• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΥΡΗΓΜΑΤΑ

ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ 2018

Ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου φαίνονται διάχυτα μέσα στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, δηλαδή στήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στήν ὑμνογραφία της. Πάντα ὑμνεῖται ἡ Παναγία ὡς ἡ Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» ἀναγνωρίζεται ἡ προσφορά της στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁμολογοῦμε: «Τόν δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα». Δηλαδή, ὁ Χριστός σαρκώθηκε γιά τήν σωτηρία μας ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα καί τήν Παρθένο Μαρία.

Ἐδῶ γίνεται λόγος γιά τήν παρθενία τῆς Παναγίας. Ἀλλά καί πρίν τήν Α΄ (πρώτη) Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου καταρτίσθηκαν τά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἡ Ἐκκλησία ἀποδίδει ἰδιαίτερο σεβασμό στήν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ἤδη ἀπό τόν 2ο αἰώνα μ.Χ. ὀνομάζεται «Παρθένος», «Παρθένος Μαρία», «Μήτηρ ζώντων», «Μήτηρ τῶν πιστῶν», «Παρθένος Μακαριστή», «Ἄσπιλος Ἐκκλησία», «Ἁγία Θεοτόκος», «Θεοτόκος Παρθένος Μαρία» κ.ἄ.

Ἰδιαιτέρως ἀπό τήν Γ΄ (τρίτη) Οἰκουμενική Σύνοδο, στήν ὁποία ἀναπτύχθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί μετά ἀπό τήν Σύνοδο αὐτή παρουσιάσθηκε ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία ἔδωσε τήν σάρκα της στόν Θεό καί μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα συνέλαβε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ἡ ἁγία Θεοτόκος καί ἡ ἀειπάρθενος Μαρία.

Ἔτσι ἀναπτύχθηκαν ἰδιαιτέρως οἱ Θεομητορικές ἑορτές ἀπό τήν σύλληψή της μέχρι τήν ἔνδοξη κοίμησή της καί τήν ἄνοδό της μαζί μέ τό σῶμα της στούς οὐρανούς. Πρόκειται γιά ἕνα θριαμβευτικό γεγονός, μιά ὑπόθεση χαρᾶς καί εὐφροσύνης ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι ἡ «ἁγία ἁγίων μείζων», εἶναι «ἡ ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν», εἶναι «ἡ Θεός μετά Θεόν τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος κατέχουσα».

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι ὁ Θεός γιά νά δημιουργήση τήν προμήτορα Εὔα ἔλαβε ἐμψυχωμένη πλευρά ἀπό τόν Ἀδάμ τήν ὁποία ἀνοικοδόμησε σέ γυναίκα, καί γι’ αὐτό δέν ἐμφύσησε πνοή ζωῆς σέ αὐτήν, ὅπως τό ἔκανε στόν Ἀδάμ. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔλαβε ἀπό τήν ἁγία Θεοτόκο καί ἀειπάρθενο Μαρία «ἐμψυχωμένην σάρκα» καί ὁ πλαστουργός καί κτίστης Θεός ἕνωσε αὐτήν μέ τήν δική Του ἀκατάληπτη καί ἀπρόσιτη οὐσία καί τήν οἰκοδόμησε στόν ἑαυτό Του Ναόν ἅγιον. Ἔτσι, ὁ ποιητής τοῦ Ἀδάμ ἔγινε ἄνθρωπος ἀναλλοιώτως καί ἀτρέπτως. Καί ὅπως ὁ Ἀδάμ δημιουργήθηκε ἀπό τήν γῆ χωρίς ἀνθρώπινο σπέρμα, ἔτσι καί ὁ Χριστός προσέλαβε σῶμα ἀπό τήν θυγατέρα αὐτοῦ, τήν Μαρία τήν ἀειπάρθενο καί Θεοτόκο καί τήν ἀνέλαβε «ἄνευ σπορᾶς».

Σέ ἄλλη ὁμιλία του ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι ὁ Θεός Λόγος ἔλαβε σάρκα ἀπό τήν ἁγνή Θεοτόκο, καί ἔδωκε ἀντί αὐτῆς ὄχι σάρκα «ἀλλά πνεῦμα οὐσιωδῶς ἅγιον». Καί ὅπως ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ ἔγινε ἡ γυναίκα καί ὅλοι οἱ θνητοί ἄνθρωποι ἀπό αὐτήν, ἔτσι καί «ὁ ἀνήρ Χριστός ὁ Θεός» ἔγινε ἀπό τήν γυναίκα αὐτήν, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί ἀπό Αὐτήν γίνονται ὅλοι ἀθάνατοι.

Δέν ὑπάρχει ἅγιος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού δέν τιμᾶ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί δέν ἐπαινεῖ τήν συνδρομή της στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Αὐτή ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου φαίνεται καί στήν Κοίμησή της, πού εἶναι καί λέγεται ἔνδοξη. Ἑορτάζουμε σήμερα τόν θάνατο τῆς Παναγίας καί τόν ὀνομάζουμε Κοίμηση, καί μάλιστα ἔνδοξη Κοίμηση. Συνδέουμε τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου μέ τήν μετάστασή της πρός τούς οὐρανούς, καί τήν αἰώνια παρουσία της στήν Ἐκκλησία καί τήν ἀνθρωπότητα.

Καί αὐτό, ἐκτός ἀπό ἄλλα, δείχνει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν νίκη Του πάνω στόν θάνατο, ἔγινε Αὐτός τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας γιά ὅλους ὅσοι συνδέονται μαζί Του. Αὐτό πού ἔγινε μέ τήν Παναγία, κατ' ἀναλογία, μπορεῖ νά γίνη καί μέ μᾶς, ὅταν συνδεόμαστε μέ τόν Χριστό καί λαμβάνουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του ὡς «φάρμακο ἀθανασίας».

Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἡ Παναγία συνέλαβε τόν Χριστό δείχνει, ἀναλογικά, καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο συλλαμβάνουμε καί ἐμεῖς πνευματικά τόν Χριστό στήν καρδιά μας. Καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δοξάσθηκε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, καί κατά τήν Κοίμησή της, δείχνει ἀναλογικά τόν τρόπο πού θά δοξασθοῦν ὅσοι συνδέονται μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό.

Ὅλα αὐτά δέν εἶναι θεωρητικές ἀλήθειες, ἀλλά ζωντανές πραγματικότητες. Ἑορτάζοντας τήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν ἄνοδό της στούς οὐρανούς, λαμβάνουμε καί ἐμεῖς θάρρος, δύναμη, ἐλπίδα, πίστη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή καί ὅσοι συνδέονται μαζί Του δέν φοβοῦνται τίς ἀρρώστιες καί τόν θάνατο.

Εὔχομαι σέ ὅλους σας χρόνια πολλά καί ἡ Παναγία νά εἶναι βοηθός καί προστάτης στήν ζωή μας.

Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα γίνεται λόγος για τα σχίσματα και τις διαιρέσεις που παρατηρήθηκαν στην Εκκλησία της Κορίνθου. Τότε δημιουργήθηκαν διάφορες ομάδες-παρατάξεις, κάθε δε ομάδα χρησιμοποιούσε το όνομα ενός Αποστόλου, μια δε από αυτές χρησιμοποιούσε και το όνομα του Χριστού. Όμως, ούτε ο Χριστός, ούτε οι Απόστολοι δημιούργησαν ομάδες και παρατάξεις. Αυτοί οι διχασμοί ήταν αποτέλεσμα των παθών των Χριστιανών.

Τα «σχίσματα» αυτά δημιουργούσαν και «έριδες», δηλαδή προστριβές, μαλώματα και διενέξεις, πράγμα που φυγάδευε την ειρήνη και την ενότητα μεταξύ των Χριστιανών.

Ο Απόστολος Παύλος ελέγχει αυτήν την νοοτροπία, διότι ο Χριστός δεν μπορεί να μερισθή, ούτε οι Απόστολοι σταυρώθηκαν και έσωσαν τους Χριστιανούς. Συγχρόνως, ο Απόστολος Παύλος τους συνιστά να μένουν καταρτισμένοι «εν τω αυτώ νοΐ και εν τη αυτή γνώμη». Όχι μόνον πρέπει να κρατούν την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά αυτή η ενότητα πρέπει να στηρίζεται στο κοινό φρόνημα, την κοινή διδασκαλία και γενικά την κοινή ζωή. Δεν πρόκειται για μια ενότητα συμβατική, αλλά κατ’ εξοχήν πνευματική, χαρισματική, ενότητα αληθείας και εν Χριστώ ζωής.

Δυστυχώς, λόγω των παθών, δια μέσου των αιώνων, παρατηρήθηκαν διαιρέσεις μεταξύ των Χριστιανών και μάλιστα εν ονόματι του Χριστού, μέχρι τις ημέρες μας. Οι Χριστιανοί αντί να πολεμούν τα πάθη της υπερηφανείας, του εγωϊσμού και της φιλοπρωτείας, αντίθετα διεκδικούν πρωτοκαθεδρίες στην Εκκλησία, συγκεντρώνουν οπαδούς και ο ένας στρέφεται εναντίον του άλλου.

Βέβαια, υπάρχει διαφορά μεταξύ αιρέσεων, σχισμάτων και παρασυναγωγών. Οι αιρέσεις απομακρύνουν τον άνθρωπο από την αλήθεια με αφορμή μια δογματική παρέκκλιση, δηλαδή οι αιρετικοί αρνούνται το δόγμα, όπως το παρέδωσε η Εκκλησία δια των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων. Τα σχίσματα είναι διαφοροποίηση όχι στα δόγματα, αλλά σε δευτερεύοντα σημεία, κυρίως διοικητικά. Οι παρασυναγωγές είναι αποσχίσεις από την κανονική διάρθρωση της εκκλησιαστικής ζωής και απομάκρυνση από την ποιμαντική εξουσία-διακονία του Επισκόπου.

Όμως και στις τρεις αυτές περιπτώσεις υπάρχει εσφαλμένη εκκλησιολογία, αφού στην πραγματικότητα προσβάλλεται η ενότητα της Εκκλησίας είτε στα δογματικά, είτε στα κανονικά ζητήματα. Οι Χριστιανοί που ανήκουν σε αντιδογματικά και αντικανονικά σχίσματα αποστασιοποιούνται από την ενότητα της Εκκλησίας. Δηλαδή, δεν διαιρείται η Εκκλησία και δεν καταστρατηγείται η ενότητά της, αλλά οι Χριστιανοί αυτών των κατηγοριών απομακρύνονται από την ενότητα της Εκκλησίας.

Επί πλέον, όσοι ανήκουν σε τέτοια αντιεκκλησιαστικά σχήματα και σχίσματα επιδιώκουν την συγκέντρωση οπαδών, τους οποίους χρησιμοποιούν σε επιθέσεις εναντίον άλλων, σε φανατισμούς, σε αντικανονικές πράξεις και σε αντιεκκλησιαστικές ενέργειες. Οπότε, οι Χριστιανοί αντί να είναι μαθητές του Χριστού, γίνονται οπαδοί εμπαθών Κληρικών, με αποτέλεσμα να βλάπτεται η ψυχή τους και να γίνονται αίτιοι να βλασφημήται το όνομα του Θεού στον κόσμο.

Η Εκκλησία για να προστατεύση τους Χριστιανούς από τέτοιες δογματικές και κανονικές παρεκκλίσεις, όρισε δια των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων τα δόγματα και τους ιερούς Κανόνες. Συγχρόνως καθόρισε οι Επίσκοποι να είναι πνευματικοί διδάσκαλοι στις Επισκοπές τους και σημεία ενότητος της Εκκλησίας. Οι Επίσκοποι είναι εις τύπον και τόπον του Χριστού, αυτοί είναι οι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων.

Θα πρέπει να φοβόμαστε τα σχίσματα και τις διαιρέσεις, γιατί, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τους Χριστιανούς που συμμετέχουν σε τέτοιες καταστάσεις δεν τους σώζει ούτε το μαρτύριο του αίματος.

Η εκκλησιαστική ενότητα πρέπει να είναι το κύριο μέλημά μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 3 Ιουλίου

Τούς καλοκαιρινούς μήνες τής προηγούμενης χρονιάς, αγαπητοί αδελφοί, στά κυριακάτικα Κηρύγματα, αναλύσαμε τά «ειρηνικά» τής θείας Λειτουργίας, πού ακούγονται καί σέ άλλες ακολουθίες. Δηλαδή, αναφερθήκαμε στίς δεήσεις τής Εκκλησίας πρός τόν Θεό πού απευθύνουμε στήν αρχή τής θείας Λειτουργίας. Καί αυτό είναι σημαντικό, γιατί πρέπει νά συμμετέχουμε καί λογικά στά όσα λέγονται καί γίνονται κατά τήν θεία Λειτουργία. Βεβαίως, οι λέξεις τής προσευχής δέν είναι εξαιρετικά δύσκολες καί ακατάληπτες, αφού πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται καί σήμερα στήν επικοινωνία μεταξύ μας, αλλά ωστόσο χρειάζονται καί μερικές επί πλέον εξηγήσεις.

Η θεία Λειτουργία είναι τό κέντρο τής εκκλησιαστικής καί πνευματικής μας ζωής πού συνδέεται μέ τήν πίστη τής Εκκλησίας καί τό ορθόδοξο κήρυγμα. Αυτός είναι ο πνευματικός χώρος στόν οποίο πρέπει νά ζούμε, νά κινούμαστε καί από αυτόν πρέπει νά εμπνεόμαστε. Άλλωστε, η θεία Λειτουργία είναι μιά πρόγευση τής ουράνιας θείας Λειτουργίας, στήν οποία ζούν οι άγιοι καί θά γίνεται αιώνια μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, όταν θά αναστηθούν καί τά σώματά μας. Έτσι, ό,τι γίνεται στήν θεία Λειτουργία πρέπει νά είναι αγαπητό σέ όλους μας.

Εκτός από τά «ειρηνικά», πού λέγονται στήν αρχή τής θείας Λειτουργίας, απευθύνουμε στόν Θεό καί τά «πληρωτικά». Λέγονται «πληρωτικά», γιατί αρχίζουν μέ τήν φράση «πληρώσωμεν τήν δέησιν ημών τώ Κυρίω», δηλαδή άς συμπληρώσουμε τήν δέησή μας στόν Χριστό. Αυτά τά «πληρωτικά» λέγονται δύο φορές. Μιά φορά μετά τήν Μεγάλη Είσοδο, όταν, δηλαδή, μεταφέρεται τό Άγιο Δισκάριο καί τό Άγιο Ποτήριο από τήν Ιερά Προσκομιδή στήν Αγία Τράπεζα καί ψάλλεται ο «Χερουβικός Ύμνος», καί δεύτερη φορά πρίν κοινωνήσουμε τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού.

Η ζωή μας πρέπει νά είναι μιά διαρκής δέηση στόν Θεό, μιά προσευχή, γιατί ο Θεός είναι ο δημιουργός μας, ο πατέρας μας, ο νυμφίος μας, ο αδελφός μας. Αυτός μάς δημιούργησε, μάς έφερε από τήν ανυπαρξία στήν ύπαρξη, μάς αναδημιούργησε, μετά τήν πτώση μας, καί εξακολουθεί νά μάς τρέφη, ζωογονή, θεραπεύη, σώζη. Αυτός είναι η ζωή μας, η ελπίδα μας καί η παρηγοριά μας. Καί αυτό δέν τό λέμε μέσα από τήν προοπτική τών άλλων ανθρωποκεντρικών θρησκευτικών συστημάτων, αλλά από τήν πλευρά τής Εκκλησίας, η οποία είναι η πνευματική μας οικογένεια, τό πνευματικό θεραπευτήριο. Οπότε, ο Θεός είναι ο μεγάλος Πατέρας μας καί ο άριστος θεραπευτής μας.

Αυτό σημαίνει ότι η δέησή μας στόν Θεό πρέπει νά είναι διαρκής, όπως τό λέμε στήν λατρεία μας: «έτι καί έτι εν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν», καί όπως τό ακούμε στά «πληρωτικά»: «πληρώσωμεν τήν δέησιν ημών τώ Κυρίω». Καί πρέπει νά προσευχόμαστε γιατί έχουμε πολλά προβλήματα στήν ζωή μας καί δέν μπορούμε μόνοι μας νά τά επιλύσουμε. Ακόμη, πρέπει νά είναι διαρκής η προσευχή μας, γιατί ο σκοπός τής ζωής μας είναι πολύ μεγάλος, νά ομοιάσουμε μέ τόν Θεό, αλλά η βιολογική μας ζωή είναι πολύ μικρή καί δέν μπορούμε νά ανταποκριθούμε σέ αυτόν τόν μεγάλο σκοπό.

Δέν μπορούμε, αγαπητοί αδελφοί, νά ζήσουμε χωρίς Θεό, δέν μπορούμε νά αναπαυθούμε χωρίς τήν Εκκλησία, δέν μπορούμε νά αναπνεύσουμε έξω από τήν θεία Ευχαριστία. Γι’ αυτό, άς αγαπήσουμε όλη τήν εκκλησιαστική ζωή καί άς χαρούμε όλες τίς ομορφιές τής Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 31 Ιουλίου

Ένα από τά αιτήματα τών «πληρωτικών» πού ερμηνεύουμε στά κυριακάτικα κηρύγματα τού Καλοκαιριού αυτού αναφερόταν καί στό νά είναι η ημέρα μας, τελεία, αγία, ειρηνική καί αναμάρτητη. Αυτό μπορεί νά πραγματοποιηθή από τούς φίλους τού Χριστού μέ τήν δική Του Χάρη καί τήν δική τους συνέργεια. Όμως, αυτό δέν γίνεται από όλους μας, γι’ αυτό δοκιμάζουμε συνήθως τό πικρό ποτήρι τής αποτυχίας, τής αστοχίας. Αποτυγχάνουμε στό νά τηρήσουμε τίς εντολές τού Θεού, νά ανταποκριθούμε στήν αγάπη Του καί, βέβαια, τότε η θλίψη μας είναι μεγάλη, ο πόνος είναι βαθύς.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο αισθανόμαστε τήν ανάγκη νά προσευχηθούμε στόν Θεό νά μάς συγχωρήση: «Συγγνώμην καί άφεσιν τών αμαρτιών καί τών πλημμελημάτων ημών παρά τού Κυρίου αιτησώμεθα», δηλαδή νά ζητήσουμε από τόν Κύριο συγχώρηση καί άφεση τών αμαρτιών μας καί τών παραπτωμάτων μας.

Η αμαρτία είναι απομάκρυνση από τόν Θεό καί στέρηση τού Φωτός Του. Καί όποιος απομακρύνεται από τόν Θεό, πού είναι ο αληθινός ήλιος τής δικαιοσύνης, περιπίπτει στό σκοτάδι. Φώς είναι η αγία ζωή, σκοτάδι είναι η αμαρτία. Βρισκόμενος ο άνθρωπος μέσα στό σκοτάδι τής αμαρτίας είναι δούλος, δέν μπορεί νά δή, νά ακούση, νά αναπνεύση, είναι υποδουλωμένος στόν διάβολο, γι’ αυτό καί ο άγιος Ανδρέας Επίσκοπος Κρήτης γράφει στόν Μεγάλο Κανόνα του: Άρον απ' εμού τόν κλοιόν τόν βαρύν τόν τής αμαρτίας». Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι δούλος καί φυλακισμένος. Έτσι πρέπει νά ερμηνευθή η «άφεσις τών αμαρτιών». Η απώλεια τού Φωτός δημιουργεί φρικτές καταστάσεις, στερεί τήν πραγματική ελευθερία τού ανθρώπου, οπότε πρέπει νά ελευθερωθούμε από τό πνευματικό σκοτάδι.

Έπειτα, τά «πλημμελήματα» είναι αμαρτήματα όχι από νομικής, αλλά από πνευματικής πλευράς. Δέν πρόκειται γιά ένα αμάρτημα πού γίνεται εκ συναρπαγής, δηλαδή χωρίς νά τό καταλάβη πολύ καλά ο άνθρωπος, αλλά γιά αμαρτήματα πού γίνονται από τά πάθη καί μέ συνείδηση τού τί κάνουμε, αφού πολλές φορές τό σχεδιάζουμε μέ τήν ελευθερία μας. Ξέρουμε από τήν νηπτική διδασκαλία τής Εκκλησίας ότι, όταν ένα αμάρτημα επαναλαμβάνεται πολλές φορές, τότε γίνεται πάθος, δηλαδή αρρωσταίνει μιά δύναμη τής ψυχής, όπως η επιθυμία, ο θυμός, καί έτσι ο άνθρωπος δεσμεύεται καί επαναλαμβάνεται η αμαρτωλή πράξη.

Γιά όλα αυτά ζητάμε από τόν Θεό συγχώρηση καί άφεση. Τίς δύο αυτές λέξεις «συγχώρηση» καί «άφεση» πρέπει νά τίς εξετάσουμε από πλευράς ιατρικής καί όχι συναισθηματικής καί δικαστικής. Ο Θεός δέν είναι δικαστής πού επιβάλλει τιμωρίες καί επιζητεί εξιλέωση, αλλά είναι Πατέρας πού αγαπά καί θέλει τήν επιστροφή τού αγαπητού παιδιού Του. Είναι ιατρός πού θεραπεύει τόν τραυματισμένο άνθρωπο. Η παραβολή τού ασώτου υιού δείχνει τί είναι η συγχώρηση καί η άφεση τών αμαρτιών, δηλαδή είναι σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό, επιστροφή τού ανθρώπου στήν Εκκλησία, όπου αισθάνεται τήν στοργική αγάπη τού Θεού, συμμετέχει στό πραγματικό πανηγύρι καί τρώγει τόν Αμνό τού Θεού, τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού.

Η Εκκλησία τά έχει τοποθετήσει όλα σωστά. Προσεύχεται γιά μάς στόν Θεό νά ζούμε χριστιανικά, αλλά, όταν δέν τό κατορθώνουμε, προσεύχεται γιά τήν μετάνοιά μας. Χαιρόμαστε πού είμαστε μέλη τής Εκκλησίας, δοξάζουμε τόν Θεό πού είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εορτή της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)

Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.

Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.

Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.

Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.

Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».

Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 6 Ιουλίου (Γ Ματθαίου)

Το βασικό μήνυμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η πίστη στην Πρόνοια του Θεού, ότι δηλαδή, ο Θεός προνοεί για όλη την κτίση και βεβαίως πάνω από όλα για τον άνθρωπο.

Η λέξη πρόνοια προέρχεται από το ρήμα προνοώ, που σημαίνει προβλέπω, ενδιαφέρομαι για κάτι η για κάποιον. Με την θεία Πρόνοια χαρακτηρίζουμε το μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού για τον κόσμο που Αυτός δημιούργησε και για τον άνθρωπο που είναι το τελειότερο δημιούργημά Του.

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα αναφέρονται μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως ότι ο Θεός φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν αγαθά σε αποθήκες και ο Θεός τα συντηρεί, και για τα κρίνα του αγρού τα οποία δεν κοπιάζουν, δεν γνέθουν και όμως διακρίνονται από μια τέτοια ομορφιά που δεν μπορεί να συγκριθή όλος ο στολισμός του Σολομώντος της Παλαιάς Διαθήκης που φημιζόταν για τα στολίδια.

Από αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι ο Θεός ενεργεί σε όλη την κτίση, τίποτε δεν γίνεται μηχανικά και τυχαία. Ο Θεός δεν κατοικεί στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει τον κόσμο, αλλά είναι δημιουργός, προνοητής, συντηρητής του κόσμου. Και αφού ενδιαφέρεται για τα πουλιά και τα χόρτα πολύ περισσότερο ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο που έχει ψυχή και σώμα.

Πως φαίνεται αυτό το προσωπικό ενδιαφέρον του Θεού για μας; Πρώτα από το ότι δημιούργησε τον άνθρωπο και από το ότι ύστερα, μετά την πτώση του, ενηνθρώπησε και τον αναδημιούργησε. Αυτό το βλέπουμε και στην προσωπική μας ζωή. Γεννηθήκαμε και ήλθαμε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτό δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός η αποτέλεσμα της αγάπης των γονέων μας, αλλά ενέργεια του Θεού, δια των γονέων μας. Έπειτα, ο Θεός μας παρακολουθεί και επεμβαίνει πολλές φορές ευεργετικά για την θεραπεία μας, γιατί μας αγαπά. Όποιος καταλάβει την αγάπη του Θεού πραγματικά συντρίβεται από βαθειά κατάνυξη και συγκίνηση. Το ότι βαπτισθήκαμε ορθόδοξοι και παραμένουμε μέσα στην Εκκλησία και μπορούμε να λειτουργούμαστε και να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού είναι μια μεγάλη δωρεά του Θεού σε μας.

Πόσες φορές σε κινδύνους δεν αισθανθήκαμε την επέμβαση της θείας Προνοίας, μέσα από διάφορα περιστατικά, αλλά και από την βοήθεια ανθρώπων του Θεού, που Εκείνος τους έστειλε για να μας συμπαρασταθούν!

Βεβαίως, ο Θεός προνοεί για τον καθένα μας και θέλει την σωτηρία μας, αλλά δεν μπορεί να παραβιάση την ελευθερία που Εκείνος μας έδωσε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως σε όλα τα θέματα, έτσι και σε αυτό, απαιτείται η δική μας ελευθερία. Πρέπει να συγκινηθούμε από την αγάπη του Θεού και να ανταποκριθούμε στην Πρόνοιά Του.

Επομένως, η πίστη στην Πρόνοια του Θεού αποβάλλει την ολιγοπιστία, από την οποία υποφέρουν πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας, καθώς επίσης αποβάλλει και το άγχος που διακατέχει πολλούς Χριστιανούς ως προς την συσσώρευση υλικών αγαθών. Όποιος διακατέχεται από την ολιγοπιστία και το άγχος δεν πιστεύει στην Πρόνοια του Θεού και γι’ αυτό δεν μπορεί να λέγεται και να είναι Χριστιανός. Πρέπει να πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο Θεός προνοεί και ενδιαφέρεται για μας.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 17 Ιουλίου

Ο χρόνος, κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων μας, συνδέεται μέ τό «διάστημα», τόν χώρο, αφού ο Θεός δημιούργησε μαζί μέ τόν χώρο καί τόν χρόνο. Ο χρόνος είναι η κίνηση πού υπάρχει σέ όλα τά όντα. Αλλά εμείς καταλαβαίνουμε τόν χρόνο μέ τήν ανατολή καί τήν δύση τού ηλίου, μέ τήν περιφορά-κίνηση τής γής γύρω από τόν εαυτό της, από τήν οποία κίνηση δημιουργείται η ημέρα, οι εβδομάδες, οι μήνες, ο χρόνος καί τά έτη.

Πάντως, όλοι μας έχουμε τήν αίσθηση τής αρχής καί τού τέλους κάθε ημέρας, πού τήν προσδιορίζουμε μέ τήν ανατολή καί τήν δύση τού ηλίου. Γιά τήν ημέρα αισθανόμαστε τήν ανάγκη νά προσευχηθούμε στόν Θεό. Ο Ιερεύς δέεται: «Τήν ημέραν πάσαν, τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν καί αναμάρτητον παρά τού Κυρίου αιτησώμεθα», δηλαδή νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο καί Θεό, ώστε όλη η ημέρα μας νά είναι τελεία, αγία, ειρηνική καί αναμάρτητη. Αυτή είναι μιά σημαντική προσευχή, γιατί σέ κάθε ημέρα καί ώρα μπορεί νά υπάρξουν πολλοί πειρασμοί, νά έλθουν δυσκολίες, νά δημιουργηθούν προβλήματα. Βεβαίως, μέ τήν προσευχή αυτή δέν ενδιαφερόμαστε γιά τήν ημέρα, αυτή καθ’ εαυτή, αλλά γιά τό πώς εμείς θά περάσουμε τήν ημέρα μας. Δέν μάς ενδιαφέρουν τόσο τά προβλήματα πού παρουσιάζονται, όσο ο τρόπος μέ τόν οποίο τά αντιμετωπίζουμε. Όλες οι ημέρες είναι ίδιες, αλλά εμείς διαφοροποιούμαστε, αλλάζουμε, αφού άλλοτε είμαστε χαρούμενοι καί άλλοτε λυπημένοι, άλλοτε αισθανόμαστε καλά καί άλλοτε άσχημα. Τό πρόβλημα δέν είναι έξω από μάς, αλλά μέσα μας.

Άς δούμε λίγο πώς θέλει η Εκκλησία νά περνάμε τήν ημέρα μας, ως Χριστιανοί καί ως μέλη της, ως παιδιά τού Θεού.

Κατ’ αρχάς η ημέρα μας πρέπει νά είναι «τελεία». Πώς, όμως, εννοείται η τελεία ημέρα; Αυτό μπορούμε νά τό δούμε καί μέ τήν πνευματική έννοια, ότι πρέπει νά συμπεριφερόμαστε κατά τό δυνατόν τέλεια ως Χριστιανοί, αλλά καί μέ τήν χρονική έννοια, ότι πρέπει νά φθάσουμε πρός τό τέλος της καί νά μή συμβή κάτι τό απροσδόκητο, όπως γιά παράδειγμα ο θάνατος, καί φύγουμε αιφνίδια από τόν κόσμο αυτόν. Επειδή, όμως, ο Χριστός μάς είπε νά γινόμαστε συνεχώς τέλειοι, «έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοίς ουρανοίς τέλειός εστιν» (Ματθ. ε', 48), η τελειότητα δείχνει ότι πρέπει συνέχεια νά βελτιωνόμαστε ως Χριστιανοί καί νά ολοκληρωνόμαστε πνευματικά.

Έπειτα, προσευχόμαστε η ημέρα μας νά είναι «αγία», νά ζούμε διαρκώς μέ τόν Χριστό πού είναι άγιος. Ως Χριστιανοί έχουμε πρότυπο τόν Χριστό, αφού Αυτός είναι τό πρότυπο τής δημιουργίας μας καί Αυτός μάς αναγέννησε μέ τήν ενανθρώπησή Του, τόν Σταυρό, τήν Ανάσταση καί τήν Ανάληψή Του, όπως επίσης καί μέ τήν αποστολή τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει νά τηρούμε συνεχώς τίς εντολές τού Χριστού καί νά ζούμε εν Χριστώ.

Ακόμη η ημέρα μας πρέπει νά είναι «ειρηνική». Πρόκειται γιά τήν εξωτερική, αλλά πρό παντός γιά τήν εσωτερική ειρήνη, τήν ελευθερία μας από τήν τυραννία τών λογισμών. Η ειρήνη είναι ένα μεγάλο αγαθό όταν μάλιστα ζούμε σέ διαρκή ταραχή, σέ πόλεμο, σέ ποικίλες ακαταστασίες.

Επί πλέον προσευχόμαστε στόν Θεό νά δώση ώστε η ημέρα μας νά είναι «αναμάρτητη», νά μή διαπράξουμε αμαρτήματα πού μάς χωρίζουν από τόν Θεό. Πρόκειται γιά αμαρτήματα πού γίνονται μέ τίς επιθυμίες, τίς πράξεις.

Τό ερώτημα όμως πού τίθεται είναι εάν είναι δυνατόν νά ζήσουμε τήν ημέρα μας, σύμφωνα μέ αυτά πού παρακαλάμε. Εφ’ όσον η Εκκλησία, διά τών Αγίων Πατέρων, έθεσε αυτήν τήν προσευχή, σημαίνει ότι είναι δυνατόν νά πραγματοποιηθή αυτή η δέηση. Δέν προσεύχεται η Εκκλησία γιά ακατόρθωτα πράγματα. Απαιτείται, όμως, η βοήθεια από τόν Θεό καί η δική μας ανταπόκριση, γιατί τίποτε δέν γίνεται μόνον από τόν Θεό ή μόνον από μάς. Καί όταν δέν τό κατορθώσουμε, τότε μετανοούμε καί ζητάμε τό έλεος τού Θεού.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 20 Ιουλίου (Ε Ματθαίου)

Ο Χριστός, με το θαύμα που ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, θεράπευσε δύο δαιμονισμένους που κατοικούσαν στα μνήματα και δεν τολμούσε κανένας να περάση από το μέρος εκείνο. Και στην συνέχεια, ο Χριστός επέτρεψε να εισέλθουν τα δαιμόνια στους χοίρους, οι οποίοι έπεσαν στην λίμνη και πνίγηκαν.

Τρία σημεία αντιμετώπισαν την μανία και την κακία των δαιμόνων. Το ένα ήταν η γη, το νεκροταφείο όπου έμεναν οι δαιμονισμένοι και έτσι ο χώρος εκείνος έγινε ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων, και από δημιούργημα του Θεού έγινε κατοικητήριο των δαιμόνων. Το άλλο είναι τα ζώα, οι χοίροι, που δέχθηκαν την μανία των δαιμόνων. Και το τρίτο ήταν η θάλασσα μέσα στην οποία πνίγηκαν οι χοίροι.

Όλη η δημιουργία του Θεού ήταν καλή από την αρχή, ακόμη και αυτός ο εωσφόρος ήταν αρχάγγελος, φωτεινός. Ο Θεός δεν δημιούργησε τίποτε το κακό, αλλά όλα ήταν εξ αρχής καλά, γι α?τό μετά από κάθε δημιουργική ημέρα γράφει ο Μωϋσής: «και είδεν ο Θεός ότι καλόν και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία». Όμως, ο εωσφόρος, που έγινε σατανάς, γέννησε το κακό, αυτός παρακίνησε τον άνθρωπο στην πτώση, και στην συνέχεια το κακό έπεσε σε ολόκληρη την κτίση. Στην πραγματικότητα η κτίση παρασύρθηκε από τον πεπτωκότα άνθρωπο.

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα βλέπουμε ότι ο άνθρωπος δαιμονίσθηκε και στην συνέχεια η γη, τα ζώα και η θάλασσα δέχθηκαν την καταστρεπτική μανία των δαιμόνων. Αυτό είναι ένα παράδειγμα στο οποίο φαίνεται πως μολύνεται η κτίση από την καταστρεπτική μανία του διαβόλου, αλλά και από τον εμπαθή άνθρωπο. Όλοι κάνουν λόγο για το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα, που τείνει να καταστρέψη τα οικοσυστήματα, αλλά και αυτήν την ίδια την ζωή μας και την γη στην οποία ζούμε. Όλοι επιρρίπτουν ευθύνες στις Κυβερνήσεις των Χωρών και στους ανθρώπους που αποβλέπουν στο εμπόριο και παραβλέπουν τις επιπτώσεις που έχει η βαρειά βιομηχανία σε όλον τον πλανήτη, αλλά αγνοούν ότι όλα αυτά προέρχονται από τον διάβολο και τα πάθη δια των οποίων ενεργεί. Σήμερα τα πάντα είναι μολυσμένα, η γη, το νερό, ο αέρας, η θάλασσα, τα ζώα και φυσικά αυτή η μόλυνση εισέρχεται μέσα στο σώμα μας δια των τροφών.

Πέρα από το οικολογικό πρόβλημα, συγχρόνως ο άνθρωπος μολύνει και με άλλο πνευματικό τρόπο την κτίση. Ενώ όλη η κτίση που είναι το δημιούργημα του Θεού και φανερώνει την δόξα Του και το μεγαλείο Του, όπως το βλέπουμε σε πολλούς Ψαλμούς του Δαυίδ, εν τούτοις ο άνθρωπος μολύνει την κτίση με τις αμαρτίες του και τα ατοπήματά του. Ιδίως την περίοδο του Καλοκαιριού, τις περισσότερες φορές, αντί το δάσος και η θάλασσα να είναι τόποι δοξολογίας του Θεού, γίνονται τόποι αμαρτίας. Οι άνθρωποι έχουν συνδέσει τις διακοπές τους με μια ελεύθερη από περιορισμούς ζωή.

Πρέπει να αγαπούμε την φύση, να την σεβόμαστε ως δημιούργημα του Θεού, και να δοξάζουμε τον Θεό. Οι δε καλοκαιρινές διακοπές μας πρέπει να συνδυάζονται με ψυχική ξεκούραση που το έχουμε πραγματικά ανάγκη και όχι με ψυχική επιβάρυνση.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 27 Ιουλίου (ΣΤ Ματθαίου)

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα άρχισε με την φράση «εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασεν και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν», δηλαδή ο Χριστός μπήκε μέσα σε ένα πλοίο και ήλθε στην πόλη Του. Ο Χριστός έζησε με τους ανθρώπους της εποχής Του, χρησιμοποιούσε τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης και είχε και την πόλη Του. Έζησε όπως όλοι μας, χωρίς όμως να πράξη κάποια αμαρτία, γιατί ήταν Θεάνθρωπος και τελείως αναμάρτητος.

Σε ποιά πόλη αναφέρεται ο Ευαγγελιστής και ποιά πόλη εθεωρείτο ως «ιδία πόλις» του Χριστού; Πρόκειται για την Καπερναούμ. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η Βηθλεέμ εγέννησε τον Χριστό, η Ναζαρέτ τον έθρεψε και η Καπερναούμ τον είχε διαρκώς οικούντα. Όμως, παντού ο Χριστός είχε προβλήματα, αφού στην Βηθλεέμ γεννήθηκε μέσα σε έναν σταύλο, στην Ναζαρέτ αντιμετώπισε την μανία των συμπατριωτών του που αποπειράθηκαν να τον γκρεμίσουν από ένα βουνό και στην Καπερναούμ δεν τον δέχθηκαν, καίτοι έκανε πολλά θαύματα εκεί, γι’ αυτό και είπε: «Και συ Καπερναούμ, η έως του ουρανού ανυψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση» (Ματθ. ια , 23).

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν και ζούσε ως ξένος πάνω στην γη. Έτσι, είχε πόλη δική Του, αλλά τελικά δεν είχε ούτε σπίτι να μείνη. Η ζωή Του ως ανθρώπου άρχισε στην φάτνη και έφθασε μέχρι το Γολγοθά και το μνημείο το καινό, από όπου αναστήθηκε. Υπάρχει ένα καταπληκτικό τροπάριο το οποίο ψάλλεται κατά την περιφορά του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή. Ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει τον Ιωσήφ να πλησιάζη τον Πιλάτο και ζητώντας το σώμα του Χριστού να λέγη: «Δος μου αυτόν τον ξένον, ο οποίος ως ξένος που ήταν ζούσε στον κόσμο ως ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίο οι ομοεθνείς του από μίσος τον θανάτωσαν ως ξένον. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίον οι Εβραίοι τον θανάτωσαν από φθόνο και τον αποξένωσαν από τον κόσμο. Δος μου αυτόν τον ξένον για να τον κρύψω στον τάφο, γιατί ως ξένος που είναι δεν έχει που να κλίνη την κεφαλή του». Ο Χριστός έζησε ως ξένος στον κόσμο αυτόν, αλλά το έργο Του είναι παγκόσμιο, αφορά ολόκληρο τον κόσμο.

Από αυτό φαίνεται ότι ο Χριστός προσλαμβάνει κάθε ξένον και τον αναπαύει. Είναι γνωστή η περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως, στην οποία θα πη στους δικαίους ανθρώπους: «Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» και το αντίθετο στους μη σεσωσμένους. Πρέπει να βοηθούμε τους ξένους σαν να το κάναμε στον Ίδιο τον Χριστό.

Πέρα από αυτό μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ιδιαίτερη «πόλη» του Χριστού είναι η Εκκλησία Του, μέσα στην οποία κάνει τα θαύματά Του και ενεργεί τις νεκραναστάσεις των ανθρώπων. Η Εκκλησία είναι επίγεια και ορατή, αλλά και ουράνια και αόρατη. Αυτή είναι η πραγματική πόλη του Θεού. Και εμείς ζούμε μέσα στην πόλη του Χριστού, την αγία Του Εκκλησία, με τα μυστήρια και όλη την ζωή της και θα πρέπη να φροντίζουμε να μη περιφρονούμε τον Χριστό, αλλά να τον θεωρούμε οικείο, και να δεχόμαστε την ζωοποιό παρουσία Του.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 13 Ιουλίου (Αγίων Πατέρων)

Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία στους αγίους Πατέρας που συγκρότησαν την Τετάρτη (Δ ) Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα και δογμάτισε για τις δύο φύσεις στον Χριστό, την θεία και την ανθρωπίνη, και για το πως ενεργούσαν οι δύο αυτές φύσεις στο ενιαίο πρόσωπό Του.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα αναφέρεται στον λόγο του Χριστού που είπε στους Μαθητές Του ότι είναι φώτα στον κόσμο και ότι θα πρέπη να λάμπουν με την διδασκαλία και τα έργα τους. Αλλά για να μπορή κανείς να λάμπη τόσο με την διδασκαλία όσο και με τα έργα θα πρέπη ο ίδιος να είναι φως, να έχη λάβει το Φως του Θεού μέσα Του και να έχη σύνδεσμο με το αιώνιο άκτιστο Φως, το Φως του Θεού. Άλλωστε, οι Μαθητές πρώτα έλαβαν το Φως του Θεού και έπειτα έλαμπαν με όλη τους την ύπαρξη.

Θα πρέπη να δούμε λίγο αυτήν την πορεία που κάνει το πνευματικό φως, για το οποίο αναφέρεται ο Χριστός. Ας υποθέσουμε ότι είναι ένα τρίγωνο. Στην πάνω γωνία του τριγώνου είναι ο Θεός που είναι το Φως του κόσμου, όπως ο ίδιος έχει πη. Το Φως αυτό αποστέλλεται στους Μαθητές που είναι στο κάτω μέρος του τριγώνου, οπότε και εκείνοι γίνονται φως, γιατί μετέχουν του αιωνίου Φωτός. Οι Μαθητές δεν πρέπει να κρατήσουν αυτό το φως για τον εαυτό τους, αλλά να το στέλλουν στους ανθρώπους, που βρίσκονται στην άλλη γωνία του τριγώνου. Και μόλις οι άνθρωποι βλέπουν το Φως του Θεού, δια των αγίων, τότε δοξάζουν το αιώνιο Φως, τον Θεό, δηλαδή το Φως επιστρέφει στην άνω γωνία του τριγώνου. Έτσι, το πνευματικό αυτό Φως, προέρχεται από τον Θεό, κατευθύνεται στους Αποστόλους - Πατέρας που τους φωτίζει, δι’ αυτών ακτινοβολεί στους ανθρώπους και επιστρέφει πάλι στον Θεό.

Αν σε κάποιο σημείο υπάρχη διακοπή της κινήσεως αυτής του Φωτός, τότε γίνεται συσκότιση, αυτό που ονομάζουμε «μπλακ άουτ». Τότε ο άνθρωπος και ο κόσμος βρίσκεται μέσα στα σκοτάδι και παραλύουν τα πάντα. Αυτό που γίνεται στον αισθητό κόσμο, αυτό γίνεται και στον πνευματικό κόσμο. Είναι φοβερό ο άνθρωπος να ζη μέσα στο πνευματικό σκοτάδι, να μη γνωρίζη τι είναι Θεός, ποιός είναι ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου, τι έφερε ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του στην γη, τι είναι σωτηρία και πως αυτή επιτυγχάνεται κλπ.

Οι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες ήταν το Φως του κόσμου, όχι γιατί ήσαν καλοί άνθρωποι και είχαν μελετήσει την επιστήμη της εποχής τους, αλλά γιατί είχαν σχέση με το αιώνιο Φως, τον ίδιο τον Θεό. Δεν γίνεται κανείς φως με το να είναι καλός άνθρωπος και να πράττη τις αρετές, αλλά με το να λάβη το Άγιον Πνεύμα μέσα του. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι ο σιδεράς για να κατασκευάση διάφορα σχήματα με το σίδερο, χρησιμοποιεί και τα εργαλεία, αλλά αν δεν έχη την φωτιά για να θερμάνη το σίδερο, τα εργαλεία δεν μπορούν να βοηθήσουν. Για τον πνευματικό καταρτισμό μας εργαλεία είναι οι αρετές, αλλά το πυρ είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Θα πρέπη να εμπιστευόμαστε τους Αγίους Πατέρες, γιατί μέσα σε αυτούς βρίσκεται το Φως του Θεού που τους φωτίζει. Αλλά θα πρέπη να γνωρίζουμε ότι οποιοδήποτε χάρισμα κι αν έχουμε πρέπει με αυτό να δοξάζεται ο Θεός, το Ουράνιο Φως, γιατί από Αυτόν προέρχονται όλα τα αγαθά και σε Αυτόν πρέπει να καταλήγουν.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μέσα από τά κείμενα αυτά ενεργεί η Χάρη τού Θεού, είναι κείμενα πού έχουν ιδιαίτερη ενέργεια καί αλλάζουν τήν ψυχική μας κατάσταση.

Ο άνθρωπος διακρίνεται γιά τήν τρεπτότητα, γιατί εύκολα, μετά τήν πτώση, μεταβάλλεται όλος ο ψυχοσωματικός του οργανισμός. Όπως τό σώμα μεταβάλλεται από ψυχρό σέ θερμό, έτσι γίνεται στήν ψυχή καί τόν νού τού ανθρώπου. Άλλοτε ο άνθρωπος είναι χαρούμενος καί άλλοτε λυπημένος, άλλοτε καταλαμβάνεται από αισιοδοξία καί άλλοτε διακατέχεται από απόγνωση καί απελπισία. Η πίστη στόν Θεό καί τήν πρόνοιά Του, η αγάπη πρός Αυτόν καί η ελπίδα νά ενωθή μαζί Του ισορροπούν τόν άνθρωπο καί τόν κάνουν νά αντιμετωπίζη όλα τά δύσκολα προβλήματα τής ζωής του.

Στήν εποχή μας υπάρχουν πολλά γεγονότα –κοινωνικά, εθνικά καί οικογενειακά– πού κάνουν τόν άνθρωπο νά απελπίζεται, κυρίως όταν αδρανή η πίστη του στόν Θεό. Σέ μιά τέτοια περίπτωση μπορούμε νά αποκτήσουμε τήν ελπίδα, τήν υπομονή καί τήν παράκληση τών Γραφών.

Οι Γραφές είναι τά βιβλία τής Παλαιάς καί τής Καινής Διαθήκης, αυτό πού λέγεται Αγία Γραφή. Τότε πού έγραψε ο Απόστολος Παύλος τήν επιστολή του στούς Χριστιανούς τής Ρώμης δέν είχε απαρτισθή ακόμη η Καινή Διαθήκη, δέν είχαν συγκεντρωθή τά είκοσι επτά βιβλία πού συγκροτούν τήν Καινή Διαθήκη, καί κατά συνέπειαν ο Απόστολος εννοούσε τήν Παλαιά Διαθήκη.

Έτσι, όταν διαβάζουμε τίς Γραφές, αποδιώκουμε τήν απελπισία, αποκτούμε ελπίδα καί πίστη στόν Θεό μέ τήν υπομονή καί τήν παράκληση. Δηλαδή, διαβάζοντας κανείς τά κείμενα τών Προφητών καί τών Αποστόλων, αλλά καί μεταγενέστερα πατερικά βιβλία, λαμβάνει θάρρος καί ελπίδα.

Αυτό γίνεται γενικά μέ τό διάβασμα βιβλίων, γιατί μέσα από τά βιβλία μελετά κανείς τήν ζωή καί τίς απόψεις τών ανθρώπων, αντιλαμβάνεται τόν τρόπο μέ τόν οποίο ενεργούν, σκέπτονται καί συμπεριφέρονται, καί πολλές φορές αλλάζει καί ο τρόπος σκέψεώς του. Αυτό πολύ περισσότερο γίνεται μέ τήν Αγία Γραφή γιά δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί διαβάζουμε τήν ζωή αγίων ανθρώπων, βλέπουμε τήν πίστη τους στόν Θεό, όπως τών Πατριαρχών καί τών Προφητών τής Παλαιάς Διαθήκης, τήν υπομονή τού Ιώβ, τόν ζήλο τών Αποστόλων καί τών αγίων, τήν προσευχή τών δικαίων κλπ. καί ενισχυόμαστε στήν πίστη καί τήν υπομονή μας. Δεύτερον, γιατί μέσα από τά κείμενα αυτά ενεργεί η Χάρη τού Θεού, είναι κείμενα πού έχουν ιδιαίτερη ενέργεια καί αλλάζουν τήν ψυχική μας κατάσταση.

Ο Απόστολος Παύλος συμβούλευσε τόν μαθητή του Τιμόθεο: «έως έρχομαι πρόσεχε τή αναγνώσει, τή παρακλήσει, τή διδασκαλία» (Α' Τιμ. δ', 13). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι η Αγία Γραφή είναι ένα πνευματικό λιβάδι καί η ανάγνωσή της είναι παράδεισος τρυφής, καλύτερος από τόν αρχαίο παράδεισο, στόν οποίο βρισκόταν ο Αδάμ καί η Εύα πρό τής πτώσεως. Σέ άλλη ομιλία του λέγει ότι όποιος κάθεται δίπλα στήν πηγή τών θείων Γραφών ομοιάζει μέ εκείνον πού κάθεται δίπλα σέ μιά πηγή νερού καί απολαμβάνει τήν αύρα, οπότε όχι μόνον ικανοποιεί τό αίσθημα τής δίψας, αλλά αποκρούει καί τόν καύσωνα. Έτσι, όποιος προσέχει στήν ανάγνωση τών Γραφών ελευθερώνεται από τήν αθυμία. Σέ αυτόν φυτεύεται η ηδονή, αναιρείται η κακία, ριζώνεται η αρετή, δέν κλονίζεται από τόν θόρυβο τών πραγμάτων. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος παρομοιάζει εκείνον πού πίνει από τήν ποιότητα πού υπάρχει στήν Αγία Γραφή μέ τό νήπιο πού θηλάζει από τόν μαστό τής μητέρας του.

Στήν εποχή μας κυκλοφορούν πολλά βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, καθώς επίσης υπάρχει σέ όλα τά σπίτια ο ηλεκτρονικός τύπος, καί ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί νά βρίσκη ό,τι ζητάει, αποκτά τήν ανθρώπινη γνώση. Αλλά τά περισσότερα βιβλία μεταφέρουν εμπαθείς σκέψεις τών συγγραφέων τους καί τίς φαντασιώσεις τους.

Εμείς οι Χριστιανοί θά πρέπει νά μελετάμε τήν Αγία Γραφή, νά διαβάζουμε τούς βίους καί τήν διδασκαλία τών Προφητών καί τών δικαίων τής Παλαιάς Διαθήκης, αλλά καί τήν ζωή καί διδασκαλία τού Χριστού καί τών Αποστόλων. Επίσης, θά πρέπει νά διαβάζουμε καί τά συναξάρια τών αγίων, πού είναι τό εικονογραφημένο Ευαγγέλιο. Έτσι, θά μπορούμε νά βρίσκουμε ελπίδα μέ τήν υπομονή καί τήν παράκληση τών Γραφών.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού.

Η Εκκλησία τής Κορίνθου, τήν οποία ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, ήταν μιά ευλογημένη Εκκλησία, όπως φαίνεται από τίς δύο επιστολές πού απέστειλε ο Απόστολος Παύλος σέ αυτήν, στήν οποία ήταν πλούσια καί έκδηλα τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος. Μεταξύ τών χαρισμάτων ήταν η προφητεία, η σοφία, η γνώση, η διάκριση τών πνευμάτων, τά χαρίσματα τών ιαμάτων, τών δυνάμεων, τής γλωσσολαλιάς. Μέσα από τούς χαρισματούχους καί τά χαρίσματα εκδηλωνόταν πολυτρόπως τό Άγιον Πνεύμα πού υπήρχε πλουσίως στήν Εκκλησία, τό Σώμα τό ευλογημένο τού Χριστού. Ήταν μιά πραγματική «θεολογική Σχολή τής πρώτης Εκκλησίας».

Συγχρόνως, όλοι αυτοί οι χαρισματούχοι συγκεντρώνονταν γιά νά τελέσουν τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά δοξάσουν τόν Σταυρωθέντα καί Αναστάντα Χριστό, νά ομολογήσουν τήν πίστη τους σέ Αυτόν, νά Τόν ευχαριστήσουν γιά τήν δωρεά πού τούς έκανε νά νικήση τόν διάβολο, τήν αμαρτία καί τόν θάνατο, καί νά κοινωνήσουν τού Σώματος καί τού Αίματός Του. Όμως, κατά τίς συνάξεις τους, λόγω τών ποικίλων χαρισμάτων πού διέθεταν τά μέλη τής Εκκλησίας, υπήρξε κάποια αταξία γιά τό ποιό ήταν τό μεγαλύτερο χάρισμα. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος εξαναγκάζεται σέ επιστολή πού τούς απέστειλε, νά βάλη μιά τάξη γιά τό πώς θά εκδηλώνονταν τά χαρίσματα. Όπως σήμερα στήν Εκκλησία έχουμε τό τυπικό πού καθορίζει πώς νά γίνωνται οι ακολουθίες, ποιά τροπάρια νά ψάλλωνται καί πώς νά εναλάσσωνται οι ψάλτες στήν ψαλμωδία, έτσι στήν πρώτη Εκκλησία τής Κορίνθου ο Απόστολος Παύλος καθόρισε ένα τυπικό γιά τό ποιά σειρά πρέπει νά τηρούν οι χαρισματούχοι κατά τίς συνάξεις τους.

Διαβάζοντας τήν πρώτη Επιστολή πού έστειλε ο Απόστολος Παύλος στήν Εκκλησία τής Κορίνθου βλέπουμε καθαρά τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος, τήν ύπαρξη πολλών χαρισματούχων κατά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία συνερχόταν γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία, καί σέ αυτήν συμμετείχαν Χριστιανοί μέ ποικιλία χαρισμάτων, ήτοι θεολογίας, προφητείας, ιαμάτων, γλωσσολαλιάς, ερμηνείας τών γλωσσών κλπ.

Όμως, στήν πρώτη αυτή Εκκλησία παρατηρούνταν καί σχίσματα, όχι μέ τήν σημερινή έννοια τού όρου ότι απομακρύνονταν από τήν Εκκλησία καί συγκροτούσαν άλλες Εκκλησίες, αλλά μέ τήν έννοια ότι κάθε ομάδα Χριστιανών υπερεκτιμούσαν κάποιον διαφορετικό Απόστολο. Έτσι, άλλοι θεωρούσαν ως αρχηγό τους τόν Παύλο, άλλοι τόν Πέτρο, άλλοι τόν Απολλώ, υπήρχαν καί άλλοι πού έλεγαν ότι ανήκαν στόν Χριστό. Ο Απόστολος Παύλος τούς επιτιμά γιά τήν διαγωγή αυτή καί τούς ζητά στό όνομα τού Ιησού Χριστού νά λέγουν όλοι τό ίδιο, νά μήν υπάρχουν μεταξύ τους διαιρέσεις καί νά είναι όλοι ενωμένοι «εν τώ αυτώ νοΐ καί εν τή αυτή γνώμη».

Γίνεται φανερόν ότι, παρά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας καί τήν παρουσία σέ αυτήν χαρισματούχων Χριστιανών, ήταν ανάγκη νά υπάρχη καί μιά ενότητα μεταξύ τους. Μέ τήν πορεία τού χρόνου καί τήν ανάπτυξη τής Εκκλησίας δημιουργήθηκε ο θεσμός τών Επισκόπων, στόν οποίο έπρεπε νά υπακούουν όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, μέ τήν μνημόνευση τού οποίου νά τελήται τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά συγκροτήται η Εκκλησία καί αυτός νά βρίσκεται «εις τύπον καί τόπον» τής κεφαλής τής Εκκλησίας, δηλαδή τού Χριστού, καθώς επίσης νά υπάρχη καί η ενότητα μεταξύ τών Επισκόπων.

Είναι σημαντικό στό σημείο αυτό τί λέγει τό βιβλίο πού τιτλοφορείται «Διαταγαί τών Αποστόλων». Φαίνεται ότι όσο αναπτυσσόταν η Εκκλησία καί επεκτεινόταν σέ ολόκληρο τόν κόσμο, τόσο καί χρειαζόταν μιά ορατή ενότητα καί ένα κέντρο ενότητας. Αυτό τό κέντρο ενότητας ήταν ο Επίσκοπος καί όχι ο προφήτης.

Στό βιβλίο αυτό, αφού αναφέρονται όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, έπειτα λέγεται: «ο δέ τούτων πάντων ανώτερος ο αρχιερεύς εστίν, ο επίσκοπος». Αυτός είναι διάκονος τού λόγου, φύλακας τής γνώσεως, μεσίτης Θεού καί Χριστιανών κατά τήν διάρκεια τής λατρείας πρός τόν Θεό, αυτός είναι διδάσκαλος τής ευσέβειας, αυτός είναι πατέρας τών Χριστιανών μετά τόν Θεό, αυτός είναι άρχοντας καί ηγούμενος τών Χριστιανών, βασιλεύς καί εξουσιαστής, αυτός είναι «επίγειος θεός μετά θεόν», τόν οποίον πρέπει νά τιμούν. Ο Επίσκοπος πρέπει νά προκαθέζεται όλων τών Χριστιανών «ως θεού αξία τετιμημένος», πρέπει νά εξουσιάζη τού Κλήρου καί νά άρχη όλου τού λαού. Φθάνει μάλιστα τό βιβλίο τών «Διαταγών τών Αποστόλων» νά γράψη ότι ο Επίσκοπος είναι κεφαλή καί γι’ αυτό δέν είναι δίκαιον νά προσέχη τήν ουρά, δηλαδή τόν λαϊκό άνθρωπο πού στασιάζει καί έτσι νά οδηγήται καί αυτός στήν απώλεια τού άλλου, αλλά νά προσέχη «θεώ μόνω». Γιατί ο Επίσκοπος πρέπει νά άρχη όλων τών υπηκόων καί όχι νά άρχεται καί νά καθοδηγήται από αυτούς. Βεβαίως, καί ο Επίσκοπος πρέπει νά έχη τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος.

Φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού. Η ενότητα τής Εκκλησίας καί τών Χριστιανών συγκροτείται από τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας καί τόν Επίσκοπο. Αυτό είναι τό εκκλησιαστικό ήθος καί τό εκκλησιαστικό φρόνημα, καί έξω από αυτό υπάρχουν σχίσματα τά οποία οδηγούν στήν απώλεια.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά.

Τό νά είναι κανείς Χριστιανός είναι μεγάλη ευλογία από τόν Θεό, είναι μεγάλο χάρισμα. Μέ τό Bάπτισμα, τό Xρίσμα, τήν θεία Κοινωνία ένα μέλος τής Εκκλησίας δέχεται τήν Χάρη τού Θεού, συνδέεται μέ τήν Κεφαλή, τόν Χριστό, καί κοινωνεί τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Κάθε διαίρεση, κάθε άρνηση τών χαρισμάτων πού δίνει τό Άγιον Πνεύμα, κάθε διχοστασία καί ζήλεια καί φιλονικία είναι δείγμα απουσίας τού Αγίου Πνεύματος καί επομένως δείχνει σαρκικότητα.

Ο Απόστολος Παύλος έβλεπε μερικά λυπηρά γεγονότα πού συνέβαιναν στήν Εκκλησία τής Κορίνθου, εντόπιζε τήν διαίρεση πού επικρατούσε σέ μερικούς Χριστιανούς, παρά τά χαρίσματα πού είχαν, καί τούς ερωτά: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε καί τό πνεύμα τού Θεού οικεί εν υμίν;». Δηλαδή, δέν γνωρίζετε ότι είσθε ναός τού Θεού καί ότι τό πνεύμα τού Θεού κατοικεί μέσα σας;

Στήν φράση αυτή μπορεί κανείς νά παρατηρήση δύο έννοιες. Η πρώτη ότι η Εκκλησία πού είναι τό Σώμα τού Χριστού, είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος. Έχοντας υπ’ όψη μας έναν ναό, ένα οικοδόμημα από πέτρες, μέσα στόν οποίο συνέρχεται η Εκκλησία καί τελείται η θεία Λειτουργία, μπορούμε νά πούμε ότι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού είναι ο ζωντανός ναός τού Θεού καί μέσα κατοικεί τό Άγιον Πνεύμα. Πρωτίστως ναός είναι η Εκκλησία, τό Σώμα τού Χριστού, καί έπειτα ναός λέγεται καί τό κτίσμα μέσα στό οποίο συνέρχεται η ζωντανή Εκκλησία γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία καί άλλες ακολουθίες. Η δεύτερη έννοια είναι ότι ο κάθε Χριστιανός είναι ναός τού Θεού καί μέσα σέ αυτόν κατοικεί τό πνεύμα τού Θεού. Μέ αυτήν τήν δεύτερη έννοια θά διατυπώσω μερικές σκέψεις, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τών Αποστόλων καί τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύει ότι τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά. Εκεί γίνεται η εσωτερική λειτουργία μέ τήν αγάπη πρός τόν Θεό καί τήν νοερά καρδιακή προσευχή. Έτσι ερμηνεύεται τό «ιεράτευμα άγιον», τό «βασίλειον ιεράτευμα», «ο οίκος πνευματικός», μέσα στόν οποίο προσφέρονται οι πνευματικές θυσίες, κατά τόν Απόστολο Πέτρο (Α' Πέτρ. β', 1-10).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αναφερόμενος σέ αυτήν τήν εσωτερική θεία Λειτουργία, κάνει λόγο γιά «μυστική τού νοός ιερουργία», γιά «ιερατείον αληθινόν», γιά «ιερατείον πνευματικόν», πού ιερουργεί μυστικώς στό θυσιαστήριο τής καρδιάς τόν αμνόν τού Θεού καί μετέχει αυτού.

Αυτή η διδασκαλία δέν είναι απλώς διδασκαλία μερικών Πατέρων, πού χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ως νηπτικοί καί ησυχαστές, αλλά είναι διδασκαλία πού ανευρίσκεται μέσα στήν Αγία Γραφή. Άλλωστε, η νήψη καί η ησυχία είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων τών αγίων. Γιά παράδειγμα ο Απόστολος Πέτρος προτρέπει τούς Χριστιανούς: «Κύριον τόν Θεόν αγιάσατε εν ταίς καρδίαις υμών» (Α' Πέτρ. γ', 15). Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά ψαλμούς καί ύμνους καί ωδές πνευματικές πού ψάλλονται καί άδονται «εν τή καρδία υμών τώ Κυρίω» (Εφ. ε', 19), πού προϋποθέτει ότι η καρδία, δηλαδή τό κέντρο τής πνευματικής υπάρξεως τού ανθρώπου, είναι θυσιαστήριο, είναι ο χώρος εκείνος πού δοξάζεται καί υμνείται ο Θεός. Εκεί κατοικεί ο Θεός, σύμφωνα μέ τόν αποστολικό λόγο «κατοικήσαι τόν Χριστόν διά τής πίστεως εν ταίς καρδίαις υμών» (Εφ. γ', 17) «εκεί λάμπει τό φώς τού Θεού» (Β', Κορ. δ', 6) εκεί βεβαιώνεται ο άνθρωπος ότι είναι ναός τού Θεού (Γαλ. δ', 6) εκεί ευρίσκεται ο εντός ημών άνθρωπος.

Πρέπει νά εκκλησιαζόμαστε, νά συμμετέχουμε στήν κοινή λατρεία τής Εκκλησίας, όπου συναντώνται όλα τά μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Αλλά θά πρέπει νά προσευχόμαστε καί στόν εσωτερικό ναό, στό ιερό Βήμα τής καρδιάς μέ τήν εσωτερική καρδιακή καί νοερά προσευχή. Όταν η λογική τού ανθρώπου αποκρούη τούς κακούς λογισμούς καί η νοερά ενέργεια πού είναι η λεπτοτάτη προσοχή εισέλθη μέσα στήν καρδιά, συγκεντρώνεται εκεί μέ τήν αγάπη καί μέ καρδιακό πόνο καί τότε γίνεται αυτή η εσωτερική θεία λειτουργία. Μιά τέτοια εσωτερική προσευχή είναι η κατάλληλη προϋπόθεση γιά νά εκκλησιάζεται κανείς σωστά καί στούς Ναούς καί νά συμμετέχη στήν θεία Λειτουργία.

Νά μή ξεχνάμε ποτέ ότι πρέπει νά είμαστε ναοί τού ζώντος Θεού, καί καθώς μετακινούμαστε, μεταφέρουμε αυτόν τόν ζωντανό ναό, γιά νά δοξάζεται ο Θεός. Έτσι θά αποφεύγεται κάθε αμαρτία καί θά αντιμετωπίζεται κάθε πειρασμός.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή.

Γιά τά χαρίσματα ομιλεί ο Απόστολος Παύλος στό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, τά οποία είναι διάφορα καί ποικίλα. Ο Θεός δίνει τά χαρίσματα στά μέλη τής Εκκλησίας, γιά νά οικοδομήται η Εκκλησία καί νά δοξάζεται ο Θεός. Πρόκειται γιά τήν προφητεία, τήν διακονία, τήν διδασκαλία, τήν παράκληση, τήν μετάδοση τών υλικών αγαθών, τήν φροντίδα κάθε καλού έργου, τήν ελεημοσύνη.

Μετά τήν απαρίθμηση τών χαρισμάτων, γίνεται λόγος γιά τήν ανυπόκριτη αγάπη πού είναι η υποδομή όλων τών πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα, σέ άλλη επιστολή του, στήν πρός Κορινθίους, ο Απόστολος Παύλος καταγράφει τόν ύμνο τής αγάπης, πού είναι τό μεγαλύτερο πνευματικό χάρισμα (Α' Κορ. ιγ').

Η αγάπη έχει διπλή κατεύθυνση, ήτοι αγάπη πρός τόν Θεό καί αγάπη πρός τούς ανθρώπους. Είναι γνωστή η εντολή τού Θεού πού δόθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη καί επαναλήφθηκε από τόν Χριστό: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου. αύτη εστί πρώτη καί μεγάλη εντολή. δευτέρα δέ ομοία αυτή αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η αγάπη δέν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά εκφράζεται μέ όλες τίς δυνάμεις τής ψυχής, δηλαδή τό λογιστικό, τό επιθυμητικό καί τό θυμικό. Δέν είναι λόγια, αλλά μιά ολόκληρη ζωή καί προσφορά όλου τού εαυτού μας στόν Θεό καί τούς αδελφούς μας.

Άν δούμε τήν αγάπη από τήν πλευρά τού Θεού, μπορούμε νά σημειώσουμε ότι η αγάπη είναι η ενέργεια τού Θεού, οπότε ο Θεός δέν έχει απλώς αγάπη, αλλά είναι αγάπη, αφού η ενέργεια τού Θεού είναι η κίνηση τής φύσεως. Ο Θεός αγαπά τόν κόσμο πού Αυτός δημιούργησε, κινείται πρός τόν άνθρωπο, αλλά καί ελκύει πρός τόν Εαυτό Του εκείνους πού είναι άξιοι τής αγάπης Του, στούς οποίους η αγάπη ενεργεί καθαρτικά, φωτιστικά καί θεοπτικά.

Η πραγματική αγάπη είναι καρπός τής απάθειας. Όταν υπάρχουν στόν άνθρωπο πάθη, τότε η αγάπη είναι εμπαθής. Γιά παράδειγμα, η φιλοδοξία, η φιληδονία, η φιλαργυρία έχουν στοιχεία αγάπης, αλλά συνδέονται μέ τήν κενή δόξα, τήν ηδονή καί τά αργύρια. Σέ αυτές τίς περιπτώσεις ο άνθρωπος δέν μπορεί νά αγαπά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπό του αληθινά, γιατί εμπλέκονται τά πάθη, οπότε αγαπά τόν εαυτό του, πράγμα πού λέγεται φιλαυτία.

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή. Όπου υπάρχει αγάπη ιδιοτελής, εκεί επικρατεί η αρρώστια. Αντίθετα, όπου εκφράζεται η ανιδιοτελής αγάπη, εκεί υπάρχει πνευματική υγεία.

Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει ότι μπορεί καί ο άρρωστος πνευματικά άνθρωπος νά αγαπά καί γι’ αυτό κάνει λόγο γιά τό ότι η αγάπη πρέπει νά είναι ανυπόκριτη. Οπότε, άλλο είναι η υποκριτική αγάπη καί άλλο είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η υποκριτική αγάπη είναι γεμάτη από ψέματα, θεατρινισμούς, είναι εξωτερική, επιτηδευμένη, εκφράζεται μέ ψεύτικα χαμόγελα καί προσωρινές εκδηλώσεις καί συνήθως σκορπά απόγνωση καί απελπισία. Η ανυπόκριτη αγάπη είναι αληθινή, ολοκληρωμένη, υγιής καί μεταδίδει χαρά, ειρήνη καί ελπίδα στούς ανθρώπους.

Η πείρα έχει δείξει ότι στήν κοινωνία μας περισσεύει η ψεύτικη, η υποκριτική αγάπη. Καμμιά άλλη αρετή δέν έχει κακοποιηθή τόσο πολύ όσο η αγάπη. Ο ηθοποιός έχει τό χάρισμα νά προσποιήται συμπεριφορές καί χαρακτήρες άλλων ανθρώπων μέ ακρίβεια καί προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Αυτό πού στήν περίπτωση αυτή είναι ένα χάρισμα, στό θέμα τής υποκριτικής αγάπης είναι δυστυχία. Τί φοβερό είναι νά συναντά κανείς ανθρώπους πού εκδηλώνουν ή εμπαθή αγάπη ή υποκριτική αγάπη! Καί τί εκπληκτικό είναι νά έχη κανείς φίλους πού διακρίνονται γιά τήν ειλικρίνεια καί τήν ανυπόκριτη αγάπη!

Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει ότι ο Αββάς Αγάθων ήθελε νά βρή έναν λεπρό καί νά λάβη τό άρρωστο σώμα του, δίδοντας σέ εκείνον τό δικό του υγιές σώμα. Καί λέγει ότι αυτό είναι τέλεια αγάπη. Ο ίδιος γράφει ότι η κατά Θεόν πραγματική αγάπη είναι γλυκύτερη τής ζωής. Όταν κανείς ζή σέ ένα κλίμα ανυπόκριτης καί ανιδιοτελούς αγάπης, αισθάνεται γλυκασμό ανώτερο από τήν βιολογική ζωή.

Όλοι αγαπάμε κάτι, αλλά άς φροντίσουμε νά θεραπευόμαστε καί νά έχουμε ανυπόκριτη, καθαρή καί ανιδιοτελή αγάπη.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 14 Ιουλίου

Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στόν μαθητή του Τίτο, πού ήταν Επίσκοπος στήν Κρήτη, νά αφήνη τόν αιρετικό άνθρωπο μετά από τήν πρώτη καί τήν δεύτερη νουθεσία καί νά μήν ασχολήται μαζί του. Δηλαδή, όπου συναντά κάποιον αιρετικό άνθρωπο, νά προσπαθή νά τόν συμβουλεύη. Αλλά αυτό δέν πρέπει νά γίνεται γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είναι ενδεχόμενο νά είναι βαρειά άρρωστος καί νά μήν επιδέχεται θεραπεία.

Αιρετικός άνθρωπος είναι εκείνος πού έχει διαφορετική άποψη από τήν διδασκαλία πού μάς παρέδωσε ο Χριστός καί τήν διαφυλάσσει η Εκκλησία. Πρόκειται γιά αιρετικές διδασκαλίες σχετικά μέ τόν Τριαδικό Θεό, τήν δημιουργία τού κόσμου καί τού ανθρώπου, τήν ενανθρώπηση τού Χριστού, τήν Εκκλησία, τήν σωτηρία τού ανθρώπου, τήν αιώνια ζωή. Όλη αυτή η διδασκαλία περικλείεται στό Σύμβολο τής Πίστεως, στά δόγματα τής Εκκλησίας, στίς αποφάσεις τών Οικουμενικών καί Τοπικών Συνόδων, στήν Αγία Γραφή καί τήν λατρεία τής Εκκλησίας, στίς ευχές τών Μυστηρίων τής Εκκλησίας. Μπορεί νά έχουμε διάφορες απόψεις γιά καθημερινά θέματα, αλλά εφ’ όσον είμαστε Χριστιανοί καί ζούμε μέσα στήν Εκκλησία δέν μπορούμε νά έχουμε διαφορετικές απόψεις από όσα διδάσκει η Εκκλησία.

Αιρετικοί άνθρωποι παρουσιάσθηκαν πολλοί διά μέσου τών αιώνων, πού χρησιμοποιούσαν τήν ελληνική καί ανατολική φιλοσοφία γιά νά κατανοήσουν τά θέματα τής Χριστιανικής πίστεως, αντί νά στηριχθούν στήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων, δηλαδή τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων. Ουσιαστικά αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τών Πατέρων καί τών αιρετικών. Οι Πατέρες δέχονταν τήν πείρα τών θεοπτών αγίων, ενώ οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν τόν στοχασμό, τήν λογικοκρατία, τήν κοσμική σοφία καί τήν φιλοσοφία.

Είναι πολύ σημαντικός ο λόγος τού Αποστόλου Πέτρου, ότι «εμείς οι Απόστολοι δέν γνωρίσαμε τήν δύναμη καί τήν παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μέ σεσοφισμένους μύθους», όπως είναι η φιλοσοφία, αλλά «επόπται γεννηθέντες τής εκείνου μεγαλειότητος», δηλαδή «είδαμε τήν δόξα τής θεότητος τού Χριστού πάνω στό όρος Θαβώρ» (Πέτρ. α', 16). Οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν «σεσοφισμένους μύθους», δηλαδή τήν φιλοσοφία, πού είναι μιά λογική επεξεργασία τών μύθων, ενώ οι άγιοι θεολογούσαν μέ βάση τήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων καί τήν δική τους πείρα.

Ερωτάται, όμως, γιατί ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει τόν μαθητή του Τίτο νά αφήνη τόν αιρετικό μετά από πρώτη καί δεύτερη νουθεσία; Τό εξηγεί ο ίδιος: «ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος καί αμαρτάνει ών αυτοκατάκριτος». Δηλαδή, ο κατά συνείδηση αιρετικός έχει εκτραπή, έχει φύγει από τήν πραγματική οδό καί αμαρτάνει καταδικάζοντας ο ίδιος τόν εαυτό του. Τήν αίρεση πρέπει νά τήν εκλαμβάνουμε ως μιά πνευματική ασθένεια καί τόν αιρετικό ως πνευματικά ασθενή. Έτσι, ο αιρετικός πού δέν θεραπεύεται μέ τίς πρώτες νουθεσίες, φανερώνει ότι είναι ανίατος «αδιόρθωτος καί ανιάτρευτος», οπότε χάνει κανείς τόν καιρό του ασχολούμενος μαζί του.

Υπάρχουν σωματικές ασθένειες πού θεραπεύονται μέ τήν λήψη φαρμάκων, αλλά υπάρχουν καί σωματικές ασθένειες πού δέν θεραπεύονται καί χρειάζεται είτε νά γίνη βαθειά εγχείρηση είτε νά απομονωθή ο ασθενής γιά νά μήν κολλήση τούς άλλους. Οι μολυσματικές ασθένειες είναι επικίνδυνες γιά τήν κοινωνία.

Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τίς πνευματικές μολυσματικές ασθένειες, τίς οποίες μεταδίδουν οι αιρετικοί. Μέ αυτήν τήν έννοια οι άγιοι Πατέρες, ως πνευματικοί ιατροί, αντιμετώπιζαν τούς αιρετικούς καί τούς εκδίωκαν από τήν Εκκλησία. Δέν τό έκαναν από μίσος καί κακία, αλλά από αγάπη γιά τήν Εκκλησία, τούς Χριστιανούς, ακόμη καί τούς ίδιους τούς αιρετικούς, μήπως μετανοήσουν καί σωθούν.

Τό λυπηρό είναι, όταν ένας Χριστιανός φθάνη στό σημείο νά γίνη ανίατος, αθεράπευτος. Αυτό γίνεται μέ τόν εγωϊσμό, πού είναι εωσφορικός-σατανικός, μέ τήν φιλοσοφία καί όλα τά ισχυρά πάθη τής φιληδονίας, τής φιλοκτημοσύνης, τής φιλαυτίας. Είναι φοβερό, όταν ένας Χριστιανός, ακόμη καί ένας Κληρικός, αναμειγνύη τήν αλήθεια μέ τό ψέμα, τήν υγιά τροφή μέ τό δηλητήριο, τίς προσωπικές του απόψεις μέ τήν διδασκαλία τού Χριστού καί τών αγίων.

Επομένως, θά πρέπει νά αγωνιζόμαστε νά μή φθάσουμε σέ αυτήν τήν ανίατη ασθένεια, τήν αίρεση, αλλά καί νά προφυλασσόμαστε από σύγχρονους αιρετικούς.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 28 Ιουλίου

Τό χωρίο αυτό εκφράζει μιά νοοτροπία πού δέν ίσχυε μόνον τήν εποχή τού Αποστόλου Παύλου, αλλά ισχύει κάθε εποχή. Υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι πού έχουν ζήλον Θεού, αλλά χωρίς νά έχουν επίγνωση, σωστή γνώση τού Θεού.

Η λέξη ζήλος δηλώνει τήν μεγάλη θέρμη γιά τήν επίτευξη ενός σκοπού καί καταλήγει νά εκφράζη τόν άνθρωπο εκείνο πού δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο γιά τήν πραγματοποίηση μιάς επιθυμίας, πού ανταγωνίζεται κάποιον άλλον. Πολλές φορές δηλώνει καί τήν ζηλοτυπία, δείχνει τόν άνθρωπο πού διακρίνεται από τήν ζήλεια. Στό χωρίο αυτό ο ζήλος δηλώνεται μέ αρνητική έννοια καί κυρίως εκφράζει τόν φανατισμό πού εκδηλώνεται χωρίς νά γνωρίζη κανείς τήν όλη αλήθεια, χωρίς νά έχη γνώση αληθινή ενός πράγματος καί ενός γεγονότος.

Έναν τέτοιο ζήλο είχαν οι Εβραίοι τής εποχής τού Αποστόλου Παύλου, οι οποίοι ήθελαν νά εφαρμόσουν τόν Μωσαϊκό νόμο, ο οποίος δόθηκε από τόν Χριστό στήν Παλαιά Διαθήκη, καί όμως πολεμούσαν τόν Χριστό πού έγινε άνθρωπος γιά νά ολοκληρώση τόν νόμο καί νά σώση τόν άνθρωπο. Έφθασαν μάλιστα οι Εβραίοι, λόγω ζήλου, νά πολεμήσουν τόν Χριστό, νά τόν σταυρώσουν, νά καταδιώξουν τούς Αποστόλους καί τήν πρώτη Χριστιανική Εκκλησία. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος δοκίμασε αυτόν τόν υπερβάλλοντα ζήλο τών Εβραίων τής εποχής του, αφού τόν κατεδίωκαν από πόλη σέ πόλη. Αυτός ο ζήλος δέν είναι κατ’ επίγνωση, αλλά παράλογος ζήλος, είναι φανατισμός.

Αυτό τό είχε ζήσει καί ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος. Ως Ιουδαίος ήταν «ζηλωτής τών πατρικών παραδόσεων», αλλά όταν ο Θεός τόν κάλεσε διά τής Χάριτός Του καί αποκάλυψε τόν Υιό Του σέ αυτόν, τότε βρήκε τήν αλήθεια καί έγινε ζηλωτής κατ’ επίγνωση (Γαλ. α', 14).

Ο ζήλος γιά τήν αρετή είναι καλός, όταν συνδέεται μέ τήν αλήθεια καί τήν αγάπη, ενώ ο ζήλος γιά τήν κακία, πού εξελίσσεται σέ φανατισμό, είναι οδυνηρός. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν ζηλωταί πνευματικών αγαθών (Α' Κορ. ιδ', 12), ήταν ζηλωταί καλών έργων (Τίτ. β', 14). Όμως, μέσα στήν Εκκλησία ανευρίσκονται καί Χριστιανοί πού διακρίνονται από τόν φανατισμό καί τήν μισαλλοδοξία. Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ ζήλου κακού καί καλού; Μπορούν νά τονισθούν δύο σημεία πού διακρίνουν τόν ευλογημένο ζήλο από τόν διαβολικό ζήλο.

Τό πρώτο είναι ότι ο ζήλος γιά τά δόγματα είναι υγιής, όταν βλέπη κανείς τά δόγματα όχι ως φιλοσοφικές αρχές καί ως όπλα γιά νά πολεμά τούς αντιπάλους του, αλλά ως καρπό τής αποκαλύψεως καί τής εμπειρίας τά οποία αποδέχεται γιά νά συναντήση τόν Θεό καί νά σωθή. Τά δόγματα δέν είναι ιδεολογικές αρχές γιά νά χρησιμοποιούνται πρός εξολόθρευση τών εχθρών, αλλά πνευματικά φάρμακα.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι ο ζήλος κατ’ επίγνωση αποβλέπει στήν θεραπεία τού ανθρώπου, στήν αύξηση τής αγάπης πρός τόν Θεό καί τόν άνθρωπο, στήν επιδίωξη τής σωτηρίας, ενώ ο ζήλος χωρίς επίγνωση χρησιμοποιεί τό θυμικό καί τό επιθυμητικό μέρος τής ψυχής γιά πολεμικές διαμάχες μέ τούς ανθρώπους.

Πόσο χαιρόμαστε όταν βλέπουμε Χριστιανούς νά έχουν ανεπτυγμένη τήν επιθυμία νά γνωρίσουν οι ίδιοι τόν Θεό, νά αναπτυχθούν καί νά αποκτήσουν τήν γνώση τού Θεού, πού διακρίνονται από μιά μεγάλη ορμή καί μεγάλη αγάπη πρός τόν Θεό! Καί πόσο λυπούμαστε, όταν βλέπουμε Χριστιανούς νά διακατέχωνται από άκριτο ζήλο, από ανόητο φανατισμό, καί συμπεριφέρωνται όπως οι οπαδοί στά γήπεδα καί εκδηλώνουν όλα τά πάθη τής ψυχής τους, εν ονόματι τού Χριστού καί τής αλήθειας!

Ο φανατισμός είναι έλλειψη τής αλήθειας, απουσία τής πραγματικής αγάπης, άρνηση τής ειρήνης τής ψυχής. Όταν ο φανατισμός καταλάβη τήν ψυχή τού ανθρώπου, μεταβάλλει τήν ψυχή σέ ζούγκλα, ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ως θηρίο, εκδηλώνει θηριώδεις ενέργειες πού προκαλούν τούς ανθρώπους καί λυπούν τόν Θεό. Ο φανατισμός είναι ζήλος «ου κατ’ επίγνωσιν». Αντίθετα, κατά τόν άγιο Νεκτάριο, τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τού κατ’ επίγνωση ζηλωτού είναι «αγάπη θερμή πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον αυτού, πραότης, ανεξιθρησκεία, ευεργεσία καί ευγένεια τρόπων. Ο κατ’ επίγνωσιν ζηλωτής φέρει τόν τύπον τού αληθούς Χριστιανού».

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 7 Ιουλίου

Στό κήρυγμα κάθε Κυριακής τών δύο καλοκαιρινών μηνών εφέτος θά ερμηνεύσουμε μερικές φράσεις τών αποστολικών αναγνωσμάτων πού διαβάζονται στήν θεία Λειτουργία. Πρόκειται γιά αναγνώσματα από τίς Επιστολές τού Αποστόλου Παύλου στούς Χριστιανούς διαφόρων Εκκλησιών πού είχε ιδρύσει, καί απέβλεπαν στήν επίλυση προβλημάτων καί τήν καθοδήγησή τους στήν εν Χριστώ ζωή.

Σήμερα θά ερμηνευθή τό χωρίο από τήν πρός Γαλάτας Επιστολή του, πού αναφέρεται στό Βάπτισμα τών Χριστιανών καί δηλώνει τήν μεγάλη του αξία: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Δηλαδή, όσοι βαπτισθήκατε στό όνομα τού Χριστού έχετε ενδυθή τόν Χριστό. Αυτό τό χωρίο ψάλλεται κάθε φορά πού γίνεται τό Μυστήριο τού Βαπτίσματος καί επίσης ψάλλεται στίς μεγάλες Δεσποτικές Εορτές, τών Χριστουγέννων καί τού Πάσχα, γιατί τότε γίνονταν οι ομαδικές βαπτίσεις τών κατηχουμένων καί τών φωτιζομένων. Είναι ένα χωρίο πολύ σημαντικό.

Κατ’ αρχάς λέγεται: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε». Γνωρίζουμε ότι η βάπτιση γίνεται στό όνομα τού Τριαδικού Θεού, αφού ο Ιερεύς λέγει: «βαπτίζεται ο δούλος τού Θεού εις τό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος». Τό ερώτημα πού τίθεται είναι γιατί, ενώ ο Χριστός λέγει ότι οι Απόστολοι πρέπει νά βαπτίζουν στό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, ο Απόστολος Παύλος εδώ λέγει ότι βαπτιζόμαστε στόν Χριστό. Δέν υπάρχει αντίφαση, γιατί σύμφωνα μέ τόν Μέγα Βασίλειο η προσηγορία καί τό όνομα Χριστός «τού παντός εστίν ομολογία», διότι η λέξη Χριστός δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση πού προσέλαβε ο Λόγος τού Θεού, χρίσθηκε από τόν Τριαδικό Θεό.

Έπειτα, όταν ενωνόμαστε μέ τόν Χριστό γνωρίζουμε καί τόν Πατέρα καί τό Άγιον Πνεύμα. Ποτέ ο Χριστός δέν είναι χωρισμένος από τά άλλα Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, μέσα στήν οποία κοινωνούμε τής ενεργείας τού Τριαδικού Θεού, αφού κοινή είναι η ενέργεια τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος. Ακόμη, η τριττή κατάδυση τού βαπτιζομένου μέσα στήν κολυμβήθρα δηλώνει τόν θάνατο, τήν ταφή καί τήν ανάσταση τού Χριστιανού μαζί μέ τόν Χριστό (Ρωμ. στ', 3-6). Δηλαδή σταυρώνεται ο παλαιός άνθρωπος καί ανασταίνεται ο νέος εν Χριστώ άνθρωπος.

Στό χωρίο, όμως, αυτό πού ερμηνεύουμε υπάρχει η φράση «Χριστόν ενεδύσασθε», δηλαδή όποιος βαπτίζεται στόν Χριστό ενδύεται τόν Χριστό. Κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας τό Άγιον Πνεύμα λέγεται ένδυμα τών πιστών, τό οποίο οι Χριστιανοί ενδύονται όχι όπως τά ιμάτια-ρούχα, αλλά όπως ενδύεται ο σίδηρος τήν φωτιά. Άν τοποθετήσουμε ένα κομμάτι σιδήρου στήν φωτιά, τότε η φωτιά δέν περιβάλλει εξωτερικά τόν σίδηρο, αλλά εισχωρεί μέσα στήν ύλη του καί έτσι ο σίδηρος «όλος διόλου» ενδύεται τήν φωτιά. Αυτό γίνεται καί μέ τόν Χριστιανό πού βαπτίζεται στήν ιερά κολυμβήθρα, αφού τότε γεμίζει από τήν άκτιστη φωτιά τού Αγίου Πνεύματος, μεταμορφώνεται ολόκληρος. Όταν η Χάρη τού Θεού φωτίζη τόν άνθρωπο, τότε εισέρχεται σέ όλη τήν ύπαρξή του, φωτίζει όλον τόν εσωτερικό του κόσμο, τόν νού, τήν καρδιά, τό λογιστικό, τό επιθυμητικό, τό θυμικό καί γενικά όλη τήν ύπαρξή του.

Επειδή ο βαπτισμένος άνθρωπος ενδύεται τόν Χριστό, γι’ αυτό καί λέγεται Χριστιανός. Δέν λαμβάνει ένα όνομα εξωτερικά, αλλά ένα όνομα πού δείχνει τήν ανακαινισμένη ύπαρξή του. Θυμηθήτε τόν Πρωτομάρτυρα Στέφανο, πού όταν μέσα στό Συνέδριο είδε τήν δόξα τού Θεού, τότε καί τό πρόσωπό του φαινόταν ως πρόσωπο αγγέλου.

Η ημέρα πού βαπτισθήκαμε είναι πολύ σημαντική γιά τήν ζωή μας, γιατί γεμίσαμε από τό πύρ τού Αγίου Πνεύματος, ενδυθήκαμε τόν Χριστό, βαπτισθήκαμε στό όνομα τού Τριαδικού Θεού, πεθάναμε καί αναστηθήκαμε μαζί μέ τόν Χριστό. Τό νά είμαστε Χριστιανοί έχει μεγάλη σημασία, είναι θείο δώρο, εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό. Δέν γνωρίζω κατά πόσο σκεφτόμαστε αυτό τό γεγονός καί άν μάς συγκινή ιδιαίτερα.

Βέβαια, όταν δέν ζούμε σύμφωνα μέ τήν ζωή πού προϋποθέτει τό ιερό βάπτισμα, τότε απαιτείται νά γίνη η ανανέωση τού βαπτίσματος μέ τό μυστήριο τής μετανοίας καί τής ιεράς Εξομολογήσεως.

Άς μάθουμε καί άς ψάλλουμε τόν ωραίο αυτόν ύμνο: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε, αλληλούϊα».

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

Κυριακή 21 Ιουλίου

Τό χωρίο πού ακούσαμε σήμερα στό αποστολικό ανάγνωσμα «τά οψώνια τής αμαρτίας θάνατος» είναι πολύ σημαντικό, γιά νά καταλάβουμε τί είναι η αμαρτία καί πώς αισθάνεται ο άνθρωπος πού αμαρτάνει. Τό έχουμε ακούσει πολλές φορές, καί είναι μιά φράση γνωστή σέ όσους διαβάζουν συχνά τήν Αγία Γραφή.

Η λέξη «οψώνια» δηλώνει τήν πληρωμή, τό σιτηρέσιο, τόν μισθό πού έδινε ο αυτοκράτωρ στούς στρατιώτες. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος προέτρεπε τούς στρατευομένους: «αρκείσθε τοίς οψωνίοις υμών (Λουκ. γ', 14), δηλαδή νά μήν αρπάζετε διάφορα αγαθά από τούς συνανθρώπους σας, αλλά νά αρκείσθε σέ όσα σάς δίνει ο αυτοκράτορας ή ο βασιλεύς.

Τά οψώνια τής αμαρτίας είναι τά αποτελέσματα τής αμαρτίας, όσα δίνει η αμαρτία σέ εκείνους πού αμαρτάνουν, καί αυτά είναι ο θάνατος. Εδώ υπονοείται η αμαρτία τών Πρωτοπλάστων, τού Αδάμ καί τής Εύας, πού αμάρτησαν, παρέβησαν τήν εντολή τού Θεού καί αμέσως εισήλθε ο θάνατος, πρώτα ο πνευματικός θάνατος, η απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό, καί έπειτα ο σωματικός θάνατος, η απομάκρυνση τής ψυχής από τό σώμα. Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μετά τήν διάπραξη τής αμαρτίας μέ τήν ηδονή εισήλθε στήν ζωή τού ανθρώπου η οδύνη, ο πόνος. Οπότε στήν ζωή τού ανθρώπου πάντοτε συμπλέκονται η ηδονή μέ τήν οδύνη. Άλλα αμαρτήματα συνδέονται μέ τήν ηδονή καί άλλα μέ τήν οδύνη.

Αυτό πού έγινε στόν Αδάμ καί τήν Εύα επαναλαμβάνεται πάντα στήν ζωή μας κάθε φορά πού αμαρτάνουμε. Η πληρωμή τής αμαρτίας, δηλαδή τά αποτελέσματά της, είναι ο πνευματικός θάνατος. Όταν κάνουμε λόγο γιά πνευματικό θάνατο, εννοούμε τήν απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό, ο Οποίος είναι η αληθινή ζωή. Αυτός ο πνευματικός θάνατος συνδέεται μέ τήν θλίψη, τόν πόνο, τήν απελπισία, τήν απουσία νοήματος γιά τήν ζωή.

Τό φοβερό είναι ότι οι Προπάτορές μας, όταν αμάρτησαν, όταν παρέβησαν τήν εντολή τού Θεού, δέν γνώριζαν τί σημαίνει απομάκρυνση από τόν Θεό, δέν μπορούσαν νά διανοηθούν τί θά συμβή μετά τήν διάπραξη τής αμαρτίας. Ενώ εμείς γνωρίζουμε από τήν πείρα μας τί μάς προξενεί η αμαρτία, καί όμως τήν επαναλαμβάνουμε. Άν καί ξέρουμε τό τί πληγές δημιουργεί στήν ψυχή μας η αμαρτία, εν τούτοις πάλι τήν διαπράττουμε. Έτσι εξηγείται ότι τής αμαρτίας προηγείται σκοτασμός τού νού, η πνευματική τύφλωση, καί στήν συνέχεια ακολουθεί η οδύνη, ο πόνος. Έπειτα, ξεχνάμε τόν πόνο, «τά οψώνια τής αμαρτίας», καί πάλι τήν διαπράττουμε. Πρόκειται γιά έναν φαύλο κύκλο.

Κάθε αμαρτία είναι ένας πνευματικός θάνατος, δηλαδή στερείται κανείς τόν Θεό, πού είναι η αληθινή ζωή. Ο άνθρωπος αρρωσταίνει καί πεθαίνει πνευματικά. Άν υπάρξη μετάνοια, ο άνθρωπος ανασταίνεται από τήν νέκρωση καί αρχίζει πάλι νά ζή κατά Θεόν.

Αλλοίμονό μας, όμως, άν αυτός ο πνευματικός θάνατος είναι αιώνιος, άν δηλαδή ο άνθρωπος εξακολουθή, όσο ζή βιολογικά, νά είναι νεκρός κατά Θεόν καί σέ αυτήν τήν κατάσταση φύγη από τόν κόσμο αυτόν. Τότε θά εφαρμοσθή ο λόγος τής Αποκαλύψεως γιά τόν δεύτερο θάνατο (Απ. κ', 14), πού είναι ο φοβερότερος θάνατος, η τελική απομάκρυνση τού ανθρώπου από τόν Θεό.

Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τόν βιολογικό θάνατο, τρέμουν όταν εμφανίζεται κάποια αρρώστια, μήπως τούς οδηγήση πρός τόν θάνατο, αλλά δέν φοβούνται τόν πνευματικό θάνατο, άν καί γνωρίζουν τίς οδύνες τού θανάτου πού προξένησε η αμαρτία τού Αδάμ σέ όλο τό ανθρώπινο γένος. Κάθε φορά πού κάνουμε μιά αμαρτία θά πρέπει νά φοβόμαστε τόν πνευματικό θάνατο πού ακολουθεί, καί ακόμη περισσότερο νά φοβόμαστε μήπως αυτός ο θάνατος είναι αιώνιος, μήπως ακολουθήση ο δεύτερος θάνατος πού είναι πλέον οδυνηρός.

Ο Απόστολος Παύλος πού κάνει λόγο γιά τό ότι «τά οψώνια τής αμαρτίας θάνατος» συνεχίζει γιά νά πή ότι «τό χάρισμα τού Θεού, ζωή αιώνιος εστί». Τό χάρισμα είναι αντίθετο μέ τόν θάνατο, είναι ζωή αιώνιος «εν Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών». Έτσι, από τήν μιά πλευρά είναι «τά οψώνια τής αμαρτίας», ο θάνατος, καί από τήν άλλη πλευρά τό χάρισμα τού Θεού, πού είναι η αιώνιος ζωή εν Χριστώ Ιησού.

Πολλές φορές στήν ζωή μας δοκιμάσαμε τήν ενέργεια καί τήν οδύνη τού πνευματικού θανάτου, πού είναι τά «οψώνια τής αμαρτίας». Θά πρέπει, όμως, νά δοκιμάζουμε καί τό χάρισμα τού Θεού, πού είναι η αιώνιος ζωή. Θά πρέπει νά απομακρυνόμαστε από τόν θάνατο καί νά γευόμαστε τήν ζωή.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Την σημερινή μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αγαπητοί Χριστιανοί, η Εκκλησία μας καθόρισε στην ακολουθία του Όρθρου να διαβάζεται η Ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στην επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, μετά τον Ευαγγελισμό της και την σύλληψη του Χριστού. Μόλις η Ελισάβετ την απεκάλεσε μητέρα του Χριστού και έδειξε βαθύτατο σεβασμό σε αυτήν, η Παναγία ξεχύθηκε σε ύμνο και δοξολοξία στον Θεό. Ο πρώτος στίχος αυτής της Δοξολογίας είναι:

«Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον» (Λουκ. α , 46). Δηλαδή: «η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο».

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης που έτρεφε, όπως και όλοι οι άγιοι, μεγάλη αγάπη προς την Παναγία, αφού ήταν Θεοτοκόφιλοι, ερμηνεύει ότι η Παναγία με τρεις τρόπους μεγάλυνε, δηλαδή δόξασε τον Κύριο.

Πρώτον, με νοήματα που είναι μεγάλα, υψηλά και άξια της μεγαλειότητος του Θεού. Αυτό φαίνεται από το ότι η Παναγία σε όλη της την ζωή, αλλά ιδιαίτερα τότε που ήταν δώδεκα χρόνια μέσα στα άγια των αγίων, ζούσε συνεχώς μέσα στην θεωρία του Θεού, δηλαδή την θεοπτία, έβλεπε τον Θεό και ο νους της ήταν βυθισμένος σε Αυτόν. Η Παναγία βρισκόταν πάνω από κάθε μικροπρεπή θεωρία των γηΐνων πραγμάτων του κόσμου αυτού. Ο νους της ήταν ανίδεος και ασχημάτιστος και έτσι η Παναγία ζούσε ωσάν ασώματος άγγελος. Γι’ αυτό κανείς άλλος, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος δεν κατενόησε περισσότερο τα μεγαλεία του Θεού όσο η Παναγία.

Δεύτερον, η Παναγία δόξασε τον Κύριο με λόγια μεγάλα και υψηλά και πρέποντα στην μεγαλειότητα του Θεού. Σε όλη την ζωή της με το στόμα της υμνούσε και δοξολογούσε τα μεγαλεία και την δόξα του Θεού. Μάλιστα σε αυτήν την ωδή που ψάλλουμε κάθε φορά στην ακολουθία του Όρθρου φαίνεται ότι υμνεί το δυνατό, παντοδύναμο, άγιο και πανάγιο Όνομα του Θεού και κηρύττει το έλεός Του.

Τρίτον, η Παναγία μεγάλυνε τον Θεό με έργα μεγάλα, υψηλά και άξια της θείας μεγαλειότητος. Η Παναγία που είχε καθαρή, εξαγιασμένη και ισάγγελη ζωή αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού και με αυτόν τον τρόπο ευεργέτησε όλη την οικουμένη. Όλοι οι άγγελοι που έχουν την επιστασία των Εθνών δεν υπέταξαν τόσους ανθρώπους στον Θεό ούτε μεγάλυναν τόσο την κυριότητα του Θεού όσον μόνη η Θεοτόκος. Αλλά και όλοι οι Απόστολοι, που εστάλησαν σε όλα τα μέρη της γης για να σώσουν τους ανθρώπους, δεν επλάτυναν τόσο πολύ την Βασιλεία του Κυρίου, όπως το έκανε μόνη η Θεοτόκος. Αυτή έκανε το μεγάλο έργο μέσα στην ιστορία, γιατί με την καθαρότητά της έκανε τον Θεό υιό ανθρώπου, τους ανθρώπους υιούς του Θεού και τους αγγέλους απέδειξε ατρέπτους στο κακό και τους αξίωσε μεγαλυτέρων χαρισμάτων. Έτσι, η Παναγία έκανε την μεγαλύτερη ιεραποστολή μέσα στον κόσμο, χωρίς να μεταβαίνη από τόπο σε τόπο, επειδή με την εξαγιασμένη ζωή και πολιτεία της έγινε Μητέρα του Χριστού.

Επομένως, η Παναγία εμεγάλυνε τον Κύριο με τα υψηλά νοήματα, λόγια και έργα της. Αυτό το έζησε σε όλη της την ζωή, αλλά το βλέπουμε και κατά την διάρκεια της ενδόξου Κοιμήσεώς της. Εμεγάλυνε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός κατέβηκε από τον Ουρανό για να παραλάβη την ψυχή της, την γέμισε με δόξα και τιμή, όλοι οι Απόστολοι, κατά θαυματουργικό τρόπο, ήλθαν από τα πέρατα της οικουμένης, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και έμειναν εκστατικοί από την θεία δόξα που περιέλαμπε το άγιον σώμα της.

Αυτό σημαίνει, κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, ότι η Παναγία, επειδή μεγάλυνε στην ζωή της τον Κύριο, γι’ αυτό σμίκρυνε και εξολόθρευσε την βασιλεία του διαβόλου και εξαφάνισε την ειδωλολατρία. Και καθώς η προμήτωρ Εύα με την παρακοή της εσμίκρυνε τον Κύριο και την κυριότητά του και συγχρόνως εμεγάλυνε τον διάβολο και την βασιλεία του, έτσι έπρεπε, κατά αντίθετον τρόπο η Παναγία, η θυγατέρα της Εύας, να μεγαλύνη τον Κύριο και την εξουσία Του, δια της υπακοής, και να σμικρύνη την βασιλεία του διαβόλου, ώστε να ιατρεύση το παράπτωμα της προμήτορος.

Όλα αυτά δείχνουν ότι όπως η Παναγία είπε «μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον», έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς στην ζωή μας, και να μιμούμαστε την Παναγία στην δοξολογία του Θεού, με φρονήματα, λόγια και έργα. Να έχουμε μεγάλα φρονήματα, περί του Θεού, δηλαδή να σκεπτόμαστε τον Θεό και όχι τόσο τα σμικροπρεπή και γήϊνα πράγματα, να δοξολογούμε τον Θεό με θεολογικά λόγια, να φυλάττουμε το στόμα μας καθαρό από αισχρολογίες, ύβρεις και φλυαρίες, και να κάνουμε καλά έργα, με τα οποία να επιστρέφουμε ανθρώπους, δια της μετανοίας, στον Θεό.

Όταν μεγαλύνουμε το Όνομα του Θεού με φρονήματα, λόγια και έργα, τότε θα λάβουμε την Χάρη του Θεού και θα έχουμε την αγάπη και την προστασία της Παναγίας, ακόμη και όταν έλθη η ώρα που θα φύγουμε από τον κόσμο αυτόν.

Εύχομαι χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η Παναγία να προστατεύη όλους μας με την Χάρη της και τις προσευχές της.

+ Ο ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Τα τροπάρια που συνέταξαν οι υμνογράφοι της Εκκλησίας για να πανηγυρίζουν οι Χριστιανοί τις εορτές, αλλά και την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας, είναι αριστουργήματα, τόσο από την δομή, τις εικόνες και τα κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούν, όσο και από το περιεχόμενό τους, που απαντούν στα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, όπως είναι η ζωή και ο θάνατος. Όταν διαβάση κανείς προσεκτικά τα τροπάρια αυτά εκπλήσσεται από την σοφία τους και την ομορφιά τους.

Ο κανόνας που ψάλλαμε σήμερα στην ακολουθία του Όρθρου συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν την κατηγορία και είναι έργο του αγίου Κοσμά του ποιητού, που ήταν θετός αδελφός του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Ο κανόνας αυτός έχει καταπληκτικά τροπάρια που αναλύουν το περιεχόμενο της εορτής και δείχνουν την σπουδαιότητά της. Η ακροστιχίδα των τροπαρίων αυτών, δηλαδή τα αρχικά γράμματα όλων των τροπαρίων, έχει την εξής φράση: «πανηγυριζέτωσαν οι θεόφρονες». Θα ήθελα να κάνω ένα μικρό σχόλιο σε αυτήν την φράση.

Πρώτα πρέπει να δούμε την λέξη «πανηγυριζέτωσαν». Η λέξις πανήγυρις στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει έναν ομαδικό εορτασμό με τις εορτές που αναφέρονται στον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους που εορτάζει κάθε τόπος. Η εκκλησιαστική πανήγυρις συμπεριλαμβάνει προσευχή, συμμετοχή στην θεία Λειτουργία, και κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ύστερα από σχετική προετοιμασία, δηλαδή μετάνοια, εξομολόγηση κλπ. Βέβαια, οι άνθρωποι έχουν συνδέσει το πανηγύρι με διασκεδάσεις και χορούς. Η Εκκλησία δεν αποκλείει και την εξωτερική χαρά, όταν προηγήται η εκκλησιαστική πανήγυρη και όταν γίνεται με τις σχετικές προϋποθέσεις και τους κατάλληλους τρόπους. Όταν, όμως, η διασκέδαση γίνεται σε βάρος της λατρείας και ειδικά της θείας Λειτουργίας, και σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, τότε δεν ωφελεί πνευματικά. Αν μελετήσουμε τον τρόπο με τον οποίο πανηγύριζαν παλαιότερα οι άνθρωποι, τότε θα δούμε την διαφορά με μερικούς σύγχρονους τρόπους πανηγύρεως.

Πάντως, το πραγματικό πανηγύρι είναι η θεία Λειτουργία και γενικά η λατρεία της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος στην θεία Λειτουργία συμψάλλει με τους αγγέλους, συμπροσεύχεται με τους Αγίους, επικοινωνεί με την Παναγία, συνδέεται με τον Χριστό. Όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, η θεία Λειτουργία είναι μια ενότητα αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων και ζώντων. Όποιος αισθάνεται πραγματικά την θεία Λειτουργία ως πανηγύρι, βλέπει την αλλαγή και στην ζωή του, και μπορεί να συμπεριφερθή με έναν καλύτερο τρόπο στους συνανθρώπους του.

Η επομένη λέξη της ακροστιχίδος είναι «οι θεόφρονες», δηλαδή θα πρέπη να πανηγυρίζουν εκείνοι που σκέπτονται κατά Θεόν. Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κολασσαείς: «Τα άνω φρονείτε, τα άνω ζητείτε, μη τα επί της γης» (Κολασ. γ , 2). Οι εκκλησιαστικές εορτές πανηγυρίζονται από τους ανθρώπους εκείνους που έχουν φρόνημα Θεού, που αποβλέπουν στην βίωση του νοήματος των εορτών. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη και οι άγιοι Πατέρες στην Εκκλησία έκαναν αγώνα προκειμένου οι άνθρωποι να μάθουν να εορτάζουν κατά Θεόν και όχι με τρόπο κοσμικό.

Αυτό ισχύει και για την σημερινή εορτή της Κοιμήσεως της Παναγίας μας. Το νόημα της εορτής αυτής είναι πνευματικό, αφού η Παναγία βίωσε την ανάσταση του Χριστού στην ύπαρξή της και τώρα βρίσκεται στους ουρανούς και πρεσβεύει για μας. Η Παναγία συνήργησε στο μυστήριο της σωτηρίας μας και γι’ αυτό και εμείς πρέπει να της δώσουμε τον οφειλόμενο σεβασμό. Πρέπει πάντοτε να εορτάζουμε ως θεόφρονες, δηλαδή να προηγήται νηστεία και μετάνοια, να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, να ζούμε με εκκλησιαστικό τρόπο και να προσπαθούμε να τηρούμε το θέλημα του Υιού και Θεού της στην ζωή μας.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά για την σημερινή μεγάλη Θεομητορική εορτή.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance