Αναστασίου Φιλιππίδη: Ἡμέρες τοῦ Σχίσματος 1054 (Α)

Αναστασίου Φιλιππίδη

Το πρωί του Σαββάτου 16 Ιουλίου 1054, λίγο πριν αρχίσει η θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, τρεις ξένοι με παράξενα ρούχα μπήκαν στο Ιερό Βήμα και απέθεσαν επάνω στην Αγία Τράπεζα ένα έγγραφο και απομακρύνθηκαν. Όταν έφτασαν στον νάρθηκα φώναξαν με δυνατή φωνή: "Videat Deus et judicet" (βλέπει ο Θεός και κρίνει) και έφυγαν. Οι τρεις ξένοι, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Ουμβέρτο, ήταν απεσταλμένοι του Πάπα και το έγγραφο περιείχε βαριές κατηγορίες και έναν αναθεματισμό για τον ίδιο τον Πατριάρχη, Μιχαήλ Κηρουλάριο. Τέσσερις μέρες αργότερα η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης αναθεμάτισε με την σειρά της τους συντάκτες του εγγράφου. Την Κυριακή 24 Ιουλίου ο αναθεματισμός αναγνώστηκε επίσημα μέσα στην Αγία Σοφία.

Τα γεγονότα αυτά καταγράφηκαν στην Ιστορία ως το οριστικό Σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική και την Δυτική Εκκλησία. Καθώς φέτος συμπληρώνονται εννιακόσια πενήντα χρόνια από το 1054, θα αφιερώσουμε μια σειρά άρθρων στις ιστορικές συνθήκες εκείνης της εποχής, η οποία σφράγισε μια διαίρεση που δεν έχει γεφυρωθή ως τις μέρες μας. Για τις θεολογικές διαφορές και τα βαθύτερα αίτια του Σχίσματος θα μιλήσουν ασφαλώς άλλοι αρμοδιότεροι. Στα άρθρα μας θα αρκεστούμε σε μια ιστορική παρουσίαση της εποχής, ώστε να γίνη κατανοητό το πλαίσιο μέσα στο οποίο επήλθε το Σχίσμα.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει τον ερευνητή ο οποίος εξετάζει τις πηγές για την δεκαετία του 1050 είναι ότι κανένας από τους σύγχρονους ή λίγο μεταγενέστερους ιστορικούς του Βυζαντίου που καλύπτουν την εποχή δεν αναφέρει ο,τιδήποτε για το Σχίσμα. Ούτε ο Ψελλός, ούτε ο Ατταλειάτης, ο Μανασής, ο Ζωναράς, κανείς. Ειδικά μάλιστα από τον Ψελλό, που συνέγραψε μια ογκώδη λεπτομερειακή Ιστορία και που είχε σφοδρή πολιτική αντιπάθεια για τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, θα περίμενε κάποιος να χρησιμοποιήση τα γεγονότα για να δυσφημήση τον αντίπαλό του. Αναφορά υπάρχει μόνο στον επικήδειο για τον Κηρουλάριο που εκφώνησε ο Ψελλός και μιλά για την ανταρσία της πρεσβυτέρας Ρώμης κατά της Νέας Ρώμης ("στασιάζει" είναι η λέξη που χρησιμοποιεί).

Φαίνεται λοιπόν ότι οι σύγχρονοι με το Σχίσμα αξιολόγησαν πολύ διαφορετικά το συμβάν από ό,τι οι ιστορικοί των επόμενων αιώνων. Για να καταλάβουμε γιατί συνέβη αυτό, θα χρειαστή να μεταφερθούμε στον ενδέκατο αιώνα και στις πολιτικές και πνευματικές συνθήκες που επικρατούσαν λίγο πριν το 1054.

Α. Ἡ Ἐποχή

Το 1054 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ζούσε ακόμα στον "χρυσό αιώνα" της. Τα σύνορά της απλώνονταν στην μεγαλύτερη έκταση που είχε γνωρίσει τα τελευταία 300 χρόνια. Οι ισχυροί αντίπαλοι των προηγούμενων αιώνων, Πέρσες, Άραβες, Φράγκοι, Βούλγαροι είχαν εξοντωθή ή αποδυναμωθή σε βαθμό που να μην είναι πια απειλητικοί. Η Μακεδονική δυναστεία είχε οδηγήσει τα ρωμαϊκά λάβαρα σε διαδοχικούς θριάμβους, ανακτώντας περιοχές όπως η Κρήτη, η Κύπρος, η Αντιόχεια. Στην Ανατολή, όπως σημειώνει ο Χ. Παπασωτηρίου, το Βυζάντιο είχε επιβάλει μια "ηγεμονική ειρήνη". Για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις αιώνες οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας ήταν ασφαλείς από εξωτερικές εισβολές, καθώς τα σύνορα έφταναν και πάλι ως πέρα από τον Ευφράτη. Από τον δέκατο αιώνα η αραβική αυτοκρατορία είχε αρχίσει να διασπάται και να παρακμάζη. Ήδη από το 929 ο εμίρης της Ισπανίας είχε αυτοανακηρυχθή χαλίφης, δημιουργώντας ένα αντίπαλο πολιτικό κέντρο σε σχέση με την Βαγδάτη. Στην διάρκεια του δέκατου αιώνα η Συρία, η Αραβία και η Αίγυπτος έγιναν αυτόνομες. Το μεγαλύτερο από αυτά τα κράτη το ίδρυσαν οι Φατιμίδες στην Αίγυπτο εγκαθιστώντας αντίζηλο χαλιφάτο με έδρα το Κάϊρο (τό 969) που ηρνείτο την νομιμότητα της Βαγδάτης. Με τον καιρό, το Κάϊρο ξεπέρασε την Βαγδάτη σε πλούτο και δύναμη, χωρίς όμως να απειλήση βυζαντινά εδάφη.

Το ίδιο ίσχυε και στα Βαλκάνια. Με την καθυπόταξη της Βουλγαρικής εξέγερσης το 1018, η Κωνσταντινούπολη είχε επιβάλει την εξουσία της μέχρι το Δούναβη και την Αδριατική θάλασσα.

Στην Δυτική Ευρώπη, οι επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων κατά τον δέκατο αιώνα είχαν καταστρέψει κάθε υπόλειμμα της ενιαίας Φραγκικής Αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου. Απειράριθμοι δούκες και ρήγες ανεξαρτητοποιήθηκαν και επέβαλαν την κυριαρχία τους στις εκτάσεις που κατείχαν. Μόνο σταδιακά στην διάρκεια του ενδέκατου και του δωδέκατου αιώνα κάποιοι από αυτούς θα δημιουργήσουν ισχυρότερα κράτη.

Με λίγα λόγια, το Βυζάντιο είχε αναδειχθή στην κύρια υπερδύναμη του γνωστού κόσμου. Όπως το συνόψισε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μονομάχος (1042-55), "ηρεμεί μεν το αντίπαλον, ειρηνεύει δε το υπήκοον, πολλή δε γαλήνη τα των Ρωμαίων κατέχει και ουδέν εστι το καθέλκον τας ημετέρας φροντίδας". Μάλιστα η ψευδαίσθηση της "διαρκούς ειρήνης" που εξαπλώθηκε στην βυζαντινή κοινωνία επέτρεψε την αποστράτευση του πληθυσμού και οδήγησε στην παραμέληση του στρατού και στην ανάπτυξη μισθοφορικών δυνάμεων, με δυσάρεστες συνέπειες αργότερα.

Είναι μια εποχή μεγάλης ευημερίας και πολιτιστικής ανόδου. Ιδρύονται νέες σχολές, όπως η Νομική Σχολή της Κωνσταντινούπολης με πρώτο καθηγητή τον Ξιφιλίνο, νέα μοναστήρια, γηροκομεία, πτωχοτροφεία, κλπ. Στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης διδάσκει ο Μιχαήλ Ψελλός, από τα πολυμαθέστερα πνεύματα όλων των Μέσων Χρόνων. Από την περίοδο αυτή σώζονται τα έξοχα δείγματα εικονογραφίας στα ψηφιδωτά της Μονής του οσίου Λουκά στην Βοιωτία, της Νέας Μονής της Χίου και στις τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας Αχρίδος. Είναι επίσης εποχή μεγάλης πνευματικής ακμής. Από το 963 αρχίζουν να ιδρύονται τα μοναστήρια του Αγίου Όρους που θα εξελιχθούν σε μέγιστο πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας. Ο άγιος Νείλος ιδρύει την περίφημη μονή της Κρυπτοφέρης (Grottaferrata) 15 μίλια νότια της Ρώμης. Στις πρώτες δεκαετίες του ενδέκατου αιώνα δεσπόζει η μορφή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Ο μαθητής και βιογράφος του άγιος Νικήτας Στηθάτος θα λάβει μέρος στις συζητήσεις με τους Λατίνους το 1054.

Αντίθετα, στην Δύση, τα χρόνια πριν το 1050 έχουν δίκαια αποκληθή "ο επαναβαρβαρισμός της Ευρώπης". Οι αδιάκοπες επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων τον δέκατο αιώνα κατέστρεψαν όχι μόνο την οικονομία αλλά και τις λιγοστές πόλεις και τα δίκτυα συγκοινωνίας. Οι πληθυσμοί συσσωρεύτηκαν σε πυκνοκατοικημένα αυτάρκη χωριά με μόνη έγνοιά τους την φυσική επιβίωση. Δεν μπορεί να γίνη κανένας λόγος για πολιτιστική δημιουργία. Η δυτική εκκλησία είχε πέσει σε ύψιστη παρακμή, καθώς η σιμωνία και η ανηθικότητα γενικεύτηκαν και πολλοί (επισήμως) άγαμοι κληρικοί συζούσαν με γυναίκες. Σε όλη την φραγκοκρατούμενη Ευρώπη η εκκλησία είχε εκκοσμικευθή.

Η εκκλησιαστική περιουσία είχε κατασχεθή από τα χρόνια του Πιπίνου και του Καρλομάγνου και είχε διανεμηθή στους έμπιστους αυλικούς τους. Με την υπαγωγή της στο φεουδαρχικό σύστημα, τόσο τα αξιώματα όσο και η περιουσία μοιράζονταν από τον τοπικό φεουδάρχη, ο οποίος προέβαινε και στις χειροτονίες των κληρικών όλων των βαθμών. Ένα διάσημο παράδειγμα του ξεπεσμού ακόμη και του επισκοπικού θρόνου προσφέρει η αφήγηση του υποκόμη της Ναρβόννης (Γαλλία), Βερενγκάρ, στην Σύνοδο της Τουλούζης σχετικά με την εξαγορά της αρχιεπισκοπής της Ναρβόννης: "Όταν ο θείος μου, ο αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης πέθανε, ο κόμης Βίλφρεντ της Κερντάνα, συγγενής της συζύγου μου, ήρθε στη Ναρβόννη και πλησίασε τους γονείς μου και εμένα για να κερδίση την αρχιεπισκοπή για το γιό του που ήταν τότε δέκα χρονών. Και πρόσφερε ένα τεράστιο δώρο εκατό χιλιάδων solidi στον πατέρα μου [...] Τη δώσαμε στο γιό του Βίλφρεντ [...] και εγκαταστάθηκε στον καθεδρικό ναό και αύξανε σε ηλικία [...] Αλλά στην συνέχεια, απροσδόκητα, [...] ξεκίνησε έναν άγριο πόλεμο εναντίον μου με πολύ στρατό..."

Με όλα αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο που η Κωνσταντινούπολη δείχνει σχετική αδιαφορία για τις εξελίξεις στην κατακερματισμένη Δύση. Καθώς μάλιστα η παπική έδρα είχε γίνει αντικείμενο σκληρής διαμάχης μεταξύ των αριστοκρατικών οικογενειών της Ρώμης (αρχικά) και Ρωμαίων και Φράγκων (στήν συνέχεια), οι εναλλαγές στον θρόνο ήταν τόσο συχνές που ενίσχυαν την αδιαφορία της Βασιλεύουσας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι λίγα χρόνια πριν το 1054 υπήρχαν στην Ρώμη ταυτόχρονα τρεις αυτοαποκαλούμενοι Πάπες. Συνεπώς, όπως σημειώνουν έγκυροι ιστορικοί, ήταν μάλλον αδύνατο για το Πατριαρχείο να λάβη πολύ σοβαρά υπόψη την συμπεριφορά του καρδινάλιου Ουμβέρτου το 1054.

Ο ενδέκατος αιώνας, όμως, ήταν και αιώνας βαθύτατων αλλαγών τόσο στο Βυζάντιο όσο και στην Δύση. Ήδη στα μέσα του αιώνα άρχισαν να γίνονται αισθητά τα σημάδια της μεγάλης κρίσης που θα οδηγούσε στην οριστική παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αλλεπάλληλοι ανίκανοι αυτοκράτορες διασπάθισαν τα τεράστια πλεονάσματα που είχε συγκεντρώσει στο Δημόσιο Ταμείο ο Βασίλειος Β' πεθαίνοντας το 1025. Νέοι εχθροί ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παλιούς και να επιφέρουν βαριά πλήγματα στο κράτος. Οι αρχικές επιδρομές των νομάδων Σελτζούκων μετατράπηκαν σταδιακά σε μονιμότερη παρουσία στα σύνορα του Βυζαντίου. Το 1054 πολιόρκησαν την στρατηγική πόλη του Ματζικέρτ. Απέτυχαν, αλλά 17 χρόνια αργότερα ήταν πολύ πιο επιτυχείς. Καταλαμβάνοντας το 1055 τη Βαγδάτη, ιστορική πρωτεύουσα των Αράβων, εδραιώνουν την κυριαρχία τους και παύουν πια να είναι ένας συνήθης νομαδικός επιδρομέας.

Αντίστοιχα στην Δύση εμφανίζεται ένας νέος σημαντικός παράγοντας που θα διαδραματίση καταλυτικό ρόλο στα γεγονότα του 1054. Είναι οι Νορμανδοί, οι οποίοι πρωτοήλθαν στην νότια Ιταλία ως μισθοφόροι το 1016. Το 1041 κατέλαβαν για λογαριασμό τους την Μέλφη και άρχισαν να επεκτείνονται αυτόνομα, απειλώντας τόσο τις παπικές κτήσεις όσο και τα βυζαντινά εδάφη. (Στην βυζαντινή αυτοκρατορία εξακολουθούσε να ανήκη το μεγαλύτερο τμήμα της νότιας Ιταλίας).

Στην Ρώμη, ο 11ος αιώνας έχει μείνει στην Ιστορία ως ο αιώνας της μεγάλης Παπικής μεταρρύθμισης, η οποία καθόρισε τον χαρακτήρα της παπικής εκκλησίας μέχρι σήμερα. Η μεταρρύθμιση αποτελούσε τον καρπό ενός πλατύτερου κινήματος και υλοποιήθηκε την δεκαετία του 1070 από τον Πάπα Γρηγόριο Ζ'. Οι μεταρρυθμιστικές ιδέες, όμως, είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται είκοσι χρόνια νωρίτερα, όταν ο Γρηγόριος, που τότε ονομαζόταν Χίλντεμπραντ, υπηρετούσε ως αρχιγραμματέας στην Παπική Έδρα. Μεταξύ των ιδεών που πρόβαλλε η μεταρρύθμιση ήταν η υποταγή όλης της Χριστιανωσύνης στον Πάπα. Αυτό σήμαινε υποταγή όχι μόνο των άλλων Πατριαρχείων, αλλά ακόμη και της κοσμικής εξουσίας. Όταν ο Γρηγόριος Ζ' προώθησε την τελευταία άποψη, οδηγήθηκε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τον Γερμανό ηγεμόνα κατά την δεκαετία του 1070. Η σύγκρουση, γνωστή ως "έρις της περιβολής", σημάδεψε την δυτικοευρωπαϊκή Ιστορία, τόσο ως γεγονός όσο και διότι έδωσε το έναυσμα για σύνθετους προβληματισμούς πολιτικής φιλοσοφίας πάνω στην σχέση κράτους - εκκλησίας.

Την δεκαετία του 1050, πάντως, δεν είχαν εκδηλωθή στην πλήρη έκτασή τους οι παπικές βλέψεις. Οι αρχικές μεταρρυθμίσεις αφορούσαν την εκκλησιαστική διοίκηση και την ηθική του κλήρου. Η διοίκηση αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με το μοναρχικό πρότυπο, απομακρυνόμενη από το συνοδικό σύστημα, αντανακλώντας ίσως το γεγονός ότι όλοι οι μεταρρυθμιστές ήταν Γερμανοί και όχι Ρωμαίοι. Ο Πάπας απαίτησε αναγνώριση της οικουμενικής εξουσίας του με δικαιοδοσίες απόλυτης φύσεως. Σε μια πρώτη εφαρμογή της αξίωσής του το 1050 καθήρεσε τον αρχιεπίσκοπο Σιπόντου της Απουλίας, ο οποίος ανήκε στην Κωνσταντινούπολη, και κατήργησε την αρχιεπισκοπή, υπαγάγοντάς την στην παπική δικαιοδοσία. Ήταν η πρώτη επίδειξη δύναμης των μεταρρυθμιστών. Σημειώνεται ότι στις περιοχές όπου επεξέτεινε την κυριαρχία του ο Πάπας, η περιουσία των ορθόδοξων εκκλησιών και μοναστηριών απαλλοτριωνόταν υπέρ των Λατίνων και εγκαθίσταντο μόνον Λατίνοι επίσκοποι.

Η μεταρρύθμιση άγγιξε όλες τις πλευρές της εκκλησιαστικής ζωής στην Δύση, ακόμη και τον μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή την εποχή κατασυκοφαντούνται οι Βενεδικτίνοι μοναχοί, που ακολουθούσαν το τυπικό του αγίου (καί για τους Ορθοδόξους) Βενεδίκτου, ενώ εμφανίζονται τα νέα, αποκλειστικά δυτικά, τάγματα των Κλουνιακών, των Κιστερσιανών και αργότερα των Δομηνικανών τα οποία απομακρύνονται εντελώς από την ησυχαστική παράδοση της Ανατολής. Η νεώτερη έρευνα, πάντως, τείνει να αποκαταστήση την εικόνα των Βενεδικτίνων, οι οποίοι, προφανώς, έπεσαν θύματα της προπαγάνδας των μεταρρυθμιστών, μετά την κατάληψη του παπικού θρόνου.

Ταυτόχρονα, με την μεταρρύθμιση η εκκλησιαστική εξουσία αυτονομήθηκε από την κοινωνία: ο λαός της Ρώμης αποκλείστηκε από την εκλογή του Πάπα, με το Dictatus Papae του Νικολάου Β' το 1059, ενώ επιβλήθηκε αυστηρά η αγαμία του κλήρου, ώστε να δημιουργηθή μια πνευματική ελίτ αποκομμένη από τον λαό. Το Σχίσμα του 1054 μπορεί να ειδωθή ως η αναπόφευκτη σύγκρουση των μεταρρυθμιστών με την Ανατολική Εκκλησία, όταν αυτοί θέλησαν να επιβάλουν τις νέες αξιώσεις τους στο σύνολο της Χριστιανωσύνης.

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 1468

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance