Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Η “παραδοχή” του διαφορετικού

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Ο προφήτης Ησαΐας –ο προ Χριστού ευαγγελιστής– περιγράφοντας τα αποτελέσματα της ενανθρώπησης του Χριστού, αλλά και την κατάσταση του κόσμου της εποχής εκείνης, έλεγε: “ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει, ίδετε φως μέγα· οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως λάμψει εφ’ υμάς” (Ησαΐου 9,1). Μέσα σ’ αυτές τις σύντομες φράσεις περιγράφεται η πρωτοβουλία του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, αλλά και η αρνητική πλευρά της μεγάλης προσαρμοστικότητας του ανθρώπου σε όλες τις καταστάσεις και σε όλα τα περιβάλλοντα. Το πιο σημαντικό είναι ότι τις πιο πολλές φορές αυτή η προσαρμοστικότητα έρχεται ως παράγωγο της πνευματικής ραθυμίας, η οποία αδρανοποιεί την θέληση και σβήνει κάθε έμπνευση για ανατροπή του αρνητικού πνευματικού κλίματος. “Ο πορευόμενος εν σκότει”, στον οποίο αναφέρεται ο προφήτης Ησαΐας, είναι αυτός που ζη με εφησυχασμό μέσα στη λήθη και την άγνοια του Θεού, χωρίς να αισθάνεται την απουσία του φωτός της θείας γνώσεως. Δεν τον ενδιαφέρει η ανάδειξη της αλήθειας. Αποδέχεται το σκοτάδι ως την πάγια και αμετάβλητη πραγματικότητά του. Φυσική συνέπεια της προσαρμογής σ’ αυτό το σκοτεινό περιβάλλον είναι η αστάθεια των πεποιθήσεων, το ευμετάβολο των επιλογών, η απουσία των κριτηρίων. Αυτό μας το βεβαιώνουν οι παλινωδίες των Ισραηλιτών, που ταλαιπώρησαν τον Μωϋσή και σταύρωσαν τον Χριστό, αλλά και ο επηρεασμός από σκοπιμότητες των αρχαίων Ελλήνων, που οδήγησαν τον Σωκράτη να πιή το κώνειο. Αυτός που “πορεύεται στο σκοτάδι”, άλλωστε, δεν μπορεί εύκολα να διακρίνη την ποιότητα των πραγμάτων, λόγω του ότι στο περιβάλλον του δεν μπορούν να λειτουργήσουν με ασφάλεια τα κριτήρια που στηρίζονται στις αισθήσεις. Έτσι, “πρόοδος” μέσα σ’ αυτήν την “περιρρέουσα ατμόσφαιρα” είναι η κατάργηση όλων των κριτηρίων, ώστε να μη δίνεται καμμιά σημασία στη διάκριση του “ωραίου” από το “άσχημο”, του “καλού” από το “κακό”, σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής. Έτσι, σταδιακά φθάνει κανείς εκεί που θέλουν ορισμένοι σήμερα να μας οδηγήσουν, δηλαδή στην παραδοχή –καί όχι απλά την ανοχή– του διαφορετικού, ώστε χωρίς κανένα κριτήριο αλήθειας να υπερασπιζόμαστε –νομοθετικά και “ηθικά”– την ελεύθερη έκφραση κάθε απόψεως και κάθε ιδιορρυθμίας, όσο νοσογόνος και υβριστική και αν είναι. Η περίπτωση του “διαβόητου” πίνακα της Outlook, τον οποίο υπερασπίσθηκε ικανό τμήμα της νεοελληνικής διανόησης, βεβαιώνει αυτή την άποψη.

Τον τελευταίο καιρό έχουμε μια υπερβολική παραγωγή αισθημάτων “σεβασμού” προς το “διαφορετικό”. Μάλλον πρόκειται για πολιτική μόδα ή αδέξια μίμηση των ευρωπαϊκών προτύπων. Μπορεί ακόμη να προέρχεται από τις επιδιώξεις κάποιων “ειδημόνων”, οι οποίοι θέλουν να ρίξουν πολύ χαμηλά τις τιμές των πνευματικών αξιών στην αγορά του σύγχρονου κόσμου. Πάντως, ζούμε σ’ έναν κόσμο που τον διακρίνει μια επίπεδη σκέψη. Οι βασικοί στόχοι και τα ενδιαφέροντα είναι ενδοκοσμικά. Βιώνεται ένας πρακτικός υλισμός. Μπορεί η αθεΐα να μην είναι επιθετική, όμως η ζωή πολλών ανθρώπων δεν εμπνέεται πλέον από τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος στενεύει πολύ τον εαυτό του και ελαττώνει υπερβολικά την όρασή του, ώστε να μη χωρά μέσα του έστω και τον ελάχιστο λόγο της πίστεως και να μη βλέπη πέρα από τις ιδιοτελείς επιδιώξεις του. Είναι “λαός προρευόμενος εν σκότει”, ο οποίος δεν μπορεί να δη το “μέγα φώς” που γεννήθηκε από την Θεοτόκο.

Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο ζη και “πολιτεύεται” η Εκκλησία, “η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων” (Αποκάλ. 21,3), που είναι το “αλάτι” της οικουμένης, γιατί μέσα στο σώμα της διατηρείται η αυθεντικότητα της ζωής και το θεολογικό νόημα του κόσμου.

Ο άνθρωπος που έχει διακόψει τη σχέση του με το Θεό ζη σε όλα τα επίπεδα της ζωής του μια πολυδιάσπαση. Η ενοποιητική δύναμη του ανθρώπου, αλλά και της κοινωνίας του, δεν είναι η αναιμική “παραδοχή του διαφορετικού”, αλλά η ζωντανή, υπαρξιακή σχέση του με το Θεό. Η σχέση αυτή προκαταρτικά ενεργοποιείται από την εμπιστοσύνη στη μαρτυρία αυτών που γνώρισαν προσωπικά το Θεό στο πρόσωπο του Χριστού. Ένας από αυτούς ήταν ο απ. Παύλος, ο οποίος στην προς Εφεσίους επιστολή γράφει, ότι σκοπός της Εκκλησίας είναι να οδηγήση τους ανθρώπους στην “ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού”.

Στην εποχή της “παραδοχής του διαφορετικού” αυτός ο λόγος του απ. Παύλου ακούγεται πιθανώς με καχυποψία, διότι κάθε λόγος για “ενότητα της πίστεως”, όταν απουσιάζουν τα κριτήρια της αλήθειας, γίνεται αντιληπτός ως προσπάθεια επιβολής κάποιας “επικρατούσης” πίστεως. Όμως, μέσα στην ερμηνευτική των αγίων Πατέρων τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η “ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού” είναι ο στόχος της εκκλησιαστικής ζωής που δείχνει τις υψηλές προδιαγραφές του ανθρώπου και τη μεγαλειώδη προοπτική του. Αυτή η υψηλή προοπτική της εκκλησιαστικής ζωής δείχνει ότι ο εγκόσμιος άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία μπορεί να γίνη υπερκόσμιος· αυτός, άλλωστε, είναι ο αρχικός προορισμός του. Η Εκκλησία δεν κρατά τον άνθρωπο μέσα στο εφήμερο σχήμα του κόσμου. Δεν απολυτοποιεί τον παρόντα αιώνα. Οδηγεί τον άνθρωπο από τώρα στην εμπειρία της αιωνιότητας. Την επίτευξη αυτού του στόχου τη βλέπουμε στους βίους των αγίων, παλαιών και συγχρόνων, που ήταν “ομοιοπαθείς” με εμάς άνθρωποι.

Το κήρυγμα, η προσωπική καθοδήγηση, η λειτουργική προσευχή, η μετοχή στα μυστήρια αποβλέπουν στο να βοηθήσουν τους πιστούς να στερεωθούν στη “μία πίστη”, να πετύχουν, δηλαδή, “τό πάγιον, το βέβαιον, το εστός”, που είναι δηλωτικά, κατά τον ιερό Καβάσιλα, της ενότητας στην πίστη. Αυτή η πίστη βέβαια δεν είναι μια απλή εμπιστοσύνη στη μαρτυρία άλλων. Δεν προέρχεται από την ακρόαση λόγων ή τη μελέτη των θείων Γραφών. Δίνεται, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, “διά θείας ελλάμψεως και φωτισμού ενυποστάτου εν καρδία”. Τη δωρίζει ο ίδιος ο Θεός σ’ αυτούς που είναι ικανοί να τη δεχθούν. Γι’ αυτό ο σκοπός του “καταρτισμού” των μελών της Εκκλησίας από τους Αποστόλους, τους Ευαγγελιστές, τους Ποιμένες και Διδασκάλους είναι να μεταρρυθμισθή όλη η ζωή τους και να συντονισθή με την ταπείνωση και την αγάπη του Χριστού, ώστε να γίνουν ικανοί να δεχθούν τη φωτιστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που χαρίζει την “επίγνωση του Υιού του Θεού”.

Η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος εδράζεται στην “επίγνωση του Υιού του Θεού”. Έξω από αυτήν την επίγνωση ζούμε την αστάθεια των πεποιθήσεων και την απουσία των κριτηρίων. Γι’ αυτό κλείνοντας πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η “ανοχή του διαφορετικού” είναι μια υγιής πνευματική στάση, που πηγάζει από τον σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Η “παραδοχή”, όμως, “τού διαφορετικού”, που τείνει να επιβληθή στις μέρες μας, δηλώνει την σχετικοποίηση της αλήθειας και την απουσία κριτηρίων.

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1500

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance