Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ἅγιος Μητροφάνης Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, 4 Ἰουνίου

Ὁ ἅγιος Μητροφάνης καταγόταν ἀπό ἀριστοκρατική οἰκογένεια, καί ἔζησε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἤτοι τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας του Δομέτιος ἦταν ἄνθρωπος εὐλαβής καί προσπαθοῦσε νά ἐμπνεύση στά παιδιά του τήν πίστη, τόν σεβασμό καί τήν ἀγάπη στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Ἔσπερνε μέσα στίς παιδικές καρδιές τους τόν εὐαγγελικό λόγο, καθώς ἐπίσης φρόντιζε νά τά φέρνη σέ ἐπαφή μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μέ τούς ὁποίους εἶχε ἐπικοινωνία, καί ἔτσι τά παιδιά μάθαιναν τόν τρόπο τῆς γνήσιας εὐαγγελικῆς ζωῆς ἀπό ζωντανούς φορεῖς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ἐπισκεπτόταν κυρίως τόν Ἐπίσκοπο τοῦ Βυζαντίου Τίτο, ὁ ὁποῖος βλέποντας τήν εὐλάβεια τοῦ νεαροῦ Μητροφάνη τόν χειροθέτησε Ἀναγνώστη.

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ἅγιος Μητροφάνης Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, 4 ἸουνίουΜετά τήν ἔξοδο τοῦ Ἐπισκόπου Τίτου ἀπό τόν παρόντα πρόσκαιρο βίο, ὁ Δομέτιος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βυζαντίου, καί ἐποίμανε τό ποίμνιό του μέ τρόπον θεάρεστο. Μετά τήν κοίμησή του τόν διαδέχθηκε ὁ υἱός του Πρόβος, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ ἁγίου Μητροφάνη. Καί μετά ἀπό δέκα ἔτη, πού ἀπῆλθε καί ὁ Πρόβος πρός Κύριον, ὡς Ἐπίσκοπος Βυζαντίου ἐκλέχθηκε ὁ ἅγιος Μητροφάνης. Ἦταν ἡ περίοδος κατά τήν ὁποία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μετέφερε τήν πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας ἀπό τήν Δύση στήν Ἀνατολή καί ἐκεῖ συνάντησε τόν ἅγιο Μητροφάνη, τοῦ ὁποίου ἐκτίμησε τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα.

Ὁ ἅγιος Μητροφάνης ἀνακηρύχθηκε πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, στήν ὁποία δέν συμμετεῖχε, λόγῳ γήρατος καί ἀσθενείας, ἐκπροσωπήθηκε, ὅμως, ἀπό τόν Πρεσβύτερο Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἀργότερα τόν διαθέχθηκε. Ὁ ἅγιος Μητροφάνης ἐποίμανε θεοφιλῶς τό ποίμνιό του, περί τά δέκα ἔτη, καί πρίν ἀπό τήν κοίμησή του πρότεινε ὡς διάδοχό του στόν Ἀρχιεπισκοπικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τόν Πρεσβύτερο Ἀλέξανδρο, μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη, «ὡς ἀρεστόν στόν Θεόν καί ὡς ἄξιον τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος».

Ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ τό ἔτος 330 μ.Χ.

Ὁ βίος καί ἡ πολιτεία του μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:

Πρῶτον. Ἡ διαμόρφωση τοῦ ἤθους, καθώς καί τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν παιδιῶν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀνατροφή τους, ἀλλά καί ἀπό τήν συναναστροφή τους. Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν ἀφορᾶ κυρίως τήν οἰκογένεια, χωρίς, ἀσφαλῶς, νά ἀγνοῆται ἤ νά ὑποτιμᾶται τό κοινωνικό περιβάλλον. Ἡ δέ συναναστροφή τους συνδέεται ἄμεσα μέ τόν κοινωνικό περίγυρο τῶν παιδιῶν, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι δέν ἔχει εὐθύνη καί ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία πρέπει συνεχῶς νά παρακολουθῆ ἄγρυπνα καί διακριτικά τήν πορεία τῶν παιδιῶν καί νά τά βοηθᾶ ὅσο μπορεῖ περισσότερο.

Μιά οἰκογένεια μέ ὑγιεῖς ὀρθόδοξες χριστιανικές ἀρχές βοηθᾶ τά παιδιά στήν εὕρεση φίλων οἱ ὁποῖοι δέν θά τά παρασύρουν στήν καταστροφή, ἀλλά θά τά ἐπηρεάζουν θετικά. Ἐπίσης, φροντίζει νά τά ὁδηγῆ σέ ὑγιεῖς δραστηριότητες, πού ὠφελοῦν καί τήν ψυχή καί τό σῶμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀθλοπαιδιές, ἡ ἐκμάθηση τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, τῶν παραδοσιακῶν χορῶν, τῆς ζωγραφικῆς, τῆς ἁγιογραφίας κλπ. Καί τό κυριότερο, προσπαθεῖ νά τούς ἐμπνεύση τήν ἀγάπη γιά τήν μελέτη τῶν βιβλίων ἐκείνων πού δέν παρέχουν ἁπλῶς κάποιες γνώσεις, ἀλλά κυρίως διδάσκουν, ἐμπνέουν, προβάλλουν ὑγιῆ πρότυπα, καί προσφέρουν ἐσωτερική πληρότητα καί νόημα ζωῆς. Ἐξέχουσα θέση μεταξύ αὐτῶν τῶν βιβλίων κατέχει ἡ Ἁγία Γραφή, καθώς ἐπίσης καί τά βιβλία πού περιέχουν τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τήν θεόπνευστη διδασκαλία τους.

Ταυτόχρονα, ὅμως, οἱ πιστοί γονεῖς θά πρέπει νά φροντίζουν νά συνδέουν τά παιδιά τους μέ ζωντανούς φορεῖς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, δηλαδή μέ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, γιά νά ὠφελοῦνται ἀπό τό φωτεινό παράδειγμά τους καί τόν ἐμπνευσμένο λόγο τους. Μέ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑπακούουν στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς καί πορεύονται σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί, ἀσφαλῶς, τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς ἐποχές καί μπορεῖ νά τούς συναντήση κανείς παντοῦ, σέ πόλεις καί χωριά, καί σέ Μοναστήρια καί Ἐνορίες μέ ὀρθόδοξο φρόνημα. Γιά νά μπορέση, ὅμως, νά τούς καταλάβη, καί παρακάμπτοντας τά ἐξωτερικά στοιχεῖα τους, νά μπορέση νά εἰσέλθη μέσα στό βάθος τῆς ὕπαρξής τους καί νά ἀνακαλύψη τόν πολύτιμο πνευματικό θησαυρό πού κρύβουν ἐπιμελῶς μέσα τους, κάτω ἀπό τό κέλυφος τῆς ἁπλότητας καί τῆς ταπείνωσης, θά πρέπει ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του νά ὁμοιάζη μέ τόν δικό τους τρόπο ζωῆς, ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἀναγνωρίζονται ἀπό τούς ὁμοίους τους. Προφανῶς, δέν εἶναι εὔκολο. Ὅταν, ὅμως, κανείς τό ἐπιθυμῆ πραγματικά, καί παρακαλῆ ταπεινά τόν Θεό νά τόν ἀξιώση νά γνωρίση τέτοιους γνήσιους καί ἀληθινούς ἀνθρώπους, τότε ὁ Θεός δέν θά παραβλέψη τήν ἐπιθυμία του καί τήν προσευχή του. Καί, ἀσφαλῶς, τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι εὐχάριστο, ἀφοῦ ἡ σύνδεση τῶν παιδιῶν μέ τέτοιους ἀληθινούς ἀνθρώπους, φορεῖς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἔχει πάντοτε εὐεργετικές ἐπιδράσεις στήν ζωή τους, τήν προκοπή τους καί κυρίως στό αἰώνιο μέλλον τους.

Δεύτερον. Ἡ ἀγωγή τῶν παιδιῶν δέν εἶναι, ἀσφαλῶς, εὔκολη ὑπόθεση. Ἀπαιτεῖ κόπο, θυσίες, ἐργώδη προσπάθεια, ἀγωνία, ἀγώνα καί πολλή προσευχή. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τούς γονεῖς μέ τούς ἀγαλματοποιούς, γι’ αὐτό καί τούς προτρέπει νά ἀφιερώνουν ὅλο τόν χρόνο τους στά παιδιά τους, προκειμένου νά κατασκευάσουν «θαυμαστά ἀγάλματα», ὅπως τονίζει χαρακτηριστικά. Λέγει: «Καθένας ἀπό ἐσᾶς τούς πατέρες καί τίς μητέρες, σάν νά εἶστε ἀγαλματοποιοί, νά ἀφιερώνετε ὅλο τόν χρόνο σας γιά νά κατασκευάσετε τά παιδιά σας θαυμαστά ἀγάλματα, πού νά ὁμοιάζουν μέ τόν Θεό, ἀφαιρώντας τό περιττό καί προσθέτοντας τό ἀναγκαῖο καί χρήσιμο. Νά τά παρακολουθῆτε κάθε ἡμέρα ποιά φυσική ἀρετή ἔχουν, γιά νά τήν αὐξήσετε, καί ποιό φυσικό ἐλάττωμα ἔχουν, ὥστε νά τό ἐξαλείψετε».

Τά παιδιά τῶν γονέων πού προσεύχονται μαθαίνουν καί αὐτά νά προσεύχονται καί νά ἀνοίγουν τήν καρδιά τους στόν Θεό. Καί ὅπως σέ ἕνα σπίτι ὅταν ἀνοίγονται οἱ πόρτες καί τά παράθυρα, τότε μπαίνει μέσα στά δωμάτια τό φῶς τοῦ ἡλίου καί τά φωτίζει, ἔτσι, κατά παρόμοιο τρόπο, ὅταν ἀνοίγεται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό μέ τήν προσευχή, τότε ἡ καρδιά του γεμίζει ἀπό τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, ἀπό τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν παρηγορεῖ καί τόν ἐνισχύει στόν καθημερινό ἀγώνα του γιά τήν ἀναγέννησή του καί τήν σωτηρία του.

Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν μέσα στό εὔκρατο κλῖμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί ἡ συναναστροφή τους μέ ἀληθινούς ἀνθρώπους, φορεῖς τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τήν δημιουργία «θαυμαστῶν ἀγαλμάτων, πού ὁμοιάζουν μέ τόν Θεό».

Ετικέτες: ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 843

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance