Γραπτὸ Κήρυγμα: Κυριακή 30 Ἰουλίου - Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος

Γραπτὸ Κήρυγμα

Στό προηγούμενο κήρυγμα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἴδαμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν Ἁγίων Πατέρων, γιά νά διαφυλάξη τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀπό τούς αἱρετικούς θεολόγους πού εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν φιλοσοφία καί χρησιμοποιοῦσαν τούς ὅρους οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρόσωπον, φιλοσοφικά, μέ αἱρετική ἔννοια, καί ἔτσι ἀποφάσισε θεοπνεύστως γιά τά θέματα αὐτά μέ τούς ἰδίους ὅρους πού χρησιμοποιοῦσαν ἐκεῖνοι, στούς ὁποίους ὅρους ἔδωσε ὀρθόδοξο νόημα.

Εἶναι πίστη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἔχει δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρωπίνη, πού εἶναι ἑνωμένες στό ἕνα πρόσωπο Του «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως». Ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ κάθε φύση στό πρόσωπο τοῦ Λόγου, ἐνεργοῦσε μέ τήν κοινωνία τῆς ἄλλης φύσεως, χωρίς νά γίνη τροπή, σύγχυση, διαίρεση, χωρισμός. Αὐτό εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο.

Αὐτό τό βλέπουμε στά Εὐαγγέλια. Ὁ Χριστός ὅταν ἔμαθε τόν θάνατο τοῦ φίλου Του Λαζάρου ἔκλαψε, δηλαδή ἔκλαψε ἡ ἀνθρώπινη φύση χωρίς νά χωρισθῆ ἀπό τήν θεία φύση. Καί ὅταν ἀνέστησε τόν Λάζαρο τόν ἀνέστησε μέ τήν θεία Του φύση, χωρίς νά χωρισθῆ ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί οἱ δύο φύσεις ἐνεργοῦν ἑνωμένα στόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός χρησιμοποίησε δύο παραδείγματα γιά νά τό ἐκφράση αὐτό καθαρά. Ἕνα κάρβουνο πού φλέγεται εἶναι κάρβουνο, ἀλλά μέσα του ἔχει πῦρ. Δέν περιχώρησε τό κάρβουνο μέσα στό πῦρ, ἀλλά τό πῦρ περιχώρησε μέσα στό κάρβουνο. Τό ἄλλο παράδειγμα εἶναι τό μαχαίρι πού τό βάζουμε στήν φωτιά καί φλέγεται. Τό πυρακτωμένο μαχαίρι ὡς σίδερο κόβει, ὡς πυρακτωμένο καίει, ἀλλά αὐτό γίνεται ἀπό τό ἴδιο τό πυρακτωμένο ἀντικείμενο.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καθόρισαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν Γ΄ καί τήν Δ΄, αὐτήν τήν ἀλήθεια γιά τίς δύο φύσεις στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπῆρχαν, ὅμως, Ἐπίσκοποι καί Χριστιανοί θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἀποδέχθηκαν αὐτές τίς ἀποφάσεις καί ἐξακολουθοῦσαν νά παρερμηνεύουν τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί νά μή ἀποδέχονται τήν φράση τῆς Οἰκουμενικῆς αὐτῆς Συνόδου, «ἐν δυσί φύσεσιν», θεωρώντας ὅτι ἡ φύση σημαίνει ὑπόσταση καί νομίζοντας ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐκφράζεται ἡ αἵρεση τοῦ Νεστορίου. Ἔτσι, ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός συνεκάλεσε τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τό 553 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά καθορίση ἀκόμη περισσότερο τά θεολογικά αὐτά θέματα, στήν πραγματικότητα νά ἀντιμετωπίση ὅλες αὐτές τίς ἐπιφυλάξεις πρός τίς προηγούμενες ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀπό Χριστιανούς πού ζοῦσαν στά ὅρια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος κατεδίκασε τά «τρία κεφάλαια», δηλαδή κατεδίκασε τά κείμενα τριῶν αἱρετικῶν πού εἶχαν κακόδοξες καί αἱρετικές ἀπόψεις. Συγκεκριμένα, κατεδίκασε τήν κακόδοξη διδασκαλία τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τήν ἀντορθόδοξη διδασκαλία τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, ὁ ὁποῖος στά κείμενά του στρεφόταν ἐναντίον τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὑποστήριζε τόν Νεστόριο, ὅπως ἐπίσης κατεδίκασε καί τήν Ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης, τήν ὁποία ἔστειλε πρός τόν Μάρη καί εἶχε αἱρετικές ἀπόψεις.

Ἔπειτα, ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος ἐξέθεσε μέ ἀκριβέστερο τρόπο τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἶχαν διατυπώσει οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι Γ΄καί Δ΄. Πράγματι, ὅταν διαβάση κανείς τά δεκατέσσερα ἀναθέματα τῆς Συνόδου αὐτῆς ἀντιλαμβάνεται τό σοβαρό ἔργο τό ὁποῖο ἐπιτέλεσε.

Ἐπίσης, εἶχαν δημιουργηθῆ διάφορα προβλήματα ἀπό τούς «ὠριγενιστές», δηλαδή διαφόρους Χριστιανούς πού χρησιμοποιοῦσαν μερικές ἀπόψεις τοῦ Ὠριγένη, τίς ὁποῖες εἶχε διατυπώσει ὁ διδάσκαλος αὐτός πρίν συγκληθῆ ἀκόμη καί ἡ Α΄Οἰκουμενική Σύνοδος. Γι’ αὐτό ἡ Ε΄Οἰκουμενική Σύνοδος κατεδίκασε τίς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένη, οἱ ὁποῖες ἤδη εἶχαν καταδικασθῆ καί μεμονωμένως τό προηγούμενο χρονικό διάστημα. Πρόκειται γιά τίς κακοδοξίες πού ἀναφέρονται στήν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν, τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων καί ἄλλες ἀπόψεις του.

Καταλαβαίνουμε τί μεγάλο κόπο ἔκαναν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, πόσο προσπάθησαν νά διαφυλάξουν τήν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάς ὁμοούσιος καί ἀχώριστος∙ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί ἀληθινός ἄνθρωπος, ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα κατά τήν θεότητα καί ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς κατά τήν ἀνθρωπότητα∙ ὅτι εἶναι Σωτήρας τῶν ἀνθρώπων, καί ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στήν ὀρθόδοξη ἀλήθεια καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Ὅλο αὐτό τό μυστήριο πού εἶναι ἀκατανόητο στήν ἀνθρώπινη λογική, τό ζοῦμε στήν θεία Λειτουργία, στήν ὁποία ὑμνοῦμε τόν Τριαδικό Θεό, δοξάζουμε τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, κοινωνοῦμε τοῦ τεθεωμένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, κατόπιν προετοιμασίας καταλλήλου, ὁμολογοῦμε: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες, αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν».

Αὐτή εἶναι ἡ πίστη μας, αὐτή εἶναι ἡ ὁμολογία μας, αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτή εἶναι ἡ ζωή μας.  

Ο Μητροπολιτης
† Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου
ΙΕΡΟΘΕΟΣ

  • Προβολές: 1875