Η Εκκλησία έκφραση τής συνέχειας τού Γένους

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, κατά τόν ορισμό καί προδιορισμό πού έδωσε ο Απόστολος Παύλος, αλλά καί κοινωνία θεώσεως, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστιανός πού είναι μέλος τής Εκκλησίας μέ τά Μυστήρια, είναι μέλος καί τού Σώματος τού Χριστού καί μέ τήν θεραπευτική μέθοδο πού διαθέτει η Εκκλησία σκοπεύει στήν θέωσή του.

Κατά τήν ιστορική της πορεία, όμως, η Εκκλησία, διά τών Αποστόλων, κυρίως διά τών Πατέρων της, προσλάμβανε ως περίβλημα διάφορα στοιχεία από τό περιβάλλον στό οποίο ζούσε. Μέ αυτήν τήν έννοια η Εκκλησία παρήγαγε καί εκφράζει καί έναν πολιτισμό. Βεβαίως, τό βασικό της έργο είναι η σωτηρία τού ανθρώπου από τήν αμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, αλλά επειδή ζή στήν ιστορία εξέφρασε καί έναν πολιτισμό, πού έχει σχέση μέ τήν ιδιαιτερότητα μέ τήν οποία βιώνει τόν Θεό καί τόν ιδιαίτερο τρόπο ζωής μέ τόν οποίο αντιμετωπίζει τίς εκδηλώσεις τού βίου κάθε ανθρώπου.

1. Ο εκχριστιανισμός τού περιβάλλοντος

Στήν ιστορική της διαδρομή η Εκκλησία συνάντησε τόν ιουδαϊκό, τόν ελληνικό-ελληνιστικό τρόπο σκέψης καί ζωής, αλλά καί τόν ρωμαϊκό πολιτισμό, πού είναι ελληνικός στήν οικουμενική του διάσταση. Επόμενο ήταν νά προσλάβη πολλά στοιχεία από τούς τρείς αυτούς πολιτισμικούς παράγοντες, νά τά αφομοιώση δημιουργικά καί νά εκφράση έναν τέτοιο πολιτιστικό τρόπο ζωής, πού λέγεται ρωμαίϊκος ή όπως αργότερα ονομάσθηκε βυζαντινός πολιτισμός. Πολλοί ερμηνευτές μελετούν αυτό τό νέο πολιτιστικό μοντέλο καί εκπλήσσονται από τήν δυναμικότητά του, από τήν δυνατή έκφρασή του καί τήν μοναδικότητά του. Αυτή η δυναμικότητα φαίνεται από τό ότι αυτό τό πολιτιστικό πρότυπο εξακολουθεί νά υπάρχη μέχρι σήμερα, άν καί τό κράτος (Ρωμανία-Βυζάντιο) πού τό δημιούργησε δέν υπάρχη. Αυτό προκαλεί εντύπωση σέ πολλούς ιστορικούς καί ερευνητές. Όλη αυτή η ρωμαίϊκη παράδοση φαίνεται στήν θεολογία, τήν ασκητική, τήν διοικητική οργάνωση καί τίς εκκλησιαστικές τέχνες. Μιά σύντομη ανάλυση θά δείξη αυτήν τήν πραγματικότητα.

Η θεολογία τής Εκκλησίας διατυπώθηκε μέ όρους τής ελληνικής φιλοσοφίας καί στήν πραγματικότητα σέ αυτό συνδέεται στενά η αποκαλυπτική αλήθεια, η ιουδαϊκή σκέψη καί ο φιλοσοφικός τρόπος έκφρασης. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας έκαναν αυτήν τήν μεγάλη ιστορική συνάντηση, μέ τήν έννοια όμως ότι τά άρρητα ρήματα πού βίωναν οι άγιοι, κατά τήν θεοπτική τους εμπειρία, διατυπώθηκαν μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα, όπως έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η θεότητα τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος, όπως τήν βίωσαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι καί οι Πατέρες, διατυπώθηκε μέ τίς λέξεις τής ελληνικής φιλοσοφίας, ήτοι πρόσωπα, υποστάσεις, φύση, ουσία, συμβεβηκότα κλπ. Γενικά, οι Πατέρες τής Εκκλησίας προσέλαβαν λέξεις από τήν αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τίς αποφόρτισαν από τό περιεχόμενο τό οποίο είχαν καί προσέδωσαν σέ αυτές νέο περιεχόμενο. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ θεολογίας καί φιλοσοφίας.

Έτσι, μέ τήν ζωντάνια καί τήν δυναμικότητα τής ορθοδόξου θεολογίας μπορούμε νά αντιμετωπίσουμε τόν ουμανισμό, τόν διαφωτισμό, τόν γερμανικό ιδεαλισμό, τήν νεώτερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία καί πολλά άλλα νέα φιλοσοφικά ρεύματα. Η Ορθοδοξία δέν είναι μιά θρησκευτική πίστη, αλλά αυτή η αποκάλυψη τού Θεού πού δίνεται στούς αγίους καί εκφράζεται μέ όρους τής φιλοσοφίας, χωρίς νά είναι φιλοσοφία.

Η ασκητική ζωή τής Εκκλησίας, πού εκφράζεται μέ τήν νηπτική-ησυχαστική παράδοση, εκδηλώνεται καί περιέχεται μέσα στό βιβλίο τής Φιλοκαλίας, συνιστά τήν μέθοδο μέ τήν οποία ο άνθρωπος αποκτά τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό, είναι αυτή πού θεραπεύει τόν άνθρωπο στήν εσωτερική του ύπαρξη, αναφέρεται στό βάθος τής προσωπικότητος τού ανθρώπου, καί αυτό έχει συνέπειες στό σώμα του. Ο ησυχασμός πού βιώθηκε από τούς νηπτικούς Πατέρας τής Εκκλησίας καί συνοψίσθηκε θεολογικά από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά είναι μιά μεγάλη κληρονομιά πού διασώζεται μέχρι σήμερα καί είναι η δική μας απάντηση σέ αρχαία ρεύματα πού εκφράζονταν από τούς ορφικούς, τούς πυθαγορείους, τούς νεοπλατωνικούς, αλλά είναι καί η δική μας πρόταση στήν σύγχρονη ψυχολογία, ψυχανάλυση καί ψυχοθεραπεία, μέ τίς διάφορες σχολές πού έχουν αναπτυχθή στήν Δύση.

Βεβαίως, η νηπτική παράδοση δέν είναι ταυτόσημη μέ τόν νεοπλατωνισμό, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ούτε είναι επίδραση τών ανατολικών θρησκειών, όπως διατείνονται άλλοι. Είναι ο τρόπος τόν οποίο μπορεί κανείς νά χρησιμοποιήση γιά νά απαλλαγή από τήν εξάρτηση στά πάθη, τήν λογική καί τό περιβάλλον καί νά αποκτήση τήν πραγματική ελευθερία, όπως τό έχουν καθορίσει οι Πατέρες τής Εκκλησίας, ύστερα από πολυχρόνιες μελέτες τους πάνω στήν ανθρώπινη ψυχή καί τίς εκδηλώσεις της. Επίσης, η νηπτική παράδοση δέν μπορεί νά ταυτισθή μέ τά σύγχρονα ψυχολογικά, ψυχοθεραπευτικά καί ψυχαναλυτικά ρεύματα πού παρατηρούνται στήν Δύση, αφού διακρίνεται από μιά άλλη διαφορετική ανθρωπολογία.

Έτσι, μέ τήν ησυχαστική παράδοση μπορούμε νά αντιμετωπίσουμε τόν μυστικισμό, αρχαίο καί νεώτερο, καί όλο τόν ψυχολογισμό πού δημιουργήθηκε στήν προσπάθεια τού ανθρώπου νά βρή μιά εσωτερική πληρότητα καί γαλήνη.

Η διοικητική διάρθρωση τής Εκκλησίας, μέ τό συνοδικό σύστημα τό οποίο καθορίσθηκε από τίς αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων, διασώζει αφ' ενός μέν τόν τρόπο λειτουργίας τών ελληνικών πόλεων κατά τήν αρχαιότητα, αφ' ετέρου δέ τήν ρωμαϊκή νομοθεσία.

Συγκεκριμένα, ο όρος Εκκλησία είναι αρχαιοελληνικός πού προσδιορίζει τήν συνάθροιση τών κατοίκων μιάς περιοχής γιά νά επιλύσουν διάφορα προβλήματα πού τούς απασχολούσαν, είναι η Εκκλησία τού Δήμου. Τό διοικητικό σύστημα πού καθορίσθηκε διά μέσου τών αιώνων, μέ τά Πατριαρχεία, τίς Μητροπόλεις καί τίς Επισκοπές είναι πρόσληψη τού διοικητικού τρόπου διαιρέσεως τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ακόμη, ο τρόπος συνθέσεως τών ιερών κανόνων μέ τούς οποίους διατηρείται η ενότητα τής Εκκλησίας θυμίζουν εξωτερικά τήν ρωμαϊκή νομοθεσία, πού απέβλεπε στήν ενότητα τού Ρωμαϊκού Κράτους.

Μέ τούς δύο αυτούς τρόπους -διοίκηση, κανονικό δίκαιο- η Εκκλησία εκχριστιάνισε τόν ελληνικό τρόπο διοίκησης τών κοινωνιών, αλλά καί τόν ρωμαϊκό νόμο. Έδωσε, δηλαδή, άλλο περιεχόμενο σέ αυτούς τούς θεσμούς καί τίς θεσμικές λειτουργίες. Έτσι, μπορούμε καί σήμερα νά κάνουμε λόγο γιά συνοδικό πολίτευμα πού διαφέρει σαφέστατα από τά απολυταρχικά, φεουδαρχικά συστήματα, ακόμη καί τόν αναρχισμό.

Οι εκκλησιαστικές τέχνες είναι εκχριστιάνιση τών αρχαίων πολιτισμικών παραδόσεων πού συνάντησε ο Χριστιανισμός στήν ιστορική του πορεία, μέ αυτές τίς εκφράσεις τής παραδόσεως οι Πατέρες εξέφρασαν τήν θεοπτική τους εμπειρία.

Η ναοδομία, ο τρόπος, δηλαδή, μέ τόν οποίο κτίζονται οι Ιεροί Ναοί, δείχνει πώς οι Χριστιανοί εκχριστιάνισαν τήν αρχιτεκτονική τής εποχής τους. Η χρησιμοποίηση ως προτύπου τών αρχαίων ρωμαϊκών δικαστηρίων γιά νά εκφράσουν τόν τύπο τού βασιλικού ρυθμού, αλλά καί ο τρόπος μέ τόν οποίο ήθελαν οι Χριστιανοί νά εκφράσουν τήν θεολογία τής ενανθρωπήσεως τού Υιού καί Λόγου τού Θεού καί τήν θέωση τού ανθρώπου, παρήγαγαν διαφόρους τύπους ναών, όπως τόν ρυθμό τής βασιλικής μετά τρούλου, τόν ρυθμό τού στραυροειδούς μετά τρούλου κλπ. Ο τρούλος δείχνει τόν ουρανό, τό δάπεδο τού Ιερού Ναού υποδηλώνει τήν γή καί η κόγχη είναι ο τρόπος ενώσεως ουρανού καί γής, πράγμα πού συμβολίζει τήν Παναγία μας καί τό θεολογικό της έργο.

Η αγιογραφία τού Ιερού Ναού, μέ τίς παραστάσεις, τούς διαφόρους αγιολογικούς κύκλους, αλλά καί τίς διάφορες σχολές αγιογραφίας, δείχνει τήν εκχριστιάνιση τής τέχνης τήν οποία συνάντησε ο Χριστιανισμός στήν ιστορική του πορεία. Άς θυμηθούμε εδώ τά πορτραίτα τού Φαγιούμ.

Η υμνογραφία αλλά καί η μουσική της επένδυση, είναι δημιουργήματα τών Χριστιανών εκείνων πού γεύθηκαν τήν αγάπη τού Θεού, βίωσαν τήν εσχατολογική πραγματικότητα τής Βασιλείας τού Θεού καί βρήκαν τρόπο νά εκφρασθή αξιοποιώντας στοιχεία πού συνάντησαν στόν περιβάλλοντα κόσμο.

Η χειρόγραφη παράδοση, μέ τήν αντιγραφή έργων αρχαίων φιλοσόφων, τής Αγίας Γραφής καί τών πατερικών έργων, η περίφημη μεγαλογράμματη καί μικρογράμματη γραφή, οι μινιατούρες καί τά διακοσμήματα, αποτελούν λαμπρά στοιχεία τής εκκλησιαστικής τέχνης, η οποία συνδυάζει ό,τι καλό συνάντησε ο Χριστιανισμός στόν περιβάλλοντα κόσμο μέ τήν ευσέβεια τής ψυχής καί τά βιώματα τής θείας αγάπης.

Η θεία Λειτουργία είναι η σύναξη τών μελών τού εκκλησιαστικού σώματος γιά νά λατρεύση τόν Θεό καί αποτελεί τό κέντρο τής εκκλησιαστικής καί προσωπικής ζωής πού διατυπώνονται όλα αυτά πού είδαμε προηγουμένως. Τό τυπικό τελέσεως τής θείας Λειτουργίας μάς υπενθυμίζει τίς αρχαίες τραγωδίες, μέ τόν χορό, τόν κορυφαίο τού χορού, καθώς επίσης καί τήν εκκλησία τού Δήμου όπου γινόταν διάλογος. Τό σημαντικό, όμως, είναι ότι ο τρόπος τελέσεως τής θείας Λειτουργίας επηρεάσθηκε από τό όραμα τού Ευαγγελιστού Ιωάννου τού Θεολόγου, όπως τό κατέγραψε ο ίδιος στό βιβλίο τής Αποκαλύψεως, πού φέρει τό όνομα του. Επομένως, καί εδώ βλέπουμε ότι η ουσία τής θείας Λειτουργίας είναι εμπειρία τής ουράνιας θείας Λειτουργίας, τής κοινωνίας τών αγίων μέ τόν Θεό, τό δέ τυπικό της εκφράσθηκε μέ τά στοιχεία τού περιβάλλοντος πού συνάντησε η Εκκλησία.

Μέσα στήν θεία Λειτουργία αποκτάμε σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς αδελφούς μας, πού ζούν σέ ολόκληρο τόν κόσμο, δοξάζουμε τήν νίκη τού Χριστού επί τού θανάτου καί βιώνουμε τά έσχατα, τήν βασιλεία τού Θεού επί τής γής από τό παρόν, αλλά καί βρισκόμαστε σέ μιά διαρκή πορεία πρός τήν μέλλουσα δόξα.

Επομένως, μέ τά πολιτιστικά στοιχεία τά οποία υπάρχουν μέσα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία βλέπουμε τό πώς η Εκκλησία εκχριστιάνισε τό περιβάλλον πού συνάντησε καί πώς τό εξαγίασε. Η Εκκλησία προσλάμβανε κάθε καλό καί τό αξιοποιούσε γιά τήν ωφέλεια τών μελών της, γιά τήν δόξα τού Θεού. Αυτή είναι η νέα κτίση, πού είναι έκφραση τής νέας δημιουργίας τού μέλλοντος αιώνος. Έτσι, η Εκκλησία έχει διασώσει ό,τι εκλεκτότερο έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος, αλλά καί αυτό τό έχει μεταμορφώσει καί απετέλεσε τό «τρίτον γένος». Δέν ξεχωρίζει ο πολιτισμός από τήν ευσέβεια καί τήν εσωτερικότητα τού ανθρώπου. Δέν νοείται Εκκλησία έξω από τήν ιστορία καί δέν νοείται εκκλησιαστικός πολιτισμός χωρίς αγιότητα.

2. Η αντιμετώπιση τών εξωτερικών προκλήσεων

Ο Χριστός, πού είναι η κεφαλή τής Εκκλησίας, είναι η δύναμή της. Αλλά καί η διαχρονική παράδοσή της, η οποία εκφράζει τήν αποκαλυπτική αλήθεια καί τήν εξαγιασμένη ζωή τών Πατέρων, υπήρξε τό ισχυρό ανοσολογικό σύστημα τού οργανισμού τής Εκκλησίας καί μέ αυτό αντιμετωπίσθηκαν όλες οι εξωτερικές προκλήσεις.

Μία από τίς ισχυρές προκλήσεις πού δέχθηκε η Εκκλησία από τήν αρχή τής ιστορικής της διαδρομής ήταν ο εξελληνισμός τού Χριστιανισμού, δηλαδή η προσπάθεια νά εκκοσμικευθή ο αποκαλυπτικός λόγος καί νά χάση τήν ουσία του. Αυτή η πρόκληση εκφραζόταν από τόν γνωστικισμό τού 2ου μ.Χ. αιώνος, τούς αιρετικούς πού χρησιμοποιούσαν υπέρ τό δέον τήν φιλοσοφία καί επιδίωκαν νά κατεβάσουν τό ύψος τού αποκαλυπτικού λόγου στά όρια τού λογικού φιλοσοφικού στοχασμού. Αυτό τό ρεύμα αντιμετωπίσθηκε από τούς μεγάλους Πατέρας τής Εκκλησίας, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τήν ελληνική φιλοσοφία, αλλά τήν χρησιμοποιούσαν μόνον γιά νά διατυπώσουν τόν αποκαλυπτικό λόγο, χωρίς νά τόν αλλοιώνουν, καί μέ αυτήν τήν έννοια κάνουμε λόγο γιά τόν εκχριστιανισμό τού ελληνισμού.

Μία άλλη πρόκληση πού δέχθηκε η Εκκλησία μέ τήν όλη θεολογία καί τήν παράδοσή της προερχόταν από τήν Φραγκοκρατία, πρό καί μετά τό 1204 μ.Χ. Είναι γνωστόν ότι οι Φράγκοι κατεδίκασαν τήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο καί δημιούργησαν μιά άλλη παράδοση, μέ τήν λογικοκρατία καί τόν φεουδαλισμό, πού τελικά επηρέασε τόν δυτικό Χριστιανισμό καί εκφράσθηκε τόσο μέ τήν δυτική θεολογία όσο καί μέ τόν πολιτιστικό τρόπο ζωής καί τό διοικητικό σύστημα. Οι ανατολικοί ορθόδοξοι αντιμετώπισαν επιτυχώς αυτήν τήν πρόκληση, όπως τό συναντάμε στήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, τού αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού, τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Έτσι, βλέπουμε τήν σαφέστατη διαφορά μεταξύ τού προσωποκεντρισμού καί τής ουσιοκρατίας, τού συνοδικού συστήματος καί τού παπισμού, τής φιλανθρωπίας καί τού νομικισμού, τού ησυχασμού καί τού κοινωνισμού.

Μιά άλλη πρόκληση ήταν η Τουρκοκρατία μέ τήν επίδραση ρευμάτων πού έρχονταν από τήν ανατολή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέ τήν θεολογία της καί τόν πολιτισμό της, τόν συνοδικό της θεσμό, τό ησυχαστικό καί φιλοκαλικό πνεύμα της αντιμετώπισε αυτήν τήν πρόκληση καί διέσωσε τήν παράδοση τού Γένους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στίς παραμονές τής αλώσεως τής Κωνσταντινουπόλεως δημιουργήθηκαν τρείς τάσεις. Η μία ήταν η δυτικόφιλη, μέ τόν Μητροπολίτη Νικαίας Βησσαρίωνα, ο οποίος επεδίωκε τήν στροφή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας στήν Δύση καί ουσιαστικά τήν υποδούλωσή της στόν Πάπα. Η άλλη ήταν η αρχαιόφιλη, μέ τόν Γεώργιο Γεμιστό-Πλήθωνα, ο οποίος εισηγήθηκε τήν επιστροφή στήν αρχαία Ελλάδα καί τήν αναμόρφωση τού Κράτους βάσει τών αρχαιοελληνικών προτύπων. Καί η ορθόδοξη, μέ τόν Γεώργιο-Γεννάδιο Σχολάριο, πού ήθελε τήν διατήρηση τού Γένους μέ τήν πολιτιστική ταυτότητα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως καθορίσθηκε από τούς Πατέρες τής Εκκλησίας. Αυτή η τελευταία πρόταση δικαιώθηκε ιστορικά, ενώ οι άλλες απέτυχαν. Άν επικρατούσαν οι απόψεις τού Βησσαρίωνος καί τού Πλήθωνος είναι σίγουρο, όπως έγινε σέ άλλες περιπτώσεις, ότι θά χάναμε όχι μόνον τήν ορθόδοξη πίστη μας, αλλά καί τήν αλλοίωση τής ελληνικότητας μέ τήν αλλοτρίωση τής γλώσσας, τού πολιτισμού, τής συνέχειας τού Γένους.

Σήμερα δεχόμαστε μιά νέα πρόκληση από τήν λεγόμενη Ευρωκρατία. Δέν είμαστε εναντίον τών λαών τής Ευρώπης, αλλά δέν επιθυμούμε τήν πολιτιστική καί εκκλησιαστική μας αλλοτρίωση. Η Ευρώπη σήμερα διακρίνεται από διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις, οι οποίες όμως παραδόξως έχουν μιά ενιαία πολιτιστική υποδομή, αφού διακρίνεται από έναν εξελληνισμένο Χριστιανισμό, πού στηρίζεται στόν ορθολογισμό καί τόν ατομισμό. Ο Παπισμός, ο Προτεστανισμός, ο δεϊσμός, ο αγνωστικισμός καί ο αθεϊσμός μέ τίς ποικίλες εκφράσεις του, χρωματίζονται από τόν δυτικό πολιτισμό. Έτσι, άν ο δυτικός πολιτισμός είναι ένας εξελληνισμένος Χριστιανισμός ή μιά επαναφορά τού αρχαίου ελληνικού τρόπου ζωής, η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνεται γιά τόν εκχριστιανισμένο ελληνισμό καί ιουδαϊσμό.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μιά σημαντική πατερική φυσιογνωμία τού 7ου αιώνος, πού αξιοποίησε τήν προηγούμενη πατερική παράδοση καί έδωσε σημαντικά στοιχεία γιά τήν επομένη περίοδο, σέ μιά ερώτηση πού τού υποβλήθηκε: «Διατί αγαπάς τούς Ρωμαίους (τήν Εκκλησία τής Παλαιάς Ρώμης, πρίν τό σχίσμα,) καί τούς Γραικούς μισείς;», αρνήθηκε αυτήν τήν διάκριση καί απάντησε απερίφραστα: «Παραγγελίαν έχομεν, τού μή μισήσαί τινα. Αγαπώ τούς Ρωμαίους ως ομοπίστους τούς δέ Γραικούς ως ομογλώσσους». Οι Γραικοί, είναι αγαπητοί γιά τό ομόγλωσσον, οι Ρωμαίοι, πού είναι ορθόδοξοι, είναι αγαπητοί γιά τό ομόπιστο.

Οι σύγχρονοι Έλληνες Ορθόδοξοι είμαστε Γραικοί ως ομόγλωσσοι, καί Ρωμαίοι ως ομόπιστοι, έχουμε τήν δυνατότητα νά ζούμε καί νά αναπνέουμε μέσα στήν ζωογόνο παράδοση πού έρχεται από τό παρελθόν, έχει σχέση μέ τήν Αποκάλυψη τού Θεού, όπως τήν βίωσαν οι Άγιοι καί είναι πεμπτουσία ό,τι καλύτερου έχει αναπτυχθή στήν ανθρωπότητα, διακρίνεται γιά τήν οικουμενικότητα (όχι τόν οικουμενισμό), γιά τόν εκχριστιανισμένο ελληνισμό, δηλαδή, ό,τι πιό σημαντικό δημιούργησε τό πνεύμα τού ανθρώπου. Καί αυτό τό οφείλουμε στήν Ορθόδοξη Εκκλησία καί τούς Αγίους της, πού είναι οι Προφήτες, οι Απόστολοι καί οι Πατέρες καί όλοι εκείνοι πού αγαπούν τόν Χριστό, τήν Εκκλησία καί τούς Αγίους.

Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εκφραστής τής συνέχειας τού Γένους μας, αλλά καί ελπίδα όλων τών ανθρώπων, όσων θέλουν νά γνωρίσουν έναν υγιή καί ισορροπημένο πολιτισμό, αλλά κυρίως όσων θέλουν νά αποκτήσουν νόημα ζωής.

(Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό «Ερώ», Οκτ.-Δεκ. 2010)

  • Προβολές: 1410

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance