Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Εκκλησία και δημογραφικό πρόβλημα

Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα “Η οικογένεια στην 3η χιλιετία” που διοργάνωσε το Κέντρο Στήριξης Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών το διήμερο 19 και 20 Σεπτεμβρίου.

Θεωρώ τιμητικό να ομιλώ στην συνάντηση αυτή και ευχαριστώ πρωτίστως τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο τόσο για το ενδιαφέρον του για το σοβαρό αυτό θέμα όσο και για την πρόσκλησή του να εισηγηθώ σχετικά με το σοβαρό αυτό ζήτημα.

Κατά καιρούς έχω ομιλήσει και γράψει για τα αίτια και τις συνέπειες της υπογεννητικότητος, καθώς επίσης στο παρελθόν έχω αναπτύξει τις απόψεις της Εκκλησίας στην Διακομματική επιτροπή της Βουλής για το θέμα αυτό, το οποίο απασχολεί και την πατρίδα μας. Χαρακτηριστικότερα είναι τα κείμενά μου με τίτλο “Δημογραφικό πρόβλημα και Εκκλησία”, που γράφηκε το 1992, και “Τό πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για το δημογραφικό πρόβλημα”, που γράφηκε το 1993.

Κατά την σημερινή συνάντηση θα υπογραμμίσω μερικές άλλες πλευρές.

1. Η επιστήμη της δημογραφίας και η ορθόδοξη θεολογία

Τά τελευταία χρόνια, όπως είναι γνωστόν, αναπτύχθηκε η επιστήμη της δημογραφίας. Όταν ομιλούμε για επιστήμη της δημογραφίας, εννοούμε την επιστήμη εκείνη που μελετά τα φαινόμενα που σχετίζονται με την γέννηση και την γήρανση του πληθυσμού μιάς χώρας και γενικά της ανθρωπότητος. Δηλαδή η δημογραφία ασχολείται με την μελέτη και έρευνα της ποσοτικής και ποιοτικής εξέλιξης του πληθυσμού κάθε χώρας και της ανθρωπότητος. Ειδικότερα εξετάζει τον δείκτη γονιμότητος κάθε κοινωνίας σε σχέση με τον δείκτη της γηράνσεως του πληθυσμού της συγκεκριμένης κοινωνίας. Έχει δέ διαπιστωθή επιστημονικά ότι για να γίνη ανανέωση του πληθυσμού μιάς χώρας τότε ο δείκτης γεννήσεως ανά γυναίκα πρέπει να κυμαίνεται τουλάχιστον στο 2,1 διαφορετικά υπάρχει πρόβλημα για την συγκεριμένη κοινωνία.

Από τον γενικό αυτόν ορισμό για την επιστήμη της δημογραφίας μπορούμε να υπογραμμίσουμε δύο σημαντικά κατά την γνώμη μου σημεία.

Τό πρώτο είναι ότι η επιστήμη της δημογραφίας εξετάζει και την υπογεννητικότητα και την υπεργεννητικότητα. Δηλαδή σε άλλες χώρες εντοπίζει τον κίνδυνο που προέρχεται από την πτώση του δείκτη γονιμότητος και συνιστά ορισμένα μέτρα για την ανανέωση του πληθυσμού, και σε άλλες χώρες εντοπίζει τον κίνδυνο της υπεργεννητικότητος του πληθυσμού. Καί αυτό γίνεται διότι όπως είπαμε προηγουμένως η επιστήμη της δημογραφίας ασχολείται και με την ποιοτική εξέλιξη του πληθυσμού μιάς χώρας.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι η επιστήμη της δημογραφίας εξετάζει τις κοινωνικές και εθνικές συνέπειες του δείκτη γονιμότητος μιάς κοινωνίας. Περισσότερο ασχολείται με τις κοινωνιολογικές και εθνοφυλετικές επιπτώσεις, παρά με τις προσωπικές. Επομένως, βλέπουμε εδώ το εθνοφυλετικό στοιχείο της έρευνας.

Αυτά ακριβώς τα δύο σημεία δείχνουν και την διαφορά της επιστήμης της δημογραφίας από την ορθόδοξη θεολογία. Βεβαίως η Ορθόδοξη Εκκλησία μελετά και εξετάζει τα πορίσματα κάθε επιστήμης και αποδέχεται ό,τι είναι θετικό για την ποιμαντική της αποστολή, αλλά όμως πρέπει να παρατηρηθή ότι η ορθόδοξη θεολογία έχει άλλες προϋποθέσεις και άλλες, άς μού επιτραπεί η λέξη, προδιαγραφές.

Ήδη στα δύο σημεία τα οποία προηγουμένως έχουμε εντοπίσει, για το έργο της επιστήμης της δημογραφίας φαίνεται η διαφορά, αφού η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κινείται μεταξύ της υπογεννητικότητος και της υπεργεννητικότητος, και ακόμη το ενδιαφέρον της δεν εστιάζεται απλώς στον κοινωνικό και εθνικό βίο. Βεβαίως η Εκκλησία ζή και κινείται μέσα στα ιστορικά πλαίσια, αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, σέβεται την πατρίδα κάθε ανθρώπου, αλλά όμως προσπαθεί μαζί με την βιολογική υπόσταση να του δώση και την πνευματική υπόσταση, καθώς επίσης να του ανεβάση τον νού σε μιά άλλη πατρίδα, και σε ένα άλλο πολίτευμα, που είναι το ουράνιο πολίτευμα. Καί βεβαίως επιδιώκει να διαμορφώση την ενταύθα διαγωγή του με βάση τις αρχές του ουρανίου πολιτεύματος, χωρίς να καταργή τα ανθρώπινα πολιτεύματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία κινείται πέρα από κάθε φυλετισμό και ρατσισμό.

Γιά να δούμε το πώς εργάζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία με την θεολογία της θα πρέπη να εντοπισθούν δύο βασικά σημεία.

Τό πρώτον είναι ότι η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι αποτέλεσμα της αναγκαιότητος του ενστίκτου, αλλά μιά πράξη ελευθερίας του προσώπου, της εν Χριστώ αγάπης και αυτό συνδυάζεται απόλυτα με την ευλογία του Θεού. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν αναπτύξει επαρκώς το σημείο αυτό. Γιά παράδειγμα να σημειώσω την διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι έργο της φύσεως ούτε της συνουσίας, αλλά της προνοίας του Θεού. Δηλαδή δεν υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο μερικές απλώς φυσικές δυνάμεις που τον οδηγούν στην τεκνοποιία, αλλά είναι οι λόγοι του Θεού, είναι η δημιουργική ενέργεια του Θεού, που δόθηκε αμέσως μετά την δημιουργία του ανθρώπου με τον γνωστό λόγο “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε...”, και ο οποίος λόγος ενεργοποιήθηκε μετά την πτώση όταν ο άνθρωπος φόρεσε τούς δερμάτινους χιτώνες της φθοράς και της θνητότητος, δηλαδή τον τρόπο γεννήσεως των ζώων, όπως εξηγεί θαυμάσια ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης.

Επομένως, η γέννηση ενός ανθρώπου δεν τίθεται μέσα στην αναγκαιότητα του ενστίκτου, αλλά στην ελεύθερη συγκατάθεση και συνέργεια του ανθρώπου στην δημιουργική ενέργεια του Θεού. Ο Θεός ενεργεί και ο άνθρωπος συνεργεί. Αυτό γίνεται σε μιά προσωπική έκφραση αγάπης και ελευθερίας, που είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα του προσώπου και βεβαίως μέσα στην ευλογία του Θεού. Άν εξετάσουμε προσεκτικά τις ευχές και το όλο τυπικό του γάμου που γίνεται στην Εκκλησία θα διαπιστώσουμε αυτήν την πραγματικότητα. Η ηδονή από την αναγκαιότητα του ενστίκτου τίθεται μέσα στην ελευθερία του προσώπου, αλλά αυτή η ελευθερία συνδέεται με την αγάπη, ως εκούσια προσφορά και θυσία, και βεβαίως όλα αυτά τίθενται μέσα στο κλίμα και την προοπτική της ευλογίας του Θεού. Μέ τις ορθόδοξες αυτές προϋποθέσεις αίρεται η αναγκαιότητα της φύσεως και του ενστίκτου, που είναι πράγματι ένα μεταπτωτικό φαινόμενο.

Τό δεύτερο σημείο στο οποίο φαίνεται η διαφορά της ορθοδόξου θεολογίας από την επιστήμη της δημογραφίας είναι, άς μού επιτραπεί η χρήση της αριστοτέλειας ορολογίας, η λεγομένη θεολογική εντελέχεια. Αυτό σημαίνει ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν βλέπει τον άνθρωπο ως μιά απλή μονάδα, ως ένα άτομο το οποίο πρέπει να προστεθή σε άλλα κοινωνικά άτομα, ώστε έτσι η κοινωνία και η κάθε χώρα να έχη επάρκεια εμψύχου δυναμικού για να αντιμετωπίζη τόσο τα κοινωνικά προβλήματα όσο και τούς εθνικούς κινδύνους μιάς χώρας. Ένα τέτοιο άτομο το οποίο έρχεται στην ύπαρξη για να ικανοποιήση μερικές ατομικές, κοινωνικές και εθνικές ανάγκες των άλλων μπορεί να γίνη μιά τραγική ύπαρξη και να αποτελέση το μεγαλύτερο κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο πρόβλημα.

Η γέννηση ενός ανθρώπου είναι υπόθεση χαράς γιατί είναι καρπός αγάπης δύο ανθρώπων και ευλογίας του Θεού, αλλά συγχρόνως είναι αρχή και άλλων γεννήσεων, ήτοι της πνευματικής γεννήσεως που γίνεται μέσα στην Εκκλησία και της αιώνιας γεννήσεως μέσα στο φώς του Θεού.

Γιά την πρώτη γέννηση, δηλαδή την βιολογική, τονίσαμε τα δέοντα προηγουμένως. Εδώ πρέπει να σημειωθή το παράδειγμα το οποίο είπε ο Χριστός για την γέννηση ενός ανθρώπου. “Η γυνή όταν τίκτη, λύπην έχει, ότι ήλθεν η ώρα αυτής’ όταν δέ γεννήση το παιδίον, ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως διά την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον” (Ιω. ις', 21). Η λύπη συνδέεται με τούς πόνους του τοκετού, που είναι μεγάλοι και μπορεί να πή κανείς ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θεραπεύεται η ηδονή. Η χαρά όμως της γεννήσεως ενός ανθρώπου συνδέεται με τα όσα θα επακολουθήσουν αυτήν.

Η δεύτερη γέννηση είναι η πνευματική, η οποία λέγεται και αναγέννηση και γίνεται με το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος. Μέ την πρώτη γέννηση, την βιολογική, ο άνθρωπος εξέρχεται από την μήτρα της μητέρας του και έρχεται στο φώς, αλλά με την δεύτερη γέννηση εξέρχεται από την ιερά κολυμβήθρα που είναι η πνευματική μήτρα της Εκκλησίας και έρχεται στο φώς της εκκλησιαστικής ζωής. Αυτό το φώς δεν είναι ιδεατό και φανταστικό, δεν είναι ηθικό, αλλά οντολογικό, πραγματικό. Καί αυτό το αντιλαμβάνονται όσοι βαπτίζονται σε μεγάλη ηλικία και ύστερα από σχετική προετοιμασία, αφού περάσουν, δηλαδή, το στάδιο των κατηχουμένων, που είναι στάδιο καθάρσεως της καρδιάς.

Αλλά και οι δύο αυτές γεννήσεις, ήτοι η βιολογική γέννηση και η πνευματική γέννηση δεν είναι αυτοσκοπός του ανθρώπου, αλλά απαραίτητες για να επιτευχθή η τρίτη και τελευταία γέννηση που είναι ο σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου και αυτή η γέννηση συνδέεται στενά με την θέωση του ανθρώπου, με την είσοδό του στο άκτιστο Φώς, το Φώς του Θεού, όπως καθορίζεται σαφώς στην υμνογραφική ατμόσφαιρα της εορτής της Αναστάσεως του Χριστού και της εορτής της Μεταμορφώσεως του Χριστού. Έκφραση της τρίτης αυτής γεννήσεως είναι ο εν Χριστώ θάνατος ενός ανθρώπου. Γι’ αυτό και η ημέρα της κοιμήσεως ενός αγίου είναι και θεωρείται ως εορτάσιμη ημέρα, γεννέθλιος ημέρα. Όλη η βιολογική ζωή του ανθρώπου μοιάζει σάν μιά ζωή μέσα στην μήτρα της κτίσεως, οπότε την ημέρα που κοιμάται κανείς εν Χριστώ εξέρχεται από αυτήν την μήτρα, αφού προηγουμένως κυοφορήθηκε και εισέρχεται στο φώς της Βασιλείας του Θεού.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεχόμαστε τα πορίσματα κάθε επιστήμης, ειδικότερα δέ τα πορίσματα της επιστήμης της δημογραφίας, αναγνωρίζουμε τούς κόπους που καταβάλλουν οι επιστήμονες για την βελτίωση της ποσοτικής και ποιοτικής ζωής των ανθρώπων, αλλά βεβαίως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ορθόδοξη θεολογία υπερβαίνει κάθε επιστήμη και την δημογραφία, διότι βλέπει τα πράγματα μέσα από άλλη προοπτική.

Πέρα δέ από όσα είπαμε προηγουμένως και διαφοροποιούν τον σκοπό της ορθοδόξου θεολογίας από τον σκοπό κάθε επιστήμης, πρέπει να εντοπισθή δεόντως και το γεγονός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς να καταργή τις πατρίδες των ανθρώπων κινείται σε οικουμενική προοπτική, αφού μέλη της Εκκλησίας είναι όσοι είναι βαπτισμένοι και ζούν σε ολόκληρο τον κόσμο, ανεξάρτητα από φύλο, φυλή και εθνικότητα. Βεβαίως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την γέννηση ενός ανθρώπου έχει συνέπειες και καρπούς για την κοινωνία. Άλλωστε, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος η Εκκλησία ποτέ δεν γηράσκει, ποτέ δεν χάνει την ευγονία της και γεννά παιδιά σε όλους τούς αιώνες.

2. Τά αίτια της υπογεννητικότητος

Είναι γεγονός ότι στην Χώρα μας αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της υπογεννητικότητας. Δέν είναι δυνατόν να εντοπίσουμε το δημογραφικό πρόβλημα, εάν δεν δούμε και τα αίτια τα οποία το προκαλούν. Γιά να το εκφράσω κάπως καλύτερα θα ήθελα να πώ ότι η ορθόδοξη θεολογία έχει τις δικές της προϋποθέσεις με τις οποίες αντιμετωπίζει, κρίνει και εξετάζει τα πράγματα. Μεταξύ των πολλών θα εντοπίσω πέντε συγκεκριμένα αίτια που προκαλούν, τουλάχιστον στην πατρίδα μας, το λεγόμενο δημογραφικό πρόβλημα..

Τό πρώτο είναι η φιλαυτία, που συνδέεται στενά με την ατομοκρατία. Φιλαυτία στην γλώσσα της Εκκλησίας λέγεται η άλογος φιλία προς το σώμα. Καί βέβαια είναι γνωστόν ότι η φιλαυτία είναι μιά σύγχρονη αρρώστια που έχει φοβερά αποτελέσματα στον άνθρωπο και την κοινωνία. Μέ την φιλαυτία και τον ατομοκεντρισμό που συνδέεται μαζί της, ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του κέντρο όλου του κόσμου. Αυτό το φαινόμενο εκδηλώνεται και μέσα στον χώρο της οικογένειας. Ο σύζυγος ή η σύζυγος είναι δυνατόν να θεωρή το παιδί ως απειλή της υπάρξεώς του, ως ανταγωνιστή της αγάπης που αισθάνεται στον ή στην σύζυγο, ως αίτιο της διασπάσεως της ενότητος με το άλλο αγαπώμενο πρόσωπο. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που παρατηρείται έντονα μέσα στο συζυγικό και οικογενειακό περιβάλλον. Τό ενδιαφέρον και η προσοχή της μητέρας στο νεογνό ή τα παιδιά προβληματίζει τον σύζυγο, ο οποίος προηγουμένως ήταν το κέντρο και η προσοχή του ενδιαφέροντος της συζύγου, και αυτό εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Τό φαινόμενο της άγαμης μητέρας, πέρα από τις περιπτώσεις εκείνες που συνδέονται με απορρίψεις και αστοχίες, έχει σχέση με το πάθος της φιλαυτίας. Αυτό παρατηρείται κυρίως σε “υψηλούς” κύκλους που θέλουν παιδιά χωρίς την εξουσιαστική παρουσία συζύγου και πατρός.

Τό δεύτερο αίτιο της υπογεννητικότητος είναι η ηδονοκρατία. Μέσα στην Εκκλησία δεν καταργείται ούτε παραθεωρείται η ηδονή η οποία ούτως ή άλλως είναι ένα μεταπτωτικό στοιχείο της προσωπικότητος του ανθρώπου, αλλά πρέπει να εκφράζεται μέσα σε ορισμένα πλαίσια ώστε να εξυπηρετή και το υπαρξιακό νόημα του ανθρώπου. Η άκρατη απόλαυση της ηδονής, όπως και κάθε απόλαυση που δεν λειτουργεί και δεν εκφράζεται μέσα από τις απαραίτητες προϋποθέσεις καταλήγει ή στην επιθετικότητα ή στην κατάθλιψη. Η ηδονοκρατία, στο θέμα που μάς απασχολεί, εκφράζεται με την επιθυμία του ανθρώπου να απολαύση την ηδονή χωρίς να την συνδέση με την δημιουργία και χωρίς να αναλάβη την ευθύνη της δημιουργικής αυτής εξέλιξης της ηδονής. Αυτό το φαινόμενο στην πραγματικότητα συνδέεται με την έλλειψη της ψυχολογικής και πνευματικής ωριμότητος.

Τό τρίτο αίτιο της υπογεννητικότητος είναι η ευδαιμονία, που είναι και αυτό ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σύγχρονου ανθρώπου. Όταν κάνουμε εδώ λόγο για την ευδαιμονία δεν το εννοούμε κατά την διδασκαλία του πλατωνισμού και του νεοπλατωνσιμού, αλλά κατά την τρέχουσα σημασία και έννοια ως την επιθυμία της καλοπέρασης και της ευχαριστήσεως. Η επιδίωξη της ευδαιμονίας δεν ανέχεται την σταυρική ζωή, την μακροχρόνια διαδικασία μιάς θυσιαστικής αγάπης και προσφοράς. Γιατί είναι γνωστόν ότι η διαπαιδαγώγηση ενός ανθρώπου είναι μιά σταυρική ζωή που απαιτεί από τον παιδαγωγό να θυσιάζεται και να σταυρώνεται καθημερινά. Καί δυστυχώς ο σύγχρονος άνθρωπος αποφεύγει την εσταυρωμένη ζωή, και ζή διαρκώς μιά ασταύρωτη ζωή, ως απόλαυση όλων των αισθήσεων.

Τό τέταρτο αίτιο της υπογεννητικότητος είναι ο λεγόμενος προγραμματισμός και ο έλεγχος των γεννήσεων. Η βάση αυτού του προβλήματος βρίσκεται στο ότι κέντρο της όλης δραστηριότητος του ανθρώπου τίθεται ο ορθός λόγος για να βιώση ο άνθρωπος τα όσα τονίσθηκαν προηγουμένως. Βέβαια κανείς δεν αρνείται την αναγκαιότητα της λογικής, αλλά πρέπει να υπογραμμισθή ότι άλλο είναι η λογική ως όργανο λειτουργίας του ανθρώπου και άλλο ο ορθολογισμός. Όταν με την χρήση της λογικής εξοβελίζεται η πίστη στην πρόνοια του Θεού, τότε ο ανθρώπινος βίος γίνεται σκληρός, απάνθρωπος, ο άνθρωπος γίνεται ένας απρόσωπος ηλεκτρονικός υπολογιστής, χωρίς προοπτική και νόημα ζωής. Μέσα στον προγραμματισμό τίθεται ο έλεγχος των γεννήσεων, που εκφράζεται τόσο με την εξωσωματική γονιμοποίηση και άλλες μορφές γονιμοποίησης όσο και με τις διάφορες μεθόδους εκτρώσεων. Ειδικά το δεύτερο είναι ένα αποτρόπαιο έγκλημα και θα ήθελα να παρατηρήσω ότι δεν είναι δυνατόν η Βουλή των Ελλήνων με την Διακομματική της επιτροπή και το Πόρισμα που εκδόθηκε να κάνη λόγο για το δημογραφικό πρόβλημα και να προτείνη λύσεις για την αντιμετώπισή του, αλλά συγχρόνως η ίδια Βουλή να ψηφίζη νόμους για την νομιμοποίηση των εκτρώσεων.

Τό πέμπτο αίτιο της υπογεννητικότητος είναι η έλλειψη προσωπικής πίστεως στον Θεό. Εκείνος που δεν πιστεύει στην Πρόνοια του Θεού, που δεν παραδέχεται ότι ο Θεός κυβερνά τον κόσμο και την ιστορία και ότι Εκείνος είναι που κατευθύνει την ζωή του ανθρώπου, δεν μπορεί να αποδυθή σε αυτό το μαρτύριο, δηλαδή, την γέννηση και την ανάπτυξη –σωματική, ψυχολογική και πνευματική– των παιδιών. Απόδειξη του γεγονότος αυτού είναι ότι την πολυτεκνία την συναντά κανείς περισσότερο στούς ανθρώπους που πιστεύουν στον Θεό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η κινητήρια αρχή των Χριστιανών γονέων για την γέννηση πολλών παιδιών δεν είναι απλώς οι παροχές της Πολιτείας, αλλά η υπακοή τους στον Θεό και η ακράδαντη πίστη τους στο ότι ο Θεός είναι ο Πατέρας των ανθρώπων, και στην συνέχεια η Πολιτεία πρέπει να συνδράμη τις πολύτεκνες οικογένειες. Βέβαια στην κατηγορία αυτήν δεν υπάγονται εκείνοι που είναι πολύτεκνοι από άλλους ιδιοτελείς λόγους.

Τά πέντε αυτά αίτια που εντοπίσαμε είναι απλώς ενδεικτικά και δείχνουν τα αίτια τα οποία προσδιορίζει η Εκκλησία για το λεγόμενο δημογραφικό πρόβλημα.

Πρέπει ακόμη να προστεθή ότι η σύγχρονη γενετική επιστήμη αυξάνει το πρόβλημα αυτό, γιατί ευνοεί άλλοτε μέν την γέννηση παιδιών χωρίς έρωτα (κλωνοποίηση) και άλλοτε τον έρωτα χωρίς γέννηση παιδιών (έλεγχος γονιμότητος). Πράγματι με πολλούς τρόπους της συγχρόνου γενετικής δικαιολογούνται και αυξάνονται τα πάθη που εντοπίσαμε πιό πάνω, ήτοι της φιλαυτίας, της ηδονοκρατίας, της ευδαιμονίας και της λογικοκρατίας, όπως εκφράζεται με τον προγραμματισμό.

3. Η προσφορά της Εκκλησίας της Ελλάδος στο δημογραφικό πρόβλημα

Γιά να μή φανή ότι η Εκκλησία αντιμετωπίζει το πρόβλημα αυτό σε θεωρητικό επίπεδο, θα αναφερθώ στο πρόγραμμα το οποίο ενέκρινε η Ιεραρχία της Εκκλησίας, ύστερα από σχετική εισήγηση για τις Χριστιανικές οικογένειες των τεσσάρων Μητροπόλεων της Θράκης, το οποίο πρόγραμμα ήδη εφαρμόζεται.

Πράγματι, με απόφαση της Ιεραρχίας συγκροτήθηκε ειδική Επιτροπή που ασχολείται με την επιδότηση Χριστιανικών οικογενειών που αποκτούν τρίτο παιδί και που ζούν στις τέσσερεις Μητροπόλεις της Θράκης. Τό πρόγραμμα αυτό άρχισε να εφαρμόζεται το έτος 1999 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σέ κάθε Ιερά Μητρόπολη της Θράκης λειτουργεί τοπική Επιτροπή, η οποία αξιολογεί τις αιτήσεις που κατατίθενται. Στήν συνέχεια η κεντρική Επιτροπή συνέρχεται κάθε μήνα στην Ξάνθη υπό την προεδρεία του Σεβ. Μητροπολίτου Ξάνθης κ. Παντελεήμονα και εκπροσώπους των άλλων Ιερών Μητροπόλεων, για να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις για την χορήγηση του βοηθήματος.

Κάθε οικογένεια που έχει ή αποκτά τρίτο παιδί επιχορηγείται με το ποσό των 40.000 δρχ. κατά μήνα μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει το δωδέκατο έτος. Τά αποτελέσματα είναι σημαντικά. Όταν άρχισε το πρόγραμμα επιδοτούντο 93 οικογένειες με τρίτο παιδί και σήμερα αυξήθηκαν θεαματικά, αφού επιδοτούνται 669 οικογένειες. Βεβαίως το πρόβλημα της γεννήσεως παιδιών είναι κατ’ εξοχήν πνευματικό, είναι θέμα πίστεως, αλλά όμως έχει και οικονομικές και άλλες επιπτώσεις.

Τό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη του προγράμματος καλύπτεται από την ΕΚΥΟ (Οικονομική Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος) η οποία αποφάσισε να προσφέρη το ποσόν των 50 εκατομμυρίων δρχ. κατ’ έτος, από τις καταθέσεις των Αρχιερέων και από τον δίσκο που περιάγεται για τον σκοπό αυτό σε όλους τούς Ιερούς Ναούς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επίσης καταθέτουν χρηματικά ποσά και άλλοι χορηγοί, ο μεγαλύτερος από τούς οποίους είναι η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία μέχρι σήμερα προσέφερε για την υλοποίηση του προγράμματος το ποσόν των 350 εκατομμυρίων δραχμών.

Επομένως, αν και το δημογραφικό πρόβλημα είναι κατ’ εξοχήν πνευματικό, διότι τα αίτια που το δημιουργούν είναι κυρίως και πρό παντός πνευματικά, εν τούτοις η Εκκλησία το αντιμετωπίζει και στον οικονομικό τομέα.

Πρέπει ιδιαιτέρως να υπογραμμισθή η αποτελεματική βοήθεια την οποία προσφέρει στον πνευματικό αυτό τομέα η Εκκλησία. Πολλά παιδιά είδαν το φώς της ζωής, επειδή οι γονείς τους, εμπνεόμενοι από την διδασκαλία της Εκκλησίας και την όλη παράδοσή της και έχοντας ακλόνητη πίστη στον Θεό επιθύμησαν να τα γεννήσουν, παρά τις αντίξοες συνθήκες και τις ποικίλες δυσκολίες που συναντούν στον δρόμο τους.

Συμπέρασμα

Τό δημογραφικό πρόβλημα είναι μιά απειλή για την πατρίδα μας. Διάφορες στατιστικές έρευνες που βλέπουν το φώς της δημοσιότητος εντοπίζουν τον μεγάλο προβληματισμό τόσο στον κοινωνικό όσο και στον εθνικό τομέα. Καί βεβαίως η Πολιτεία πρέπει να λάβη σοβαρά μέτρα για την θεραπεία του τεραστίου αυτού προβλήματος. Είμαι βέβαιος ότι άλλοι, αρμοδιότεροι από μένα θα αναφερθούν διεξοδικά στο σημείο αυτό.

Όμως την Εκκλησία περισσότερο την ενδιαφέρει ο άνθρωπος και τα πάθη τα οποία υπάρχουν μέσα του και αυτά εντοπίσθηκαν στην εισήγηση αυτή. Η Εκκλησία βλέπει το θέμα αυτό όχι τόσο κοινωνικά και εθνικά - φυλετικά, αλλά προσωπικά’ βλέπει τον κάθε άνθρωπο εκκλησιαστικά και κυρίως θεολογικά. Συνδέει το θέμα αυτό με τα ερωτήματα: τί είναι ο άνθρωπος, γιατί έρχεται στην ύπαρξη, ποιός είναι ο δημιουργός του, ποιό είναι το νόημα ζωής, ποιά είναι η κατάληξή του, πώς ζή στην ιστορία και την μεταϊστορία κ.λ.π.

Καί επειδή η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, πνευματικό νοσοκομείο που θεραπεύει τον άνθρωπο και τον εντάσσει μέσα στον χώρο της, και τον καθιστά μέλος του Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και βλέπει το δημογραφικό πρόβλημα μέσα από την προοπτική αυτή. Αυτό σημαίνει ότι θεραπεύει τα πάθη που διακρίνουν τον εμπαθή άνθρωπο και τον αναγεννά πνευματικά. Διότι ο εμπαθής άνθρωπος είτε αρνείται την γέννηση παιδιών, είτε φέρνει στον κόσμο παιδιά τα οποία στην συνέχεια εγκαταλείπει, με αποτέλεσμα να γίνουν επικίνδυνα για την κοινωνία, είτε φονεύει παιδιά άλλων, είναι πηγή ανωμαλίας στην κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος δεν ικανοποιεί τον υπαρξιακό του στόχο, την υπαρξιακή του πείνα και δίψα, όταν δεν έχει νόημα ζωής, αλλά μάλλον ζή σε μιά υπαρξιακή ανυπαρξία και όταν η ζωή του κινείται μέσα στην υπαρξιακή αγωνία του θανάτου και μάλιστα σε μιά ιδιότυπη και ιδιόμορφη υπαρξιακή αυτοκτονία, τότε δημιουργεί τεράστια προβλήματα ακόμη και στον δημογραφικό τομέα.

Οπότε πέραν από τούς αριθμούς των στατιστικών ερευνών πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή και το ενδαφέρον στον άνθρωπο και την εκπλήρωση του υψηλού στόχου του, γιατί όταν ο άνθρωπος παραμένη αθεράπευτος είναι ένα θηρίο με λογική, είναι μιά τραγική ύπαρξη χωρίς νόημα και σκοπό είτε γεννά παιδιά είτε όχι, είτε είναι πολύτεκνος είτε όχι. Σκοπός της Εκκλησίας είναι να εξαγάγη τον άνθρωπο από την τραγωδία και να τον οδηγή στην εκπλήρωση του σκοπού της υπάρξεώς του.

  • Προβολές: 1670

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance