• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - χωρίο

Εἶναι σημαντικό τό «προοίμιο» πού συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος καί γιά τήν ἔκδοση τῆς «Φιλοκαλίας», στό ὁποῖο συνδέει ἀναπόσπαστα τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί ὅλο τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας μέ τήν ἡσυχαστική-νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Στήν ἀρχή ἀναφέρεται στήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν πτώση του καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἐπαναφορά τοῦ ἀνθρώπου στήν κοινωνία μέ τόν Θεό πού γίνεται μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, μέ τό ὁποῖο εἰσέρχεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «οἱονεί σπέρμα θεῖον».

Ἔπειτα, παρουσιάζει πῶς ἡ Χάρη αὐτή σκεπάζεται ἀπό τά πάθη καί ἀπαιτεῖται ἡ εὕρεσή της, προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά ἐπιτύχη τήν σωτηρία του. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τήν νήψη, τήν προσοχή καί τήν φυλακή τοῦ νοῦ, τήν προσευχή μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σέ συνδυασμό μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ἀφοῦ διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀναπτύσσεται ἡ καρδιακή θέρμη καί ἔτσι καταναλίσκονται τά πάθη, καθαίρονται ὁ νοῦς καί ἡ καρδία καί ἑνώνονται μεταξύ τους.

Στήν συνέχεια τηροῦνται εὐκολώτερα οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἐκχέονται οἱ καρποί τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί μέ τόν τρόπο αὐτό, μέ συντομώτερη ὁδό, εὑρίσκεται ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού βρίσκεται στήν καρδιά πού εἶναι καλυμμένη ἀπό τά πάθη.

(…)

Κατά τόν ἅγιο Νικόδημο οἱ περισσότεροι ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς διάκεινται μέ ἀμέλεια ὡς πρός τήν ἱερή αὐτή ἐργασία καί κατατρίβονται στήν ζωή τους μόνον μέ τά ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν, ἐνῶ ἀμελοῦν τήν ἐσωτερική ἱερή ἐργασία, τήν φυλακή τοῦ νοῦ καί τῆς καθαρῆς προσευχῆς ἡ ὁποία μόνον ὁδηγεῖ πρός θέωση τόν ἄνθρωπο.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Παλαιά καί Νέα Ρώμη

Τό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου δείχνει τήν μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ κλήθηκε νά μετάσχη κατά Χάρη τοῦΦωτός. Κατά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως φάνηκε στό ὄρος Θαβώρ, ἔλαμψε τό Πρόσωπό Του ὡς ὁ ἥλιος καί τά ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκά «ὡς τό φῶς». Ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δοξάσθηκε, ἔτσι πρέπει νά γίνη γιά τόν ἄνθρωπο, κατά Χάρη, γιά νά ἐκπληρώση τόν σκοπό τῆς δημιουργίας του.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπιμένουν πολύ στό νά τονίζουν τούς βιβλικούς ὅρους κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση, γιατί θέλουν νά τονίσουν τήν θεολογική σημασία τῆς δημιουργίας καί τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου γράφει ὅτι μέσα στόν ἄνθρωπο ὑπάρχουν ρυθμοί καί ὁρμή, ὥστε ὁ γεννητός καί πεπλασμένος ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ νά φθάση στόν δοξασμό καί νά δῆ τόν Δεσπότη του. Αὐτός ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου γίνεται «τοῦ μέν Πατρός εὐδοκοῦντος καί κελεύοντος, τοῦ δέ Υἱοῦ πράσσοντος καί δημιουργοῦντος, τοῦ δέ Πνεύματος τρέφοντος καί αὐξάνοντος», ἀλλά καί «τοῦ ἀνθρώπου ἠρέμᾳ προκόπτοντος, καί πρός τέλειον ἀρχομένου».

Ἑπομένως, τούς ὅρους κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν χρησιμοποιοῦν κατ’ ἐξοχήν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιατί αὐτοί οἱ ὅροι ἐξυπηρετοῦν τόν θεολογικό σκοπό τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Δέν χρησιμοποιοῦν γιά τόν ἄνθρωπο τούς ὅρους πρόσωπο-ὑπόσταση, τούς ὁποίους ὅμως χρησιμοποιοῦν γιά τόν Τριαδικό Θεό καί ἔχουν τήν ἰδιαίτερη σημασία πού εἴδαμε προηγουμένως. Ἄν σέ κάποια σημεῖα τῆς πατερικῆς διδασκαλίας φαίνεται ὅτι χρησιμοποιοῦνται οἱ λέξεις πρόσωπο-ὑπόστασις καί γιά τόν ἄνθρωπο, τότε αὐτές οἱ λέξεις χρησιμοποιοῦνται κυρίωςμέ τήν ἔννοια τῆς ὕπαρξης.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου. Ἀπό τόν Τόμο: Θεολογία καί Ποιμαντική)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου υπήρξε ένδοξος και ευκλεής και ήταν ανάλογη με την ζωή της. Γιατί ανάλογα με την δόξα της επιγείου ζωής του ανθρώπου, θα είναι και η τελευτή του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην αρχή του λόγου του για την Κοίμηση της Θεοτόκου λέγει ότι περισσότερο από κάθε άλλον χρωστά και αγαπά το «μετ’ ευφημίας επ’ Εκκλησίας εκδιηγείσθαι τα μεγαλεία της αειπαρθένου και Θεομήτορος». Και στην συνέχεια επισημαίνει ότι, εάν ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη των δικαίων πρέπει να γίνεται με εγκώμια, πολύ περισσότερο αυτό πρέπει να συμβαίνη με την Θεοτόκο, που είναι η αγία των αγίων και δια της οποίας έρχεται ο αγιασμός στους αγίους.

Μιλώντας όμως για την Κοίμηση της Θεοτόκου, όχι μόνον την ονομάζει ένδοξη, αλλά συγχρόνως την ονομάζει μεταβίωση. «....εορτάζοντες και την σήμερον γενομένην ταύτης αγίαν κοίμησιν η μεταβίωσιν». Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος «εις ουράνιον και αθάνατον μεταβιβάζων ζωήν».

Αυτή η λεγομένη μεταβίωση είναι η ανάσταση και ανάληψη του σώματος της Παναγίας. Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως και άλλων αγίων, δεν εορτάζουμε μόνον την άνοδο της ψυχής της Θεοτόκου στον ουρανό, αλλά και του σώματος. Γράφει ότι η Θεοτόκος μετέστη στον ουρανό εις το «προσήκον βασίλειον» και παρέστη εκ δεξιών του παμβασιλέως «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη». Το «ιματισμόν..... διάχρυσον» σημαίνει «το θεαυγές εκείνης σώμα», το δε «πεποικιλμένη» δείχνει το στολισμένο «ταις παντοδαπαίς αρεταίς». Έτσι, με το σώμα της ανέβηκε στον Ουρανό, και είναι η μόνη που με το σώμα της μαζί με τον Υιό της βρίσκεται στον ουράνιο χώρο.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης»)

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη της απέραντη σαν τον ωκεανό, και οι πόνοι της ψυχής της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δη η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνη παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στο πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό της, αλλά αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν και ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας…

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος.

(Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

Οἱ Μεταρρυθμιστές μετά τήν ἀπόσχισή τους ἀπό τόν Πάπα θέλησαν νά προσδιορίσουν τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καί πῶς μποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν ὅλες αὐτές οἱ κατά τόπους χριστιανικές ὁμάδες σέ σχέση μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό ὑπῆρχε τότε ἔντονο ἐκκλησιολογικό πρόβλημα περί τοῦ αὐτοχαρακτηρισμοῦ τῶν ἀποσχισμένων Χριστιανικῶν ὁμάδων. Ἔτσι, δημιούργησαν τήν θεωρία περί τῆς ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ἡ ἑνότητα τῆς ἀόρατης Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, ὑπάρχουν παντοῦ τά μέλη της, τά γνωρίζει μόνον ὁ Θεός, ὅπως τά φῶτα μιᾶς μεγαλουπόλεως πού ὑπάρχουν, ἀλλά φανερώνονται μόλις ἀνάψουν τό βράδυ καί φωτίσουν τό σκοτάδι, ἐνῶ ὅλες οἱ ὁρατές ἱστορικές Ἐκκλησίες εἶναι διεσπασμένες.

Σαφῶς, λοιπόν, ἡ διαίρεση μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας καί ὕπαρξης ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν παραπέμπει σέ αὐτήν τήν προτεσταντική θεωρία πού εἶναι ἀπαράδεκτη ἀπό ὀρθοδόξου προοπτικῆς. Γιατί στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ἡ Ἐκκλησία εἶναι συγχρόνως καί ὁρατή καί ἀόρατη, καί δέν ὑφίσταται διάσπαση μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς». Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ.

«Ὤ τῶν τοῦ Χριστοῦ δωρημάτων! Ἄνω στρατιαί δοξολογοῦσιν ἀγγέλων· κάτω ἐν ἐκκλησίαις χοροστατοῦντες ἄνθρωποι τήν αὐτήν ἐκείνοις ἐκμιμοῦνται δοξολογίαν. Ἄνω τά Σεραφείμ τόν τρισάγιον ὕμνον ἀναβοᾷ· κάτω τόν αὐτόν ἡ τῶν ἀνθρώπων ἀναπέμπει πληθύς· κοινή τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων συγκροτεῖται πανήγυρις· μία εὐχαριστία, ἕν ἀγαλλίαμα, μία εὐφρόσυνος χοροστασία.... »

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Κείμενο στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας (Νοέμβριος 2016)

Μέχρι τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως λειτουργοῦσε ἡ καταφατική διάσταση τῆς Ρωμηοσύνης, ἐνῶ μετά τήν πτώση της λειτουργοῦσε καί μεγαλούργησε ἡ ἀποφατική διάσταση τῆς Ρωμηοσύνης, ἀφοῦ παρά τίς δυσκολίες ἀνέδειξε τούς νεομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη ἀνανέωσαν τό μαρτυρολόγιο, δηλαδή τό μαρτυρικό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Μπορεῖ νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι μέχρι τό 1453 ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέδειξε τό ὁμολογιακό της πνεῦμα, ἀφοῦ κατοχύρωσε τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, καθώς ἐπίσης κατοχύρωσε τό μαρτυρικό καί ἡσυχαστικό της πνεῦμα. Μάλιστα δέ, ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ, ὁ ἡσυχασμός, πού ἀποτελεῖ τήν πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ἀναπτύχθηκε ἀκόμη περισσότερο πρός τό τέλος τῆς Αὐτοκρατορίας καί ἦταν ἐκεῖνος πού διαφύλαξε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ζωντανή καί δυναμική κατά τήν Τουρκοκρατία καί αὐτή ἐνεψύχωσε ὅλο τό ὑπόδουλο γένος καί ἀνέδειξε, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, τούς μάρτυρας καί ὁμολογητάς τῆς πίστεως.

Ὁ ἀείμνηστος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης... εἶπε σέ προφορική του ὁμιλία ὅτι «ἄλλο εἶναι ἡ ἰατρική ἐπιστήμη καί ἄλλο ἡ πολιτική, ἡ μία δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἄλλη. Βέβαια, οἱ ἰατροί (δηλαδή οἱ Κληρικοί καί μοναχοί) εἶχαν πέσει μέ τά μοῦτρα νά σωθῆ ἡ Αὐτοκρατορία, ἀλλά εἶχε φθάσει ἡ Αὐτοκρατορία σέ τέτοιο σημεῖο, πού δέν ἐσώζετο. Ἀλλά ὅμως ἡ ἰατρική ἐπιστήμη σώθηκε. Καί διατηρήθηκε ὅλα τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας».

Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη πού ἦταν ἡ βάση τοῦ Βυζαντίου εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ πίστη πού ἔχει θεραπευτικά ἀποτελέσματα εἶχε γίνει ἡ κυρία πολιτική τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅμως, ὅταν χάθηκε ἡ πολιτική αὐτή, δέν χάθηκε καί ἡ θεραπεία.

Ἔτσι, ὅπως ἀλλοῦ ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Ἰωάννης, ἡ 29η Μαΐου εἶναι ἡμέρα ἀποφράς, διότι καταλύθηκε ἡ ἐναπομείνασα Αὐτοκρατορία, ἀλλά ὅμως μπορεῖ νά θεωρηθῆ καί ὡς ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι ἡ ὀρθόδοξη πίστη ἀπαλλάχθηκε ἀπό τίς ἐκκοσμικευμένες προσμίξεις της καί διατήρησε τήν ἡσυχαστική παράδοση.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ἐκκλησιαστικοί Ἀναβαθμοί)

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά πῆ ὅτι οἱ ἅγιοι θεολογοῦν ἁλιευτικῶς καί ὄχι ἀριστοτελικῶς, δηλαδή θεολογοῦν ὅπως οἱ Ἀπόστολοι καί ὄχι κατά τόν τρόπο τοῦ Ἀριστοτέλους, μέ τήν φαντασία καί τόν στοχασμό.

Αὐτό ἀκριβῶς τό συναντοῦμε καί στήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Προέλευση τῆς θεολογίας του ἦταν ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἡ ὅλη θεολογία του εἶναι ἐμπειρία. Εἶναι χαρακτηριστικά δύο καταπληκτικά χωρία του πάνω στό θέμα αὐτό.

Στό πρῶτο ἐπισημαίνεται ὅτι ὅλες οἱ αἱρέσεις ξεκινοῦν ἀπό τήν φιλοσοφία καί ἡ βάση τους εἶναι οἱ φιλοσοφικές ἀρχές. «Κἄν ἐξετάσῃς, ἴδοις ἄν πάσας ἤ τάς πλεῖστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τάς ἀρχάς». Πραγματικά ὑπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος μερικές φορές ἀποκαλεῖ καί τόν Βαρλαάμ θεολόγο γιατί ἀσχολεῖται μέ τόν Θεό, ἀλλά τελικά λέγει ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ «θεολογία» καί ἄλλο ἡ θεοπτία.

Στό δεύτερο χωρίο γίνεται λόγος γιά τούς ὅρους πού χρησιμοποιοῦνται τόσο ἀπό τούς φιλοσόφους ὅσο καί ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦσαν μερικούς φιλοσοφικούς ὅρους, ἀλλά μέ διαφορετική ἔννοια καί ἄλλο περιεχόμενο. Αὐτή ἡ τοποθέτηση εἶναι ἀναγκαία, γιατί δυστυχῶς μερικοί βλέποντας ἴδια ὁρολογία συγχέουν τά πράγματα μέ ἀποτέλεσμα νά ταυτίζουν τήν θεολογία μέ τήν φιλοσοφία.  Ὁ ἅγιος Γρηγόριος παρατηρεῖ: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τά αὐτά τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπί τῶν ρημάτων μόνον΄ ἐπί δέ τῶν νοημάτων, πολύ τό μεταξύ΄ νοῦν γάρ οὗτοι, κατά Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καί χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Τό νόημα τοῦ χωρίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τῶν Πατέρων καί τῶν φιλοσόφων, ἀκόμη καί στήν χρήση τοῶν ὅρων.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης

Οἱ δύο αὐτές Σύνοδοι (τοῦ 879-880 καί 1341-1368, κυρίως ἡ Σύνοδος τοῦ 1351) στήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Οἰκουμενικές Σύνοδοι, γιατί πέραν τοῦ ὅτι ἔχουν ὅλες τίς κανονικές προϋποθέσεις νά χαρακτηρισθοῦν Οἰκουμενικές, συγχρόνως ἀσχολήθηκαν μέ σοβαρά θεολογικά ζητήματα, ἤτοι τό Πρωτεῖον τοῦ Πάπα, τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque) καί τό actus purus. Καί ἡ Σύνοδος τοῦ 879-880 ἀναγνώρισε τήν Σύνοδο τοῦ 787 ὡς Ζ΄ Οἰκουμενική.

Κι ἄν ἀκόμη μερικοί εἶναι διστακτικοί στό νά ἀναγνωρίσουν τίς Συνόδους αὐτές ὡς Οἰκουμενικές, παρά ταῦτα εἶναι ὑποχρεωμένοι νά θεωρήσουν ὅτι εἶναι Τοπικές Μείζονες Σύνοδοι καί, ἑπομένως, οἱ ἀποφάσεις τους εἶναι δεσμευτικές γιά τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἄλλωστε ἀναφέρονται, ὅπως εἴδαμε ἐπανειλημμένως, σέ σοβαρά δογματικά θέματα.

Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν διδασκαλία τῶν Συνόδων αὐτῶν, ὅταν μάλιστα ἡ σχολαστική θεολογία, πού εἶναι ἡ βασική θεολογία τῶν Δυτικῶν, κάνη λόγο γιά τό Πρωτεῖον τοῦ Πάπα ὡς δογματικό θέμα καί ὄχι ὡς κανονικό, υἱοθετῆ τήν αἵρεση τῆς ὑπαρκτικῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀποδέχεται τήν αἵρεση τοῦ actus purus, δηλαδή ταυτίζη τήν ἄκτιστη οὐσία μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, καί κατά συνέπεια ὅλα ὅσα γίνονται μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀποτελέσματα κτιστῶν ἐνεργειῶν, πράγμα πού εἶναι σοβαρή πλάνη, ἀφοῦ κανένα κτιστό δέν μπορεῖ νά σώση καί νά θεώση τόν ἄνθρωπο.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου «Σύνοδος Οὐρανοῦ καί Γῆς»)

...Ὅλοι οἱ Χριστιανοί, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, μποροῦν νά φθάσουν στήν ἡσυχία καί δι' αὐτῆς στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Καί στό σημεῖο αὐτό οἱ ἅγιοι Πατέρες εἶναι ἐκφραστικοί. Ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός γράφει: «Πάντες οἱ ἄνθρωποι χρῄζομεν τῆς τοιαύτης σχολῆς, εἴτε ἐκ μέρους εἴτε ὁλοκλήρως, καί ἐκτός ταύτης ἀδύνατον εἰς γνῶσιν πνευματικήν καί ταπεινοφροσύνην ἐλθεῖν τινα». Σέ αὐτήν τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶναι ἀνάγκη νά ὑπογραμμισθῆ τό «πάντες οἱ ἄνθρωποι χρῄζομεν τῆς τοιαύτης σχολῆς». Ἄν αὐτό πρέπει νά συμβαίνη μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πολύ περισσότερο μέ τούς μοναχούς. Δυστυχῶς, μερικοί σύγχρονοι παραθεωροῦν τήν ἱερή ἡσυχία σάν μέθοδο γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, εἶναι ἡ μόνη ἀπλανής μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ.


Μερικοί ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἡσυχία, ὅπως ἀναπτύσσεται ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων συνιστᾶ μιά ἀδράνεια, δέν εἶναι δράση. Ὅμως, στήν πραγματικότητα τό ἀντίθετο συμβαίνει. Ἡ ἡσυχία εἶναι ἡ μεγαλύτερη δράση μέσα τήν ἀφάνεια καί σιωπή. Ὁ ἄνθρωπος σχολάζει καί σιωπᾶ γιά νά ὁμιλήση μέ τόν Θεό, γιά νά ἀφήση τόν ἑαυτό του ἐλεύθερο καί νά δεχθῆ τόν Ἴδιο τόν Θεό. Καί ἄν σκεφθοῦμε ὅτι τά μεγαλύτερα προβλήματα πού βασανίζουν τούς ἀνθρώπους εἶναι τά ψυχικά καί ἐσωτερικά, κι ἄν ἀναλογισθοῦμε ὅτι οἱ περισσότερες ἀσθένειες –ψυχολογικές καί σωματικές– προέρχονται ἀπό τήν ἐπίδραση τῶν κακῶν λογισμῶν, δηλαδή ἀπό τήν ἀκαθαρσία τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς, τότε ἀντιλαμβανόμαστε τήν μεγάλη ἀξία τῆς νοερᾶς ἡσυχίας. Ἑπομένως, ἡ ἱερή ἡσυχία δημιουργεῖ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά νά ἀγαπήση ὁ ἄνθρωπος ἀπαθῶς τούς ἀδελφούς του, νά ἀποκτήση ἀνιδιοτελῆ καί ἀπαθῆ ἀγάπη. «Ἀγαπᾷ ἡσυχίαν ὁ μή πάσχων πρός τά τοῦ κόσμου· καί ἀγαπᾷ πάντας ἀνθρώπους, ἡ μηδέν ἀγαπῶν ἀνθρώπινον», κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή.


Ἑπομένως, ἡ ἡσυχαστική ζωή εἶναι ζωή ἐντόνου δράσεως, πραγματικῆς καί ἀγαθῆς.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»).

Είναι πολύ σημαντικό γιά τόν άνθρωπο νά αισθάνεται αυτήν τήν Πρόνοια τού Θεού στήν φύση, τήν ιστορία καί σέ όλη τήν προσωπική ζωή του. Αυτή η αίσθηση είναι έκφραση τής υπαρχούσης στόν άνθρωπο πνευματικής υγείας. Γιατί μόνον ο υγιής μπορεί νά διακρίνη τήν υπάρχουσα σέ όλα τά γεγονότα τής ζωής του άκτιστη Πρόνοια τού Θεού. Συνήθως, όταν έχουμε διάφορες δοκιμασίες στήν ζωή, νομίζουμε ότι ο Θεός μάς εγκατέλειψε, ότι δέν φροντίζει γιά μάς, δέν προνοεί γιά τήν ζωή μας καί τήν σωτηρία μας. Αυτό δέν είναι σωστό. Γιατί καί τότε, στούς μεγάλους πειρασμούς, ο Θεός διευθύνει τήν ζωή μας μέ τήν άκτιστη Πρόνοιά Του.

Κατά τόν αββά Δωρόθεο, ο μοναχός καί γενικά ο Χριστιανός πρέπει νά προετοιμάζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όταν ευρεθή σέ πειρασμούς νά μή ξενίζεται ούτε νά ταράσσεται, "πιστεύων ότι ουδέν άνευ τής προνοίας τού Θεού γίνεται". Γιατί, όπου υπάρχει Πρόνοια τού Θεού "καλόν εστι καί εις ωφέλειαν ψυχής τό γινόμενον", αφού ο Θεός κάνει τά πάντα γιά τό δικό μας συμφέρον "καί αγαπών ημάς καί φειδόμενος ημών"....

Μόνον άν ο Θεός επιτρέψη, μπορεί νά συμβή κάτι κακό στόν άνθρωπο. Όσοι δέ εγκαταλείπουν τελείως τόν εαυτό τους στόν Θεό αισθάνονται ότι ο Θεός δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον καί στοργή. Γι' αυτό λέγει ο όσιος Ισαάκ: "ο αεί κοιταζόμενος εν φροντίδι τού Θεού, τούτον ταμειούχον εκτήσατο. Καί ο επιθυμών αυτού τά θελήματα, τούς επουρανίους αγγέλους έξει οδηγούς".

Ταμειούχος τού πιστού ανθρώπου είναι ο Θεός καί ο πιστός άνθρωπος έχει συναντιλήπτορα τόν Θεό στήν ζωή του. Αυτό είναι σύμφωνο μέ τόν λόγο τού Χριστού: "Ζητείτε δέ πρώτον τήν βασιλείαν τού Θεού καί τήν δικαιοσύνην αυτού, καί ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν" (Ματθ. στ`, 33).

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, "Η Ιατρική εν Πνεύματι Επιστήμη")

…Θα ήθελα να υπογραμμίσω τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες θεμάτων, τα οποία πρέπει να γίνωνται αντικείμενο συζητήσεων στις Συνόδους της Ιεραρχίας.

1. Είναι τα λεγόμενα δογματικά θέματα. Και είναι γνωστόν ότι τα δόγματα δεν είναι μεταφυσικά σχήματα, αλλά τα όρια της ζωής και του θανάτου, τα πλαίσια της θεραπείας η της ασθενείας των ανθρώπων. Νομίζω ότι στην εποχή μας, εκτός από το Χριστολογικό, αναγκαία είναι η αντιμετώπιση του εκκλησιολογικού ζητήματος. Πρόκειται για την οριοθέτηση της Εκκλησίας, για τις παρεκκλίσεις από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, για τους Διαλόγους με τις άλλες Ομολογίες και Θρησκείες. Σημερα γίνονται πολλοί Διάλογοι της Εκκλησίας μας με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, με άλλες Ομολογίες και άλλες Θρησκείες. Είναι δυνατόν η Ιεραρχία να μην ενημερώνεται, οι Ιεράρχες να μην εκφράζουν τις απόψεις τους και να μη καθορίζουν την στάση τους απέναντι σε αυτές; Καθώς επίσης είναι δυνατόν ο λαός να παραμένη στην άγνοια, να μην ενημερώνεται επαρκώς;

2. Ο καθορισμός και η ενεργοποίηση του συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας. Όταν κάνουμε λόγο για συνοδικό σύστημα, εννοούμε το ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας, που σημαίνει τον συντονισμό και την συνεργασία όλων των χαρισμάτων, σε επίπεδο Ιεραρχίας, Μητροπόλεων και Ιερών Ναών, έξω από κληρικαλισμούς, λαϊκοκρατίες και λαϊκισμούς....

3. Η επικράτηση της κανονικής ευταξίας. Πρέπει να εξετάζωνται επισταμένως το πνεύμα και το γράμμα των ιερών Κανόνων, και να ερμηνεύωνται οι ιεροί Κανόνες μέσα από την ορθόδοξη εκκλησιολογία. …

4. Η αντιμετώπιση των συγχρόνων ποιμαντικών προβλημάτων, που έχουν σχέση με τις ηλικίες των ανθρώπων, τους διαφόρους τρόπους ζωής, τα σύγχρονα επαγγέλματα, και την σύγχρονη εκκοσμικευμένη κοινωνία. …

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Ενιαύσιον 1998)

«Ἰησοῦς, ὁ ζωῆς ἀρχηγός λῦσαι τὸ κατάκριμα ἥκει

Ἀδάμ τοῦ πρωτοπλάστου, καθαρσίων δε ὡς Θεός μὴ δεόμενος,

τῷ πεσόντι καθαίρεται ἐν τῷ Ἰορδάνη,

ἐν ᾧ τὴν ἔχθραν κτείνας, ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν εἰρήνην χαρίζεται».

 

 

Χρόνια πολλά. Σωτήριον το νέον έτος 2008.

 

Το γεγονός της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο λέγεται Θεοφάνεια και Επιφάνεια. Στην αρχαία Εκκλησία την ίδια ημέρα (6 Ιανουαρίου) εόρταζαν μαζί την εορτή των Χριστουγέννων και την εορτή των Θεοφανείων. Κατά τον τέταρτο αιώνα χωρίσθηκαν οι εορτές, οπότε τα Χριστούγεννα μεταφέρθηκαν στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα που οι Εθνικοί εόρταζαν τον θεό Ήλιο και οι Χριστιανοί τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Επίσης λέγεται και ημέρα των Φώτων, όπως την χαρακτηρίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λόγω του βαπτίσματος, του φωτισμού των κατηχουμένων και λόγω της φωταψίας.

Η λέξη Θεοφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσι, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α Τιμ. γ , 16) και έχει περισσότερο σχέση με την Γέννηση του Χριστού. Η λέξη Επιφάνεια προέρχεται από το αποστολικό χωρίο «επεφάνη η Χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις...» (Τιτ. β , 11) και αναφέρεται περισσότερο στην Βάπτιση του Χριστού, γιατί τότε οι άνθρωποι γνώρισαν την Χάρη της θεότητος.

Γεγονός πάντως είναι ότι την ημέρα της Βαπτίσεως του Χριστού, με την εμφάνιση της Αγίας Τριάδος και την ομολογία του Τιμίου Προδρόμου, έχουμε την επίσημη ομολογία ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο «εις της Τριάδος», ο Οποίος ενηνθρώπησε για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Δεσποτικές Εορτές)

«...ε) Η επιστήμη της γενετικής, και βέβαια, η κλωνοποίηση του ανθρώπου δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την θνητότητά του, με την οποία γεννιέται. Η επιστήμη είναι ενδεχόμενο να θεραπεύση μερικές κληρονομικές ασθένειες, μπορεί να παρατείνη την ζωή, αλλά δεν μπορεί να βοηθήση τον άνθρωπο να υπερβή τον θάνατο. Τό βασικό, όμως, πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι η παράταση της βιολογικής ζωής, ούτε η απομάκρυνση χρονικά του θανάτου, αλλά η υπέρβαση του θανάτου. Αυτό είναι το έργο της Ορθοδόξου θεολογίας.

στ) Μέ τις σύγχρονες προκλήσεις δίνεται η ευκαιρία να καθορισθή τί ακριβώς είναι η ζωή και τί είναι ο θάνατος. Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος βασανίζεται πολύ από αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα. Όσες ομοιότητες και αν υπάρχουν, σωματικές, ψυχολογικές κ.λπ., όσες μεταμοσχεύσεις κι αν γίνουν, ο άνθρωπος θα αισθάνεται την αδήριτη ανάγκη να απαντήση σε αυτά τα ερωτήματα. Οι επιστήμονες δεν μπορούν να δώσουν ακριβείς απαντήσεις. Καί αν ακόμη προσπαθήσουν να απαντήσουν, και τότε οι απαντήσεις δεν θα είναι πλήρεις. Ο άνθρωπος ερωτά: «Γιατί να γεννηθώ, γιατί με γέννησαν χωρίς να με ερωτήσουν;» Αυτό το πρόβλημα θα μεγαλώση ακόμη περισσότερο, αν πληροφορηθή ότι δημιουργήθηκε με κλωνοποίηση, χωρίς την στοργή του πατέρα και της μάνας. Έπειτα, ο άνθρωπος απασχολείται με το ερώτημα ποιός είναι ο σκοπός της υπάρξεώς του, γιατί υπάρχει. Τό μεγαλύτερο δέ ερώτημα βρίσκεται στα πλαίσια του θανάτου. Πολλοί νέοι ερωτούν: «Γιατί να υπάρχη ο θάνατος, γιατί πεθαίνουν τα αγαπητά μου πρόσωπα, πού πηγαίνουν μετά τον θάνατο; Γιατί να έρχομαι στην ζωή και μετά από λίγο να εξαφανίζομαι, αν δεν υπάρχη μετά τον θάνατο ζωή; Καί αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, όπως πιστεύουμε εμείς, τότε γιατί να πεθαίνω και πού πηγαίνω;» Στά ερωτήματα αυτά απαντά η Ορθόδοξη θεολογία, ενώ η επιστήμη δεν μπορεί να δώση καμμιά απάντηση.

ζ) Ο άνθρωπος, έστω κι αν κλωνοποιηθή, θα παραμείνη κτιστός, δηλαδή θα έχη συγκεκριμένη αρχή, θα ζή με την φθαρτότητα, θα έχει την ελευθερία, η οποία δεν θα ενεργή υποχρεωτικώς θετικά, όπως γίνεται με την άκτιστη φύση, αλλά θα ενεργή και αρνητικά, και θα έχη ένα βιολογικό τέλος. Θά μπορούσε βέβαια, ως κτιστός, να έχη και ένα υπαρξιακό τέλος, αλλά αυτό δεν γίνεται, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός, αφού ο άνθρωπος είναι κατά χάρη αθάνατος. Μέσα όμως στην Εκκλησία κάνουμε λόγο για μιά άλλη «κλωνοποίηση», την οποία δεν μπορεί να δώση στον άνθρωπο η επιστήμη. Μέ την ενανθρώπηση του Χριστού ενώθηκε το κτιστό με το άκτιστο. Έτσι, σε κάθε άνθρωπο δόθηκε η δυνατότητα να αποκτήση εμπειρία της κατά Χάριν ενώσεως της κτιστής φύσεώς του με την άκτιστη ενέργεια του Θεού, εν Χριστώ Ιησού. Οι άγιοι απέκτησαν την εμπειρία ότι έγιναν κατά Χάριν άκτιστοι και αθάνατοι, αφού «μεταμοσχεύθηκε» μέσα τους το άκτιστο και αθάνατο, και απέκτησαν εμπειρία της αιωνίου ζωής και από αυτήν ακόμη την βιολογική ζωή. Οπότε το πρόβλημα δεν είναι η σωματική ή γενετική μεταμόσχευση, αλλά η «μεταμόσχευση» του Θεού μέσα στην υπόστασή μας. Μιά τέτοια εμπειρία δίνει νόημα ζωής στον άνθρωπο.

Επομένως, η σύγχρονη επιστήμη, και μάλιστα η γενετική, μάς δίδει την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τα αιώνια προβλήματα που απησχόλησαν το πνεύμα του ανθρώπου, από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία μέχρι σήμερα, και στα οποία προβλήματα οι λύσεις δόθηκαν με την ενανθρώπηση του Χριστού. Πρέπει να δούμε τα ανθρωπολογικά προβλήματα μέσα από την θεολογία, την Οικονομία, την σωτηριολογία και την εσχατολογία. Είναι αφορμή να οδηγήσουμε την αναζήτηση του ανθρώπου στα ενδότερα και τα υψηλότερα της ζωής...».

(Από το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου «Μεταξύ δύο αιώνων»)

...Παρουσιάζονται (στήν διατριβή τῆς κ. Ἰωάννας Κομνηνοῦ) τά τρία μοντέλα διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα πού κυριαρχοῦν στήν Εὐρώπη.

Τό πρῶτο μοντέλο εἶναι τό ὁμολογιακό, τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται ὡς «διδασκαλία τῆς θρησκείας» πού συνδέει τήν διδασκαλία μέ τήν πίστη μιᾶς ἤ πολλῶν θρησκειῶν. [...]

Τό δεύτερο μοντέλο διδασκαλίας εἶναι τό θρησκειολογικό, πού χαρακτηρίζεται ὡς «μαθαίνοντας γιά τήν θρησκεία». Πρόκειται γιά περισσότερο ἀνθρωπιστικό καί θρησκειολογικό μάθημα, παρά ὁμολογιακό. [...]

Τό τρίτο μοντέλο διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν εἶναι περισσότερο τό πολυπολιτισμικό-ἠθικό πού χαρακτηρίζεται ὡς «μαθαίνοντας ἀπό τήν θρησκεία», ὅταν οἱ μαθητές «δέν μαθαίνουν μιά θρησκεία (ὁμολογιακό μοντέλο) ἤ πολλές θρησκεῖες (θρησκειολογικό μοντέλο), ἀλλά μέσα ἀπό τίς δικές τους ἐμπειρίες καί ἀναζητήσεις ἀντιμετωπίζουν κριτικά τό θρησκευτικό φαινόμενο καί διαμορφώνουν τήν προσωπική τους ἄποψη καί κατανόηση τοῦ κόσμου.

Ἔχοντας ὑπ' ὄψιν ὅλα αὐτά, φαίνεται ὅτι τά βιβλία τά ὁποῖα εἶναι ἀκόμη σέ χρήση στήν Ἑλλάδα –στήν Στοιχειώδη καί τήν Μέση Ἐκπαίδευση– προσδιορίζονται κυρίως ἀπό τόν δημιουργικό συνδυασμό τοῦ πρώτου καί τοῦ δευτέρου μοντέλου καί ἀνταποκρίνονται στίς σύγχρονες ἐκπαιδευτικές ἀνάγκες στήν Ἑλλάδα, ὅπως προσδιορίζονται ἀπό τήν εὐρωπαϊκή προοπτική. Ἀντίθετα, τό προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδῶν στό Δημοτικό-Γυμνάσιο καί τό Λύκειο ἀναφέρεται στό τρίτο μοντέλο, «μαθαίνοντας ἀπό τήν θρησκεία».

[...] Ἑπομένως, στήν σύνταξη τῶν νέων Προγραμμάτων Σπουδῶν γιά τά Θρησκευτικά στήν Ἑλλάδα στά πλαίσια τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν, διαπιστώνονται διάφορα προβλήματα.

Μεταξύ αὐτῶν τῶν προβλημάτων εἶναι «ἡ θολή ἐννοιολόγηση τῆς θρησκείας», ἀλλά καί «ὁ τρόπος ἀνάπτυξης τῶν χρησιμοποιημένων ἐννοιῶν», καί ὅπως παρατηρεῖται «ἡ ἐπιφανειακή καί πρόχειρη διασύνδεση τῶν ἐννοιῶν στίς διάφορες θρησκεῖες ἀναδεικνύει ἕνα ἐπιπρόσθετο πρόβλημα, αὐτό τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ». Ἑπομένως, τό τρίτο αὐτό μοντέλο θρησκευτικοῦ μαθήματος, ὅπως ἔχει παρατηρηθῆ, δημιουργεῖ «σύγχυση στόν μαθητή», καί ἕνα «θολό τοπίο» καί ταυτόχρονα δημιουργεῖ μιά «ἀτομική θρησκεία», «ὅπου ὁ καθένας ἐπιλέγει ἀπό κάθε θρησκεία ὅ,τι θέλει καί δημιουργεῖ τή δική του θρησκεία».

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Εἰσήγηση στήν Ἱεραρχία, 9-3-2016)

Πρέπει να σημειωθή ότι το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας δεν είναι ούτε απολυταρχικό (δικτατορικό), ούτε δημοκρατικό (ό,τι θέλει ο λαός), αλλά ιεραρχικό. Όλοι έχουν ανάλογα χαρίσματα και όλοι μαζί συνεργάζονται για την δόξα του Θεού. Η Εκκλησία είναι μια διαρκής Σύνοδος, μια κοινωνία προσώπων εν Χριστώ που προσφέρουν το χάρισμά τους για την δόξα του Θεού, και η Σύνοδος είναι η έκφραση της Εκκλησίας. Όλους τους καθαγιάζει και τους εμπνέει το Πανάγιο Πνεύμα που είναι η ψυχή του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνοδικώς αποφασίζει, συνοδικώς ενεργεί την εκλογή και την χειροτονία των Διακόνων, Πρεσβυτέρων και Επισκόπων, συνοδικώς καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ Επισκόπων και Πρεσβυτέρων, μεταξύ Κληρικών και λαϊκών.

Δυστυχώς, επειδή εισέρχονται τα πάθη και επειδή πολλοί είναι βεβαπτισμένοι χωρίς να είναι βεβαιόπιστοι και ακόμη επειδή υπάρχουν πολλές ανάγκες και δεν μπορούν να καλυφθούν, γι' αυτό και παρατηρούνται πολλές ανωμαλίες στο πολίτευμα της Εκκλησίας. Άνθρωποι χωρίς να έχουν χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος διεκδικούν και αυτοχρίονται χαρισματούχοι, με φρικτά αποτελέσματα.

Όταν όλοι ζούμε με μετάνοια, τότε κατανοούμε όλους αυτούς τους αγιοπνευματικούς θεσμούς και βοηθούμε να λειτουργούν κανονικά για την ωφέλεια όλων. Πρέπει να ευχόμαστε αυτήν την μετάνοια για να λειτουργή και να διοικήται αγιοπνευματικά η Εκκλησία και εμείς να σωζόμαστε μέσα σε Αυτήν.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: “Όσοι Πιστοί”)

Ἀπαιτεῖται μεγάλη νήψη ἐκ μέρους τοῦ Ἱερέως. Καί αὐτή ἡ νήψη ἀπαιτεῖ πολύ πόνο. Ἡ θεία Λειτουργία πρέπει νά τελῆται ὑπό τοῦ Ἱερέως πρῶτα ὑπέρ τοῦ ἑαυτοῦ του «νηφόντως καί πεπονημένως».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπιμένει σ’ αὐτήν τήν διαρκῆ προσοχή γιά τήν διαφύλαξη τῆς ἱερατικῆς χάριτος. Λέγει ὅτι ὁ Ἱερεύς πρέπει νά εἶναι νηφάλιος καί διορατικός «καί μυρίους πανταχόθεν κεκτῆσθαι τούς ὀφθαλμούς». Νά μοιάζη μέ τά πολυόμματα Χερουβείμ γιά νά λατρεύη καθαρά τόν Κύριο τῶν δυνάμεων. Πρέπει νά εἶναι περιφραγμένος ἀπό παντοῦ, «τῇ τε συντόνῳ σπουδῇ καί τῇ διηνεκεῖ περί τόν βίον νήψει», γιά νά μή τραυματισθῆ.  Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο ὅπως ἡ φωτιά χρειάζεται ξύλα, ἔτσι καί «ἡ χάρις τῆς προθυμίας τῆς ἡμετέρας, ἵνα ἀεί ἀναζέῃ». Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά σβήση ἤ νά ἀνάψη αὐτό τό χάρισμα. Τό χάρισμα τῆς «προστασίας τῆς Ἐκκλησίας» σβήνει «διά τῆς ἀκηδίας καί ραθυμίας», διεγείρεται δέ «ὑπό νήψεως καί προσοχῆς».

Ἡ νήψη εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά διαφυλάξη τόν ἑαυτό του καθαρό καί ἔτσι νά παραμείνη ἡ ἱερατική Χάρη καί εὐλογία. Ἡ σεβασμία ἱερωσύνη, κατά τόν ὅσιο Θεόγνωστο, «ἀγγελικῆς δεῖται τάξεως καί καθάρσεως καί πλείονος τῆς μετά ταῦτα ἀσφαλείας καί σωφροσύνης». Πρέπει ὁ ἱερωμένος, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά εἶναι τόσο καθαρός ὡσάν νά στέκεται μεταξύ τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων. Ἡ ψυχή τοῦ ἱερέως, κατά τόν ἴδιο Πατέρα, πρέπει νά εἶναι καθαρότερη ἀπό τίς ἀκτίνες «ἵνα μηδέποτε ἔρημον αὐτόν καταλιμπάνῃ τό Πνεῦμα τό ἅγιον».

....

Δέν διστάζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες νά φανερώσουν καί τήν τιμωρία τῶν ἀναξίων ἱερέων, αὐτῶν πού μετέρχονται αὐτό τό μεγάλο ὑπούργημα χωρίς τήν κατάλληλη δοκιμασία, προετοιμασία καί ζωή. Καί αὐτό γιατί, ἀντί νά θεραπεύουν τίς ψυχές τοῦ ποιμνίου, τίς σκανδαλίζουν.
Ὁ Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης γράφει: «Μή παίζωμεν εἰς τά θεῖα».

Ναυπάκτου Ἱεροθέου «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»

«Ουδέποτε παύσαμε εμείς νά πιστεύουμε στήν ισότητα τών ανθρώπων....

Εξ επόψεως πνευματικής ισότητος, υπάρχει απόλυτη ισότητα τών ανθρώπων, διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν νοερά ενέργεια. Καί τά ύψη τής θεολογίας δέν έχουν σχέση μέ τήν λογική ενέργεια. Μέ παρακολουθείτε; Λοιπόν, από αυτής τής επόψεως, η ορθόδοξη θεολογία έχει μιά ισότητα πού δέν υπάρχει σέ κανέναν άλλον τομέα, διότι, ό,τι καί νά πούμε δέν θά υπάρξη ποτέ ισότητα στήν λογική. Διότι η λογική ενέργεια τού ανθρώπου έχει σχέση μέ τήν φαιά ουσία, μέ τά κληρονομικά προβλήματα πού έχει από τούς γονείς κ.ο.κ. Ό,τι καί νά κάνουμε, ο ένας δίνει εξετάσεις καί μπαίνει στό Πανεπιστήμιο, ο άλλος δίνει δεκαπέντε φορές εξετάσεις, δέν μπαίνει στό Πανεπιστήμιο. Ο ένας παίρνει τό πτυχίο τού Γυμνασίου, ο άλλος δέν παίρνει τό πτυχίο τού Γυμνασίου κλπ. Φαίνεται ότι από αυτά δέν υπάρχει ισότητα, αλλά όμως στήν θεολογία υπάρχει ισότητα. Οπότε, πιό πολλή ισότητα ξέρουμε εμείς οι ορθόδοξοι θεολόγοι, από ό,τι ξέρουν οι άλλοι από τήν κοινωνία.

Μετά, ισότητα στήν τελειότητα σημαίνει καί ισότητα στά πλούτη. Διότι πλούσιος γίνεται εκείνος ο οποίος φθάνει στήν θέωση, αλλά κατά κόσμον όμως γίνεται φτωχούλης. Οπότε, ως πτωχός, ισοπεδούται μέ όλους τούς πτωχούς τού κόσμου καί γίνεται ίσος μέ τούς πτωχούς. Οπότε, δέν υπάρχει κοινωνικό πρόβλημα από αυτής τής επόψεως, διότι δέν ταυτίζεται ποτέ μέ τόν πλούσιο, αλλά μέ τόν φτωχό. Αυτό είναι αυτόματο στήν ορθόδοξη θεολογία καί δέν μπορεί νά γίνη αλλιώτικα. Διότι εκείνος ο οποίος ταυτίζεται μέ τούς πλουσίους είναι απόδειξη ότι δέν έχει νοερά προσευχή. Γιά νά έχη νοερά προσευχή, πρέπει νά ταυτισθή μέ τούς πτωχούς».

(π. Ιω. Ρωμανίδης, εις «Εμπειρική Δογματική...», τόμ. Β').

Ἡ ἱστορία συνδέεται στενά μέ τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἐργάσθηκε στόν χρόνο καί τόν χῶρο καί ἡ Ἐκκλησία ζῆ στήν ἱστορική πραγματικότητα. Ἡ γραμμένη ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἱστορία τοῦ κόσμου, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, εἶναι «τά ἴδια τά ἀχνάρια πού ἀφήνει τό πέρασμα τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ἱστορία, βλέπουμε πῶς ὁ Θεός περιπατεῖ ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές τῶν ἀνθρώπων». Γι’ αὐτό «ἀδιαφορία γιά τήν ἱστορία ὁδηγεῖ σέ μιά αἱρετική ξηρότητα, σέ μιά δογματιστική διάθεση». Ἄς προσέξουμε τήν φράση ὅτι ὁ Θεός «περιπατεῖ ἀνάμεσα ἀπό τίς γραμμές τῶν ἀνθρώπων» πού προφανῶς εἶναι ἡ λεγομένη «ἱερά ἱστορία», πού διαφέρει σαφῶς ἀπό τήν κοινή ἱστορία.

Βέβαια, ἡ πραγματική ἐκκλησιαστική ἱστορία δέν ταυτίζεται πλήρως μέ τά ἱστορικά γεγονότα, ἀλλά εἶναι τό ἁγιολόγιο καί τό ἑορτοδρόμιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἀλλιῶς βλέπει τά θέματα ἕνας ἱστορικός καί ἀλλιῶς ἕνας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τήν ἱστορική πραγματικότητα, ἀλλά οὔτε καί νά ταυτισθῆ μέ αὐτήν.

Παράλληλη καί διαφοροποιημένη εἶναι καί ἡ σχέση μεταξύ πολιτικῆς καί θεολογίας. Μερικές φορές πορεύονται παράλληλα, ἀλλά πάντοτε διαχωρίζονται σημαντικά.

Ἡ διένεξη μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, γιά παράδειγμα, ἐπηρεάσθηκε ἀπό πολιτικούς παράγοντες καί συμπορεύθηκαν τά πολιτικά μέ τά θεολογικά αἴτια. Ἡ διαφοροποίηση τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ξεκινοῦσε ἀπό πολιτικές σκοπιμότητες καί ἀκολούθησαν καί τά θεολογικά αἴτια. Ἄλλες φορές γινόταν τό ἀντίστροφο ἤ ἐξελίσσονταν καί παράλληλα.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας

Η «εμπειρία» τού καρκίνου πού ζήσαμε, δέν ήταν απλά μιά «κατάσταση» στή ζωή μας. Ήταν η ίδια η ζωή στήν οριακή της πλευρά μέ τό θάνατο. Από τίς πρώτες μέρες τό ίδιο τό παιδί μου κοιτάζει κατάματα τό ενδεχόμενο τού θανάτου του καί ρωτάει: «τί γίνεται μετά τό θάνατο; Όλα τέλος;». Από εκεί καί πέρα αρχίζει μία αναζήτηση στά τρίσβαθα τού είναι μας. Η ερώτηση ήταν τέτοια πού σχετιζότανε ουσιαστικά μέ τό σκοπό τής ύπαρξής μας.

Ήδη τό νόημα τής ύπαρξης γιά μένα είχε θρυμματιστεί.

Μέ τό χρόνο, διαπίστωσα ότι η επιστήμη, η ιατρική, όπως καί τά διάφορα ψυχοθεραπευτικά καί φιλοσοφικά ρεύματα, αδυνατούν νά δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις σέ οριακά ζητήματα τής ζωής καί τού θανάτου.

...

Αφού «έφυγε» ο Βανής από αυτή τήν ζωή, αφού πέρασε αρκετός χρόνος καί ξαναμελετώντας τά σημάδια τής αλλαγής του, ανακάλυψα τήν δυνατότητα τής θεραπείας τού νού πού είναι δυνατόν νά επιτευχθεί, μόνον όταν ο νούς τού ανθρώπου «αποκαλυφθεί». Δηλαδή, μόνον όταν ο νούς τού ανθρώπου αποκτήσει αδιάλειπτη μνήμη τού Θεού ή αλλιώς είναι συνδεδεμένος μέσω τής νοεράς προσευχής μέ τό Θεό, όπως λένε οι νηπτικοί Πατέρες τού Χριστιανισμού. Έμαθα ότι τό βασικό πρόβλημα στή ζωή μας είναι η ασθένεια τού νού. Όμως μέ τήν ειλικρινή προσευχή ο νούς «εξίσταται τών όντων πάντων». Μέ τήν έκσταση (ίσταμαι έξω τού εαυτού μου, απομακρύνομαι από τά πάθη καί τήν ταραχή τού κόσμου) ο άνθρωπος αρχίζει νά αποκτά αληθινή γνώση τού Θεού.

Η πνευματική αυτή διαδικασία στή ζωή μας έχει καί τά φυσικά της επακόλουθα. Πρώτον από όλα τήν αληθινή θεραπεία. Διαπίστωσα μέσα απ' όσα έζησα μέ τό γιό μου, τήν θεραπευτική αγωγή πού έχει ο Χριστιανισμός καί ιδιαίτερα η Ορθόδοξη Διδασκαλία καί παράδοση τών νηπτικών πατέρων τής πίστης μας, κάτι πού σήμερα έχει χαθεί.

(Μαρίνα Λασηθιωτάκη, «Υπόσχεση», Εκδόσεις «Γρηγόρη»)

...Ο Γέροντας τον ρώτησε πώς κηρύττει (στούς ετεροδόξους). Ο αρχιμανδρίτης, νέος και άπειρος ακόμη, με υπερβολικές μάλλον χειρονομίες απάντησε νευρικά:

-Τους λέω: Η πίστη σας είναι διεστραμμένη. Όλα σ’ εσάς είναι διεστραμμένα, όλα ψεύτικα, κι αν δεν μετανοήσετε, δεν θα σωθήτε.

Σαν τα άκουσε ο Γέροντας, τον ρώτησε:

-Πέστε μας όμως, άγιε αρχιμανδρίτα, αυτοί πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό, πώς είναι ο αληθινός Θεός;

-Αυτό το πιστεύουν.

-Και τιμούν την Παναγία;

-Την τιμούν, αλλά διδάσκουν λανθασμένα πράγματα γι’ αυτήν.

-Και τους αγίους τους παραδέχονται;

-Ναι τους παραδέχονται, αλλά από τότε που αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία, τί αγίους μπορούν να έχουν;

...

Άγιε αρχιμανδρίτα, η ψυχή τους αισθάνεται πώς πράττουν σωστά που πιστεύουν στο Χριστό, που τιμούν την Παναγία και τους αγίους, που τους επικαλούνται στις προσευχές τους. Γι’ αυτό όταν τους λέτε ότι η πίστη τους είναι νόθη, δεν θα σάς ακούσουν... Αν όμως λέγατε στους ανθρώπους πώς καλά κάνουν που πιστεύουν στον Θεό, πώς καλά κάνουν που τιμούν την Παναγία και τους αγίους, που πηγαίνουν να λειτουργηθούν στις Εκκλησίες και που προσεύχονται στα σπίτια τους, πώς κάνουν καλά όταν διαβάζουν τον Λόγο του Θεού κλπ., έχουν όμως εδώ κι εκεί λανθασμένες θεωρίες και πρέπει να τις διορθώσουν και τότε όλα θα είναι καλά και θεάρεστα κι έτσι με τη χάρι του Θεού όλοι θα σωθούμε... “Ο Θεός αγάπη εστί” και γι’ αυτό το κήρυγμα πρέπει να βγαίνη πάντα από την αγάπη. Τότε θα ωφεληθή κι αυτός που κηρύττει κι αυτός που ακούει. Αν τους κατακρίνετε όμως, τότε η ψυχή του λαού δεν θα σάς ακούση και δεν θα προέλθη όφελος.

(Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance