Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Θύρα καί μοχλός στό στόμα

Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Ὑπάρχουν ἐπαγγέλματα πού ἔχουν ὡς κύριο ἐργαλεῖο τους τόν λόγο, γραπτό ἤ προφορικό, τόν ὁποῖο ἐνισχύουν, στίς μέρες μας, μέ εἰκόνες, βίντεο, διάφορες ἄλλες παραστάσεις καί πίνακες, ὥστε νά εἶναι πιό ἀποδοτικός.

Τό λειτούργημα τοῦ δασκάλου, γιά παράδειγμα, εἶναι ἕνα τέτοιο ἐπάγγελμα, ὅπως καί τοῦ δημοσιογράφου καί σχολιαστῆ. Σέ αὐτή τήν κατηγορία ἀκόμη ἐντάσσονται οἱ συγγραφεῖς καί οἱ ποιητές, ἄν καί γιά τούς περισσότερους ἀπό αὐτούς ἡ συγγραφή δέν εἶναι ἐπάγγελμα.

Ἐκτός ἀπό τά ἐπαγγέλματα, δραστηριότητες μέ κύριο ἐργαλεῖο τόν λόγο εἶναι καί τοῦ κατηχητῆ καί τοῦ κήρυκα τοῦ θείου λόγου.

Ὁ λόγος ἔχει πολύ μεγάλη δύναμη, ὅπως καί πολλές «ἐφαρμογές». Μέ ἐργαλεῖο τόν λόγο ὁ ἄνθρωπος ἐνημερώνει, διδάσκει, παιδαγωγεῖ, κρίνει, κατακρίνει, συκοφαντεῖ, ἐπαινεῖ, ὑβρίζει, μεταφέρει ψεύδη, ὁμολογεῖ ἀλήθειες, ἀργολογεῖ, ματαιολογεῖ, ὑπερηφανεύεται, αἰσχρολογεῖ, ἀλλά καί παρηγορεῖ, στηρίζει συνανθρώπους ἤ τούς καταρρακώνει, τούς ἀπελπίζει, «δολοφονεῖ χαρακτῆρες», ἐκφράζει γογγυσμούς, ἀγανακτήσεις ἤ δοξολογίες τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν λόγο ἁμαρτάνουμε καί μέ τόν λόγο ὑμνολογοῦμε τόν Θεό καί προσευχόμαστε.

Εἶναι πολύ σημαντικά τά ἱερά ἔργα πού γίνονται μέ τόν λόγο. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅλοι δηλαδή οἱ εὐαγγελιζόμενοι τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν σαρκί, ἐπετέλεσαν καί ἐπιτελοῦν τό ἔργο τους μέ τόν προφορικό καί τόν γραπτό λόγο. Ὁ λόγος τους ἦταν καί εἶναι πλήρης Πνεύματος Ἁγίου. Εἶναι φορέας τῆς θείας Χάριτος καί γι' αὐτό ἀνακαινίζει, καθαρίζει καί φωτίζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ὅσων μέ καλή διάθεση καί ἀγαθή συνείδηση κατέστησαν τόν ἑαυτό τους ἱκανό νά ἀκούη καί νά δέχεται τόν λόγο τῆς ἀληθείας, νά εἶναι δηλαδή καλή γῆ γιά τήν πνευματική σπορά τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.

Ἐπίσης, ὅλες οἱ τελετές τῆς Ἐκκλησίας, ὅλη ἡ λογική λατρεία της εἶναι λόγος τελετουργικός, ἱερουργικός, διδακτικός καί προσευχητικός, πού μεταδίδεται μέσῳ τοῦ αἰσθητηρίου τῆς ἀκοῆς στίς διάνοιες τῶν πιστῶν καί ἐκεῖ, ἀνάλογα μέ τήν δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις, ὥστε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά καρποφορήση τήν πίστη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ σέ ἔργα ἀγαθά καί γενικά σέ τρόπο ζωῆς εὐάρεστο στόν Θεό.

Ὅλες αὐτές οἱ ἐφαρμογές τοῦ λόγου τόν καθιστοῦν εὔκολη ὁδό τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά καί ἀγωγό τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπό τήν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἕτοιμος νά σώση «πάντας ἀνθρώπους» καί νά τούς βοηθήση νά ἔλθουν «εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας». Σέ αὐτό τό σοβαρό κοινωνικό καί πνευματικό θέμα θά ἀναφερθοῦμε στήν συνέχεια, παίρνοντας βοηθό μας ἕναν στίχο ἀπό τόν 140ό ψαλμό τοῦ Δαβίδ καί τήν ἑρμηνεία του ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Τήν ἀφορμή μᾶς τήν ἔδωσε ἕνας ὀχετός διαδικτυακῶν ὕβρεων, πού ἐμφανιζόταν ὡς καρπός δημοσιογραφικῆς ἔρευνας.

Κάποια στόματα μέσα σέ ἐκκλησιαστικά κείμενα χαρακτηρίζονται ἀπύλωτα. Δέν ἔχουν, δηλαδή, πύλη πού φυλάσσεται. Δέν ἔχουν πόρτα πού κλείνει. Ἐξαπολύουν στό περιβάλλον τους ἤ καί παγκόσμια, στίς μέρες μας, μέσῳ τοῦ διαδικτύου, κάθε λόγο πού ἔρχεται στά χείλη τους, χωρίς περίσκεψη καί χωρίς αἰδώ, χωρίς νά περνάη, δηλαδή, ἀπό λογικό ἔλεγχο, χωρίς νά ἐξετάζεται «μετά συνέσεως» ποιό εἶναι τό νόημά του καί ποιές οἱ συνέπειές του.

Ἀπύλωτα χαρακτηρίζονταν τά στόματα τῶν αἱρετικῶν, πού διέστρεφαν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί ὁδηγοῦσαν στόν πνευματικό θάνατο ὅσους δέχονταν τίς αἱρετικές ἀπόψεις τους. Στίς μέρες μας ἀπύλωτα εἶναι πολλά στόματα• καί τό πολύ στενάχωρο εἶναι ὅτι τά περισσότερα, ἴσως, ἀπό αὐτά εἶναι αὐτοθεωρουμένων ὡς εὐσεβῶν.

Πρόσφατα ἀντέξαμε νά ἀκούσουμε γιά λίγα λεπτά, ἀπό μιά σελίδα τοῦ διαδικτύου, ἕναν ὀργίλο κατακριτικό μονόλογο ἑνός δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἀποκαθήλωνε τούς πάντες· Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, ἀκόμη καί ἕναν Ἅγιο. Ἦταν ἐξοργιστικός. Ἤθελε νά διώξη ἀπό τήν Ἐκκλησία τούς «βρώμικους», ἀλλά μέ βρώμικους λόγους καί τρόπους. Κι ἀφοῦ ἐπετέλεσε τό ἀνίερο ἀποδομητικό ἔργο του, χωρίς νά ἀναφέρη ὀνόματα, μιλώντας γενικά γιά Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, κατόπιν συμπλήρωνε: «βέβαια δέν εἶναι ὅλοι τέτοιοι». Καί μέ αὐτό θεωροῦσε ὅτι ἔτσι ἀποδεικνυόταν ἀμερόληπτος καί ἀντικειμενικός.

Δυστυχῶς, ὁ τύπος αὐτοῦ τοῦ δημοσιογραφικοῦ κανιβαλισμοῦ ἔχει διαβρώσει τήν κοινωνία μας. Καί δέν θεραπεύεται «παρ’ ἀνθρώποις», διότι ἔχει συνδυαστῆ καί μέ τόν «μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο» ὁρισμένων Χριστιανῶν. Οἱ «μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτές», σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Νεκτάριο, στήν ζέση τοῦ ζήλου τους, «πράττ[ουν] τὰ ἐνάντια, πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Θείου νόμου καὶ πρὸς τὸ Θεῖον θέλημα»· «διαπράττ[ουν] τὸ κακόν, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ὑπ᾿ αὐτ[ῶν] νοούμενον ἀγαθόν», ἐπιδεικνύοντας παράλογη «ἐπιμονὴ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἰδίων φρονημάτων». Σκληρύνονται στίς ἀπόψεις τους καί πλανῶνται «ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ἐνεργείαις αὐτ[ῶν] καὶ ἐργαζόμενο[ι] δῆθεν ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ παραβαίν[ουν] τὸν νόμον τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης».

Ὁπότε, «οὐκ ἔστιν μάλαγμα ἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους» στήν φλεγμαίνουσα πληγὴ τοῦ μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτισμοῦ. Παρά ταῦτα ὡς μόνη ἐπιτρεπτή ἐκκλησιαστική προσπάθεια εἶναι τό νά ἐπιθέση κανείς ὡς «μάλαγμα», ἔλαιον καί «καταδέσμους» πάνω στίς πληγές πού ἄνοιξε, καί διαρκῶς ἀνοίγει, ὁ «μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλος», κάποιους συνοπτικούς καί θεραπευτικούς λόγους τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Προφανῶς μέ αὐτήν τήν πράξη δέν ὑποτάσσουμε τούς ἁγίους Πατέρες «στήν ὑπηρεσία τῆς φλεγμονῆς», ἀλλά μέ αὐτούς θέλουμε νά τήν θεραπεύσουμε. Ἐν προκειμένῳ θά χρησιμοποιήσουμε τόν πολύ γνωστό ψαλμικό στίχο: «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου»(ψαλμός 140, 3) καί στοιχεῖα ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ στίχου αὐτοῦ ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Βάλε, Κύριε, φυλακή (φρουρά) στὸ στόμα μου· καί στόν φραγμό γύρω ἀπό τά χείλη μου τοποθέτησε θύρα.

Ὁ στίχος αὐτός δέν ἐπιβάλλει κλείσιμο τοῦ στόματος, δέν ἐπιβάλλει σιωπή. Δέν σωπαίνει κανείς ἀπέναντι στό ἀπροκάλυπτο κακό, οὔτε ὅταν ὁ λόγος μπορεῖ νά σώση ψυχές ἤ καί σώματα ἀνθρώπων. Μιλᾶ γιά φρουρά πού φυλάσσει τό στόμα, ἀλλά καί γιά θύρα πού πρέπει νά ἀνοίγη μετά συνέσεως. Τό στόμα χρειάζεται λογική φρουρά, καθαρό καί φοβερό λογισμό πού νά ξυπνᾶ τήν συνείδηση, ὥστε νά μπορεῖ νά ρυθμίζη μέ ἀκρίβεια, πότε νά ἀνοίγη ἡ θύρα τοῦ λόγου καί πότε νά κλείνη.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν ἑρμηνεία τοῦ ψαλμικοῦ στίχου παραθέτει πολλούς στίχους ἀπό τήν Σοφία Σειράχ, ὅπως τόν, λίγο παραλλαγμένο στήν σειρά τῶν λέξεων, στίχο: «Ζυγόν καί σταθμόν ποίησον τῇ σαυτοῦ γλώττῃ» (Σοφ. Σειράχ 28,25), δηλαδή, καθένας πρέπει νά ἐπινοήση ζυγαριά ἀκριβείας καί σταθμά γιά τήν γλώσσα του, ὥστε, ὅταν εἶναι «καιρός τοῦ σιγῆσαι» νά μή μιλᾶ, ἀλλά ὅταν εἶναι «καιρός τοῦ λαλῆσαι» νά λέη τά «καίρια»· κατά τήν Σοφία Σειράχ: «μή κωλύσῃς λόγον ἐν καιρῷ σωτηρίας»(ὅ.π. 4,23). Καί διασαφηνίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος τό νόημα τοῦ στίχου λέγοντας: ἄν τό στόμα ἔπρεπε νά εἶναι πάντα ἀνοιχτό, δέν χρειαζόταν νά τοποθετοῦνται θύρες, καί ἄν ἔπρεπε νά εἶναι κλειστό, δέν χρειαζόταν φρουρά. Διότι τό κλειστό γιά ποιό λόγο θά ἔπρεπε κανείς νά τό φυλάξη;

Πρέπει νά ὁμολογηθῆ, ὅμως, ὅτι τό στόμα δύσκολα κλείνει καί πάρα πολύ εὔκολα ἀνοίγει. Ἡ εὐκολία μάλιστα μέ τήν ὁποία κινεῖται ἡ γλώσσα γίνεται αἰτία πολλῶν κακῶν. «Τά γάρ μύρια κακά τῆς γλώττης ἡ εὐκολία ἐργάζεται, ὥσπερ οὖν τά ἀγαθά ἡ ἀσφάλεια». Ἡ κακότητα, ὁ φθόνος, ἡ ὑπερηφάνεια κινοῦν πολύ γρήγορα τήν γλώσσα. Γι’ αὐτό χρειαζόμαστε «ἀσφάλεια», φρουρά «περί τά χείλη». Ὁ Σοφός Σειράχ συμβουλεύει: «τοῖς λόγοις σου ποίησον ζυγὸν καὶ σταθμόν, καὶ τῷ στόματί σου ποίησον θύραν καὶ μοχλόν»(ὅ.π. 28,25). Ὄχι μονάχα «θύραν» στό στόμα, ἀλλά «μοχλόν» στήν θύρα, γιά νά κλείνη καλά, ὅταν πρέπει. Διότι «πολλοὶ ἔπεσαν ἐν στόματι μαχαίρας, καὶ οὐχ ὡς οἱ πεπτωκότες διὰ γλῶσσαν»(ὅ.π. 28,18).

Στήν συνέχεια ὁ ἱερός Χρυσόστομος μέ «ἐπιστυπτικό» καί θεραπευτικό λόγο δείχνει πῶς οἱ ἄνθρωποι γινόμαστε «πεπτωκότες διὰ γλῶσσαν». Ἀναφέρεται στήν ἔκφραση μέσῳ τοῦ λόγου τῶν γογγυσμῶν μας, τῆς φαρισαϊκῆς ὑπερηφάνειας, τῆς κατακρίσεως, τῆς λοιδορίας, τῆς ἀδιακρισίας. Μεταξύ τῶν πολλῶν θυμίζει δύο ἁγιογραφικούς στίχους. Ὁ πρῶτος: «πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως». «Ἀργός» λόγος εἶναι ὁ περιττός, ὁ κούφιος, ὁ χωρίς αἰτία καί νόημα, ἁπλά γιά «νά σκοτωθῆ ἡ ὥρα», ἀλλά μέσα στήν «ἀνοησία» του εὔκολα ὑπεισέρχεται ὁ «κοινωνικός σχολιασμός», ἡ μετά ἡδονῆς κατάκριση.

Ὁ δεύτερος στίχος εἶναι ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. 4,29). Σάπιος λόγος εἶναι ὁ γεμάτος αἰσχρότητες, πού σαπίζουν τήν ψυχή, πού τήν γεμίζουν μέ δυσοσμίες θανατηφόρων παθῶν.

Κι ὅταν «σαπροί λόγοι» ἐκτοξεύονται, ὡς δῆθεν εὑρήματα δημοσιογραφικῆς ἔρευνας, ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ διαδικτύου γίνεται ἀποπνικτική καί ψυχικά νοσογόνος.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 489