Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, 10 Νοεμβρίου

Πρωτοπρεσβύτερου Π. Γεώργιου Παπαβαρνάβα

Ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης γεννήθηκε τό 1840 στά Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, τόν Ἐλευθέριο, πού ἦταν δάσκαλος, καί τήν Βαρβάρα. Ὀρφάνεψε σέ μικρή ἡλικία καί μία θεία του, ἡ ὁποία ἀγαποῦσε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, ἀνέλαβε νά μεγαλώση αὐτόν καί τόν ἀδελφό του Βλάσιο.

Ὁ Θεόδωρος, αὐτό ἦταν τό βαπτιστικό του ὄνομα, στάλθηκε γιά σπουδές στήν Νίγδη καί τήν Σμύρνη. Ἔγινε μοναχός σέ ἡλικία 26 ἐτῶν, στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαβιανῶν. Μετά ἀπό τέσσερα περίπου χρόνια, ἐπειδή ὑπῆρχε ἔλλειψη ἱερέων, ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Παΐσιος τόν χειροτόνησε Διάκονο καί Πρεσβύτερο, τόν προχείρισε σέ Ἀρχιμαδρίτη καί τόν τοποθέτησε στά Φάρασα. Τοῦ ἀνέθεσε δέ καί τό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητος.

Ὁ ἅγιος Ἀρσένιος, ἤ Χατζηεφεντῆς, ὅπως τόν ἀποκαλοῦσαν, ἀπό τό προσκύνημά του στούς Ἁγίους Τόπους, ἦταν γιά τούς κατοίκους τῶν Φαράσων ὁ πνευματικός πατέρας, ὁ ἀδελφός, ὁ φίλος, ὁ διδάσκαλος, ἀλλά καί ὁ ἰατρός. Ἐπειδή στά Φάρασα τήν ἐποχή ἐκείνη δέν ἦταν εὔκολη ἡ ἐξεύρεση ἰατροῦ, οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, ἀλλά καί τῶν γύρω περιοχῶν, προσέτρεχαν στόν Ἅγιο καί τοῦ ζητοῦσαν νά τούς θεραπεύση. Καί πράγματι, θεράπευε τίς σωματικές, ψυχικές καί πνευματικές ἀσθένειές τους μέ τίς θεοπειθεῖς προσευχές του, χωρίς ποτέ νά κάνη διακρίσεις σέ Χριστιανούς καί Μουσουλμάνους. Εὐεργετοῦσε ὅλους ἀνεξαιρέτως καί ὅλοι τόν σέβονταν καί τόν ἀγαποῦσαν. Οἱ κάτοικοι τῶν Φαράσων ἔλεγαν ὅτι ἐμεῖς γνωρίσαμε γιατρούς, ὅταν ἤλθαμε στήν Ἑλλάδα.

Τούς ἀσθενεῖς τούς σταύρωνε μέ τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί στήν συνέχεια τούς διάβαζε εὐχές ἀπό τό «Εὐχολόγιο». Ἐπειδή, ὅμως, τό «Εὐχολόγιο» ἔχει μέν ἀρκετές εὐχές, ἀλλά δέν ἔχει ἐξειδικευμένες εὐχές γιά κάθε ἀσθένεια καί κάθε περίσταση, γι’ αὐτό χρησιμοποιοῦσε καί τό Ψαλτήριο. Μάλιστα, προσδιόρισε τούς 150 ψαλμούς τοῦ Ψαλτηρίου γιά τήν κάθε ἀσθένεια καί τήν κάθε περίσταση. Παραδείγματος χάρη, τόν 8ο ψαλμό τόν διάβαζε σέ αὐτούς πού «ἔπαθαν κακό ἀπό δαίμονες ἤ ἀπό πονηρούς ἀνθρώπους. Μέ τόν 71ο ψαλμό προσευχόταν «γιά νά εὐλογήσει ὁ Θεός τά ἀγαθά τῆς νέας ἐσοδείας πού μετέφεραν στά σπίτια τους οἱ γεωργοί». Μέ τόν 78ο ψαλμό παρακαλοῦσε τόν Θεό «νά προφυλάξει τά χωριά ἀπό ληστές καί καταστροφές τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων». Μέ τόν 101ο ψαλμό προσευχόταν «νά εὐλογήσει ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους πού φέρουν ἀξιώματα, γιά νά βοηθοῦν τόν κόσμο μέ καλωσύνη καί κατανόηση». Μέ τόν 130ό ψαλμό ἱκέτευε τόν Θεό «νά δώση μετάνοια καί παρηγοριά μέ ἐλπίδα στούς ἀνθρώπους γιά νά σωθοῦν». Διαβάζοντας τόν 150ό ψαλμό παρακαλοῦσε «νά δώσει ὁ Θεός χαρά καί παρηγοριά στούς θλιμμένους ἀδελφούς μας πού βρίσκονται στήν ξενιτιά καί στούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, πού βρίσκονται στήν πιό μακρινή ξενιτιά», καί οὕτω καθεξῆς.

Ὅταν τό ἔτος 1924 οἱ κάτοικοι τῶν Φαράσων ἔφυγαν διωγμένοι ἀπό τήν πατρίδα τους -ἦταν ἀπό τούς τελευταίους πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας- ὁ ἅγιος Ἀρσένιος ἡγήθηκε τοῦ ποιμνίου του στόν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς, καί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τίς θεοπειθεῖς προσευχές του ἔφθασαν ὅλοι σῶοι καί ἀβλαβεῖς χωρίς κανένα ἐμπόδιο στόν δρόμο, ὅπως τούς τό εἶχε πῆ ἀπό πρίν καί τούς καθησύχασε, ὅτι δέν θά συναντήσουν Τσέτες στόν δρόμο καί δέν θά κινδυνεύσουν.

Πρίν ἀπό τήν ἀναχώρησή τους, ὅμως, ἀπό τά Φάρασα ὁ ἅγιος Ἀρσένιος βάπτισε ὅλα τά ἀβάπτιστα παιδιά, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, στόν ὁποῖο ἔδωσε τό δικό του ὄνομα, δηλαδή τόν ὀνόμασε Ἀρσένιο, λέγοντας ὅτι θέλει νά ἀφήση καί αὐτός ἕναν καλόγηρο στήν θέση του. Ἡ προφητεία, ἀσφαλῶς, ἐπαληθεύθηκε καί ὁ Ἀρσένιος (ἅγιος Παΐσιος) ἀνεδείχθη «ἔνδοξον τέκνον, ἐνδόξου (πνευματικοῦ) πατρός».
Ὁ ἅγιος Ἀρσένιος, ὅπως τό προεῖπε, ἔζησε στήν Ἑλλάδα σαράντα ἡμέρες καί ἐκοιμήθη στήν Κέρκυρα στίς 10 Νοεμβρίου τοῦ 1924. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1958 ὁ ἅγιος Παΐσιος ἔκανε τήν ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων του, καί στήν συνέχεια συνέγραψε καί τόν βίο του.

Ὁ βίος του καί ἡ πολιτεία του μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:

Πρῶτον. Οἱ πρόσφυγες ἀπό τήν Μικρά Ἀσία ἔφεραν μαζί τους στήν Ἑλλάδα, ἐκτός ἀπό τούς σταυρούς, τίς εἰκόνες καί τά ἄλλα ἱερά κειμήλια, καί ἕναν ἄλλον πολύτιμο θησαυρό, ἴσως τόν πολυτιμότερο, καί αὐτός εἶναι ἡ Ρωμαίϊκη Ὀρθόδοξη παράδοση. Μιά παράδοση πού διαφυλάχθηκε ἀνόθευτη μέσα σέ δύσκολες συνθῆκες, καί ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἡ βασική αἰτία πού οἱ χριστιανικοί πληθυσμοί τῆς ὑπόδουλης Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας διατήρησαν «μέσα στήν μακραίωνη πικρή σκλαβιά» τήν γλώσσα τους καί τήν πίστη τους, καί δέν ἀφομοιώθηκαν ἀπό τούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Βέβαια, ὑπῆρξαν καί περιπτώσεις ἀλλαξοπιστίας, ἀφοῦ πάντοτε ὑπάρχουν οἱ ἐξαιρέσεις, οἱ ὁποῖες, ἄλλωστε, ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα. Ἡ διαφύλαξη δέ αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ θησαυροῦ, ἤτοι τῆς Ρωμαίϊκης Ὀρθόδοξης παράδοσης ὀφείλεται κυρίως στούς Ὁμολογητές καί Μάρτυρες τῆς πίστεως, ἤτοι τούς Νεομάρτυρες, ἀλλά καί στούς εὐλαβεῖς ποιμένες καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι τήν διαφύλαξαν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί τήν μετέδωσαν στό ποίμνιό τους.

Δεύτερον. Τά σχετικά μέ τήν ἀξία καί τήν σπουδαιότητα τοῦ Ψαλτηρίου, αὐτοῦ τοῦ «πνευματικοῦ ἰατρείου», σημειώθηκαν σέ προηγούμενο ἄρθρο. Ἐδῶ θά τονισθῆ ὅτι τό Ψαλτήριο εἶναι, μεταξύ τῶν ἄλλων, καί «φυγαδευτήριο τῶν δαιμόνων». Χαρακτηριστικά εἶναι τά ὅσα λέγει σύγχρονος ἀσκητής, ὁ π. Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στό Ἁγιοφάραγγο τῆς Κρήτης, καί ἐκοιμήθη μέ τό ὄνομα Νεῖλος: «Ἄν θά μέ ρωτούσατε νά σᾶς πῶ τί κατάλαβα τόσα χρόνια στήν ἔρημο, θά σᾶς ἀπαντοῦσα μέ μία λέξη: "Τήν δύναμη τοῦ Ψαλτηρίου". Ἄν ξεκινοῦσα τήν ζωή μου τώρα, ἕνα θά πάσχιζα νά κάνω, νά ἀποστηθίσω τό Ψαλτήρι. Αὐτό εἶναι ἡ γονική μήτρα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτό εἶναι τό εὔφορο χῶμα, ὅπου εὐδοκιμεῖ ὁ σπόρος τῆς "Εὐχῆς". Αὐτό μαστίζει τούς δαίμονες». Καί στήν συνέχεια, περιγράφοντας τό πῶς προσπαθοῦσε ὁ διάβολος μέ διαφόρους τρόπους νά τόν ἐμποδίση ἀπό τό νά ἀναγινώσκη τό Ψαλτήριο καί νά προσεύχεται μέ αὐτό, εἶπε: «Ὅταν διάβαζα στίς ἀγρυπνίες μου τό Ψαλτήρι, ἐρχόταν ὁ δαίμονας πού μούγκριζε σάν ἀγριόχοιρος στό αὐτί μου. Εἰδικά ὅταν ἔλεγα τό στίχο "Ἀναστήτω ὁ Θεός..." καί τόν στίχο "Ἐσύ εἶσαι Κύριος καί Θεός μου". Λυσσοῦσε, μέ ἔπιανε ἀπό τόν λαιμό, μέ ἔπνιγε. Μπέρδευε καί τά λόγια μου, γιά νά μήν τό πῶ. Τόσο πολύ καιγόταν».

Ὀρθόδοξη ρωμαίϊκη παράδοση σημαίνει φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, μυστηριακή ζωή, ἄσκηση καί ἀδιάλειπτη προσευχή. Καθώς, ἐπίσης, ὑπομονή στούς πειρασμούς, τίς δυσκολίες καί τίς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, ἐλπίδα στόν Θεό, ἀρχοντική ἀγάπη, φιλότιμο, ἐσωτερική εἰρήνη, πλήρωμα καί νόημα ζωῆς.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 187