Ἐπιστολὴ Ἀρχ. Ἱερεμία Φούντα: Γιὰ τὸ Ἐκκλησιολογικὸ Πρόβλημα τῆς Ναυπάκτου

Στο προηγούμενο τεύχος της Ε.Π. είχαμε δημοσιεύσει τις επιστολές της Ιεράς Συνόδου και του Μακαριωτάτου προς τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως, π. Σπυρίδωνα Λογοθέτη, και είχαμε σημειώσει την ανάγκη μιας νέας αρχής, βάσει των Συνοδικών παραγγελμάτων.

Από την εξέλιξη των πραγμάτων είμαστε υποχρεωμένοι να επανέλθουμε δημοσιεύοντας μια σημαντική επιστολή, με ημερομηνία 19-12-2001, την οποία απέστειλε ο Αρχιμ. π. Ιερεμίας Φούντας, Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Μεγάρων και Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Ναυπάκτιος στην καταγωγή, προς τον Καθηγούμενο της Ι. Μονής, και την οποία κοινοποίησε στον Μητροπολίτη. Βεβαίως, μετά την απόφαση της Ιεραρχίας, κάθε άλλος λόγος περιττεύει, αλλά η επιστολή αυτή δείχνει πώς αντιμετωπίζει το κρίσιμο αυτό θέμα και ένας Ιεροκήρυκας, Ναυπάκτιος, από την πλευρά του.

Πριν δημοσιευθή η επιστολή του π. Ιερεμία, θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα τμήμα από την απάντηση του Μητροπολίτου προς τον π. Ιερεμία.

«Έλαβα την επιστολή που απεστείλατε προς τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως, Αρχιμ. Σπυρίδωνα Λογοθέτη, και την διάβασα με μεγάλη προσοχή. Περισσότερο από όλα ικανοποιήθηκα από την εκκλησιολογική σας ευαισθησία και το ορθόδοξο φρόνημά σας, που είναι δείγμα του τρόπου με τον οποίο διακονείτε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Διέκρινα αυτό που γνώριζα, έναν ανεπαίσχυντο διάκονο της Εκκλησίας, που ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας και διακονεί με ταπείνωση και αγάπη τον λαό του Θεού.

Όσα γράφετε για το πρόσωπό μου, περισσότερο δείχνουν την ευγένεια του χαρακτήρος σας και την εκκλησιολογική σας ευαισθησία, παρά το δικό μου έργο που επιτελώ στην Εκκλησία.

Πράγματι πιστεύω ακράδαντα ότι αν κάτι έχω προσωπικό μου, είναι οι αμαρτίες μου, ενώ ό,τι εξέρχεται καλό είναι δάνειο, που μου έδωσαν μεγάλοι και άγιοι Πατέρες και διδάσκαλοι. Με αξίωσε ο Θεός να δεχθώ ορθόδοξη διδαχή από τα μικρά μου χρόνια. Πρώτα από τούς ευλαβεστάτους και άκακους γονείς μου, στην συνέχεια από τον αείμνηστο Γέροντά μου Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο, έπειτα από τούς Πατέρας του Αγίου Όρους, τα ερημικά αυτά πετεινά του ουρανού, επί πλέον δέ από τον αείμνηστο θεόπτη Γέροντα Αρχιμ. Σωφρόνιο του Essex, καθώς επίσης και από τον Καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη. Αυτοί και μερικοί άλλοι, όπως ο αείμνηστος Καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου, μου «άνοιξαν τα μάτια» για τους ησυχαστάς Πατέρας της Εκκλησίας, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ευγνωμονώ τον Θεό και ελεεινολογώ τον εαυτό μου, γιατί δεν ευρίσκομαι στο σημείο που θα έπρεπε να είμαι ......»

Η επιστολή του π. Ιερεμία έχει ως εξής:

«Αγαπητέ πάτερ Σπυρίδων, Ευλογείτε.

Για την παρελθούσα εορτή Σας εύχομαι ολόκαρδα τον αγιασμό σας και την σωτηρία της κοινοβιακής αδελφότητός σας.

Γνωρίζω, πάτερ Σπυρίδων, ότι έχετε παράπονο εναντίον μου, το οποίο έχει εκφρασθεί και εκτός Μονής, είτε από σάς είτε υπό άλλου αδελφού του Κοινοβίου σας. Και το παράπονό σας είναι ότι ποτέ δεν έχω επισκεφθεί το Μοναστήρι σας. Πραγματικά, αν και κατάγομαι από την Ναύπακτο, αν και παλαιότερα υπηρετούσα στην γείτονα Μητρόπολη της Φωκίδος και η διακονία μου με έφερε κάθε εβδομάδα μέχρι των ορίων της ιεράς σας Μονής, όμως ποτέ δεν έχω έλθει σ’ αυτήν. Πιθανόν να έχετε ακούσει και όχι ευχάριστο κρίση μου για το Μοναστήρι σας.

Επειδή, πάτερ Σπυρίδων, ημείς οι Μοναχοί έχουμε ιδιαίτερα το αυθόρμητο και ειλικρινές, θα μου επιτρέψετε έτσι και εγώ να εκφρασθώ, αφού μάλιστα ο λόγος μου είναι για το τίμιο πράγμα και όνομα που λέγεται «Μοναχισμός» και για την εκκλησιολογία της τοπικής Εκκλησίας της φιλτάτης πατρίδος μου.

Με ειλικρίνεια, λοιπόν, πάτερ μου, εκφραζόμενος λέγω ότι έβλεπα και εγώ μαζί με πολλούς ότι το Μοναστήρι σας δεν έχει το χρώμα του ορθοδόξου Μοναχισμού, εκείνο, δηλαδή, το ταπεινό και ησυχαστικό, αλλά, με τον κομπασμό για τα έργα του και τις προβολές του Ηγουμένου του και μάλιστα με τις εμπλοκές Συλλόγων και κοσμικών αθεολογήτων προσώπων σ’ αυτό, εφοβούμην ότι το Μοναστήρι σας θα κάμει ζημιά στον ορθόδοξο Μοναχισμό του χώρου μας, γιατί τον αλλοιώνει, γιατί, ως φαίνεται, έχει πνεύμα βαρλααμισμού. Φαίνονται αυτά και στο περιοδικό σας, το οποίο δεν έχει τη νόστιμη και σωστική θεολογία των Πατέρων, αλλά εκείνη την ανθρώπινη οργανωσιακή καλολογία, την βαρετή και ξεπερασμένη πια. Νομίζω, αν ερμηνεύω καλώς, ότι όλα αυτά σάς συμβαίνουν, γιατί έχετε λανθασμένη έννοια περί της Βασιλείας του Θεού –όρος όμοιος προς τον τίτλο του περιοδικού σας– νοούντες αυτήν ως βασίλειο και όχι ως την άκτιστη Χάρη και Δόξα του Θεού, στην Οποία καλούμεθα να μετάσχουμε με την άσκηση της μετανοίας. Δυστυχώς, αυτή η λανθασμένη και κοσμική έννοια των Φραγκολατίνων περί της Βασιλείας του Θεού ήλθε και σε πολλούς ιερείς και «θεολόγους» της πατρίδος μας, γι’ αυτό και η ποιμαντική τους δεν είναι εκείνη των αγίων μας Πατέρων, η οποία αποβλέπει μόνον στο πώς να καθαρθούμε από τα πάθη για να δούμε το Πρόσωπο του Θεού με καθαρότητα, αλλά είναι μιά δραστηριότητα εξασκουμένη με την δυτική αξιοπρέπεια και χυνομένη σε επωφελή κοινωνικά έργα. Το φαντασμαγορικό περιοδικό σας –μαζί με άλλα παρόμοια θρησκευτικά περιοδικά του τόπου μας– δεν κηρύττει, νομίζω, αυτό το ορθόδοξο κήρυγμα: Ότι πάντες απωλέσαμε την Δόξα του Θεού (βλ. Ρωμ.3,23) και γι’ αυτό πάντες εξαχρειωθήκαμε και πάντες, λοιπόν, έχουμε ανάγκη μετανοίας για να έλθει μέσα μας η Χάρη του Θεού, αυτό που λέγεται και είναι «Βασιλεία του Θεού». Το περιοδικό σας, πάτερ μου, δεν φαίνεται να οδηγεί σ’ αυτόν τον σκοπό, δηλαδή, στην μετάνοια, δεν έχει την θεολογία των Πατέρων, παρά τα αποσπασματικά εν τισι πατερικά λόγια και γι’ αυτό -συγγνώμην- δεν το συνιστώ ως πνευματικό ανάγνωσμα. Ημείς οι ιερομόναχοι προ παντός με τον βίο μας και με τον λόγο μας πρέπει να κηρύττουμε αυτήν την αλήθεια ενός αγιασμένου πατρός: «Τί φοβούνται οι άγιοι; Την επιτυχίαν εις το έργον των, η οποία δύναται να προκαλέση τούς επαίνους. Εν συμπεράσματι: Εκείνη η ψυχή είναι περισσότερο αγία, η οποία προσπαθεί περισσότερο να κρύβεται» (Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου, Ιερομόναχος Αθανάσιος Χαμακιώτης, σ.172) Στό περιοδικό σας δεν φαίνεται να κηρύττεται η αλήθεια αυτή. Επίσης, σ’ αυτό συλλαμβάνεσθε ότι δεν έχετε μελετήσει καθόλου τον μεγάλο θεολόγο του αιώνος μας, τον μακαριστό πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη.

Τό κακό αυτό που σάς συμβαίνει, πάτερ Σπυρίδων, σάς είναι, περί τα τελευταία τουλάχιστον, αδικαιολόγητον, διότι σεις, περισσότερο από όλους ημάς, έχετε το πλεονέκτημα να έχετε Επίσκοπο μαθητεύσαντα επιμελέστατα στα θεολογικά γράμματα και γι’ αυτό αναδειχθέντα εις μέγαν θεολόγον, με την πατερική και επιστημονική έννοια του όρου, θεολόγον θαυμαζόμενον οικουμενικώς και ποιμένοντα, διά των συγγραφών Του, πέραν της Ποίμνης Του, αμέτρητον πλήθος πιστών' διότι η σωστή ποιμαντική γίνεται βάσει της Ορθοδόξου Παραδόσεως, την οποίαν εκφράζουν καθαρώτατα τα πολυπληθή συγγράμματα του Επισκόπου Σας. Τώρα, πάτερ Σπυρίδων, πραγματικά, καυχώμαι περισσότερο ότι κατάγομαι από την Ναύπακτο, γιατί έχει Ποιμενάρχην τον πεφημισμένον εις τούς Ορθοδόξους Επίσκοπον πατέρα Ιερόθεον Βλάχον, όπως εξίσου καυχώμαι γιατί η πατρίδα μου εγέννησε τον ξακουστόν και για την σοφίαν (θεολογίαν) του και την αγιότητά του Γέροντα Μοναχόν Θεόκλητον Διονυσιάτην.

Επειδή, λοιπόν, άγιε Καθηγούμενε, τοιούτον Ποιμένα και Διδάσκαλον έχετε, έπρεπε να εκμεταλλευθείτε, ας το πω έτσι, την καλή αυτή δωρεά του Θεού για να μαθητεύσετε παρά τω Επισκόπω σας στην πατερική θεολογία και τότε μόνος θα εσχίζατε το περιοδικό σας και θα εκάνατε θεολογικό, δηλαδή, πατερικό το κήρυγμά σας, γιατί θα ελέγατε αυτό το σωστό και ταπεινό: Δεν επιτρέπεται, όχι δεν επιτρέπεται εγώ ο ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως να γράφω και να λέγω χαμηλά και τετριμμένα, όταν ο λαός που υπηρετώ μαθητεύεται από τον Επίσκοπό του σε ανώτερα θεολογικά μαθήματα, που εγώ δεν γνωρίζω.

Πιστεύσατέ με, πάτερ Σπυρίδων, ότι αν ήμουν ιεροκήρυκας Ναυπάκτου, κατά πρώτον λόγο θα θεωρούσα ότι η διακονία μου πρέπει να είναι έξω από την έδρα, στα χωριά, για τον λόγο ότι δεν λεγόμεθα ιεροκήρυκες πόλεως, αλλά Μητροπόλεως, και δια τον άλλον λόγο ότι στην πόλη, στην έδρα Μητροπόλεως, πρυτανεύει ο Επίσκοπος, ο οποίος είναι και καθηγητής ομιλητικής, έχει δε την κατήχηση του λαού Του ως το πρώτο και κύριο έργο της ποιμαντορίας Του. Και, αν εξετάσατε το θέμα, θα γνωρίζετε ότι η θέση του ιεροκήρυκος δεν στέκει εκκλησιολογικώς, εκτός μόνον αν θεωρηθεί ότι πορεύεται με την εντολή του Επισκόπου του εκεί όπου Αυτός (ο Επίσκοπος) δεν μπορεί να επαρκέσει. Για την Ναύπακτο, στην έδρα, το έργο μου και η προσφορά μου –προσφορά ουσιαστική, πράγματι, θεολογική και εκκλησιολογική– θα ήταν η εξής: Θα ήμουν και θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως πιστό και θερμό ακροατή τοιούτου Επισκόπου, θα έδιδα το παρόν σε όλες Του τις ομιλίες και ποιμαντικές Του Συνάξεις και θα προέτρεπα έτσι με την διαγωγή μου αυτή τούς πιστούς που εξομολογούνται σε μένα και γενικά τον γνώριμό μου λαό, να ακροάται με ζήλο τέτοιες ομιλίες του Επισκόπου τους, που –νομίζω ότι συμφωνείτε– και στα παλαιότερα και στα νεώτερα χρόνια δεν ξανακούστηκαν. Και ακόμη περισσότερο: Θα χιλιοπαρακαλούσα τον Δεσπότη –και, παρά την πολλή Του ποιμαντική και θεολογική συγγραφική Του απασχόληση, θα μου την έκανε τη χάρη, γιατί θα παρουσίαζα το αίτημά μου ως αίτημα πολλών- να αρχίσει για μας τους κληρικούς της έδρας και για τους με θεολογικά ενδιαφέροντα χριστιανούς ένα θεολογικό σεμινάριο, για το οποίο εγώ ο ιεροκήρυξ θα είχα την επιμέλεια για την διοργάνωσή του, να αρχίσει, λέγω, για μας ιδιαίτερα μαθήματα για μια βαθυτέρα ανάπτυξη της ορθοδόξου θεολογίας, την οποίαν Αυτός με τόση επιστήμη γνωρίζει.

Ναι, πιστεύσατέ με, αγαπητέ μου πάτερ Σπυρίδων, έτσι θα φερόμουν αν κατά τα έτη ταύτα ήμουν ιεροκήρυκας Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και εχαρακτήρισα μάλιστα την συμπεριφορά αυτή όχι μόνον ως θεολογική προσφορά στο λαό (γιατί με την διαγωγή μου θα γινόμουν αιτία προσελεύσεως πολλών στο κήρυγμα του Επισκόπου για μια σωστή κατήχηση), αλλά και εκκλησιολογική προσφορά, από την οποία τόσον έχουμε ανάγκη στο ελλαδικό χώρο μας. Άγιε Καθηγούμενε, ναι, πραγματικά! Στον χώρο μας, όπως απέδειξαν πολλά, και παλαιότερα και νεώτερα, γεγονότα στην Ελλαδική μας Εκκλησία, έχουμε ανάγκη ιδιαίτερα από εκκλησιολογική κατήχηση. Ο λαός μας πρέπει να ακούσει (από μάς βέβαια τούς ιεροκήρυκες θα το ακούσει) το σπουδαίο και αναγκαίο για την σωτηρία του αυτό μάθημα του μεγάλου εκκλησιολόγου αγίου Κυπριανού, Επισκόπου Καρχηδόνος: «Ο Επίσκοπος είναι στην Εκκλησία και η Εκκλησία στον Επίσκοπο' και αν κανείς δεν είναι με τον Επίσκοπο, δεν είναι και με την Εκκλησία»! (Επιστολή 66.8).

Σεις, πάτερ Σπυρίδων, στο μάθημα αυτό, όχι μόνο τώρα τελευταίως, αλλά και σε προηγούμενα χρόνια, απεδείχθητε, κατά κοινή ομολογία, κακός μαθητής και εκάματε μεγάλη ζημιά στον υπέροχο λαό της φιλτάτης πατρίδος μου, γιατί κλονίζατε με την διαγωγή σας την εμπιστοσύνη του λαού στον Επίσκοπό του. Και την ζημιά αυτή, κατά ένα πατερικό λόγιο, την κάμνουν οι «δυναμικοί» στον χαρακτήρα τους, όπως σεις. Παρατηρήστε, ότι όλοι οι αιρετικοί ήταν, πράγματι, δυναμικοί. Πονούσα και πονώ πολύ γι’ αυτήν την εκκλησιολογική ζημιά στην πατρίδα μου και εξεδήλωνα σιωπηλά τον πόνο μου και την αντίθεσή μου σε σάς με το να μη επισκεφθώ ποτέ το Μοναστήρι σας και όταν, σπανίως, συναντώμεθα σε διάφορα Συνέδρια ήθελα να σάς εκφράσω αδελφικώς την αντίθεσή μου, αλλά δεν συνευδοκούσε ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος. Τώρα με την επιστολή μου αυτή, αν και γνωρίζω ότι θα σάς λυπήσει, όμως αναπαύομαι, γιατί σάς εκφράζομαι σαφώς και δεν περικρύπτομαι υποκριτικώς. Στά εκκλησιολογικά θέματα, μου είπε κάποτε ο Επισκοπός μου -και στα ερμηνευτικά ακόμη προσθέτω-, δεν χωρεί ευγένεια.

Το ότι πράγματι, πάτερ Σπυρίδων, εκάνατε και κάνετε μεγάλη πνευματική ζημιά με τις κατά καιρούς πολεμικές σας προς τούς Επισκόπους σας φαίνεται από τούς «οπαδούς» σας (η έκφραση δεν είναι τιμητική για τον ορθόδοξο κληρικό). Ναι, οι εξαρτώμενοι από σάς χριστιανοί, που σάς έχουν «αρχηγό» τους (και πάλι η έκφραση δεν σάς είναι τιμητική), παίρνουν το δικό σας ήθος και όχι μόνο περιφρονούν τον Επίσκοπό τους, αλλά και τον υβρίζουν και ακόμη χειρότερα τον απειλούν με......φόνο, όπως ακούω. Αλήθεια, τι ελεεινή και πρόστυχη επιστολή ήταν αυτή που έγραψε μία οπαδός σας και που διάβασα σε ένα βιβλίο του Επισκόπου σας, ο Οποίος γίνεται εξ αιτίας σας μαρτυρικός Ιεράρχης και χύνει τον πόνο Του στο βιβλίο αυτό; Να πείτε εκ μέρους μου στην συντάξασα την επιστολή αυτή ότι είναι αναιδέστατη και αισχρή στην ψυχή και σε σάς γι’ αυτήν σάς λέγω: «Να την χαίρεστε»! Δεν είναι προς τιμήν σας, πάτερ μου, να έχετε τέτοια πνευματικά τέκνα, χωρίς ήθος. Τουλάχιστον να έχουν εντροπή στις εκφράσεις τους, όταν μάλιστα εκφράζονται προς κληρικούς και μάλιστα προς Επίσκοπο. Στείλατέ τα σε ένα Κατώτερο Κατηχητικό Σχολείο για να μάθουν τα στοιχειώδη: πώς πρέπει να φέρονται και να ομιλούν στους ιερείς και Αρχιερείς. Εκεί θα μάθουν ότι, όταν γράφουν γράμμα σε ένα Αρχιερέα και μάλιστα στον Ποιμενάρχη τους, να γράφουν το «προσκυνώ» και το «την ευχή σας, Σεβασμιώτατε». Η επιστολογράφος πνευματικοπαίδα σας, πάτερ Σπυρίδων, απέδειξε με το ελεεινό της κείμενο ότι δεν εφοίτησε ούτε στο Κατώτερο Κατηχητικό Σχολείο. Λυπάμαι, πολύ λυπάμαι σαν Ναυπάκτιος, γιατί βλέπω ότι και στην πατρίδα μου «μπήκε για καλά», όπως το λέμε σ’ αυτήν τοπικά, το αιρετικό μακρακιστικό πνεύμα. Καί πού να το φανταστεί κανείς: το κακό αυτό συνέβηκε εξ αιτίας του ιεροκήρυκος της πόλεως!....

Η μόνη παρηγορία στην πικρία μας για τα συμβαίνοντα στην Ναύπακτο, εξ αιτίας σας και μόνον, πάτερ Σπυρίδων, είναι η παρουσία του Σεπτού Γέροντός μου πατρός Αρσενίου σ’ αυτήν, όπως και η παρουσία των άλλων εναρέτων και ευπαιδεύτων, αλλά και απλών κληρικών της πόλεως και Μητροπόλεως, κεκοσμημένων με την μεγάλη εκκλησιολογική αρετή της τιμής και υπακοής προς τον Επίσκοπό τους' διότι είναι ορώντες και βλέπουν το ορθόν της υποθέσεως, το ιδικόν Του δίκαιον και την ιδικήν σας αμαρτίαν. Και είναι εντροπή, πράγματι, πάτερ Σπυρίδων, ένας απλός έγγαμος ιερεύς να διδάσκει, με τον ταπεινόν του τρόπο, σε μάς τούς ιεροκήρυκες και ιερομονάχους μάθημα υπακοής προς τον Επίσκοπο. Αλλά με την ευκαιρία να ερωτήσω, ελέγχοντας και τον εαυτό μου: Πώς το τολμάμε, πράγματι, πώς το τολμάμε και ζητάμε υπακοή από τούς άλλους, σεις από τα πολλά καλογέρια σας και εγώ από τούς ολίγους εξομολογουμένους μου, όταν ημείς πρώτα δεν υπακούομε στον κοινό πνευματικό Πατέρα, τον Επίσκοπο; Είναι κωμικό!

Μαθαίνουμε όμως, πάτερ, ότι έχετε αποκοπεί από τούς ιερείς της Μητροπόλεως, γιατί αυτοί είναι πιστοί στον Επίσκοπό τους' και ακόμη εμάθαμε ότι και αυτού του Σεπτού Γέροντος πατρός Αρσενίου εξουθενώσατε την εξ αγάπης του σοφή συμβολή του περί μετανοίας σας και μεσολαβήσεώς του περί γεφυρώσεως του χάσματός σας με τον Επίσκοπο, όπως απεκρούσατε και την εξ Αγίου Όρους ομοία νουθεσία του Σεβασμίου Γέροντος πατρός Θεοκλήτου. Ερχόμεθα τώρα και ημείς -και είμαστε πολλοί- οι μακράν της Ναυπάκτου ευρισκόμενοι πατριώτες να σάς παρακαλέσουμε και να σάς ικετεύσουμε, αγαπητέ και σεβαστέ πάτερ, να διορθώσετε δια της μετανοίας σας το συμβάν κακόν, το ταράσσον την τοπική Εκκλησία της Ναυπάκτου' γνωρίζουμε δε ότι το κακόν αυτό δεν είναι τωρινόν, ώστε να έχουμε λογισμό και περί τυχούσης ενοχής του Επισκόπου, αλλά είναι κακόν, ακριβώς το ίδιο, το οποίον επόνεσε την καρδίαν και των προκατόχων του κ. Ιεροθέου Αρχιερέων, από του μακαριστού Δαμασκηνού ήδη.

Εάν, πάτερ Σπυρίδων, ενεργήσετε όπως σάς ικετεύουμε και πετύχετε δια των μοναχικών ιδία αρετών, της ταπεινώσεως, μετανοίας και υπακοής, το ποθούμενο, την ενότητα, δηλαδή, με τον Επίσκοπό σας, τότε θα ηχήσετε το καλύτερο ορθόδοξο κήρυγμα, που θα εντυπωσιάσει και θα ωφελήσει και την κοινωνία της πόλεως Ναυπάκτου, αλλά και πολλούς, οι οποίοι έγιναν ακουσταί της απειθείας του ιεροκήρυκος Ναυπάκτου προς τον Επίσκοπό του' τότε θα μάς γίνετε λίαν σεβαστός και αγαπητός, πραγματικά ηγούμενος, ως ηγούμενος μετανοίας. Το γε νυν έχον δεν ακούονται καλοί λόγοι περί Υμών και εντός και εκτός της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου.

Σάς ζητώ συγγνώμη δια την επιστολή, την οποία έγραψα με πόνο, μήπως επιτευχθεί το ποθούμενο. Καλάς εορτάς. Ζητώ την ευχή σας με σεβασμό, Ιερομόναχος Ιερεμίας Φούντας.

Μάνδρα Αττικής 19/12/2001»

  • Προβολές: 1214

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance