Ὁ Μάϊος ὡς μήνας τῆς Ρωμηοσύνης

Κήρυγμα τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κατά τόν πανηγυρικό Ἑσπερινό
τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης στήν Μακύνεια

Δεῖτε τὸ κήρυγμα στὸ κανάλι τῆς «Ἐκκλησιαστικῆς Παρέμβασης»

Ὁ μήνας Μάϊος τόν ὁποῖον διερχόμαστε, ὅπως κάθε μήνας τοῦ ἔτους, ἔχει καί αὐτός ἕνα χαρακτηριστικό γνώρισμα. Καί δέν τό ἐννοῶ αὐτό ἀπό πλευρᾶς ἐποχῆς, ὅπως ἔχουμε τήν ἄνοιξη, τό καλοκαίρι, τό φθινόπωρο καί τόν χειμώνα, ἀλλά τό ἐννοῶ σύμφωνα μέ τό ἑορτολόγιο τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

Ἔτσι, ὅταν σκεπτόμαστε τόν μήνα Δεκέμβριο, ἀμέσως ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, στήν προετοιμασία γιά τά Χριστούγεννα. Ὅταν σκεφτόμαστε τόν Ἀπρίλιο, τότε ἀμέσως ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν Ἄνοιξη καί κυρίως στό Πάσχα, στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν σκεφτόμαστε τόν Αὔγουστο, τότε ὁ νοῦς μας πηγαίνει στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιατί γιορτάζουμε τότε τό μεγάλο Θεομητορικό γεγονός, τήν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας. Ἔτσι καί ὁ Μάϊος ἀπό πλευρᾶς χριστιανικοῦ ἑορτολογίου ἔχει ἕνα ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα: Εἶναι ὁ μήνας τῆς Ρωμηοσύνης.

Ὅταν, βέβαια, κάνουμε λόγο γιά τήν Ρωμηοσύνη ἐννοοῦμε τήν ζωή, τήν πολιτεία καί τό πολίτευμα τῶν Χριστιανῶν τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας μέ ἕδρα τήν Νέα Ρώμη, ἡ ὁποία ἀργότερα ὀνομάστηκε Κωνσταντινούπολη. Αὐτό τό ἦθος, αὐτήν τήν πολιτεία, αὐτήν τήν ζωή τῆς Ρωμηοσύνης μᾶς ὑπενθυμίζει κατά ἕναν ἐμφαντικότερο τρόπο ὁ μήνας αὐτός πού διερχόμαστε, ὁ μήνας Μάϊος.

1. Τέσσερα γεγονότα τῆς Ρωμηοσύνης

Ὑπάρχουν τέσσερα γεγονότα πού ἑορτάζουμε αὐτόν τόν μήνα, πού θά ἔλεγα καθιερώνουν καί προσδιορίζουν αὐτό τό ὁποῖο προηγουμένως εἶπα, ὅτι εἶναι ὁ μήνας τῆς Ρωμηοσύνης.
Τό πρῶτο γεγονός εἶναι ἡ 11η Μαΐου τοῦ 330 μ. Χ.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα ἔγιναν τά ἐγκαίνια τῆς νέας πόλεως, τῆς Νέας Ρώμης, τήν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καί ἀργότερα ὀνομάστηκε Κωνσταντινούπολη χάρη τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς νέας αὐτῆς πόλεως, τῆς Νέας Ρώμης• καί αὐτό τό πανηγυρίζουμε στήν Ἐκκλησία μας. Ὅταν ἀνοίξη κανείς τό Συναξάριο τῆς 11ης Μαΐου, θά διαβάση μαζί μέ τούς ἄλλους Ἁγίους πού ἑορτάζουν ἐκείνη τήν ἡμέρα, καί τό ἑξῆς: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐπιτελεῖται ἡ ἀνάμνησις τῶν γενεθλίων, ἤτοι ἐγκαινίων τῆς θεοφυλάκτου καί θεομεγαλύντου Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ἐξαιρέτως ἀνακειμένης τῇ προστασίᾳ τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, καί ὑπ’ αὐτῆς διασωζομένης».

Ἑορτάζουμε, δηλαδή, αὐτήν τήν ἡμέρα τά ἐγκαίνια, καί τά ὀνομάζει γενέθλια, τῆς πόλεως αὐτῆς, τῆς Νέας Ρώμης, γιατί αὐτό εἶναι σημαντικό γεγονός. Καί μάλιστα αὐτή ἡ πόλη ἔχει ἀφιερωθῆ στήν Πανάχραντο Δέσποινα, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία τήν προστατεύει καί τήν διαφυλάττει.

Καί θέλω ἁπλῶς νά ὑπενθυμίσω ὅτι στό μέρος ἐκεῖνο ἦταν μία μικρή πολίχνη, ἕνα μικρό χωριό, πού λεγόταν Βυζάντιο• ἦταν μία ἀποικία τῶν Μεγαρέων πού τήν ἵδρυσε ὁ Βύζας ὁ Μεγαρεύς, γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε Βυζάντιο. Καί ἐπειδή ὁ Μέγας Κωνσταντίνος μέ τόν μεγάλο στρατηγικό νοῦ τόν ὁποῖον εἶχε, κατάλαβε ὅτι αὐτή ἡ τοποθεσία εἶναι πάρα πολύ σημαντική γιά νά ἑνώση Ἀνατολή καί Δύση, γι’ αὐτό συνέλαβε τό μεγάλο αὐτό σχέδιο, τό νά μεταφέρη τήν πρωτεύουσα ἀπό τήν παλαιά Ρώμη στήν Νέα Ρώμη.

Ὅμως δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία μεταφορά τῆς πρωτεύουσας, δέν ἔχουμε, δηλαδή, δύο πόλεις καί ἁπλῶς καθορίζουμε ὅτι ἡ δεύτερη αὐτή πόλη θά εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ἀλλά ἔχουμε κυριολεκτικά μεταφορά τῆς πόλεως καί τῶν θησαυρῶν καί τῶν θεσμῶν• τά πάντα μεταφέρθηκαν καί ἔκτοτε δέν ὀνομάζεται Βυζάντιο ἡ πόλη αὐτή, ἀλλά ὀνομάζεται Νέα Ρώμη καί ἀργότερα Κωνσταντινούπολη. Ἡ πόλη αὐτή ἔπαιξε σημαντικό ρόλο καί εἶναι ἡ Πρωτεύουσα τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία μεγαλούργησε γιά περίπου 1.000 χρόνια, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη Αὐτοκρατορία. Αὐτό τό γεγονός τῶν ἐγκαινίων τῆς μεγάλης αὐτῆς θεωνύμου πόλεως πανηγυρίζουμε στίς 11 Μαΐου.

Τό δεύτερο γεγονός πού γιορτάζουμε εἶναι τήν 20ή Μαΐου 325.

Τί ἑορτάζουμε μέ αὐτό τό γεγονός; Ἑορτάζουμε τά προκαταρκτικά τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἄρχισαν πρῶτα νά συνέρχονται οἱ Πατέρες στην Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἐπειδή δέν ἦταν ἕτοιμη ἡ Νέα Ρώμη, καί ἡ ἐπίσημη ἔναρξη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔγινε τήν 14 Ἰουνίου, στήν ὁποία παρέστη ὁ Μέγας Κωνσταντίνος. Καί ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τήν συγκάλεσε, διότι βάσει τοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου ἔπρεπε να ἐκδοθῆ ἕνα διάταγμα προκειμένου νά γίνη ἡ σύγκληση ὅλων τῶν Ἐπισκόπων καί ὁ αὐτοκράτωρ νά ἀκούση τίς ἀπόψεις ὅλων, διότι εἶχαν ἀναφυῆ διάφορες αἱρέσεις καί κυρίως ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, προκειμένου νά ὑπάρχει ἑνότητα καί εἰρήνη μέσα στήν αὐτοκρατορία.

Καί παρέστη στήν Σύνοδο αὐτήν ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντίνος. Δέν εἶχε ἀκόμη βαπτιστεῖ, ἀλλά κατάλαβε τήν μεγάλη ἀξία τήν ὁποία ἔχει ὁ Χριστιανισμός γιά τήν ζωή καί τήν πολιτεία καί τό πολίτευμα καί γενικότερα γιά τόν πολιτισμό τοῦ Κράτους πού ἤθελε νά δημιουργήση. Καί εἰσῆλθε μέσα στήν Σύνοδο μέ πολύ μεγάλη ταπείνωση, ἐνῶ ἦταν μονοκράτωρ τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἀφοῦ εἶχαν εἰσέλθει πρῶτα οἱ 318 Θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καί ἄλλοι Πατέρες, μετά εἰσῆλθε ὁ Κωνσταντίνος μέ πάρα πολύ σεβασμό. Καί ἐνῶ ἔπρεπε πρῶτα ἐκεῖνος νά καθίση στόν θρόνο του καί μετά νά καθίσουν οἱ Ἐπίσκοποι, ὁ ἴδιος ἀπό σεβασμό ζήτησε νά καθίσουν πρῶτα οἱ Ἐπίσκοποι καί μετά κάθησε ἐκεῖνος. Καί τούς προσεφώνησε, βεβαίως, καί διασώζεται αὐτός ὁ λόγος πού εἶναι σημαντικός καί δείχνει τήν εὐσέβεια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πρίν ἀκόμη βαπτιστεῖ, πρίν ἀκόμη γίνει Χριστιανός.

Τό τρίτο γεγονός πού ἑορτάζουμε ἔγινε τήν 21η Μαΐου τοῦ 337, ὅπως τό ξέρετε, πού ἑορτάζουμε τήν κοίμηση τοῦ γενάρχου καί τῆς Πόλεως, ἀλλά καί ὅλης τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, δηλαδή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί αὐτό ἔγινε τό 337 μ.Χ. Ἐκοιμήθη, ἀφοῦ λίγο πρίν βαπτίστηκε• καί ὅταν βαπτίστηκε, ἀπέθεσε τήν ἁλουργίδα τήν βασιλική, δηλαδή τά ἐνδύματα τά αὐτοκρατορικά καί παρέμεινε μέ τό λευκό ἄσπρο ἐκεῖνο ροῦχο τό ὁποῖο φοράει κάποιος ὁ ὁποῖος βαπτίζεται. Αὐτό εἶναι δεῖγμα ὅτι αἰσθανόταν τήν μεγάλη ἀγάπη πρός τόν Χριστό, πρός τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ βέβαια ἔκανε καί ὅλα τά ἄλλα εὐεργετικά ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Καί, ὅπως εἶναι γνωστόν, τό τέταρτο γεγονός εἶναι ἡ τελευταία σχεδόν ἡμέρα τοῦ Μαΐου, ἡ 29η Μαΐου τοῦ 1453, πού θυμόμαστε τήν πτώση τῆς Νέας Ρώμης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῶ αὐτοκράτωρ ἦταν τότε ὁ Κωνσταντίνος ὁ Παλαιολόγος καί ἡ μητέρα του Ἑλένη. Ἔτσι, ἄρχισε ἡ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μέ Κωνσταντίνο αὐτοκράτορα καί τήν μητέρα του Ἑλένη, γιά νά τελειώση, νά σβήση ἐξωτερικά ὡς πολίτευμα μέ ἕναν ἄλλον Κωνσταντίνο, τόν Παλαιολόγο, μέ τήν μητέρα του Ἑλένη καί νά σβήση αὐτή ἡ αὐτοκρατορία πολιτικά καί κρατικά.

Ἀλλά ἐδῶ εἶναι τό σπουδαῖο. Ἐνῶ διαλύθηκε ὡς Αὐτοκρατορία καί καταλύθηκε ἡ πρωτεύουσά της, ἡ Νέα Ρώμη, ἐν τούτοις ὁ πολιτισμός της συνεχίζεται ἀπό τότε μέχρι σήμερα. Καί ἔχουν γίνει πολλές μελέτες πού ἐντοπίζουν αὐτό τό γεγονός• εἶναι καταπληκτικό τό ὅτι παύει νά ὑπάρχει ἕνα Κράτος γιά διαφόρους λόγους, γιά αἰῶνες, ὅμως παραμένει ἡ παράδοσή του, ἡ ζωή του• παραμένει ὄχι μόνο ἡ ἀνάμνηση, ἀλλά ὅλη ἡ ζωή τήν ὁποία διατηροῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τήν μουσική, μέ τήν ἁγιογραφία, μέ τήν ὑμνογραφία, μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ ὅλο τό ἦθος καί τόν πολιτισμό.

Μέ αὐτήν, λοιπόν, τήν ἔννοια λέμε ὅτι ὁ μήνας Μάϊος εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ μήνας τῆς Ρωμηοσύνης.

2. Τά γνωρίσματα τῆς Ρωμηοσύνης

Ποιά, ὅμως, εἶναι τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αὐτῆς τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἤ τῆς Ρωμανίας ἤ τῆς Ρωμηοσύνης;

Διότι ἀπό τήν ἀρχή ὀνομάστηκε τό κράτος Ρωμανία• καί Ρωμανία σημαίνει τό κράτος τῶν Ρωμαίων, τῶν Χριστιανῶν Ρωμαίων• καί ὁ τίτλος αὐτός ἔχει τήν ἔννοια τοῦ Ὀρθοδόξου. Γιατί; Ἐφ’ ὅσον συνεκλήθησαν Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ἔπαψε τό ὄνομα Ρωμαῖος νά δηλώνη τόν κάτοικο τῆς παλαιᾶς Ρώμης ἤ τόν εἰδωλολάτρη, ἀλλά τώρα δηλώνει τόν Ὀρθόδοξο Χριστιανό. Ἄρα, αὐτό πού λέμε Ρωμηός καί Ρωμαῖος εἶναι ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση, καί κυρίως ὁ Ἑλληνισμός, μαζί μέ τό ρωμαϊκό δίκαιο καί μέ τήν Ὀρθοδοξία, πού ἀποτελοῦν αὐτό πού λέμε Ρωμανία καί αὐτό πού λέμε Ρωμηοσύνη.

Καί ποιά εἶναι τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς Ρωμηοσύνης, αὐτοῦ τοῦ πολιτισμοῦ πού εἶναι καί πνευματικός, ἀλλά καί πολιτικός καί κοινωνικός πολιτισμός;

Τό πρῶτο γνώρισμα εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἀποφάσισαν οἱ Πατέρες στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, πού ὅλες οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔγιναν μέσα σέ αὐτό τό περιβάλλον. Ἡ πρώτη στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἐπειδή δέν εἶχε ἀκόμη ἐγκαινιαστῆ ἡ Νέα Ρώμη‧ ἡ δεύτερη καί ἡ ἕβδομη στήν Κωνσταντινούπολη καί ὅλες οἱ ἄλλες στήν περιοχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθιέρωσαν τά δόγματα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός Θεός καί δέν εἶναι κτίσμα, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, ὅτι ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις, θεία καί ἀνθρώπινη φύση, πού εἶναι ἑνωμένες στήν ὑπόστασή Του ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί γενικά τό δόγμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄρα, αὐτό πού λέμε Ρωμηοσύνη, στηρίζεται πάνω στήν θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Τό δεύτερο γνώρισμα εἶναι ἡ λατρεία καί ἡ ὑμνογραφία τήν ὁποία ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε διά μέσου τῶν αἰώνων ἀπό μεγάλους ὑμνογράφους, ἐξαίρετους καί ἁγίους ὑμνογράφους. Διαβάζουμε τά κείμενα αὐτά καί ἐκπλησσόμαστε ἀπό αὐτήν τήν ποιητική ἔκρηξη πού ἔγινε κατά τήν περίοδο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Καί εἶπα προηγουμένως γιά τήν μουσική παράδοσή μας, ἡ ὁποία ἀργότερα ὀνομάστηκε βυζαντινή, ἀλλά ἦταν ἡ ρωμαίϊκη ἐκκλησιαστική μουσική καί ἡ ρωμαίϊκη ἐκκλησιαστική παράδοση καί ὅλος ὁ ἄλλος πολιτισμός.

Τό τρίτο γνώρισμα τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ἡ ἀσκητική παράδοση καί ἡ νηπτική ζωή, πού δείχνει τήν μέθοδο τήν ὁποία πρέπει νά ἀκολουθήση κανείς γιά νά φτάση στήν ἐμπειρική θεολογία. Ὅπως ὅλες οἱ ἐπιστῆμες ἔχουν τήν μεθοδολογία καί μετά ἀκολουθεῖ ἡ γνωσιολογία, ἔτσι ἀκριβῶς καί στήν θεολογία ὑπάρχει ἡ γνωσιολογία, δηλαδή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά προηγεῖται ἡ μεθοδολογία, πού εἶναι ἡ ἀσκητική ζωή, ἡ νηπτική παράδοση, ἡ ὁποία καλλιεργήθηκε μέσα στά Μοναστήρια, ἐπειδή στά Μοναστήρια ἀντέγραφαν ὅλα τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀκόμη καί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων.

Δηλαδή, ἄν ψάξη κανείς, θά δῆ ὅτι στίς βιβλιοθῆκες τῶν Ἱερῶν Μονῶν ὑπάρχουν καί τά κείμενα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, τά ὁποῖα ἀντιγράφησαν ἀπό τούς μοναχούς μέσα στά ἐργαστήριά τους, δηλαδή οἱ μοναχοί ἀντέγραφαν στούς κώδικες ὅλα τά κείμενα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων καί ἄλλων καί τραγωδῶν καί διασώθηκαν μέσα σέ αὐτά τά κέντρα τῆς μοναστικῆς πολιτείας.

Ἀκόμη, στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ἡ μέν φιλοσοφία καί οἱ ἄλλες ἐπιστῆμες διδάσκονταν στά Πανεπιστήμια, ὅπως στό Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας, τό ὑπέροχο Πανεπιστήμιο στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ δέ θεολογία διδασκόταν στά Μοναστήρια. Γιατί ἡ θεολογία δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κανείς θά ἀποκτήση τήν γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ ἄσκηση, ἡ νηπτική ζωή, αὐτό πού ἀργότερα ὀνομάστηκε φιλοκαλική ζωή, φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν.

Καί τέταρτον γνὠρισμα τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ὅτι ὅλη αὐτή ἡ παράδοση, ὅλος ὁ πολιτισμός ἀπέκτησε ἕνα ἱστορικό σῶμα πού εἶναι τό σῶμα τῆς Ρωμηοσύνης μέ τήν Πολιτεία. Δέν ἔλεγαν τότε Κράτος καί Ἐκκλησία, ἀλλά ἔλεγαν βασιλεία καί ἡ ἱερωσύνη. Βλέπουμε ὅτι ὑπάρχει σαφέστατη διαφορά μεταξύ τοῦ βασιλέως καί τοῦ ἱερέως καί δέν πρέπει νά γίνεται σύγκρουση μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο, γιατί ὁσάκις γινόταν σύγκρουση, ἦταν πτωτική ζωή, στήν πραγματικότητα ἦταν διαφορετικά τά δεδομένα.

Κακῶς μερικοί ὑποστηρίζουν ὅτι στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, πού ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἤ αὐτό πού λέμε σήμερα Βυζαντινό κράτος, ὑπῆρχε θεοκρατία. Ποτέ δέν ὑπῆρξε ἐκεῖ θεοκρατία. Γιατί; Διότι ἦταν διακεκριμένες οἱ ἁρμοδιότητες καί τοῦ βασιλέως καί τοῦ ἱερέως. Ὅταν μιλᾶμε γιά θεοκρατία, ἐννοοῦμε ταύτιση πολιτικῆς καί θρησκευτικῆς ἐξουσίας σέ ἕνα πρόσωπο. Αὐτό ποτέ δέν ἔγινε στό Βυζάντιο. Σήμερα ἡ θεοκρατία ὑπάρχει στά μουσουλμανικά κράτη, ἐνῶ στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία ποτέ δέν ὑπῆρχε τό θεοκρατικό πολίτευμα.

Καί, βεβαίως, ἦταν μία Αὐτοκρατορία, αὐτή τἠν ὁποία ἵδρυσε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, γι’ αὐτό καί εἶναι ὁ γενάρχης μας καί τόν ἀγαποῦμε πάρα πολύ. Εἶναι μία Αὐτοκρατορία στήν ὁποία ὑπῆρχε ἑνότητα στόν πολιτισμό. Βάση ἦταν ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καί ὁ ὀρθόδοξος πολιτισμός, ἀλλά ὑπῆρχαν πολλές λαότητες καί συγχρόνως ἦταν δίγλωσσοι, ἦταν οἱ λατινόφωνοι καί οἱ ἑλληνόφωνοι καί ἀργότερα προστέθηκαν οἱ σλαβόφωνοι, οἱ ἀραβόφωνοι, Ὀρθόδοξοι Ρωμηοί, ὅπως σήμερα συμβαίνει στήν Μέση Ἀνατολή πού εἶναι Ρωμηοί -Ὀρθόδοξοι ἐννοῶ- καί αἰσθάνονται ὅτι κατάγονται ἀπό τήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Καίτοι εἶναι ἀραβόφωνοι, αἰσθάνονται ὅτι εἶναι Ρωμηοί, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ἀφετηρία τῆς ζωῆς τους.

Καί ἔχουμε, λοιπόν, αὐτήν τήν Αὐτοκρατορία, τό μεγάλο αὐτό Κράτος πού ἔχει ἑνιαία παράδοση, ἑνιαῖο πολιτισμό, διαφορετικές γλῶσσες καί διαφορετικές λαότητες. Καί ὁ κάθε λαός διεκδικοῦσε τόν θῶκο τόν αὐτοκρατορικό στόν ὁποῖο ἀνέρχονταν διάφοροι, προερχόμενοι ἀπό ὅλους τούς λαούς, ἀπό ὅλες τίς λαότητες, ἀκριβῶς γιατί ἦταν αὐτό τό ἦθος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Καί τό ὀφείλουμε αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στόν Μέγα Κωνσταντίνο καί τήν ἁγία Ἑλένη, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἡ πραγματική ἐκείνη ἡ γυναίκα καί μητέρα πού στήριξε τό παιδί της, τόν Κωνσταντίνο, καί τόν βοήθησε νά γνωρίση τόν Χριστό, νά βαπτιστῆ καί νά γίνη Χριστιανός.

3. Οἰκουμενικότητα καί διασπάσεις

Ἡ ἑνιαία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, παρά τίς πολλές λαότητες ἦταν ἕνα Ἔθνος, ἐξέφραζε τήν οἰκουμενικότητα. Δυστυχῶς, σήμερα ἀπό τήν οἰκουμενικότητα ὁδηγούμαστε στίς διασπάσεις τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ. Καί εἶναι αὐτό τό φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως τῶν δύο-τριῶν προηγούμενων αἰώνων, διασπάσεις σέ ἔθνη, σέ πολιτισμούς, σέ παραδόσεις καί προσπαθοῦν νά φέρουν τήν ἑνότητα μέ διάφορους παγκόσμιους ὀργανισμούς. Ἀλλά ἡ ἑνότητα δέν ἔρχεται μέ αὐτόν τόν τρόπο.

Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά ἐκεῖνο τό ὁποῖο παρατηροῦμε εἶναι ὅτι ἀπό τήν οἰκουμενικότητα τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας σήμερα ἔχουμε φτάσει στούς ἐθνοφυλετισμούς, ἀκόμη καί μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί θέτουν πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν ἐθνοφυλετισμό, ὁ ὁποῖος τό 1872 στήν Κωνσταντινούπολη καταδικάστηκε ὡς αἵρεση μέσα στήν Ἐκκλησία. Καί ὅμως ἰσχύει σήμερα γιά πολλούς ὁ ἐθνοφυλετισμός. Διασπᾶται ἀκόμη καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε στήν ἐποχή μας καί στίς ἡμέρες μας εἶναι καί ὁ πανσλαβισμός πού εἶναι μία αἵρεση πού οὐσιαστικά ὑπονομεύει αὐτήν τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Καί σκέπτομαι πολλές φορές ὅτι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πού εἴχαμε μία κυριαρχική παρουσία στήν Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἐξακολουθούσαμε νά τό ἔχουμε μετά καί κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας μέ τήν πονεμένη Ρωμηοσύνη, πού ἀνέδειξε τόσους Νεομάρτυρες, τά χάσαμε ὅλα αὐτά, ἀλλά τό μόνο πού μᾶς ἔμεινε εἶναι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Εἶναι ὁ μόνος θεσμός ἀπό τήν τότε Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ὅπως τήν ἵδρυσε καί ὅπως τήν ὁραματίστηκε ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καί οἱ ἄλλοι Αὐτοκράτορες, πού παραμένει σήμερα, εἶναι ὁ θεσμός τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού ἀσκεῖ μία Οἰκουμενική πολιτική. Καί, δυστυχῶς, ἐδῶ ὄχι μόνον ἄλλοι λαοί καί ἄλλα ἔθνη πού διακρίνονται ἀπό τόν ἐθνοφυλετισμό καί ἀπό τόν πανσλαβισμό, ἀλλά, δυστυχῶς, καί ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ὑπονομεύουμε καί δέν σεβόμαστε αὐτόν τόν θεσμό τόσων χιλιάδων ἐτῶν, τόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού εἶναι τό μόνο πού παρέμεινε ἀπό ἑλληνικῆς πλευρᾶς μέ μία Οἰκουμενική λάμψη καί προβολή.

Ὁπότε, τιμοῦμε καί σεβόμαστε τόν Μέγα Κωνσταντίνο, τόν γενάρχη μας, σεβόμαστε καί τήν μητέρα του, τήν ἁγία Ἑλένη, καί προσευχόμαστε σέ αὐτούς. Καί αὐτός ὁ μήνας καί αὐτή ἡ γιορτή πρέπει καί εἶναι γιορτή τῆς Ρωμηοσύνης. Καί πρέπει νά ἀγαποῦμε τήν Ρωμηοσύνη μέ τήν Οἰκουμενική της διάσταση, ὄχι μέσα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, ἀλλά μέσα ἀπό τήν Οἰκουμενική διάσταση, τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τόν ἑλληνικό πολιτισμό. Εἶναι ὅ,τι καλύτερο ἔχει νά δείξη τό ἑλληνικό πνεῦμα μαζί μέ τήν χριστιανική παράδοση.

Καί λυπᾶμαι πάρα πολύ, γιατί σήμερα πολλοί ἄνθρωποι μιλᾶνε μόνο γιά τήν ἀρχαία ἑλληνική ἱστορία, καί ἀπό αὐτήν ὁδηγοῦνται κατ’ εὐθείαν στήν ἀνεξαρτησία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τό 1830 καί ξεχνοῦν ὅλη αὐτήν τήν παράδοση τόσων αἰώνων, 2000 ἐτῶν• τήν ξεχνοῦν, τήν ὑπερπηδοῦν σάν νά ὑπάρχει μία ἀερογέφυρα πού ἑνώνει τήν ἀρχαία ἑλληνική παράδοση μέ τήν σύγχρονη παράδοση χωρίς ἐνδιάμεσο∙ σάν νά ἔχουμε παππού, ἀλλά δέν ἔχουμε πατέρα. Πῶς εἶναι δυνατόν κανείς νά ἔχη παππού, καί νά τιμᾶ καί νά σέβεται τήν ἀρχαία παράδοση, καί νά ἀγνοῆ τόν πατέρα του, πού εἶναι οἱ μέσοι χρόνοι, ὅπως λένε, -ὄχι μεσαίωνας, ἀλλά οἱ μέσοι χρόνοι- πού εἶναι ἡ Χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μέ τήν τόση ἔξοχη παράδοση;

Ὁ ἅγιος Κωνσταντίνος καί ἡ ἁγία Ἑλένη νά μᾶς ἐμπνέουν γιά νά εἴμαστε ἀληθινοί, πραγματικοί Ρωμηοί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί στόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό. Ἀμήν.

  • Προβολές: 113

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance