Ρωμηοί και Άραβες σε σχέση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο (Β)

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)

2. Οι Ρωμηοί θεωρούμενοι από την πλευρά των Αράβων

Ύστερα από τα ανωτέρω, είναι ενδιαφέρον να δούμε πως οι Άραβες έβλεπαν τους Ρωμηούς-Βυζαντινούς κατά την διάρκεια των αιώνων, από την πρώιμη περίοδο μέχρι την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Στο θέμα αυτό υπάρχει μια μελέτη που έχει γραφή από την Nadia Maria El Cheikl, που είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Χάρβαντ και Καθηγήτρια του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυττού. Ο τίτλος της μελέτης είναι «το Βυζάντιο θεωρούμενο από τους Άραβες». Θα αναφερθώ σε μερικά στοιχεία που περιέχονται σε αυτήν την μελέτη, καθώς επίσης και σε μερικά συμπεράσματα της συγγραφέως. Μόνον πρέπει να παρατηρήσω ότι στο κεφάλαιο αυτό θα γίνεται λόγος για Βυζάντιο, παρά για Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διότι έτσι τιτλοφορεί την Αυτοκρατορία η συγγραφέας.

Στην εισαγωγή του βιβλίου γράφεται ότι από την αρχή η αραβική προσοχή είχε σταθερό επίκεντρο το Βυζάντιο και η ισλαμική κοινωνία βρισκόταν σε μια εχθρική κατάσταση προς αυτό. Αυτό, όμως, «οδήγησε σε μια διαστρεβλωμένη θεώρηση των Μουσουλμανο-Βυζαντινών σχέσεων, διότι υπήρχε επίσης και μια λιγότερο ανταγωνιστική πλευρά στις σχέσεις μεταξύ του Βυζαντίου και Μουσουλμάνων». Το σημαντικό είναι ότι υπήρχαν ειρηνικές επαφές μεταξύ των δύο λαών, με το εμπόριο, την ανταλλαγή πρεσβειών κλπ. Κάποιοι βυζαντινοί αυτοκράτορες, όπως ο Λέων ΣΤ ο Σοφός, είχαν Μουσουλμάνους συμβούλους, καθώς επίσης και διάφοροι χαλίφες χρησιμοποιούσαν Χριστιανούς δημοσίους υπαλλήλους και συμβούλους. Γενικά παρατηρείται ότι «οι Μουσουλμάνοι αισθάνονταν πλησιέστερα προς την Βυζαντινή αυτοκρατορία, τόσο θρησκευτικά όσο και πολιτιστικά, απ’ ο,τι προς οποιαδήποτε άλλη δύναμη. Μάλιστα, ο Ισλαμικός πολιτισμός υιοθέτησε σημαντικά χαρακτηριστικά από το Βυζάντιο, όπως οι έννοιες του Κράτους και της διοίκησης, καθώς και στοιχεία της υλικής και διανοητικής του κουλτούρας».

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό δημιουργείται η εντύπωση ότι από την αρχή οι Άραβες θαύμαζαν το Βυζάντιο, ακόμη σε αυτό οφειλόταν και οι πρώτες εχθροπραξίες, στην συνέχεια όμως επικρατεί ένταση πολεμική, από τις μεταξύ τους συγκρούσεις, και προς το τέλος επικρατεί άμβλυνση της εχθρότητος, και καλλιεργείται πάλι έντονος θαυμασμός, λόγω των ενεργειών των Σταυροφόρων και την σύγκριση του τρόπου συμπεριφοράς των Σταυροφόρων με την συμπεριφορά των Βυζαντινών. Και αυτό το εντάσσω μέσα στα όσα μέχρι τώρα υποστήριξα, ότι το μίσος των Μουσουλμάνων Αράβων προς το Βυζάντιο, κατά την ενδιάμεση περίοδο, μάλλον οφείλεται στην είσδυση μέσα στον ισλαμισμό του εθνικού μίσους των Περσών εναντίον των Ελλήνων, όταν ο ισλαμισμός επεκτάθηκε στην Περσία, και έτσι πρόκειται για εθνικό μίσος που εισέρρευσε και μέσα στον «χώρο» της Θρησκείας.

Το όλο θέμα η Nadia Maria El Cheikh το διαιρεί σε τέσσερα μεγάλα τμήματα. Το πρώτο τμήμα έχει τίτλο «η συνάντηση με το Βυζάντιο», το δεύτερο τιτλοφορείται «αντιμετωπίζοντας το Βυζάντιο», το τρίτο επιγράφεται «το Ισλάμ σε άμυνα» και το τέταρτο τμήμα έχει τίτλο «μια νέα πραγματικότητα: νέα επίσκεψη στο Βυζάντιο».

Απ’ όλο αυτό το υλικό που προσφέρεται στην επιστημονική αυτή μελέτη θα εντοπισθούν μερικά σημεία τα οποία έχουν σχέση, άμεση η έμμεση, με το θέμα που μας απασχολεί στην εισήγηση αυτή.

α) Στο προηγούμενο κεφάλαιο είχαμε αναφερθή στο 30ο κεφάλαιο του Κορανίου, στο οποίο γίνεται λόγος για την ήττα και την εκ νέου νίκη των Ρωμηών, για την οποία νίκη θα χαρούν οι πιστοί. Η Nadia Maria El Cheikh παραθέτει το χωρίο αυτό και καταγράφει τις δύο ερμηνείες που δόθηκαν από ερμηνευτές του Κορανίου στο χωρίο αυτό σε διάφορες εποχές.

Η πρώτη ερμηνεία, την οποία είδαμε στην πρώτη ενότητα, θεωρείται αυθεντική και κυριαρχούσε μέχρι τον 11ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτήν στο κεφάλαιο αυτό ο Μωάμεθ αναφέρεται στους Βυζαντινο-Περσικούς πολέμους της εποχής του Ηρακλείου. Επομένως, οι Πέρσες νίκησαν τους Ρουμ και οι πιστοί Μουσουλμάνοι είναι στενοχωρημένοι. Αντίθετα οι πολυθεϊστές στην Μέκκα (οι Κορεϊχίτες) χαίρονταν επειδή οι Πέρσες λατρεύουν τα είδωλα. «Οι Μουσουλμάνοι έκλιναν προς τους Ρουμ διότι είναι και αυτοί λαός της βίβλου». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή οι Ρωμηοί και οι Μουσουλμάνοι βρίσκονταν στην ίδια πλευρά εναντίον των ειδωλοον των ειδωλολατρών Περσών.

Η δεύτερη ερμηνεία που επικράτησε στην διάρκεια του 11ου αιώνος είναι εντελώς αντίθετη από την πρώτη. Σύμφωνα με αυτήν οι Μουσουλμάνοι είναι με το μέρος των Περσών και όχι με το μέρος των Ρουμ και ότι οι πιστοί Μουσουλμάνοι θα χαρούν για την νίκη των Περσών εναντίον των Ρουμ. Η δεύτερη αυτή ερμηνεία δεν μπορεί να αναιρέση και να αντικαταστήση την πρώτη, μάλιστα για ένα διάστημα και οι δύο αυτές ερμηνείες συνυπάρχουν. Η δεύτερη αυτή ερμηνεία που μετέτρεψε τους Ρουμ σε εχθρούς οφείλεται στην ανταγωνιστική δράση του Βυζαντίου προς το Ισλαμικό Κράτος στην Αραβία και στην άμυνα των Μουσουλμάνων κατά τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα.

Προσωπικά θέλω να πιστεύω ότι στην αλλαγή αυτής της εξηγηματικής ερμηνείας έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο το ότι οι Πέρσες εξισλαμίσθηκαν και έτσι το εθνικό μίσος των Περσών εναντίον των Ελλήνων και Ρωμηών εισήλθε μέσα στην θρησκεία, όπως είδαμε στην προηγούμενη ενότητα. Με αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε την αλλαγή ερμηνείας του χωρίου αυτού του Κορανίου τον 11ον αιώνα, χωρίς βέβαια, να παραμερίση την πρώτη αυθεντική και γνήσια ερμηνεία των προηγουμένων αιώνων.

β) Οι Άραβες τρέφουν μεγάλο θαυμασμό στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ηράκλειο που ήταν σύγχρονος του Μωάμεθ και νικητής στον αγώνα εναντίον των Περσών. Στις αραβικές πηγές παρουσιάζεται ότι ο Ηράκλειος γνώριζε τον Μωάμεθ και μάλιστα γράφεται ότι διασώζεται επιστολή του Μωάμεθ στον Ηράκλειο, την οποία εκείνος, όπως σχολιάζεται, διάβασε με σεβασμό.

Στην πρώϊμη αραβική βιβλιογραφία επαινείται η ευσέβεια του Ηρακλείου η (υποτιθέμενη) γνώση του για το Κοράνιο, σε ορισμένα μάλιστα έργα παρουσιάζεται ως έτοιμος να ασπασθή την νέα Θρησκεία, αν και τελικά δεν το τολμά. Ο Ηράκλειος παρουσιάζεται ως ιδεώδης ηγεμόνας. «Ο σχεδόν τέλειος χαρακτήρας του, η αλάνθαστη άσκηση της εξουσίας, η ευσέβεια, η αίσθηση της δικαιοσύνης, η σοφία, η εξυπνάδα, η μεγαλοψυχία και η ανδρεία όλα τον ανακηρύσσουν ως έναν ξεχωριστό βασιλιά του οποίου οι γνώμες και οι απόψεις πλησιάζουν το αλάθητο».

Ακόμη, ο ιστορικός και εξηγητής Ίμπν Καθίρ που έζησε τον 14ον αιώνα (πέθανε το 1371 μ.Χ.) γράφει για τον Ηράκλειο: «Ο Ηράκλειος ήταν ένας από τους σοφότερους ανθρώπους και ένας από τους πιο αποφασιστικούς, διορατικούς, βαθείς και με ισχυρή θέληση βασιλείς. Κυβέρνησε τους Βυζαντινούς με σπουδαία ηγεσία και μεγαλείο».

γ) Οι Άραβες, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην μελέτη που εξετάζουμε, δέχονται, ιδίως στην πρώϊμη ισλαμική περίοδο, μεγάλη επιρροή από το Βυζάντιο που θεωρείται ως «κράτος-υπόδειγμα». Οι Άραβες Μουσουλμάνοι, μέχρις ότου αναπτύξουν δικό τους πολιτισμό, δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να μιμηθούν τις μόδες και τις πρακτικές του αντιπάλου τους. Έτσι, διατήρησαν τις βυζαντινές Δημόσιες Υπηρεσίες, ακόμη και την ελληνική γλώσσα στα κρατικά μητρώα, καθώς επίσης διατήρησαν τα βυζαντινά μέτρα και σταθμά. Η αραβοποίηση ξεκίνησε στην βασιλεία του αλ-Μαλίκ (685-705 μ.Χ.).

Απέραντο σεβασμό εκφράζουν οι Άραβες συγγραφείς στην αρχιτεκτονική των Ρωμηών. Σύμφωνα με τις πηγές τους, οι αυτοκράτορες έστειλαν βοήθεια, τόσο σε τεχνίτες όσο και σε υλικά για την ανέγερση Τζαμιών, όπως το περίφημο Τζαμί της Δαμασκού. Πολλά κεντρικά ιερά θυμίζουν την δεξιοτεχνία των βυζαντινών τεχνιτών.

Πέρα από την αρχιτεκτονική οι Άραβες θαύμαζαν και αξιοποιούσαν και άλλες τέχνες των Ρωμηών, όπως την ζωγραφική, την γλυπτική, την ξυλουργική και την υφαντική, ιδιαίτερα την ύφανση μεταξωτών μπροκάρ. Ο αλ-Τζαχίζ (πέθανε το 869 μ.Χ.) είναι κατηγορηματικός: «στους τομείς του κτισίματος, της ξυλουργικής, της μαστορίας, του τορνευτηρίου οι Βυζαντινοί δεν έχουν ισάξιό τους».

δ) Η Κωνσταντινούπολη, η Πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (του Βυζαντίου) προκαλούσε πάντοτε τον θαυμασμό και την προσοχή των χαλιφών Μουσουλμάνων οι οποίοι είχαν ως όραμα να την αποκτήσουν. Ύστερα, όμως, από τις επανειλημμένες αποτυχίες να την κυριεύσουν και κυρίως ύστερα από την μεταφορά της μουσουλμανικής Πρωτεύουσας στο Ιράκ, οπότε μετατοπίστηκε προς τα ανατολικά και μακρυά από τα Βυζαντινά σύνορα το κέντρο της Αυτοκρατορίας τους, αμβλύνθηκε αυτό το όραμά τους. Όμως, η αποτυχία της τελευταίας πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες το 717 μ.Χ. είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα, δηλαδή την ίδρυση του πρώτου Τζαμιού στην Βυζαντινή Πρωτεύουσα.

Για την ίδρυση αυτού του Τζαμιού μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος σε κείμενό του «προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» (κεφ 21) ότι το Τζαμί κτίσθηκε ύστερα από αίτημα του Άραβα στρατηγού Μάσαλμα.

Σε ειδικό υποκεφάλαιο με τίτλο «Κωνσταντινούπολη: η Πόλη των θαυμάτων» η Nadia Maria El Cheikh χρησιμοποιώντας αραβικές πηγές παρουσιάζει τον θαυμασμό που έτρεφαν οι Άραβες για την Πρωτεύουσα του Βυζαντινού Κράτους. «Οι συγγραφείς ήταν σχεδόν ομόφωνοι στην διακήρυξη ότι κανένας άλλος τόπος στον κόσμο δεν συγκρινόταν σε μέγεθος, σε γεωγραφική θέση και σε σπουδαιότητα». Πολλές φορές προσπάθησαν να την κυριεύσουν, αλλά «ως το απρόσιτο μαργαριτάρι, η λάμψη της ήταν ακόμη πιο σαγηνευτική. Εσχατολογικά κείμενα ενσωματώθηκαν σε γεωγραφικά εγχειρίδια προβλέποντας την πλήρη καταστροφή και ερήμωση της Κωνσταντινούπολης πριν την τελική κρίση». Κατά την περιγραφή της Πόλης από τον Χαρούν Γιαχγιά (τέλος 9ου – αρχές 10ου αιώνα) και από άλλους συγγραφείς όλα τα μνημεία στην Πόλη είναι αρμονικά, ορθολογικά και οργανωμένα. Μάλιστα, σύμφωνα με αραβικές πηγές, οι Άραβες κατά τον σχεδιασμό και το κτίσιμο της Βαγδάτης, έλαβαν υπ' όψη τους τις κριτικές και τα σχόλια των Βυζαντινών επισκεπτών της Βαγδάτης για την τοποθεσία της αγοράς στην Βαγδάτη, για την έλλειψη των κήπων, την απόσταση από τις πηγές ύδρευσης και την θέση του παλατιού. Επίσης, άλλαξαν το πολεοδομικό σχέδιο της Βαγδάτης, προκειμένου να εφαρμόσουν αυτές τις απόψεις και υποδείξεις των Βυζαντινών.

Οι Άραβες συγγραφείς του 12ου, 13ου και 14ου αιώνα θαυμάζουν την Κωνσταντινούπολη. Ο αλ-Χαράουϊ (πεθ. το 1215 μ.Χ.) λέγει ότι «η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη ακόμη σπουδαιότερη από την φήμη της». Ο αλ-Καζουινί διακηρύσσει ότι «τίποτα σαν αυτήν δεν έχει κτισθή ποτέ, ούτε πριν ούτε μετά» και ο αλ-Ιντριζί στα μέσα του 12ου αιώνα γράφει ότι η «Κωνσταντινούπολη ευημερεί, έχει αγορές κι' εμπόρους, και οι κάτοικοί της είναι πλούσιοι». Διασώζονται πολλές περιγραφές της Πόλης από Άραβες συγγραφείς οι οποίοι εντυπωσιάζονται από την Αγιά Σοφιά, την στήλη του Ιουστινιανού, το Ωρολόγιο στο λιμάνι κ.α. Επίσης, αναφέρουν την ανακατασκευή του Τζαμιού το 1263, μόλις οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν την Πόλη από τους Σταυροφόρους, το οποίο Τζαμί είχαν καταστρέψει οι Σταυροφόροι, όταν κατέλαβαν το 1204 την Πόλη.

ε) Οι Άραβες συγγραφείς τρέφουν ένα σεβασμό και θαυμασμό προς την βυζαντινή αυτοκρατορική εξουσία και τον τρόπο που κυβερνά ο βασιλεύς. Ο αλ-Μασουντί (πέθανε το 956 μ.Χ), γράφοντας για τους διαφόρους βασιλείς της εποχής του, αναφερόμενος στον βασιλιά των Ρωμηών-Βυζαντινών, γράφει: «ο βασιλιάς των Ρουμ, ονομάζεται ο βασιλιάς των ανθρώπων, διότι δεν υπάρχει στην γη λαός πιο τέλειος στην φυσιογνωμία και πιο όμορφος στην όψη». Παρόμοια διαπίστωση είναι και αυτή που κάνει ο Σάϊντ αλ-Ανταλουσί (πεθ. 1070 μ.Χ.), πού έλεγε: «Ο βασιλιάς των Βυζαντινών ονομάζεται ο βασιλιάς των ανθρώπων, διότι οι υπηκοοί του είναι οι πιο όμορφοι από όλους».

Μέσα στα πλαισιαπλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την άποψη των Αράβων συγγραφέων για την εθιμοτυπία και το μεγαλείο του Βυζαντίου.

Στην αρχή όλη η πομπώδης εθιμοτυπία του Βυζαντίου με τα θεάματα, τις πλούσιες φορεσιές, την ιεραρχία της αυλής, τα πανέμορφα αντικείμενα από πολύτιμους λίθους κλπ. βρισκόταν στον αντίποδα της απλότητας των αρχηγών της πρώτης μουσουλμανικής κοινότητας και γι’ αυτό χλευαζόταν αυτή η νοοτροπία από τους Μουσουλμάνους συγγραφείς. Όμως, με την πάροδο του χρόνου, «οι Μουσουλμάνοι αντιλήφθηκαν την αξία του εθιμοτυπικού τελετουργικού και, καθώς η αυτοκρατορία τους εξαπλωνόταν, άρχισαν να μιμούνται την μεγαλοπρέπεια την οποίαν έβλεπαν στις βυζαντινές χώρες». Ο Χαρούν Γιαχγιά (τέλος 9ου-αρχές 10ου αιώνα) δίνει μια αναλυτική περιγραφή του βυζαντινού τελετουργικού, όταν ο αυτοκράτορας πήγαινε από το Μέγα Παλάτι στην Αγία Σοφία. Στην περιγραφή επαναλαμβάνει συνεχώς την λέξη «χρυσός», ήτοι «χρυσοί σταυροί», «ξίφη και ασπίδες φτιαγμένα εξ ολοκλήρου από χρυσό», «χρυσά θυμιατήρια», «χρυσό σκήπτρο», «χρυσό κουτί» κλπ. Η περιγραφή της πομπής είναι «εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας και δύναμης», που φανερώνει ότι «η αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος κι' ένας πολιτισμός μεγάλης σπουδαιότητος», δείχνει «ένα ισχυρό και αξέχαστο Βυζάντιο, μια εικόνα που επέζησε στα γραπτά των Αράβων Μουσουλμάνων συγγραφέων για αιώνες. Το γόητρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατόρθωσε να φτάσει, στις πηγές μας, σε ένα ύψος αναλλοίωτο από το χρόνο».

στ) Τους Άραβες Μουσουλμάνους συγγραφείς εντυπωσιάζει και η παρουσία του Πατριάρχου και μάλιστα γίνεται διάκριση των εξουσιών μεταξύ Αυτοκράτορα και Πατριάρχου. Μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση γίνεται από τον αλ-Μασουντί (πεθ. 956 μ.Χ.). Γράφει: «ο Πατριάρχης είναι ο κυρίαρχος βασιλιάς της θρησκείας, και όπως ο αυτοκράτορας έχει την δύναμη του ξίφους, ο Πατριάρχης έχει την εξουσία επί της Έδρας της Κωνσταντινουπόλεως. Ο κύριος της Έδρας είναι ο εταίρος του αυτοκράτορα. Κανείς άλλος δεν είναι ίσος προς τον αυτοκράτορα, και σε κανέναν άλλο δεν κλίνει την κεφαλή. Ο αυτοκράτορας είναι ο κάτοχος του σιδηρού θρόνου: δική του ευθύνη αποτελούν τα ζητήματα των πολεμικών δαπανών, της είσπραξης των φόρων και της πληρωμής των στρατιωτών. Αντίθετα, ευθύνη του Πατριάρχη αποτελούν τα έσοδα από τα ευαγή ιδρύματα για την συντήρηση των εκκλησιών, μοναστηρίων, επισκόπων και μοναχών».

Τα ίδια υποστηρίζει και ο Μαρουαζί (πεθ. μετά το 1120) που γράφει: «υπεράνω όλων των Ρουμ είναι ένας άνθρωπος που λέγεται πατριάρχης, ο οποίος είναι ο κύριος της θρησκείας. Ο βασιλιάς τον εκθειάζει, ταπεινώνεται έμπροσθέν του, και δεν του αντιτίθεται σε ο,τιδήποτε τον αφορά».

ζ) Σε ειδικό υποκεφάλαιο με τίτλο «Βυζαντινή γνώση: Επιστήμη και Φιλοσοφία» η Nadia Maria El Cheikh αναφέρεται στο πόσο επηρέασε την σκέψη των Αράβων η επιστήμη και φιλοσοφία που καλλιεργούνταν στο Βυζάντιο. Γράφει: «Στην διάρκεια του 9ου και του 10ου αιώνα η αυτοκρατορία των Αββασιδών επέδειξε ένα πολιτιστικό δυναμισμό καθώς επεδίωκε να οικειοποιηθή την πολιτιστική κληρονομιά του αρχαίου κόσμου». Γι’ αυτό, άλλωστε κατά την διάρκεια του 9ου αιώνα ξεκίνησαν οι μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων, τα οποία αποκτήθηκαν κυρίως από το Βυζάντιο.

Στο θέμα αυτό παρατηρούμε δύο τάσεις μεταξύ των Αράβων. Η μία τάση έκανε διάκριση μεταξύ των Γιουνάν (Ελλήνων) και Ρουμ και υποστήριζε ότι η σοφία και η επιστήμη ανήκαν στους Γιουνάν, τους αρχαίους Έλληνας, ένα έθνος που εξαφανίσθηκε η αφομοιώθηκε από τους Ρουμ. Έτσι, υποστήριζε ότι «οι Γιουνάν είχαν τις ικανότητες της αφαίρεσης, της έρευνας και της ανακάλυψης», ενώ «οι Ρουμ είναι ικανοί μόνον στην αρχιτεκτονική και στην γεωμετρία». Η άλλη τάση έχει αντίθετη άποψη από τους προηγουμένους. Οι συγγραφείς που εκπροσωπούν αυτήν την τάση παραδέχονται τις επιδόσεις των Βυζαντινών στην φιλοσοφία, την ιατρική, την τεχνική. Κυρίως δέχονται το Βυζάντιο ως αποθετήριο της αρχαίας Ελληνικής γνώσης και ταξιδεύουν συχνά σ’ αυτό για να αγοράσουν βιβλία.

Η Nadia Maria El Cheikh παρατηρεί: «Είναι συνεπώς δύσκολο να συγκεράσουμε διάφορες αντιφατικές μαρτυρίες. Τελικά, το συμπέρασμα που απομένει είναι ότι αυτή η κυρίαρχη αμφισημία σχετικά με την Βυζαντινή γνώση, είναι αφ’ εαυτής ένα από τα κύρια θέματα της εικόνας του Βυζαντίου» για τους Άραβες.

Η νοοτροπία της πρώτης τάσης, όπως είδαμε προηγουμένως, που υποβίβαζε τους Ρουμ και εξύψωνε τους Γιουνάν, τους αρχαίους Έλληνες, πιθανόν οφειλόταν σε μια παγανιστική νοοτροπία που επικρατούσε στους χώρους που εξαπλώθηκε ο Μουσουλμανισμός, δηλαδή στις ανατολικές περιοχές, την Περσία. Είναι γνωστόν ότι στην Ανατολή καλλιεργήθηκε η νεοπλατωνική φιλοσοφία, καθώς επίσης στην Περσία κατέφυγαν οι εθνικοί φιλόσοφοι της Αθήνας, μετά το κλείσιμο της Ακαδημίας το 529, και τους δέχθηκαν με τιμές.

Η Πολύμνια Αθανασιάδη μας πληροφορεί ότι οι Αθηναίοι φιλόσοφοι κατέληξαν στην πόλη Χαρράν, στα βυζαντινο-περσικά σύνορα, επανίδρυσαν εκεί την Ακαδημία τους, η οποία συνέχιζε να ανθή τον 9ον και 10ον αιώνα. Σύμφωνα με την Αθανασιάδη, το 901 μ.Χ. ένας από τους μαθητές της Ακαδημίας, ο Ταμπίτ Κούρα, γνωστός ιατρός και φιλόσοφος, έγινε ο αστρονόμος της βασιλικής αυλής στην Βαγδάτη και ήταν υπεύθυνος για την άνθιση της νεοπλατωνικής επιστήμης και φιλοσοφίας στο Αββασιδικό βασίλειο.

Ο Edward Watts σε σχετική μελέτη του ισχυρίζεται ότι η υπόθεση για την ύπαρξη κάποιας Νεοπλατωνικής Σχολής στην Χαρράν, βασίζεται απλώς σε μια περιγραφή του Άραβα συγγραφέα Αλ-Μασουντί, του 10ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος συνάντησε στην Χαρράν έναν τόπο συνάντησης φιλοσόφων. Ωστόσο ο ίδιος υποστηρίζει ότι η συνεχής ύπαρξη Νεοπλατωνικής Σχολής στην Χαρράν είναι αμφίβολη. Επίσης ισχυρίζεται ότι η μεταφορά της φιλοσοφικής διδασκαλίας από την Αλεξάνδρεια στην Βαγδάτη μέσω Αντιοχείας και Χαρράν είναι προβληματική. Αυτό που φαίνεται να ισχύη είναι ότι έπαιξαν ένα ρόλο «μεμονωμένοι Χαρρανοί στο μεταφραστικό πρόγραμμα των Αββασιδών Χαλιφών του ενάτου αιώνα».

Όμως, ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, περιγράφοντας τον Νεοπλατωνισμό με τις διάφορες Σχολές του, ισχυρίζεται ότι πέραν από την Νεοπλατωνική Σχολή της Συρίας που είχε ηγέτη τον Ιάμβλιχο λειτούργησε και η Νεοπλατωνική Σχολή της Αλεξανδρείας, «καθώς το 640 περιήλθε στην δικαιοδοσία των Αράβων, για να μεταφερθή εν συνεχεία το 720 στην Αντιόχεια και κατόπιν το 900 στην Βαγδάτη, δεν έπαψε να ασκεί την πνευματική επιρροή της στον ισλαμικό κόσμο».

Αυτός ο παγανισμός των Περσών που επηρέασε μερικούς Άραβες συγγραφείς και έχει σχέση με τον παγανισμό μερικών ειδωλολατρών, μπορεί να έχη σχέση με το μίσος εναντίον των Ρουμ-Ορθοδόξων Χριστιανών που κατοικούσαν στο Βυζαντινό Κράτος. Και στο σημείο αυτό παρατηρούμε το πως τα εθνικά στοιχεία και οι εθνικιστικές νοοτροπίες και επιθετικότητες μπορούν να προξενήσουν προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων Θρησκειών.

η) Από τον 11ο αιώνα και μετά, όταν μεταξύ των Βυζαντινών και των Αράβων εισήλθαν οι Σταυροφόροι και ιδρύθηκαν τα Σταυροφορικά Κράτη στην Εγγύς Ανατολή και στην συνέχεια εισέβαλαν οι Μογγόλοι, παρατηρούμε ότι ο κύριος στόχος των Αράβων έγιναν οι Σταυροφόροι και ο τόνος απέναντι στους Βυζαντινούς έγινε ηπιότερος.

Οι Άραβες, παρά την αρχική σύγχυση μεταξύ των Ρουμ και των Σταυροφόρων, στην συνέχεια έκαναν την διάκριση μεταξύ των αλ-Ρουμ και των al- Ifranj. Τα κείμενα των Αράβων επαινούν τους Ρουμ για την ομορφιά τους, επειδή είναι ανοιχτόχρωμοι, με ξανθιά μαλλιά και καλοφτιαγμένη σωματική διάπλαση, ενώ γράφουν μειωτικά για τους Σταυροφόρους Φράγκους. «Οι νεοαφιχθέντες Σταυροφόροι, με την χυδαιότητά τους, με τους ανοίκειους και τρομοκρατικούς τρόπους, θεωρήθηκαν κατώτεροι από τους εκλεπτυσμένους και σοφιστικούς Βυζαντινούς».

Το σημαντικό στοιχείο που αναφέρεται είναι το ακόλουθο: «Τον Αύγουστο 1203, στο αποκορύφωμα της έντασης μεταξύ Βυζαντινών και Σταυροφόρων, μια σπείρα Φλαμανδών, Βενετών και Πιζάνων επιτέθηκε και λεηλάτησε την Μουσουλμανική συνοικία της Πόλης και έκαψε το Τζαμί. Ο Βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης αναφέρει ότι οι ντόπιοι (Ρουμ) έτρεξαν να σώσουν τους Μουσουλμάνους».

Το συμπέρασμα της μελέτης της Nadia Maria El Cheikh είναι ότι η σχέση μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων «δεν ήταν ιεραρχική. Οι Άραβες Μουσουλμάνοι δεν έβλεπαν τους Βυζαντινούς και την ιστορία τους ως βάρβαρους και απολίτιστους, ούτε το Ισλαμικό κράτος ως ανώτερο και τους Βυζαντινούς ως κατώτερους: οι δύο αντίπαλοι ήταν ίσοι, αλλά διαφορετικοί. Η εικόνα του Βυζαντίου είναι αυτή ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε μια αξιοθαύμαστη ιστορία και κουλτούρα, αν και ορισμένες πλευρές παρουσιάζονται ως διεφθαρμένες, εκφυλισμένες και μη επιδεχόμενης διόρθωσης».

Η εικόνα που σχηματίζει κανείς διαβάζοντας την μελέτη της Nadia Maria El Cheikh είναι ότι οι Άραβες Μουσουλμάνοι κατ’ αρχάς έτρεφαν θαυμασμό για τους Ρωμηούς, για τον τρόπο της ζωής τους, την σκέψη τους, τον πολιτισμό τους και τον τρόπο διοικήσεως της Αυτοκρατορίας, παρά τα λάθη που εκείνοι εντόπιζαν. Στην συνέχεια, κατά την ιστορική διαδρομή τους, από διαφόρους λόγους, είχαν επηρεασθή από τις εθνικιστικές παραδόσεις και το εθνικό μίσος των Περσών στους οποίους διαδόθηκε ο Μουσουλμανισμός. Παρά ταύτα προς το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Άραβες, λόγω των επιθέσεων των Φράγκων Σταυροφόρων και λόγω της συγκρίσεως μεταξύ της φιλάνθρωπης διαγωγής των Ρωμηών προς την επιθετικότητα των Σταυροφόρων, αύξησαν τον θαυμασμό τους προς τους Ρωμηούς.

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 1189

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance