Συνέντευξη για την εκκλησιαστική επικαιρότητα

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
στην δημοσιογράφο Μαρία Παπουτσάκη

(δημοσιεύθηκε, με περικοπές, στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», την 3-2-2002)

1. Τον τελευταίο καιρό υπήρξαν αρκετές αναταράξεις στο εσωτερικό της Ιεραρχίας. Οι πρόσφατες εκλογές και οι αντιπαραθέσεις εξ αιτίας τους, αλλάζουν τον «χάρτη» της Ιεραρχίας, ενώ παράλληλα, πολλές φορές, οι πιστοί σκανδαλίστηκαν από την ένταση της ρήξης. Είναι γεγονός πώς το «σκηνικό» είναι διαφορετικό από την ημέρα της εκλογής του Αρχιεπισκόπου. Ποια, πιστεύετε, πώς είναι πλέον η πορεία της Ιεραρχίας και των Εκκλησιαστικών «πραγμάτων» στην Ελλάδα;

Μου αρέσει που χρησιμοποιείτε τον όρο Ιεραρχία και όχι Εκκλησία, γιατί η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, στο οποίο ανήκουν Κληρικοί, λαϊκοί και μοναχοί, ζώντες και κεκοιμημένοι. Επομένως η Εκκλησία καθοδηγείται από την Κεφαλή της που είναι ο Χριστός και τα πραγματικά της μέλη είναι οι άγιοι.

Πράγματι τον τελευταίο καιρό υπήρξαν μέλη της Εκκλησίας που σκανδαλίστηκαν, γιατί διετυπώθησαν διάφορες απόψεις με τρόπο που προκάλεσε. Ο σκανδαλισμός οφείλεται στο ότι η εκκλησιαστική ζωή είναι πολύ ευαίσθητη και όταν εκφράζεται με δηλώσεις, σε επικοινωνιακό στυλ, τότε κακοποιείται. Εμένα προσωπικά με προκάλεσε ο όρος «πνευματικός πατέρας του Αρχιεπισκόπου», και αυτό γιατί αγνοείται τι είναι ο πνευματικός πατέρας, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εύκολα αυτόν τον όρο, ποιο είναι το έργο του, πώς παιδαγωγεί τα πνευματικά του παιδιά, αν η πνευματική πατρότητα αίρη την εν Χριστώ αδελφότητα, αν η αγάπη καταργή την προσωπική ελευθερία και αν μπορή να σταθή εκκλησιολογικά ο όρος «πνευματικός πατέρας του Αρχιεπισκόπου», δεδομένου ότι ο κάθε Επίσκοπος, πολύ δε περισσότερο ο Αρχιεπίσκοπος, αναφέρεται στον Χριστό και την Εκκλησία.

Κατά τα άλλα, όπως γνωρίζετε από το ανθρώπινο σώμα, όταν υπάρχη υψηλός πυρετός, αυτό φανερώνει την υγιή αντίδραση του σώματος, και όσο δυνατό είναι το σώμα, τόσο δημιουργείται υψηλός πυρετός. Τελικά, παρά τις κατά καιρούς κρίσεις, που είναι κρίσεις των μελών και όχι της Εκκλησίας, όλα σε βάθος χρόνου εξελίσσονται φυσιολογικά.

 

 

2. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι υπάρχουν ομάδες στους κόλπους της Ιεραρχίας. «Ομάδες» που –όχι σπάνια– έχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και επιδιώξεις. Κι αυτό είναι κάτι που φάνηκε στις πρόσφατες εκλογές. Έχετε κι εσείς αυτή την άποψη;

Δέν θέλω να σχολιάσω τις απόψεις και τις ενέργειες άλλων Ιεραρχών, αλλά θα ήθελα να εκφράσω τις δικές μου απόψεις πάνω στο θέμα αυτό. Δεν αισθάνομαι ότι υπάρχουν «ομάδες» μέσα στην Ιεραρχία, αλλά οι απόψεις των Ιεραρχών σε διάφορα εκκλησιαστικά ζητήματα –όχι δογματικά– μπορούν να συμπίπτουν με τις απόψεις άλλων Αρχιερέων. Η Ιεραρχία δεν λειτουργεί ως ένας κομματικός μηχανισμός και οργανισμός, ούτε πρέπει να βλέπουμε την Ιεραρχία μέσα από μια κομματική προοπτική. Δυστυχώς γίνεται αυτό το λάθος από μερικούς εκκλησιαστικούς αναλυτές, οι οποίοι με κριτήρια που κρίνουν διάφορα Κόμματα ερμηνεύουν τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στην Ιεραρχία.

 

 

3. Πιστεύετε πώς υπάρχει εκκοσμίκευση στους κόλπους της Ιεραρχίας; Αν ναι, πώς μπορεί να αποφευχθή. Αν όχι, πώς εξηγείτε τις «φωνές» Ιεραρχών, και μάλιστα από τούς πλέον γνωστούς, ότι η εκκοσμίκευση έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια, χωρίς να αποκλείουν και την ύπαρξη «διαπλεκομένων» συμφερόντων;

Ο όρος εκκοσμίκευση είναι πολυσήμαντος και χρειάζεται ερμηνεία και ανάλυση. Από την δεκαετία του ’80 μιλάω και γράφω για την εκκοσμίκευση στην θεολογία, την Εκκλησία και την ποιμαντική. Δυστυχώς γίνεται κατάχρηση του όρου και χρησιμοποιείται από τον έναν για να κτυπηθή η νοοτροπία των άλλων, χωρίς να εντοπίζη την δική του πιστότητα ή εκκοσμίκευση στην εκκλησιαστική ζωή. Εδώ υπογραμμίζω μόνον ότι εκκοσμίκευση είναι η ταύτιση της εκκλησιολογίας με την κοινωνιολογία, γιατί κάθε κοινωνιολογικό γεγονός δεν είναι απαραίτητα και εκκλησιολογικό. Η Εκκλησία μεταμορφώνει την κοινωνία, αλλ’ όταν η κοινωνία αλλοιώνη την Εκκλησία, αυτό συνιστά εκκοσμίκευση. Επίσης εκκοσμίκευση είναι όταν θεωρείται ότι εκκλησιαστική ιστορία είναι οι απόψεις και οι διενέξεις μεταξύ μερικών μελών, Κληρικών και λαϊκών, καθώς και τα γεγονότα που συμβαίνουν σε ένα επίπεδο σχήμα. Όμως η μόνη αυθεντική εκκλησιαστική ιστορία είναι τα συναξάρια και οι βίοι των αγίων, που δείχνουν το εσωτερικό υπαρξιακό μέγεθος των γεγονότων. Αν και όταν υπάρχουν μέσα στην Εκκλησία διαπλεκόμενα συμφέροντα, αλλότριες επιδιώξεις κλπ., τότε αυτό συνιστά εκκοσμίκευση, όχι μόνον στο επίπεδο της Ιεράς Συνόδου αλλά και στο επίπεδο κάθε Μητροπόλεως, της Ενορίας και της Ιεράς Μονής, και βέβαια όσοι εκκοσμικεύουν την Εκκλησία θα δώσουν λόγο στον Χριστό, που είναι η Κεφαλή της.

 

 

4. Πιστεύετε πώς πρέπει να αλλάξη ο τρόπος εκλογής αρχιερέων; Κι αν ναι, πώς, πιστεύετε, ότι πρέπει να γίνεται;

Έχω δημοσιοποιήσει τις απόψεις μου πάνω στο θέμα αυτό. Δυστυχώς όσα λέγονται τον τελευταίο καιρό για το θέμα της εκλογής των Αρχιερέων κινούνται σε μια εξωτερική μηχανιστική προοπτική, δηλαδή επιδιώκεται να βρεθή ένας άλλος τρόπος εκλογής (κλήρωση, συνεντεύξεις και σεμινάρια υποψηφίων κλπ.). Το πρόβλημα όμως δεν είναι τυπικό, μηχανιστικό αλλά ουσιαστικό, εκκλησιολογικό. Δηλαδή πρέπει να δούμε τι είναι ο Επίσκοπος κατά την ορθόδοξη Παράδοση, ποιά είναι τα ουσιαστικά προσόντα του κατά τούς Πατέρας της Εκκλησίας, ποιο είναι το έργο του μέσα στην Εκκλησία. Ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης έλεγε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του επιστήμονος αστρονόμου και του μη επιστήμονος αστρολόγου, όπως επίσης υπάρχει διαφορά μεταξύ επιστήμονος ιατρού και ενός κομπογιαννίτη. Οι επιστήμονες ιατροί για να εντάξουν κάποιον στον σύλλογό τους, πρέπει να εντοπίσουν τα απαραίτητα προσόντα και, φυσικά, δεν θα συγκαταλέξουν στον σύλλογό τους έναν κομπογιαννίτη που δεν ξέρει να θεραπεύη τους ανθρώπους. Ούτε οι αστρονόμοι θα εντάξουν στον σύλλογό τους έναν αστρολόγο. Συνήθως οι εκλέκτορες επιλέγουν και εκλέγουν σύμφωνα με τις απόψεις που έχουν περί του επισκοπικού έργου. Εκεί ακριβώς επικεντρώνεται το πρόβλημα. Γι’ αυτό νομίζω πρέπει να περάσουμε στην ουσία του θέματος, όπως ανέφερα προηγουμένως, και να γίνεται συζήτηση, προ της εκλογής και κατά την διάρκεια της εκλογής για κάποια Μητρόπολη, αν οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι έχουν τα προσόντα αυτά που καθορίζει η θεολογία της Εκκλησίας μας. Γιατί η Ιεραρχία δεν εκλέγει υπουργούς και ανωτέρους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, αλλά Επισκόπους, που πρέπει να καθοδηγούν τον λαό προς την θέωση, που είναι ο ύψιστος σκοπός της ορθοδόξου ανθρωπολογίας και σωτηριολογίας. Η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας αρχίζει από τον τρόπο εκλογής των Επισκόπων ή και τον εκφράζει.

 

 

5. Η κρίση στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποβόσκει εδώ και μήνες. Τί έφταιξε γι’ αυτήν την κρίση και τι θα έπρεπε να γίνη από δώ και πέρα; Πιστεύετε πώς έχουν γίνει λάθος χειρισμοί από την πλευρά της Εκκλησίας της Ελλάδος; Πιστεύετε ότι οι καιροί έχουν ωριμάσει για «ανύψωση» της Εκκλησίας της Ελλάδος;

Η κρίση στις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρατηρήθηκε τώρα τελευταία, αλλά άρχισε εδώ και περίπου 170 χρόνια. Τώρα τελευταία εκδόθηκε ένα βιβλίο μου με τίτλο «Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλάδος», και στο οποίο αναφέρομαι στα θέματα αυτά. Όπως είναι γνωστόν η Εκκλησία της Ελλάδος αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το 1833 με την επέμβαση ξένων Δυνάμεων και αποκόπηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τό 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο χορήγησε την Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος με ειδικούς όρους και προϋποθέσεις. Τό 1928 δόθηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος «επιτροπικώς», ήτοι «υπό τύπον προσωρινότητος» τα ελευθερωθέντα τότε νέα τμήματα του Ελλαδικού χώρου με ορισμένους όρους και προϋποθέσεις. Κατά καιρούς (το 1923, 1941, 1967-73 και τελευταία) διάφοροι παράγοντες στην Εκκλησία ήθελαν την αλλαγή των όρων αυτών ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν επιθυμεί, όπως το έχει δηλώσει επανειλημμένως, να προβή σε κάποια αλλαγή ή τροποποίηση. Άλλωστε αυτό το ίδιο δίδει και αίρει τις Πατριαρχικές Πράξεις. Επομένως η Ιερά Σύνοδος που έθεσε τώρα τελευταία, καλώς ή κακώς, το θέμα αυτό, θα πρέπη να δεχθή την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ότι δεν επιθυμεί οποιαδήποτε αλλαγή των όρων των Πατριαρχικών αυτών κειμένων. Η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να έχη στενούς δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γιατί οποιαδήποτε σύγκρουση με αυτό θα έχη μεγάλες συνέπειες για την ίδια. Και βέβαια όλοι μας πρέπει να σεβόμαστε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γιατί επιτελεί ένα μεγάλο έργο και είναι το τελευταίο δείγμα της παγκόμιας παρουσίας της Ρωμηοσύνης.

 

 

6. Ορισμένοι θεωρούν ότι η υπόθεση των ταυτοτήτων έληξε άδοξα σε σχέση με τις επιδιώξεις της Εκκλησίας που κινητοποιήθηκε υπέρ το δέον. Ορισμένοι ιεράρχες μάλιστα είχαν δηλώσει ότι εν όψει της προεκλογικής περιόδου θα μπορούσε να ανακινηθή το θέμα.

Εσείς τι πιστεύετε, τελείωσε οριστικά ή υπάρχει ενδεχόμενο «αναζωπύρωσής» του, εν όψει των δημοτικών εκλογών;

Από τις τρεις εισηγήσεις που έκανα στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τις σχετικές αποφάσεις της φαίνεται καθαρά ότι δεν έληξε άδοξα ο αγώνας για τις ταυτότητες. Και αυτό γιατί κατεγράφησαν οι απόψεις και επομένως αφ’ ενός μεν θα αξιολογηθούν ιστορικά, αφ’ ετέρου δέ θα γονιμοποιήσουν αυτές καθ’ εαυτές άλλες εξελίξεις. Διότι το θέμα δεν ήταν απλώς η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, αλλά η νοοτροπία της Νέας Τάξης πραγμάτων, η αλαζονεία της κάθε εξουσίας, η δια του διαλόγου λύση των διαφόρων προβλημάτων, η διατήρηση της ιδιαιτερότητας της πολιτισμικής παραδόσεως, η εισαγωγή του θεσμού των δημοψηφισμάτων κλπ. Οι αγώνες αυτού του είδους δεν είναι δυνατόν ποτέ να χαθούν, αλλά συντελούν στην ωρίμανση άλλων εξελίξεων. Ως Πρόεδρος της Επιτροπής για τις Ταυτότητες που ορίσθηκα, μαζί με άλλα μέλη, τον Ιανουάριο του 1999, ενάμιση χρόνο πριν ανακύψη το θέμα, θεωρώ ότι τελείωσε η αποστολή μας και την εξέλιξή του θα την αντιμετωπίση υπεύθυνα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας.

 

Ετικέτες: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

  • Προβολές: 1430

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance