Ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΘ’ ΑΠΑΣΑΝ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥΣ

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απέστειλε στις 16-12-1998 Εγκύκλιο προς όλες τις μοναστικές αδελφότητες των Μητροπόλεών της. Στην Εγκύκλιο αυτή, αφού αναφέρεται με αγιογραφική και πατερική τεκμηρίωση στην ενότητα των πιστών με τον θεάνθρωπο Χριστό και μεταξύ τους, η οποία ενεργοποιείται μέσω του υψίστου εκκλησιαστικού χαρίσματος του Επισκόπου, και αφού επισημαίνει σύγχρονες σφαλερές αντιλήψεις που δημιουργούν ολέθρια χαλάρωση του δεσμού πολλών χριστιανών με το ένα και αδιαίρετο σώμα της Εκκλησίας, συνεχίζει λέγοντας:

“... δ) Δια τούτο πατρικώς παρακαλούμεν και προτρεπόμεθα: Τηρήσατε ασάλευτον την μετά του οικείου Επισκόπου ενότητα και υπερμαχήσατε αυτής, εν τω συνδέσμω της δια Χριστόν υιοπρεπούς προς αυτόν αγάπης, εμπιστοσύνης και υπακοής, δεχόμενοι εν τω προσώπω αυτού τον διάδοχον των αγίων Αποστόλων, τον υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού αποσταλέντα εις υμάς, και αυτό διδάξατε εις τους προς υμάς προσερχομένους. Υμείς καλλίτερον παντός άλλου γνωρίζετε, ότι το κύριον του Μοναχισμού συστατικόν είναι η υπακοή, το αντίδοτον της ολεθροτόκου ανηκοΐας των Πρωτοπλάστων και σωτήριον μίμημα της άκρας μέχρι θανάτου υπακοής του Δεσπότου ημών. Και η άσκησις της υπακοής –εις τα εκτός των μοναστικών καθηκόντων υμών– εποφείλεται πρωτίστως προς την Εκκλησίαν, η οποία “ναός Θεού εστι και το Πνεύμα του Θεού οικεί” εν αυτή. Τοιουτοτρόπως, και εις τούτο το κεφαλαιώδες κήρυγμα της εκκλησιολογίας δια των έργων της εκκλησιαστικής ευπειθείας και δια των λόγων της εκκλησιολογικής υπακοής και των εκτενών προσευχών υμών θα φωτίσητε τους εν τω κόσμω αδελφούς υμών.

ε) Όλα αυτά με περίσσειαν πατρικής φροντίδος και ποιμαντικής αγωνίας εκ συνοχής καρδίας γράφομεν προς υμάς, επειδή επληροφορήθημεν από τους εκασταχού αγίους Ιεράρχας δια περιπτώσεις μοναζόντων εκ του ιερού σας καταλόγου “ατάκτως περιπατούντων”, παρά τα υπό της εκκλησιολογίας της τε Καινής Διαθήκης και των Ιερών Κανόνων οριζόμενα. Αυτοί πάσχουν βεβαίως κάποιο ανθρώπινον πάθος, αλλά αστοχούν ως προς τον κατά Θεόν σκοπόν του ασκητικού βίου. “Επαίρονται υπέρ τους εαυτών όρους” και αθετούν την γνώμην του πνευματικώς και εκκλησιολογικώς κυριάρχου Ποιμένος, μη πειθαρχούντες εσωτερικώς προς τας εντολάς του, μερικάς δε φοράς ιδιοποιούμενοι την θεόσδοτον εξουσίαν του. Εκ της πνευματικής των διακονίας, την οποίαν επιτελούν μάλλον “ψιλώ μόνω ονόματι” του Ποιμενάρχου των, γίνονται περιφανείς κατά κόσμον και ακολούθως αυθαιρέτως υποδύονται τους αυτογνώμονας και αυτοκεφάλους Ποιμένας, μη παραμένοντες “εις τους εαυτών όρους” και “εφ’ ω ετάχθησαν” δια της χριστομιμήτου ταπεινώσεως. Μάλιστα, δια των λόγων και των έργων της κεκρυμμένης ανηκοΐας εαυτών προκαλούν αναστάτωσιν και σύγχυσιν εις τας συνειδήσεις των ευπίστων ανθρώπων, περί του εκκλησιαστικώς ορθού και πρακτέου, “φθείροντες τον Ναόν του Θεού”.

στ) Παλαιόν το πάθος, και αρχαίος ο υποκινών πτερνιστής. Δια την διόρθωσιν των τοιούτων δεινών, η Δ· εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, δια των δ· και η· Κανόνων αυτής, ώρισεν άπαξ δια παντός τα αφορώντα εις την κανονικήν σχέσιν των Μοναχών μετά του επιχωρίου Επισκόπου:

“Τους δε καθ’ εκάστην πόλιν και χώραν μονάζοντας υποτετάχθαι τω Επισκόπω, και την ησυχίαν ασπάζεσθαι, και προσέχειν μόνη τη νηστεία και τη προσευχή, εν οίς τόποις απετάξαντο, προσκαρτερούντες, μήτε δε εκκλησιαστικοίς, μήτε βιωτικοίς παρενοχλείν πράγμασιν, ή επικοινωνείν, καταλιμπάνοντες τα ίδια μοναστήρια, ει μήποτε άρα επιτραπείεν δια χρείαν αναγκαίαν υπό του της πόλεως Επισκόπου”.

“Οι κληρικοί των ...μοναστηρίων ...υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει Επισκόπων, κατά την των Αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωσαν του ιδίου Επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν, καθ’ οίον δήποτε τρόπον, και μη υποταττόμενοι τω ιδίω Επισκόπω, ει μεν είεν Κληρικοί, τοις των Κανόνων υποκείσθωσαν επιτιμίοις, ει δε μονάζοντες ή λαϊκοί, έστωσαν ακοινώνητοι”.

Φρικταί αι επαπειλούμεναι ποιναί, αλλ’, όπως συμπεραίνομεν εκ της μελέτης των Κανόνων, φρικτότερα τα ούτω τιμωρούμενα αδικήματα κατά της Εκκλησίας. Τον τελευταίον κανόνα ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και τονίζει σαφέστερα: “Διατί δε ανωτέρω ειπών ο Κανών, Κληρικούς και Μοναχούς μόνον, κάτωθεν λέγει και λαϊκούς; δια να φανερώση τους λαϊκους εκείνους, εις το θάρρος των οποίων και την υπεράσπισιν επιστηριζόμενοι οι Κληρικοί και Μοναχοί, αυθαδιάζουσι κατά του Αρχιερέως, και δεν υποτάσσονται εις αυτόν”. Τοιουτοτρόπως, οι μεν ανυπάκουοι προς τον Επίσκοπον Μοναχοί αφέντες τον Χριστόν εστηρίζοντο εις τους λαϊκούς οπαδούς, οι δε λαϊκοί οπαδοί αφέντες την Εκκλησίαν ανηγόρευον τους αυτοκλήτους σωτήρας ως ποιμένας των, με αποτέλεσμα την φθοράν και την απώλειαν των ψυχών αμφοτέρων.

ζ) Δια τούτο, προς προτροπήν των ολεθροτόκων αυτών δεινών, παρακαλούμεν πατρικώς υμάς να έχητε φιλόθεον ηχυσίαν και φιλόχριστον υπακοήν προς τον οικείον Επίσκοπον, κατά τα οριζόμενα από τους Ιερούς Κανόνας. “Υμείς γαρ ουκ εγένεσθε ζωγρήματα του διαβόλου, αλλ’ εσαγηνεύθητε τη σαγήνη του Χριστού εκ της αλμυράς του κόσμου ακαταστασίας”. Και πάλιν, υπενθυμίζομεν υμίν τα ιερά θέσμια της Εκκλησίας, τα οποία διασφαλίζουν την πνευματικήν υγείαν της κατά Χριστόν πολιτείας υμών: “Αι... των Μοναχών συνθήκαί υποταγής λόγον επέχουσι και μαθητείας, αλλ’ ουχί διδασκαλίας ή προεδρίας, ουδέ ποιμαίνειν άλλους, αλλά ποιμαίνεσθαι επαγγέλλονται”. Άλλωστε, “οίς ο βίος ησύχιος και μονότροπος, ο συνταξάμενος Κυρίω τω Θεώ ζυγόν μονήρη άραι, καθίσεται κατά μόνας και σιωπήσει”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσίαν του μοναχικού πολιτεύματος, η ησυχαστική τήρησις του νοός η αδιαλείπτως τω Χριστώ προσομιλούσα και η της καρδίας κάθαρσις μνηστευθείσης τω αθανάτω Νυμφίω και η ακατάπαυστος και ισάγγελος νοερά αδολεσχία της προσευχητικής θεοκοινωνίας, η οποία απεργάζεται ουρανόν την καρδίαν του θεόφρονος και εσοικίζει τον Χριστόν και Τον εξιλεώνει δια της προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου. “Μοναχός εστιν ο πάντων αποστάς και πάσι συνημμένος” δι’ εμπόνου προσευχής και ουχί ο πάσι συνημμένος και της αληθούς ησυχίας αποστάς. Η δυτικόπληκτος και κοσμικόρφων εκδοχή περί Μοναχισμού, υπό το πρόσχημα της “ευκόλου οδού” της διακονίας των εν κόσμω δια των συγχρόνων ποιμαντικών μεθόδων, αι οποίαι αρμόζουν εις την Επισκοπήν και τας Ενορίας, ουσιαστικώς αφαιρεί κάτι ή και περισσότερα στοιχεία από το μοναστικόν ησυχαστικόν ήθος και τον βίον, προς ζημίαν του ενός “ού εστι χρεία”, εφ’ όσον ασκείται άνευ εκκλησιαστικής ευλογίας. Εάν οι τόποι της ασκήσεως μεταβάλλονται εις ’ενορίας και ’επισκοπάς, και μάλιστα με ψυχωλέτηρα υπέρβασιν των μοναχικών ορίων, μήπως τελικώς η του κόσμου ακαταστασία λυμαίνεται την του Μοναχισμού ευκοσμίαν και αφήνει μόνον το όνομα; “Εάν δε και το άλας (τής γνησίας και πατροπαραδότου ορθοδόξου ασκήσεως) μωρανθή, εν τίνι αρτυθήσεται;”.

η) Γνωρίζομεν, ότι ενίοτε τα τοιαύτα έσωθεν πάθη κρύπτονται υπό το προσωπείον του αδιακρίτου και αφωτίστου ζήλου υπέρ της ευσεβείας και αναζητούν ερείσματα εις το παράδειγμα Θεοφόρων Οσίων, οι οποίοι όμως ηγωνίσθησαν όχι δια την ιδικήν των κοσμικόφρονα δόξαν και εκ του ασφαλούς, αλλά δια την Εκκλησίαν και τους ορθοδόξους Ποιμένας Της, με αυταπάρνησιν.

Επί τη ευκαιρία διαβεβαιούμεν υμάς ως προς γνήσια τέκνα εν Κυρίω, ότι και την ιδικήν μας εσχάτην λογοδοσίαν αναλογιζόμεθα ανυστάκτως και την ιδικήν σας αγωνίαν ενωτιζόμεθα πατρικώς. “Εστήκαμεν και κρατούμεν τας παραδόσεις” και ιστάμεθα πάντοτε επί των όρων της Ορθοδοξίας κατά τας διορθοδόξους διαβουλεύσεις περί της πορείας των Διαλόγων με τας άλλας Χριστιανικάς Ομολογίας. Ως εκ τούτου, η μεν ευαισθησία υμών είναι θεμιτή και ευλογητή, η υποβολιμαία όμως αμφιβολία μερικών πρέπει να διορθωθή.

Περί του ζητήματος τούτου, υπενθυμίζομεν υμίν επί πλέον, ότι η Εκκλησία του Χριστού, ούσα Καθολική και Ορθόδοξος, κατά την ιστορικήν Της πορείαν ετέλει, υπό προϋποθέσεις, εν διαλόγω μεθ’ αιρετικών, με την προσδοκίαν της μετανοίας των και της επιστροφής. Καθώς οι Άγιοι Απόστολοι ηγωνίσθησαν προς διάδοσιν του Ευαγγελίου εις τα έθνη, τοιουτοτρόπως και οι Μεγάλοι Πατέρες ημών, εν οίς Αθανάσιος και Βασίλειος οι Μεγάλοι, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Μάξιμος ο Ομολογητής και Γρηγόριος Θεσσαλονίκης ο Παλαμάς, ανέλαβον πολύν αγώνα προς μαρτυρίαν της ορθοδόξου πίστεως και επαναγωγήν των πεπλανημένων. Δια το έργον των αυτό εσυκοφαντήθησαν πολλάκις ως αιρετικοί ή αιρετίζοντες από μερικούς πιστούς μη δυναμένους να κατανοήσουν το μυστήριον της αγάπης του Σωτήρος Χριστού, η οποία περιπτύσσεται τον σύμπαντα κόσμον και θέλει “πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν”.

θ) Κατακλείοντες, παρακαλούμεν πατρικώς και πάλιν υμάς, “τούς εν ανθρώποις και υπέρ τα ανθρώπινα”, να διατηρήσετε δια της χριστομιμήτου υπακοής και ολοτελούς εσωτερικής ευπειθείας ασάλευτον την ενότητα προς τον Επίσκοπον, αναγνωρίζοντες, ότι εις αυτήν έγκειται το συμφέρον υμών και όλων των πιστών, εφ’ όσον η προς τον Επίσκοπον δια Χριστόν υπακοή διαβαίνει εις αυτό τούτο το πρόσωπον του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

Εις την τοιαύτην ενότητα προσκαλεί πάντας, και ημάς και τους υφ’ ημάς, τον ιερόν Κλήρον και τον φιλόχριστον Λαόν και την αγίαν παρεμβολήν των Μοναχών, ο Θεός και Σωτήρ ημών, “τό Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος. Μακάριοι οι ποιούντες τας εντολάς Αυτού, ίνα έσται η εξουσία αυτών επί το ξύλον της ζωής, και τοις πυλώσιν εισέλθωσιν εις την πόλιν”. Τούτο πατρικώς επευχόμεθα υπέρ της ταπεινόφρονος και ευπειθούς θεοφιλίας υμών. Αμήν!

Ο Αθηνών Χριστόδουλος, Πρόεδρος,

Ο Σταγών και Μετεώρων Σεραφείμ,

Ο Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Γεώργιος,

Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Αγαθόνικος,

Ο Μεγάρων και Σαλαμίνος Βαρθολομαίος,

Ο Χαλκίδος Χρυσόστομος,

Ο Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Κλεόπας,

Ο Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου Ιάκωβος,

Ο Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου Ιερόθεος,

Ο Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου Δημήτριος,

Ο Βεροίας και Ναούσης Παντελεήμων,

Ο Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Ανδρέας,

Ο Ξάνθης και Περιθεωρίου Παντελεήμων

  • Προβολές: 1469

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance