Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Κρίσεις για τον ισλαμικό πειρασμό της Ευρώπης

του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Το σημαντικότερο ίσως από τα τελευταία γεγονότα, που συντάραξαν στην κυριολεξία την οικουμένη, είναι η ισλαμική εξέγερση για τα δανέζικα σκίτσα του Μωάμεθ, τα οποία προσβάλλουν (σύμφωνα με την άποψη των εξεγερμένων) τον Προφήτη τους και την θρησκεία τους. Είναι μια εξέργεση με ιδιαίτερη πολιτιστική και πνευματική σημασία.

Κι η απλή ακόμη ανάγνωση της σχετικής αρθρογραφίας των πολιτικών εφημερίδων πείθει ότι η αιτία και ο χαρακτήρας της εξέγερσης, καθώς και η αντιμετώπισή της από την πολυφωνική διανόηση του δυτικού κόσμου συνιστούν μια κρίση των αρχών πάνω στις οποίες δομήθηκαν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Η αιχμή αυτής της κρίσης παρουσιάζεται στην έντονη αντίφαση ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και του σεβασμού των φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η ελευθερία και ο σεβασμός εμφανίζονται να αντιφάσκουν. Η ελευθερία μάλιστα που προβάλλεται καλύπτει μέχρι και «το δικαίωμα στη βλασφημία», ενώ, από την άλλη μεριά, ο σεβασμός των ιερών προσώπων και των θρησκειών βάζει φραγμούς στην κριτική• αποκλείει προ παντός την διακωμώδηση ιερών συμβόλων και πίστεων. Αυτή η αντιφατικότητα σημαίνει ότι στα πνευματικά θεμέλια των απογόνων του Διαφωτισμού υπάρχει κάτι που δεν έχει στερεωθεί καλά.

Τέτοιες κρίσεις πάντως δίνουν αφορμή για γόνιμο πολιτικό και φιλοσοφικό στοχασμό. Πριν απ’ όλα, όμως, είναι κρίσεις που απαιτούν καίριες ποιμαντικές παρεμβάσεις, με εύστοχες θεολογικές αντιμετωπίσεις. Ζούμε σε κοινωνίες που διέπονται από νομικά πλαίσια εμποτισμένα από το πνεύμα του διαφωτισμού. Ταυτόχρονα η ζωή του λαού (η ζωή μας) απλώνει τις ρίζες της στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με κάποια παράρριζα να βυθίζονται στο απώτερο αρχαίο παρελθόν μας. Ένα παρελθόν το οποίο εν πολλοίς αφομοιώθηκε και μεταμορφώθηκε από την νέα ζωή που έφερε μέσα στην ανθρώπινη ιστορία η Εκκλησία του Χριστού. Αυτός ο λαός για να συντηρηθή ως εκκλησιαστικό σώμα έχει ανάγκη από διαρκή λογική τροφή, η οποία θα του δίνει την δυνατότητα να διακρίνη τα πνεύματα «ει εκ του Θεού εστι».

Είναι φανερό ότι για το θέμα που προέκυψε δεν αρκεί μια απλή καταδίκη της ανίερης σκωπτικής διαθέσεως του σκιτσογράφου, ούτε μια τυπική επιβεβαίωση της πίστης στην αρχή της ελευθερίας του λόγου και της καλλιτεχικής έκφρασης. Χρειάζεται μια αναλυτικότερη και βαθύτερη προσέγγιση του θέματος. Πιο σωστά, χρειάζεται μια αναπλαισίωση του προβλήματος, ώστε να το φέρουμε μέσα στο πλαίσιο της δικής μας ζωής, η οποία έχει δικά της πνευματικά θεμέλια και τους δικούς της τρόπους αντιμετώπισης. Όταν βρισκόμαστε απέναντι σ’ ένα πρόβλημα που γεννήθηκε σε κοινωνικούς χώρους έξω από το σώμα της Εκκλησίας, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το αντιμετωπίσουμε με τα δεδομένα των δημιουργών του προβλήματος, στην προκειμένη περίπτωση με τις αρχές των «διαφωτισμένων» δυτικοευρωπαίων στοχαστών η με την πίστη των φανατισμένων ισλαμιστών. Η στάση μας απέναντι σε κάθε πτυχή του προβλήματος πρέπει να είναι κριτική, με βάση τα κριτήρια που μας παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Τα κριτήρια αυτά διασώζονται μέσα στο σώμα της Εκκλησίας και αποτελούν τους ρυθμιστικούς κανόνες της πνευματικής πορείας των μελών της. Με λίγα λόγια τα πάντα δοκιμάζονται μέσα στο πυρ της εν Χριστώ καθαρτικής και φωτιστικής εμπειρίας του εκκλησιαστικού σώματος. Μέσα στο δικό μας πλαίσιο ζωής δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ταυτισθούμε με καμμιά από τις δύο παρατάξεις που δημιουργήθηκαν στον χώρο της Ευρώπης• είτε της απόλυτης ελευθερίας του λόγου, είτε του απόλυτου σεβασμού κάθε πίστης, κάθε «ιερού». Ξεκινούμε από διαφορετικές με αυτούς αφετηρίες. Κινούμαστε σε άλλο πλαίσιο ζωής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι η μη αναπλαισίωση των προβλημάτων, όταν αντιμετωπίζονται από ανθρώπους της Εκκλησίας, είναι στοιχείο εκκοσμίκευσης της εκκλησιαστικής ζωής, γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Είναι δυστυχώς εύκολη η αιχμαλωσία μας σε κοσμικούς τρόπους δράσεως και σε κοσμικούς τρόπους σκέψεως, ιδιαίτερα στις μέρες μας, λόγω της ταχύτατης μεταδόσεως πληροφοριών και ειδήσεων. Η αιχμαλωσία αυτή εμφανίζεται συνήθως με δύο μορφές. Πρώτον, με την μορφή της λήθης του σκοπού της εκκλησιαστικής ζωής και της εμπλοκής μας σε ατέρμονες συζητήσεις για θέματα που δεν έχουν καμμιά σχέση με την σωτηρία μας. Και δεύτερον, με την μορφή της αγνόησης των διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στις πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις των διαφόρων λαών του παγκόσμιου ηλεκτρονικού χωριού. Η πρώτη μορφή αιχμαλωσίας είναι αποτέλεσμα της πνευματικής ανορεξίας, η οποία αν δεν αντιμετωπισθή οδηγεί στην νέκρωση της ψυχής. Η δεύτερη είναι αποτέλεσμα μιας ρηχής πνευματικότητας και ενός επιπόλαιου στοχασμού, που οδηγεί στην αθρησκία η σε οικουμενιστικές και συγκρητιστικές απόψεις. Σ’ αυτή την περίπτωση λειτουργεί πολλές φορές και το ψυχολογικό φαινόμενο της ενδοβολής. Προβλήματα άσχετα με τον εαυτό μας –με τον τρόπο της εκκλησιαστικής μας ζωής– εκλαμβάνονται ως δικά μας. Ο,τι ακούμε στην τηλεόραση θεωρούμε ότι αφορά και εμάς. Ο,τι πρεσβεύουν οι θρησκευόμενοι της Αμερικής η της Ασίας θεωρούμε ότι ακουμπά και την Χριστιανική Ορθοδοξία μας. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, έστω και αν κάποιοι με μεγάλη προκατάληψη θέλουν να μας επιβάλλουν να δεχθούμε ότι έτσι είναι. Εμείς κρίνουμε τα γεγονότα αποστασιοποιημένοι, μέσα από το δικό μας πλαίσιο ζωής.

Η σύγχρονη Ευρώπη, λοιπόν, έχει αποδεσμεύσει την αλήθεια από την ελευθερία. Στον «διαφωτισμένο» πολιτισμό της δεν περιλαμβάνεται το αγιογραφικό χωρίο: «γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάννου 8,32). Η αλήθεια γι’ αυτήν είναι μια αφηρημένη έννοια. Δεν είναι πρόσωπο, ούτε ενέργεια προσώπου. Δεν αναγνωρίζει τον Χριστό ως την Αλήθεια, ούτε γνωρίζει το πως ενεργεί «το Πνεύμα της αληθείας». Σε μια από τις καλύτερες περιπτώσεις στέκεται στο ασαφές περιεχόμενο που δίνει η ετυμολογία της λέξης αλήθεια. Η αλήθεια σχετίζεται με την απουσία της λήθης. Είναι παράγωγο της λέξης αληθής, που ετυμολογείται από το στερητικό άλφα και την λέξη λήθη. Αυτή η νεφελώδης αντίληψη για την αλήθεια την οδηγεί σε μια επίπεδη ελευθερία, χωρίς οντολογικό περιεχόμενο. Εξαντλείται στην ελευθερία της επιλογής και της έκφρασης, στην ελευθερία της γνώμης, στην απαραβίαστη εκδήλωση του γνωμικού θελήματος. Δεν τολμά να επεκτείνη την ελευθερία ως την ταύτιση του θελήματος του ανθρώπου με το θέλημα του Θεού, μέσω της υπακοής στις εντολές Του. Δεν τολμά να την συνδέση με την υπέρβαση του θανάτου, ο οποίος αποτελεί ένα αδιαπέραστο όριο της ελευθερίας του ανθρώπου, γιατί δεν θέλει να την θεμελιώση στην Ανάσταση του Χριστού. Γι’ αυτό, όμως, είναι αναπόφευκτες οι αντιφάσεις. Εν ονόματι της ελευθερίας κάποιοι (και είναι αρκετοί) φθάνουν ως την βλασφημία, ως την διακωμώδηση των ιερών και οσίων. Εν ονόματι και πάλι της ελευθερίας κάποιοι άλλοι υπερασπίζονται τα δικαιώματα θρησκευτικών κοινοτήτων, ιδιαίτερα μάλιστα –μέχρι υπερβολής– όταν αποτελούν μειονότητες.

Στην ευρωπαϊκή διελκυστίνδα, αφ’ ενός μεν των θιασωτών της απεριόριστης ελευθερίας στην έκφραση, αφ’ ετέρου δε των υποστηρικτών του σεβασμού των θρησκειών και των συμβόλων τους, ένας Ορθόδοξος Χριστιανός αισθάνεται ότι δεν μπορεί να συμμετάσχη. Το μόνο που μπορεί να πη, χωρίς να είναι σίγουρος ότι οι έξω από την Εκκλησία θα τον καταλάβουν, είναι ότι ο Θεός μας έδωσε τέτοια ελευθερία, ώστε να καταφέρουμε να Τον σταυρώσουμε, αλλά μας μεταδίδει και τέτοια αγάπη, ώστε οι καρδιές των Αγίων να καίγονται «υπέρ πάσης της κτίσεως», ακόμη και γι’ αυτόν τον διάβολο. Αν καταδεχθούν και μπορέσουν να εμβαθύνουν σ’ αυτές τις πραγματικότητες, τότε ίσως καταλάβουν ορισμένα πράγματα για την διαφορά των θρησκειών, για την φυσική σύνδεση της ελευθερίας με την αλήθεια, αλλά, ακόμη παρά πέρα, για την ανακαινιστική δύναμη της Εκκλησίας του Χριστού.

Αυτός, βέβαια, που είναι ενταγμένος στο σώμα της Εκκλησίας γνωρίζει ότι ελεύθερος είναι αυτός που ζει σε κοινωνία με τον Χριστό.–

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1799

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance