Skip to main content

Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ: Ἐγκόλπια γιά ἱερές ἀποδημίες

Ξαναδιαβάζοντας τό βιβλίο, «Μιά βραδυά στήν Ἔρημό του Ἁγίου Ὅρους»

Π. Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ

Πηγαίνοντας στό Ἅγιον Ὅρος, πρίν ἀπό σαράντα περίπου χρόνια, ἕνας κορυφαῖος νεοέλληνας συγγραφέας, ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς, ρώτησε, σέ μιά συνομιλία πού εἶχε μέ τόν Γέροντα π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ἄν ὑπάρχουν ἀκόμη στό Ὅρος «ἄνθρωποι πού ἐπιδίδονται, ὅπως οἱ παλαιοί ἡσυχαστές, στή νοερά προσευχή καί πού βλέπουν τό Ἄκτιστο Φῶς». Κι ὁ ἔμπειρος Γέροντας ἀπάντησε: «Ὑπάρχουν. Εἶμαι σέ θέση νά σᾶς τό βεβαιώσω. Ἀλλά δέν θά σᾶς τό ποῦν. Μήν ἐπιμείνετε νά μάθετε περισσότερα».

Τόν διάλογο αὐτόν θυμήθηκα, καθώς σέ μιά ἀπό τίς τελευταῖες μου ἐπισκέψεις στό Ὅρος μέ συντρόφευε τό βιβλίο «Μιά βραδυά στήν Ἔρημό του Ἁγίου Ὅρους», τό ὁποῖο ἔχω στήν πρώτη του μορφή, σέ σχῆμα τσέπης. Συγγραφέας τοῦ εἶναι ὁ πολυγραφότατος Γέροντας καί σήμερα Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, ὁ κ. Ἱερόθεος Σ. Βλάχος. Θέμα τοῦ εἶναι ἡ νοερά προσευχή, ἤ ὅπως ἀναφέρεται στόν ὑπότιτλο, «Συζήτησι μέ ἐρημίτη γιά τήν εὐχή».

Στίς 223 σέλ. τοῦ ἐν λόγω βιβλίου ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀναγνώστης συναντᾶ θέματα Ὀρθοδόξου πνευματικῆς ζωῆς καί φυσικά ζητήματα προσέγγισης τοῦ ἱεροῦ Ἄθωνα, γραμμένα ὅλα μέ ὡραία διατύπωση, εὐκατάνυκτο κλίμα καί μεγάλη εὐλάβεια. Ἔτσι, γιά νά προετοιμαστῆ ὁ ἀναγνώστης καί νά εἰσέλθη στόν γόνιμο διάλογο μέ τόν ἐρημίτη, ὁ συγγραφέας τοῦ ἐξηγεῖ κάποια πράγματα, λ.χ. ὅ,τι ἀφορᾶ τή σιωπή, τόν λόγο καί τή ζωή τῶν μοναχῶν, τονίζοντας μάλιστα, πώς «ἡ ζωή τῶν μοναχῶν διαρκῶς Λογοποιεῖται, Χριστοποιεῖται» (21). Καί μέ τό ποιητικό «δειλινό στό Ὅρος», ἀρχίζει μιά πραγματικά κοπιώδης σωματική, πού ἀργότερα θά ἐξελιχθῆ σέ πνευματική, ἀνάβαση τοῦ συγγραφέα «γιά τό ὅρος τῆς Μεταμορφώσεώς του» (35), τό κελλί δηλ. τοῦ ἐρημίτου, ὅπου καί πραγματοποιεῖται ἡ προσεκτική καί μέ θεολογικό-ἁγιοπατερικό ὑλικό οἰκοδομημένη συζήτηση (σέλ. 41-194). Πρόκειται γιά ἕναν διάλογο, ὡσάν κι αὐτούς πού μᾶς ἐσυνήθισε ὁ πολύς καί σεβαστός Γέροντας π. Θεοκλητός Διονυσιάτης, τόν ὁποῖον μάλιστα μνημονεύει καί ἐκτιμᾶ ὁ Σεβασμιώτατος.

Δέν ἔχω τήν πρόθεση νά ἀναλύσω τό βιβλίο, πού συστήνω ἀνεπιφύλακτα στόν κάθε εὐλαβῆ καί διακριτικό ἐπισκέπτη- προσκυνητή τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Θέλω μόνο νά σημειώσω πώς τέτοια ἀναγνώσματα σέ κάποιες ἱερές ἀποδημίες, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσκεψη στό Ὅρος ἤ σέ κάποιο ἄλλο μοναστήρι, βοηθοῦν τόν προσκυνητή νά ζήση κάποιες στιγμές κατανύξεως καί συντριβῆς, ὥστε νά καταλάβη, ν’ ἀνακαλύψη τόν ἑαυτό του καί νά μήν πάη χαμένος αὐτός ὁ χρόνος τόν ὁποῖο διαθέτει γιά πνευματική ἀναψυχή.

Γιατί μέσα στήν καθημερινότητα στήν ὁποία ζῆ ὁ κάθε πιστός, πολλές φορές ἀπορρυθμίζεται τό εἶναι του καί διασπᾶται σέ πράγματα πού τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, μιά φυγή, ἕνας «εὐλογημένος περίπατος» σέ κάποιο καταφύγιο πνευματικῆς ἀνάπαυσης καί ἀποτοξίνωσης, ὅπως εἶναι τά μοναστήρια, τά κελλιά, οἱ σκῆτες, γιά νά ζήσης μαζί μέ τό φυσικό κάλλος καί τήν ἄλλη διάσταση τῆς ἡσυχίας. Ἐκείνης πού εἰσέρχεται μέσα σου μέ τήν ἥμερη καί ἤρεμη Μορφή τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἔχης τήν ὑπομονή, τή διάκριση καί τήν ταπείνωση, θά σέ ἀναπαύση. Ἀρκεῖ τό ἄγχος καί τή βιασύνη τοῦ κόσμου νά μήν κουβαλᾶς μαζί σου, ὅπως ἐπίσης καί τήν ἀήθη συμπεριφορά, νά δῆς δηλαδή τούς μοναχούς, τά ἱερά καθιδρύματα καί γενικότερα τήν εὐλογημένη ἀπό τήν Παναγία μας φυσική ὀμορφιά τοῦ Ὄρους, ὡς ἀντικείμενα γιά φωτογράφηση καί ὡς μουσειακό ὑλικό, πού τό ἐπισκέπτεσαι γιά νά μορφώσης κάποια γνώμη γιά ἕναν πολιτισμό τοῦ χτές. Γιατί τό Ὅρος δέν εἶναι ὄλ’ αὐτά, πού ναί μέν ὑπάρχουν' τό Ὅρος δίχως τίς φωτεινές Μορφές τῶν Ὁσίων Πατέρων καί τῶν σημερινῶν ἁγίων Γεροντάδων, θά ἦταν, ὅπως εἶπε παλιά στόν Γ. Θεοτοκά ὁ π. Θεοκλητός, «σκιά».

Ὁ Σεβασμιώτατος γνωρίζοντας πολύ καλά πώς τήν πνευματική ἀποφόρτιση τῆς ψυχῆς τήν δίνει μόνον ὁ Ἅγιος Θεός διά τῶν ἐκπροσώπων Του,δηλαδή τῶν Ἁγίων, προσπαθεῖ νά μᾶς φέρη σέ κάποια ἐπικοινωνία μέ ἕναν ἀπό αὐτούς, τόν ὁποῖον ὡστόσο δέν ἀποκαλύπτει (σέλ.12). Ἀποκαλύπτει ὅμως τό πνευματικό κλίμα μέσα στό ὁποῖο συντελεῖται ὁ διάλογος, ἕνα κλίμα πού μπορεῖ ὁ κάθε εὐλαβής προσκυνητής νά ζήση, γιατί, ὅπως ἀνέφερα καί παραπάνω, ἄν ὑπάρχη ὑπομονή καί πίστη, ὁ Ἅγιος Θεός ἀποκαλύπτει πνευματικό ὁδηγό κατάλληλο, ὅπως ἀναφέρει κι ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, γιά νά τόν ὁδηγήση πρός τήν ὄντως Θεολογία, πού εἶναι ἡ εὐχή (180).

Κι αὐτό εἶναι τό ζητούμενο ἤ πιό ἁπλά ἡ κεντρική ἰδέα τοῦ ἐν λόγω βιβλίου, τό ὁποῖο μπορεῖ νά βοηθήση πολλές ψυχές νά δεχθοῦν «τά ἱλαρά κτυπήματα τῆς θείας ἐλλάμψεως». Γι’ αὐτό ἐν καιρῶ θέρους καί διακοπῶν, πνευματικῶν περιηγήσεων καί προσκυνηματικῶν ἐκδρομῶν, ἐπιδιώκοντας νά βοηθήσω τόν εἰλικρινῆ καί φιλόθεο προσκυνητή, τοῦ συστήνω τό βιβλίο αὐτό, τό ὁποῖο ὡς καλός καί εὐπειθής σύντροφος, θά τόν συνδράμη τά μέγιστα... Ποιός ξέρει, μπορεῖ νά εἶναι καί τό κλειδί πού θ’ ἀνοίξη τά σκοτεινά κατώγια τῆς ψυχῆς του, γιά νά ἔλθη τό Φῶς τῆς Χάριτος καί τῆς Σωτηρίας.

(Ἐστάλη ἀπό τόν συγγραφέα καί στό περιοδικό «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» Κύπρου)

  • Προβολές: 2644