχύσεως και να κοπάζουν τα κύματα της απιστίας που ψυχραίνουν την πίστη των πολλών.

Γιά τον σκοπό αυτό συντάσση κατά καιρούς εγκυκλίους για τον λαό ή τούς Κληρικούς, εκδίδει δελτία τύπου, δημοσιεύει ανακοινωθέντα.

Τόν τελευταίο μήνα εξαπέστειλε Εγκυκλίους, που αντιμετωπίζουν σημαντικά εκκλησιαστικά ζητήματα, όπως τα σκάνδαλα που εμπλέκουν Κληρικούς και την εν αγνοία «Ευχαριστιακή Κοινωνία» με τούς ετεροδόξους.

Κρίναμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε τις Εγκυκλίους αυτές της Ιεράς Συνόδου, οι οποίες απευθύνονται στούς Σεβ. Μητροπολίτας ή διά αυτών στούς Κληρικούς των Ι. Μητροπόλεων, ώστε να ενημερωθούν οι αναγνώστες και γι’ αυτά καθ’ εαυτά τα προβλήματα αλλά και για το έργο της Δ.Ι.Σ.

Η πρώτη Εγκύκλιος (2369/2-7-2002) αφορά τούς «επιλήσμονας του ύψους της Ιερωσύνης» Κληρικούς, και απευθύνεται στούς Σεβ. Μητροπολίτας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ίνα «υπομνήση Αυτοίς τα υπό των Ιερών Κανόνων οριζόμενα και αφορώντα εις την είσοδον νέων εις τάξεις της Ιερωσύνης». Κατ’ αρχάς υπογραμμίζεται η εισαγωγική ομολογία του Ιερέως πρό της αγίας Αναφοράς: «"ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν" τώ Βασιλεί της δόξης. Καί αφού επισημαίνεται η αντινομία που μερικές φορές παρατηρείται μεταξύ του ορισμού των αγίων Πατέρων «μηδένα του θείου βαθμού της ιερωσύνης καταξιούσθαι δίχα πολλής ερεύνης και ακριβούς εξετάσεως ίνα μή υπό αναξίων τα θειότατα τελεσιουργώνται» και των περιπτώσεων Κληρικών που γίνονται «πρόξενοι κακοπραγίας εις εκκλησιαστικάς υποθέσεις και σκανδαλισμού των πιστών», υπενθυμίζονται πέντε ασφαλιστικές προϋποθέσεις:

  1. «Η μετά μεγίστης προσοχής εξέτασις του προτέρου βίου, εκάστου υποψηφίου Κληρικού πρό της χειροτονίας αυτού και η έρευνα εις "τα βάθη της καρδίας αυτού", ως και η "παρ’ άλλων αξιοπίστων ανδρών" πληροφορία, των ειδότων την αυτού πολιτείαν.
  2. Η περί του υποψηφίου Κληρικού αξιολογική κρίσις του Ποιμενάρχου της ιδιαιτέρας αυτού Πατρίδος, εις περίπτωσιν καθ’ ήν ούτος θέλει χειροτονηθή εις ετέραν Ιεράν Μητρόπολιν.
  3. Η ενημέρωσις υμών, περί του υποψηφίου Κληρικού, εκ της Ιερατικής Σχολής, εξ ής ενδεχομένως απεφοίτησεν, διά το ήθος, την συμπεριφοράν και την εν γένει πρόοδον αυτού.
  4. Η υπογραφή κανονικής συμμαρτυρίας υπό ευσεβούς, εμπείρου, εναρέτου και δεδοκιμασμένου πνευματικού πατρός, όστις δέον όπως γιγνώσκη από πολλού χρόνου τον υποψήφιον και παρακολουθή ενδελεχώς την αυτού συμπεριφοράν.
  5. Η υποχρεωτική τήρησις και εφαρμογή τούτο μέν της αναφερομένης εις το όριον της ηλικίας διά τάς χειροτονίας νέων Κληρικών Αποφάσεως Αυτής (της Συνόδου)...».

Εν συνεχεία η Εγκύκλιος αναφέρει τα προσόντα του Κληρικού όπως τα καταγράφει ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του Τιμόθεο, και υπενθυμίζει το καθήκον των πνευματικών να συμβουλεύουν και να στηρίζουν τούς νέους Κληρικούς.

Καί η Εγκύκλιος καταλήγει: «Ο ευσεβής και πιστός λαός τρέφει χρηστάς ελπίδας διά την Εκκλησίαν του. Ουδείς εξ ημών έχει το δικαίωμα να αμαυρώση αυτάς τάς ελπίδας και να σπιλώση την Αγίαν Εκκλησίαν. Σκότια κέντρα ασφαλώς επιχαίρουν με την δυσάρεστον ταύτην κατάστασιν και παρασκηνιακώς ενθαρρύνουν την προβολήν σκανδάλων ή δήθεν σκανδάλων και επιθυμούν διά του τρόπου τούτου να μειώσουν το υψηλόν κύρος της Εκκλησίας...».

Γιά το ίδιο θέμα η Ιερά Σύνοδος εξαπέστειλε Εγκύκλιο και προς τούς Κληρικούς διά μέσω των κατά τόπους Σεβ. Μητροπολιτών.

Στήν Εγκύκλιο σημειώνεται κατ’ αρχάς η αφορμή αποστολής της, που είναι τα θλιβερά γεγονότα της επικαιρότητος που αναφέρονται δυσμενώς σε Κληρικούς όλων των βαθμίδων.

Εν συνεχεία διατυπώνεται η εκκλησιολογία, όπου φαίνεται και η αξία και το μέγεθος αλλά και η ευθύνη του υπουργήματος της Ιερωσύνης. Έτσι γίνεται φανερή και πάλι η παρατηρούμενη μερική αντινομία μεταξύ της αξίας του Κληρικού και της πραγματικότητος: «Αλλ’ όμως, αδελφοί μας, αντί αυτών των μεγάλων και αιωνίων διδαγμάτων της αποκεκαλυμμένης κοσμοσωτήριας πίστεώς μας, που αφορούν στή δική μας αποστολή ως ποιμένων της Εκκλησίας του Χριστού, διαπιστώνομε με μεγάλη θλίψη όλα όσα καταγγέλλονται, λέγονται ή φημολογούνται, ψευδώς ή αληθώς, εναντίον του Ιερού Κλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, και μάλιστα σε τέτοιο τρομακτικό βαθμό. Εάν όλα αυτά είναι αληθινά, τότε "γεγόναμεν σκηνή τραγωδίας", κατά τον Μέγα Φώτιο, και "περίλυπός εστιν η ψυχή ημών έως θανάτου" (Ματθ. κς' 38). Η φρικτή αυτή εικόνα επιβεβαιώνει ότι είμεθα και εμείς ένα τμήμα της κοινωνίας μας, η οποία διέρχεται από μία ισχυροτάτη κρίση σε όλα τα επίπεδα. Δέν έπρεπε όμως σε μάς να συμβαίνη έτσι, αφού "το πολίτευμα ημών, εν Ουρανοίς υπάρχει" (Φιλ. γ', 20). Πόσον αντιφατικόν είναι οι εμπεπιστευμένοι την κατά Θεόν προκοπήν του ποιμνίου Ποιμένες, να αποδεικνύωνται οι ίδιοι χειρότεροι και αδοκιμότεροι των πνευματικών τους τέκνων!».

Καταγράφονται ακόμη «τα πάθη που ταλανίζουν πολλές φορές τούς Κληρικούς μας, όπως αυτό δυστυχώς φαίνεται και από την διεξαγωγή των δικαστικών υποθέσεων στα εκκλησιαστικά δικαστήρια», και υπενθυμίζεται το αγιογραφικό χωρίο ότι «οι τα τοιαύτα πράσσοντες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσιν» (Γαλ. ε' 21).

Βέβαια, «η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν αναζητεί εξιλαστήρια θύματα για την διαλεύκανση αυτής της φρικώδους ιστορίας. Όπου όμως υπάρχουν ωμολογημένα αμαρτήματα που συνιστούν έκπτωση από το αξίωμα της Ιερωσύνης, εκεί δυστυχώς το "Διά ταύτα" είναι οριστικό. Αλλά και στις περιπτώσεις υποβολής καταγγελιών εναντίον Κληρικών οιουδήποτε βαθμού, με υπογραφές, μάρτυρες και μαρτυρίες κατά νόμον, η δικαστική έρευνα και διαδικασία θα είναι ταχύτατη».

Η Εγκύκλιος καταλήγει με πατρικές συμβουλές και ευχές.

Επίσης, μιά άλλη σημαντική Εγκύκλιος είναι αυτή που αναφέρεται στην πιθανή μετάδοση της θείας Ευχαριστίας και σε όσους το απαγορεύουν οι θείοι και ιεροί Κανόνες.

Η Εγκύκλιος αναφέρει εισαγωγικά τις νέες συνθήκες ζωής οι οποίες καθιστούν πιθανήν την εν αγνοία μετάδοση της θείας Κοινωνίας σε μή Ορθοδόξους: «α) η μετανάστευσις και εγκατάστασις εις την χώραν ημών αλλοθρήσκων, β) το πολυπληθές ρεύμα των ετεροδόξων επισκεπτών, γ) η φοίτησις εν τοίς εκπαιδευτηρίοις της πατρίδος ημών, ιδίως εις τα μεγάλα αστικά κέντρα, μαθητών προερχομένων εξ οικογενειών ετεροδόξων, αλλοθρήσκων ή μή εχόντων θρήσκευμα». Οι συνθήκες αυτές επιβάλλουν επαγρύπνηση των ποιμένων.

Δίδεται η διαβεβαίωση: «η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος τή μακραίωνι ιστορία της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας στοιχούσα, και εις αυστηράν παραφυλακήν της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως Αυτής αφορώσα, προς τον σκοπόν δέ ίνα μηδενί των πιστών ημών αφορμήν τινος δώμεν εγκοπής τή ορθοδόξω πίστει, ήν ως ιεράν κληρονομίαν παρά των Πατέρων ημών και παρακαταθήκην παρελάβομεν». Έπειτα γίνεται αναφορά σ’ αυτό καθ’ εαυτό το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και στην αναγκαιότητά του. Σημασία όμως έχει ότι τονίζονται και οι προϋποθέσεις μετοχής στο μυστήριο: «της προσελεύσεως του πιστού εις την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων δέον όπως προηγήται απαραιτήτως η επιβεβλημένη προπαρασκευή, συνισταμένη εις μετάνοιαν και εξομολόγησιν, κάθαρσιν της ψυχής και του σώματος, ειρήνευσιν μετά του πλησίον, νηστείαν και προσευχήν κλπ., άνευ της οποίας δεν συνιστάται τούτο μέν η Θεία Κοινωνία, διότι κατά τον μέγαν Απόστολον των εθνών Παύλον "ο εσθίων και πίνων αναξίως, κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μή διακρίνων το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου" (Α' Κορ. ια', 29), τούτο δέ η ενότης εν τή υγιαινούση πίστει της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εφ’ όσον εις την Ακολουθίαν της Θείας Λειτουργίας, πρώτον ετέθη η κοινή ομολογία, η απαγγελία δηλονότι του Συμβόλου της Πίστεως και ύστερον ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων και η μετοχή εις το Μυστήριον της Κοινωνίας».

Καί συνεχίζει η Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου:

«Περί του ότι δεν επιτρέπεται η μετάδοσις της υπό ορθοδόξου λειτουργού ευλογηθείσης Θείας Ευχαριστίας εις ετεροδόξους, ετεροθρήσκους, ή και μή βεβαπτισμένα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εμμέσως πλήν σαφώς ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες ΜΕ' και ΞΔ' των Αγίων Αποστόλων, Θ' και ΛΓ' της εν Λαοδικεία και Β' της εν Αντιοχεία Συνόδου, ο Θ' Κανών του αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας. Αρνητική ωσαύτως είναι και η υπό των κειμένων των πατέρων της Εκκλησίας και των εκκλησιαστικών συγγραφέων διδομένη εν προκειμένω απαντήσεις, ως το υπό του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού διατασσόμενον "μή λαμβάνειν αιρετικών μετάληψιν μήτε διδόναι" (Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως Δ', 13, Pά 94, 1153).

Εκ των Κανονικών Διατάξεων των σχετικών προς την προς ετεροδόξους μετάδοσιν των καθηγιασμένων Αχράντων Μυστηρίων, αι οποίαι εξεδόθησαν κατά τούς νεωτέρους χρόνους, θα πρέπη να μνημονευθή πρώτον το Πατριαρχικόν Γράμμα του έτους 1701, του Κωνσταντινουπόλεως Καλλινίκου προς τον Λαρίσης Παρθένιον ερωτήσαντα "περί τινων ενδεχομένων συμβήναι' ήγουν αν ίσως και ζητηθή από τούς εις τα αυτόθι διατρίβοντας Λατίνους, τόσον Παπιστάς, ωσάν και Λουτεροκαλβίνους, κανένα εκκλησιαστικόν μυστήριον, να τούς δοθή ή όχι" απαντά, ότι τούτο επιτρέπεται μόνον, εφ’ όσον ούτοι θα αρνηθούν "την πλάνην των και προσέλθουν εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν". Άλλως απαγορεύεται η μετάδοσις της Θείας Ευχαριστίας εις αυτούς, ακόμη "και επιθανατίως ασθενούντας και ζητούντας τούτο, εφ’ όσον δεν απηρνήθησαν ρητώς την πλάνην των" (Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Α', σ-80 εξ).

Ωσαύτως μνημονευτέα τυγχάνει και η Απόφασις της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, η οποία κατά την Συνεδρίαν Αυτής της 27ης Μαρτίου του 1874, απαντώσα εις σχετικήν αίτησιν Μητροπολίτου τινός, έγραφεν, ότι "την Θείαν Κοινωνίαν ουκ έξεστι μεταδιδόναι τοίς Αρμενίοις εν οποιαδήποτε περιστάσει" (Μιχαήλ Θεοτοκά ΝΟΠ, σελ. 365). Επομένως η μετάδοσις των ορθοδόξως καθαγιασθέντων Τιμίων Δώρων προς ετεροδόξους, χωρίς προηγουμένην ένωσιν αυτών μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν επιτρέπεται. Η προτεραιότης της δογματικής συμφωνίας είναι απαραίτητος προϋπόθεσις έναντι της ευχαριστιακής κοινωνίας».

Καί βεβαίως «απαγορεύεται απολύτως» και η συμμετοχή των ορθοδόξων στην «Ευχαριστίαν» των ετεροδόξων.

Εν συνεχεία συνιστά, «μακράν πάσης μισαλλοδοξίας» στούς Σεβ. Μητροπολίτας να δώσουν εντολή στούς Εφημερίους και Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεώς τους, «ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων και των τουριστικών περιοχών», ίνα διά τε του λόγου και της διδασκαλίας μετά της προσηκούσης διακρίσεως και ευγενείας απευθύνωνται προς τούς εκκλησιαζομένους εις περιπτώσεις ιδίως καθ’ άς γίγνεται αντιληπτόν ότι την Θ. Λειτουργίαν παρακολουθούν ξένοι τινες διευκρινίζοντες ιδιαίτατα πρό της μεταδόσεως της Θείας Ευχαριστίας, ότι μόνον οι Ορθόδοξοι δύνανται να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, ως απαιτεί η δογματική και κανονική τάξις και ακρίβεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Όπως σημειώσαμε και στην αρχή της αναφοράς μας, η Ιερά Σύνοδος ασχολείται με πλήθος ποικίλων θεμάτων, και πολλάκις ενημερώνει τον λαό για τα θέματα αυτά. Επιλεκτικά όμως παρουσιάσαμε τρείς από τις τελευταίες Εγκυκλίους της που απευθύνονται στούς κατά τόπους Μητροπολίτες και άπτονται σοβαρών ποιμαντικών προβλημάτων, ώστε να έχη γνώση και ο λαός.

Αρχιμ. Κ.Ε.Γ.

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

  • Προβολές: 2177

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance