• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - ΓΡΑΠΤΑ ΚΥΡΗΓΜΑΤΑ

ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι μεγάλη Θεομητορική ἑορτή πού δείχνει τό μεγαλεῖο καί τήν δόξα τῆς Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἡ ψυχή καί τό σῶμα τῆς Παναγίας μετά τήν κοίμησή της ἀνέβηκαν στόν οὐρανό καί ἀπό ἐκεῖ μεσιτεύει στόν Υἱό καί Θεό της.

Ἐφέτος, κατά τά καλοκαιρινά γραπτά κηρύγματα στούς Ἱερούς Ναούς, ἀνέλυσα διάφορα λειτουργικά βιβλία πού ἀποτελοῦν ἀπαραίτητα βιβλία γιά κάθε Κληρικό, μοναχό καί Χριστιανό, καί μέ βάση αὐτά τελοῦνται ὅλες οἱ ἱερές ἀκολουθίες. Θεώρησα, λοιπόν, καλόν μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική, καί γιά νά ὑμνήσουμε τό μεγάλο πρόσωπο τῆς Παναγίας μας, νά γίνη λόγος σήμερα αὐτήν τήν μεγάλη ἑορτή, γιά τό βιβλίο πού λέγεται Θεοτοκάριον.

Τό Θεοτοκάριον εἶναι ἕνα λειτουργικό βιβλίο, τό ὁποῖο περιλαμβάνει κανόνες καί τροπάρια προσόμοια στήν Παναγία μας. Τό πρῶτο Θεοτοκάριο εἶναι τοῦ μοναχοῦ Ἀγαπίου Λάνδου τοῦ Κρητός, πού ἐκδόθηκε στήν Βενετία τό ἔτος 1643 καί σέ μεταγενέστερες ἐκδόσεις, καί τό δεύτερο Θεοτοκάριο εἶναι τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.

Σήμερα ἐν χρήσει στίς Ἱερές Μονές εἶναι τό Θεοτοκάριον τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου πού ψάλλεται κάθε ἀπόγευμα στόν Ἑσπερινό στόν ἦχο τῆς κάθε ἑβδομάδος, καί μετά τόν κανόνα ψάλλονται τά προσόμοια τροπάρια.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἔχει συλλέξει πενήντα ἕξι κανόνες, δηλαδή ἑπτά κανόνες γιά τούς ὀκτώ ἤχους. Συγχρόνως, ἔχει προσθέσει καί ἕξι παρακλητικούς κανόνες στήν Παναγία, γιά κάθε θλίψη, γιά κάθε ἀσθένεια, εὐχαριστία μετά τήν νόσο, παρακλητικό ἰαμβικό κανόνα, χαρμόσυνο κανόνα πού ψάλλεται τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, καί εὐχαριστήριο κανόνα πού ψάλλεται στίς Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους τό Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου. Ὁ συνολικός ἀριθμός τῶν κανόνων εἶναι ἑξήντα δύο, οἱ ὁποῖοι συνετέθησαν ἀπό εἴκοσι μεγάλους ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικός ὁ πρῶτος κανόνας τοῦ πρώτου ἤχου ὁ ὁποῖος ψάλλεται τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, καί εἶναι ποίημα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Στόν κανόνα αὐτόν παρουσιάζεται μέ ὡραίους λόγους ἕνας διάλογος μεταξύ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, τῆς Θεομήτορος καί τοῦ Χριστοῦ, καί δείχνει τό ἔργο τῆς Παναγίας μας στήν Ἐκκλησία.

Στό πρῶτο τροπάριο κάθε ὠδῆς τοῦ κανόνος αὐτοῦ ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος δέεται στήν Θεοτόκο γιά τίς ἁμαρτίες του. Στό δεύτερο τροπάριο ἡ Θεοτόκος δέεται στόν Χριστό γιά τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο. Στό τρίτο τροπάριο ὁ Χριστός ἀπαντᾶ στήν Θεοτόκο Μητέρα Του ὅτι δέν εἶναι πραγματική ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, γιατί τά ἔργα του εἶναι ἀντίθετα μέ τήν ἐκζήτηση μετάνοιας. Καί στό τέταρτο τροπάριο ἡ Θεοτόκος μεταφέρει στόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τόν προτρέπει σέ μετάνοια. Ὅλος αὐτός ὁ διάλογος εἶναι ἐκπληκτικός καί ἐκτυλίσσεται μέ δραματικό τρόπο, γιατί φαίνεται ὅτι ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος ζητᾶ τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀλλά ἡ μετάνοιά του δέν εἶναι ἀληθινή καί ὁλοκληρωμένη.

Στόν κανόνα αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος ἐπιμένει, ἡ Θεοτόκος ἐξακολουθεῖ νά πρεσβεύη στόν Υἱό της γιά τόν ἄνθρωπο πού τήν παρακαλεῖ νά μεσιτεύση στόν Χριστό, καί στό τέλος ὁ Χριστός δίνει τήν ἄφεση, ἀλλά ζητᾶ ἀπό τήν Θεοτόκο νά τοῦ πῆ νά παύση νά ἁμαρτάνη. Ἡ Θεοτόκος μεταβιβάζει αὐτόν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ στόν ἄνθρωπο καί τοῦ συνιστᾶ νά προσέχη, ὥστε ὁ ὑπόλοιπος βίος του νά εἶναι θεάρεστος, γιά νά ἀπολαύση τόν Παράδεισο.

Μέ ἕναν ὡραῖο καί ἐπαγωγικό τρόπο στόν κανόνα αὐτό φαίνεται ποιό εἶναι τό ἔργο τῆς Θεοτόκου, τί σημαίνει ἡ μεσιτεία της καί πῶς ὁ Χριστός συγχωρεῖ τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι, στόν διάλογο αὐτό φαίνεται καθαρά ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἁμαρτία, τήν μετάνοια καί τήν συγχώρηση, καθώς, ἐπίσης, καί ἡ θεολογία γιά τήν σχέση μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Προοίμιο τοῦ Θεοτοκαρίου γράφει ὅτι συνέλεξε ὅλους αὐτούς τούς ἀσματικούς κανόνες, πού ἦταν σέ πολλά Θεοτοκάρια στίς Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί τούς τύπωσε «εἰς δόξαν τῆς Ἀειπαρθένου καί εἰς κοινήν ἁπάντων τῶν Χριστιανῶν καί εὐλαβῶν ἐραστῶν τῆς Θεοτόκου ὠφέλειαν». Καί στήν συνέχεια γράφει: «Καί καθώς ἀπό ἕνα ὡραῖον περιβόλι ἐκλέγεται ἀπό τά ἐκεῖσε εὑρισκόμενα ἄνθη ἕνας πολυειδής στέφανος καί προσφέρεται εἰς τόν ἐπί γῆς βασιλέα ὡς δῶρον πολύτιμον, οὕτω δή καί ἀπό ὅλους τούς ἀσματικούς κανόνας τῆς Θεοτόκου, τούς εὑρισκομένους εἰς τό ἁγιώνυμον Ὄρος, τόν ἀλληγορικόν τῆς Ἀειπαρθένου παράδεισον, ἐδιαλέχθη ὁ παρών ποικιλόχροος ἀρωματόπνοος καί πολυανθοστόλιστος στέφανος, καί προσφέρεται μετά πόθου πολλοῦ καί εὐλαβείας εἰς αὐτήν τήν παντοβασίλισσαν τῶν οὐρανῶν Θεοτόκον, δῶρον ὄντα εἰς αὐτήν ποθεινότερον ἀπό τόν χρυσοτάλαντον καί βαρύτιμον στέφανον τοῦ Μολχόμ (Β΄ Βασιλ. ιβ΄, 30), τόν ὁποῖον ἐφόρει ὁ βασιλεύς Δαβίδ εἰς τήν κεφαλήν, ἀπό τόν δωδεκάστερον στέφανον τῆς Ἀποκαλύψεως, καί ἁπλῶς ἀπό ὅλους τούς λιθομαργαροχρύσους στεφάνους τῶν ἐπί γῆς βασιλέων».

Συνηθίζουμε νά προσφέρουμε στεφάνια ἀπό λουλούδια στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας μας. Καλό εἶναι αὐτό καί εὐλογημένο. Ἀλλά πάνω ἀπό ὅλα εἶναι εὐλογημένο νά καταθέτουμε στήν Παναγία μας καί τόν Χριστό ἕνα στεφάνι ἀπό τά ἄνθη τῆς προσευχῆς μας, τῆς μετάνοιάς μας καί τῆς ἀγάπης μας πρός αὐτούς.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης συνιστοῦσε σέ μιά μοναχή: «Νά διαβάζης κάθε μέρα ἕναν κανόνα ἀπό τό Θεοτοκάριο καί θά δῆς, θά ἀποκτήσης λεβεντιά... Τό Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται ἡ καρδιά, συγκινεῖται».
Χρόνια πολλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἡ Παναγία βοήθειά μας, νά πρεσβεύη στόν Χριστό γιά μᾶς, γιά τήν ὑγεία μας, τήν ψυχική καί τήν σωματική.

Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ 2018

Ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου φαίνονται διάχυτα μέσα στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, δηλαδή στήν δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στήν ὑμνογραφία της. Πάντα ὑμνεῖται ἡ Παναγία ὡς ἡ Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως» ἀναγνωρίζεται ἡ προσφορά της στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁμολογοῦμε: «Τόν δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα». Δηλαδή, ὁ Χριστός σαρκώθηκε γιά τήν σωτηρία μας ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα καί τήν Παρθένο Μαρία.

Ἐδῶ γίνεται λόγος γιά τήν παρθενία τῆς Παναγίας. Ἀλλά καί πρίν τήν Α΄ (πρώτη) Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου καταρτίσθηκαν τά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἡ Ἐκκλησία ἀποδίδει ἰδιαίτερο σεβασμό στήν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ἤδη ἀπό τόν 2ο αἰώνα μ.Χ. ὀνομάζεται «Παρθένος», «Παρθένος Μαρία», «Μήτηρ ζώντων», «Μήτηρ τῶν πιστῶν», «Παρθένος Μακαριστή», «Ἄσπιλος Ἐκκλησία», «Ἁγία Θεοτόκος», «Θεοτόκος Παρθένος Μαρία» κ.ἄ.

Ἰδιαιτέρως ἀπό τήν Γ΄ (τρίτη) Οἰκουμενική Σύνοδο, στήν ὁποία ἀναπτύχθηκε ἡ ὀρθόδοξη θεολογία γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί μετά ἀπό τήν Σύνοδο αὐτή παρουσιάσθηκε ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία ἔδωσε τήν σάρκα της στόν Θεό καί μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα συνέλαβε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ἡ ἁγία Θεοτόκος καί ἡ ἀειπάρθενος Μαρία.

Ἔτσι ἀναπτύχθηκαν ἰδιαιτέρως οἱ Θεομητορικές ἑορτές ἀπό τήν σύλληψή της μέχρι τήν ἔνδοξη κοίμησή της καί τήν ἄνοδό της μαζί μέ τό σῶμα της στούς οὐρανούς. Πρόκειται γιά ἕνα θριαμβευτικό γεγονός, μιά ὑπόθεση χαρᾶς καί εὐφροσύνης ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι ἡ «ἁγία ἁγίων μείζων», εἶναι «ἡ ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν», εἶναι «ἡ Θεός μετά Θεόν τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος κατέχουσα».

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι ὁ Θεός γιά νά δημιουργήση τήν προμήτορα Εὔα ἔλαβε ἐμψυχωμένη πλευρά ἀπό τόν Ἀδάμ τήν ὁποία ἀνοικοδόμησε σέ γυναίκα, καί γι’ αὐτό δέν ἐμφύσησε πνοή ζωῆς σέ αὐτήν, ὅπως τό ἔκανε στόν Ἀδάμ. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔλαβε ἀπό τήν ἁγία Θεοτόκο καί ἀειπάρθενο Μαρία «ἐμψυχωμένην σάρκα» καί ὁ πλαστουργός καί κτίστης Θεός ἕνωσε αὐτήν μέ τήν δική Του ἀκατάληπτη καί ἀπρόσιτη οὐσία καί τήν οἰκοδόμησε στόν ἑαυτό Του Ναόν ἅγιον. Ἔτσι, ὁ ποιητής τοῦ Ἀδάμ ἔγινε ἄνθρωπος ἀναλλοιώτως καί ἀτρέπτως. Καί ὅπως ὁ Ἀδάμ δημιουργήθηκε ἀπό τήν γῆ χωρίς ἀνθρώπινο σπέρμα, ἔτσι καί ὁ Χριστός προσέλαβε σῶμα ἀπό τήν θυγατέρα αὐτοῦ, τήν Μαρία τήν ἀειπάρθενο καί Θεοτόκο καί τήν ἀνέλαβε «ἄνευ σπορᾶς».

Σέ ἄλλη ὁμιλία του ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι ὁ Θεός Λόγος ἔλαβε σάρκα ἀπό τήν ἁγνή Θεοτόκο, καί ἔδωκε ἀντί αὐτῆς ὄχι σάρκα «ἀλλά πνεῦμα οὐσιωδῶς ἅγιον». Καί ὅπως ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ ἔγινε ἡ γυναίκα καί ὅλοι οἱ θνητοί ἄνθρωποι ἀπό αὐτήν, ἔτσι καί «ὁ ἀνήρ Χριστός ὁ Θεός» ἔγινε ἀπό τήν γυναίκα αὐτήν, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί ἀπό Αὐτήν γίνονται ὅλοι ἀθάνατοι.

Δέν ὑπάρχει ἅγιος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας πού δέν τιμᾶ τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί δέν ἐπαινεῖ τήν συνδρομή της στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Αὐτή ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου φαίνεται καί στήν Κοίμησή της, πού εἶναι καί λέγεται ἔνδοξη. Ἑορτάζουμε σήμερα τόν θάνατο τῆς Παναγίας καί τόν ὀνομάζουμε Κοίμηση, καί μάλιστα ἔνδοξη Κοίμηση. Συνδέουμε τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου μέ τήν μετάστασή της πρός τούς οὐρανούς, καί τήν αἰώνια παρουσία της στήν Ἐκκλησία καί τήν ἀνθρωπότητα.

Καί αὐτό, ἐκτός ἀπό ἄλλα, δείχνει ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν νίκη Του πάνω στόν θάνατο, ἔγινε Αὐτός τό φάρμακο τῆς ἀθανασίας γιά ὅλους ὅσοι συνδέονται μαζί Του. Αὐτό πού ἔγινε μέ τήν Παναγία, κατ' ἀναλογία, μπορεῖ νά γίνη καί μέ μᾶς, ὅταν συνδεόμαστε μέ τόν Χριστό καί λαμβάνουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του ὡς «φάρμακο ἀθανασίας».

Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἡ Παναγία συνέλαβε τόν Χριστό δείχνει, ἀναλογικά, καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο συλλαμβάνουμε καί ἐμεῖς πνευματικά τόν Χριστό στήν καρδιά μας. Καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δοξάσθηκε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, καί κατά τήν Κοίμησή της, δείχνει ἀναλογικά τόν τρόπο πού θά δοξασθοῦν ὅσοι συνδέονται μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό.

Ὅλα αὐτά δέν εἶναι θεωρητικές ἀλήθειες, ἀλλά ζωντανές πραγματικότητες. Ἑορτάζοντας τήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν ἄνοδό της στούς οὐρανούς, λαμβάνουμε καί ἐμεῖς θάρρος, δύναμη, ἐλπίδα, πίστη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή καί ὅσοι συνδέονται μαζί Του δέν φοβοῦνται τίς ἀρρώστιες καί τόν θάνατο.

Εὔχομαι σέ ὅλους σας χρόνια πολλά καί ἡ Παναγία νά εἶναι βοηθός καί προστάτης στήν ζωή μας.

Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Γραπτὰ Κηρύγματα Καλοκαιριοῦ 2021

Κυριακή, 4 Ἰουλίου.   «Ὁ Ἐπίσκοπος»

Ἀκοῦστε τὸ κήρυγμα ΕΔΩ

 

Μέ τήν σημερινή Κυριακή ἀρχίζουμε τά Κυριακάτικα κηρύγματα σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Μητροπόλεώς μας τόν Ἰούλιο καί τόν Αὔγουστο, ὅπως γίνεται στά εἴκοσι ἕξι (26) χρόνια τῆς Ἐπισκοπικῆς μου διακονίας.

Ἐφέτος τά σύντομα αὐτά εὐχαριστιακά κηρύγματα θά ἀναφερθοῦν στό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα καί θά προσδιορισθοῦν ποιοί ἀποτελοῦν μέλη αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὥστε νά ξέρουμε «πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστίν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. γ΄, 15).

Θά ἀρχίσω μέ τόν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ βάση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος, ὡς διάδοχος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα Χριστοῦ καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ἀνευρίσκεται στίς ἐπιστολές του. Ἔτσι, ὁ Ἐπίσκοπος δέν εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος ἤ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, ὡσάν ὁ Χριστός νά ἐγκατέλειψε τήν Ἐκκλησία Του καί νά ζῆ στούς οὐρανούς, καί γι’ αὐτό ἄφησε τήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας στούς Ἐπισκόπους∙ ὁ Ἐπίσκοπος δέν εἶναι βικάριος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι ἡ μυστηριακή παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν Ἐκκλησία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός, ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας διευθύνει τήν Ἐκκλησία διά τῶν Ἐπισκόπων.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στούς ἁγίους Ἀποστόλους Του: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ· ὁ δέ ἐμέ ἀθετῶν ἀθετεῖ τόν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. ι΄,16). Αὐτό ἰσχύει καί γιά τούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νά θεωρῆ ὅτι εἶναι διάκονος τοῦ Χριστοῦ καί ὅτι πρέπει νά ἐκφράζη ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νά ζῆ στήν Ἐκκλησία ὡς συνεχιστής τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἔχοντας τήν ἀποστολική παράδοση, ὡς ζωή καί διδασκαλία, καί τήν ἀποστολική διαδοχή ὡς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων μέ σειρά χειροτονιῶν καί χάρισμα ὀρθοδόξου διδασκαλίας.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο σέ κάθε θεία Λειτουργία οἱ Πρεσβύτεροι μνημονεύουν τόν Ἐπίσκοπό τους ἀμέσως μετά τήν μεταβολή τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ: «Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (μνημονεύει τό ὄνομα) ὅν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις, σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾷ, μακροημερεύοντα καί ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας». Εὔχεται, δηλαδή, στόν Θεό νά διατηρῆ τόν Ἐπίσκοπό του μέ ὑγεία σωματική, νά μακροημερεύη καί νά ὀρθοτομῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ λέξη ἐπίσκοπος στήν ἀρχαία ἐποχή ἀποδιδόταν στόν παρατηρητή καί ἐπιθεωρητή, ἀφοῦ προέρχεται ἀπό τό ρῆμα ἐπισκοπῶ πού ἑρμηνεύεται ὅτι
εἶναι ἐπί τόν σκοπό, σέ μιά ὑψηλότερη θέση καί παρακολουθεῖ. Στήν γλώσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης δηλώνει τόν Κληρικό ἐκεῖνον πού τίθεται σέ ὑψηλό βαθμό γιά νά παρατηρῆ, νά διδάσκη, νά καθοδηγῆ ἕνα συγκεκριμένο λογικό ποίμνιο, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ πρῶτοι Ἐπίσκοποι πού εἶναι γνωστοί στήν Ἐκκλησία εἶναι ὁ Τιμόθεος καί ὁ Τίτος, τούς ὁποίους ἔθεσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Ἔφεσο καί τήν Κρήτη ἀντίστοιχα γιά νά ποιμαίνουν τίς συγκεκριμένες τοπικές Ἐκκλησίες. Εἶναι δέ γνωστές οἱ ποιμαντικές Ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στόν Τιμόθεο καί τόν Τίτο, στίς ὁποῖες παρουσιάζονται ὅλες οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ καί τά καθήκοντά τους ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ Ἀποστολικός Πατέρας ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας ὁμιλώντας γιά τόν ἅγιο Πολύκαρπο, Ἐπίσκοπο Σμύρνης τόν ἀποκαλεῖ «ἀξιόθεον Ἐπίσκοπον», καί σέ ἄλλη Ἐπιστολή του γράφει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «τύπος τοῦ Πατρός» καί προκαθήμενος στήν Ἐκκλησία «εἰς τύπον Θεοῦ». Στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου οἱ Ἐπίσκοποι καλοῦνται Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀσκοῦν τό ἔργο τῶν ἀγγέλων, δηλαδή δοξάζουν τόν Θεό, διαλαλοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί διακονοῦν τούς Χριστιανούς.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, προκειμένου νά ὑπάρχη ἑνότητα μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους καθόρισαν τόν τρόπο τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ Πρώτη (Α΄) Οἰκουμενική Σύνοδος εἰσήγαγε τό Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, ὁπότε οἱ Ἐπίσκοποι τῆς ἕδρας τῆς Μητροπόλεως ὀνομάσθηκαν Μητροπολίτες, καί στήν συνέχεια οἱ ἑπόμενες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τό ἐξαρχικό καί πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως, ὁπότε οἱ συγκεκριμένοι Ἐπίσκοποι ὀνομάσθηκαν Ἔξαρχοι καί Πατριάρχες. Ἔτσι, ὑπάρχει τό λεγόμενο συνοδικό καί ἱεραρχικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο κατοχυρώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους διά τῶν ἱερῶν κανόνων καί γι’ αὐτό πρέπει νά τό σεβόμαστε, ὅπως σεβόμαστε καί τούς ὅρους πού θέσπισαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι.

Οἱ ἱεροί κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καθόρισαν τόν τρόπο τῆς ἐκλογῆς καί τῆς χειροτονίας τῶν Ἐπισκόπων, τῶν Μητροπολιτῶν καί τῶν Πατριαρχῶν, καθώς ἐπίσης καθόρισαν καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά λειτουργοῦν καί θά διοικοῦν τίς Ἐπαρχίες τους. Αὐτό συγκεκριμενοποιεῖται σέ δύο βασικές θεολογικές ἀρχές, δηλαδή στό «δίκαιον τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιον τῶν κρίσεων». Αὐτό δηλώνει τόν τρόπο πού ἐκλέγονται καί χειροτονοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον κρίνονται γιά δογματικά καί κανονικά παραπτώματα. Πάντως, αὐτοί πού ἐκλέγουν-χειροτονοῦν, αὐτοί καί
κρίνουν τούς χειροτονημένους.

Ἕνας βασικός ἐκκλησιαστικός κανόνας εἶναι ὅτι σέ κάθε Ἐπισκοπή εἶναι ἕνας Ἐπίσκοπος, σέ κάθε Μητρόπολη ἕνας Μητροπολίτης καί σέ κάθε Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἶναι ἕνας ὁ Πρῶτος. Αὐτό γίνεται γιατί, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, μία εἶναι ἡ κεφαλή κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, ἀφοῦ κάθε τοπική Ἐκκλησία εἶναι ἐν σμικρογραφίᾳ ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία.

Ὕστερα ἀπό τά ἀνωτέρω φαίνεται ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει καθήκοντα ἔναντι τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν, ἀλλά καί οἱ Χριστιανοί ὀφείλουν νά ἀποδέχωνται καί νά τιμοῦν τόν Ἐπίσκοπό τους. Ἄν ὑπάρχουν δυσαρμονίες μεταξύ τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν Χριστιανῶν, αὐτές ἐπιλύονται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο.

Φυσικά, ἐννοεῖται ὅτι καί ὁ κάθε Ἐπίσκοπος δέν εἶναι «αὐτοδέσποτος», ἀλλά εἶναι Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διοικεῖται συνοδικῶς, γι’ αὐτό
ὀφείλει ὑπακοή στόν Συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, τήν Ἱερά Σύνοδο, τῆς ὁποίας Πρόεδρος εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἤ ὁ Πατριάρχης. Ἔτσι, ὅπως ὁ
Πρεσβύτερος, ὅταν λειτουργῆ, μνημονεύει τόν Ἐπίσκοπό του, καί ὁ Ἐπίσκοπος ὅταν λειτουργῆ, μνημονεύει τήν Ἱερά Σύνοδό του ἤ τόν Πρόεδρό της. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τάξεως καί ὄχι ἀταξίας.

 

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Ἱερόθεος

Γραπτὰ Κηρύγματα Καλοκαιριοῦ 2021

Κυριακή, 18 Ἰουλίου.   «Ὁ Διάκονος»


Ὁ Διάκονος εἶναι ὁ πρῶτος βαθμός τῆς Ἱερωσύνης, δηλαδή εἶναι ὁ εἰσαγωγικός βαθμός, πού σημαίνει πρῶτα γίνεται κανείς Διάκονος, ἔπειτα γίνεται Πρεσβύτερος καί στήν συνέχεια λίγοι ἀπό τούς Πρεσβυτέρους ἐκλέγονται Ἐπίσκοποι.

Ἤδη ἀπό τήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως περιγράφεται στίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», εἰσάγεται ὁ βαθμός τοῦ Διακόνου. Στό ἕκτο κεφάλαιο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» γράφεται ὅτι, ἐπειδή αὐξήθηκε ὁ ἀριθμός τῶν πρώτων μαθητῶν, ἄρχισαν νά ἐμφανίζωνται παράπονα ἀπό τούς ἑλλη-νόφωνους ὅτι παραθεωροῦντο ἀπό τούς ἑβραιόφωνους οἱ χῆρες τους κατά τήν διανομή τῶν καθημερινῶν τροφίμων. Τότε οἱ Ἀπόστολοι θεώρησαν ὅτι δέν ἦταν καλό νά ἀφήσουν τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολοῦνται μέ τήν διακονία τῶν τραπεζιῶν. Ἔτσι, προέτρεψαν τούς Χριστιανούς νά βροῦν ἑπτά ἄνδρες πού νά εἶναι γεμάτοι ἀπό Ἅγιον Πνεῦμα καί σοφία, τούς ὁποίους αὐτοί θά ὁρίσουν νά κάνουν αὐτό τό ἔργο.

Ὅταν οἱ Χριστιανοί ἄκουσαν αὐτόν τόν λόγο, ἐξέλεξαν ἑπτά ἄνδρες, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβανόταν ὁ Στέφανος πού ἦταν «πλήρης πί-στεως καί Πνεύματος Ἁγίου», τούς ὁποίους ἔφεραν μπροστά στούς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ προσευχήθηκαν ἔβαλαν τά χέρια τους πάνω στά κεφάλια τους (Πράξ. στ΄, 1-6) καί τούς χειροτόνησαν.

Στό γεγονός αὐτό φαίνεται ἡ πρώτη χειροτονία τῶν Διακόνων. Παρατηροῦμε ὅτι οἱ Χριστιανοί, κατά προτροπή τῶν Ἀποστόλων, ἐπιλέγουν καί οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦν, θέτοντας τά χέρια τους πάνω στά κεφάλια τους, ὁπότε ὑπάρχει σαφέστατη διάκριση τῶν ρόλων μεταξύ τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Χριστιανῶν. Δέν ἐπιλέγουν οἱ Ἀπόστολοι γιά νά χειροτονήσουν οἱ Χριστιανοί, οὔτε χειροτονοῦν οἱ Ἀπόστολοι χωρίς τήν ἐπιλογή τῶν Χριστια-νῶν ἔπειτα ἀπό προτροπή τῶν Ἀποστόλων.

Ἔπειτα, καταγράφονται καί τά οὐσιαστικά προσόντα γιά νά γίνη κάποιος Διάκονος, ὅτι δηλαδή πρέπει νά εἶναι «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου». Ἄν ἀναλυθῆ τό τί σημαίνει αὐτή ἡ φράση, μπορεῖ νά καταλάβη κανείς πῶς εἰσάγεται κάποιος στήν Ἱερωσύνη. Τό νά ἔχη κάποιος τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά εἶναι «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἔχη αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἐκφράζεται μέ μεγάλη ἀγάπη γιά τόν Θεό, μέ νοερά-καρδιακή προσευχή καί μέ θεοπτία.

Αὐτό τό βλέπουμε στόν Πρωτοδιάκονο Στέφανο, ὁ ὁποῖος, ὅταν βρέθηκε μπροστά στό Συνέδριο, εἶδε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, καί τόν Χριστό νά στέκεται στά δεξιά τοῦ Πατρός καί τό πρόσωπο αὐτοῦ νά λάμπη ὅπως τό πρόσωπο τοῦ ἀγγέλου (Πράξ. ζ΄, 55-56 καί Πράξ. στ΄, 15).
Ἐπίσης, ἡ ἀνάδειξη τῶν Διακόνων δέν ἦταν μιά πράξη ἐπιλογῆς καί διορισμοῦ, ἀλλά χειροτονίας, πού εἶναι Μυστήριο. Αὐτήν τήν σημασία ἔχει ἡ φράση «οὕς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων‧ καί προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τάς χεῖρας» (Πράξ. στ΄, 6).

Βεβαίως, πρέπει νά προσδιορισθῆ ὅτι ὁ σκοπός τῶν χειροτονίας τῶν Διακόνων ἦταν γιά νά διοκονήσουν στήν καθημερινή διανομή τῶν ἀναγκαίων τροφίμων, στήν «διακονία τῶν τραπεζῶν», πού σημαίνει ὅλα τά ἔργα πού γίνονται στήν Ἐκκλησία εἶναι ἱερά καί εὐλογημένα. Καί τό ἔργο τῆς διακονίας στίς ὑλικές ἀνάγκες τῶν Χριστιανῶν ἀπαιτεῖ ἀνθρώπους πού ἔχουν Ἅγιον Πνεῦμα καί πολλές ἄλλες πνευματικές προϋποθέσεις, ὅπως τό βλέπουμε στίς Ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (βλ. Α΄ Τιμ. γ΄, 8-10).

Ἔτσι, οἱ Διάκονοι διακονοῦν τούς Χριστιανούς, ἀλλά διακονοῦν καί τούς Ἐπισκόπους καί τούς Πρεσβυτέρους. Φυσικά, προστέθησαν καί ἄλλα καθήκοντα, ὅπως νά διακονοῦν στήν Ἁγία Τράπεζα καί νά βοηθοῦν τούς Ἐπισκόπους καί Πρεσβυτέρους στήν θεία Λειτουργία καί στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Στήν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται καθαρά ὅτι οἱ Διάκονοι εἶχαν ἔργο διακονικόν, ὅπως γράφεται στίς «Ἀποστολικές Διαταγές». Σύμφωνα μέ αὐτές ὁ Διάκονος δέν εὐλογεῖ, δέν δίνει εὐλογίες, ἀλλά λαμβάνει εὐλογίες ἀπό τόν Ἐπίσκοπο καί τούς Πρεσβυτέρους, οὔτε βαπτίζει, οὔτε προσφέρει τήν θεία Λειτουργία, ἀλλά αὐτός δίνει τήν θεία Κοινωνία στόν λαό. Ὁ Διάκονος δέν ἔχει ἔργο, οὔτε εὐλογία νά προσφέρη θυσία ἤ νά βαπτίζη ἤ νά δίνη μικρή ἤ μεγάλη εὐλογία. Ἔτσι, τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ Διακόνου εἶναι νά ὑπηρετῆ καί νά βοηθᾶ τόν Ἐπίσκοπο στόν λειτουργικό τομέα καί στόν τομέα τῆς φιλανθρωπίας.

Ὁ Διάκονος, ὅπως χαρακτηρίζεται στίς «Ἀποστολικές Διαταγές», εἶναι «ἀκοή καί ὀφθαλμός καί στόμα, καρδία τε καί ψυχή» τοῦ Ἐπισκόπου. Χαρακτηρίζεται ὀφθαλμός τοῦ Ἐπισκόπου, ἐπειδή ἀγρυπνεῖ γιά τήν τήρηση τῆς τάξεως καί τῆς πίστεως. Χαρακτηρίζεται ἀκοή τοῦ Ἐπισκόπου, διότι μεταφέρει στόν Ἐπίσκοπο τά αἰτήματα καί τά παράπονα τῶν πιστῶν. Εἶναι στόμα τοῦ Ἐπισκόπου, ἐπειδή κηρύττει ἀντί αὐτοῦ καί μεταφέρει τίς ἀποφάσεις του στόν λαό. Καί εἶναι ψυχή καί καρδιά τοῦ Ἐπισκόπου, διότι δι’ αὐτοῦ γίνονται αἰσθητές οἱ ἀνάγκες τῶν ἐνδεῶν καί δι’ αὐτοῦ ὁ Ἐπίσκοπος ἀνταποκρίνεται σέ αὐτές.

Σήμερα βλέπουμε τόν Διάκονο νά κάνη τό ἔργο του κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας, κατά τήν ὁποία ἀναφέρει τά αἰτήματα τῶν πιστῶν στόν Θεό, καθώς ἐπίσης ἀναγινώσκει τό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὡς διάκονος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί μεταδίδει τήν θεία Κοινωνία στούς Χριστιανούς πού ἔχουν ἑτοιμασθῆ κατάλληλα γιά νά κοινωνήσουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Μεγάλη εἶναι ἡ τιμή νά εἶναι κανείς Διάκονος τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν Πρεσβυτέρων, ἀλλά καί νά διακονῆ τούς πιστούς Χριστιανούς. Ὁ Διάκονος βρίσκεται στό μέσον μεταξύ τοῦ λαοῦ καί τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν Πρεσβυτέρων. Δέν τελεῖ τά Μυστήρια, ἀλλά συμμετέχει καί διακονεῖ στά Μυστήρια, ἰδιαιτέρως στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπως οἱ Ἄγγελοι. Ἄλλωστε αὐτό δείχνει καί τό ὀράριό του.

Ἐπειδή ὁ Διάκονος διακονεῖ τόν λαό, γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει ὅτι εἶναι «εἰς τύπον τοῦ Χριστοῦ», ἐπειδή ὁ Χριστός διακονεῖ τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «εἰς τύπον τοῦ Πατρός».

Στίς ἡμέρες μας ἡ ἔλλειψη πολλῶν Πρεσβυτέρων γιά νά καλύψουν τά ἱερά Θυσιαστήρια τῶν Ἐνοριῶν συνετέλεσε στό νά ὑπάρχη καί ἔλλειψη Διακόνων. Ὅλοι οἱ Κληρικοί πρῶτα γίνονται Διάκονοι, ἀλλά σέ ἕνα σύντομο χρονικό διάστημα ἀνέρχονται στήν βαθμίδα τῶν Πρεσβυτέρων, ὁπότε ὁ βαθμός τοῦ Διακόνου συνήθως θεωρεῖται ὡς ἕνας βαθμός καί χρόνος προετοιμασίας γιά νά γίνη κάποιος Πρεσβύτερος.

Αὐτό συνετέλεσε στό νά ἐκλείψη καί ὁ βαθμός τοῦ ὑποδιακόνου πού ἀνήκει στόν κατώτερο κλῆρο καί δημιουργήθηκε γιά νά ἀναπληρώνη τόν Διάκονο σέ μερικές λειτουργικές πράξεις, ὄχι σέ ὅλες, ἀλλά καί νά βοηθήση τόν Διάκονο στό ἔργο του, ὅπως στήν φύλαξη τῶν θυρῶν, μετά πού ἀποχωροῦσαν οἱ κατηχούμενοι. Γι’ αὐτό ἡ χειροθεσία τοῦ ὑποδιακόνου γίνεται ἐκτός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου καί δίνει στόν Ἀρχιερέα νερό νά πλύνη τά χέρια του, γι’ αὐτό ἐκφωνεῖ: «ὅσοι πιστοί». Δηλαδή, ἀφοῦ ἔφυγαν ἀπό τόν Ἱερό Ναό οἱ κατηχούμενοι καί οἱ ἁμαρτήσαντες, παρέμειναν στόν Ναό οἱ πιστοί καί αὐτό τό ἀναγγέλλει ἐπισήμως στόν Ἐπίσκοπο, μέ τό «ὅσοι πιστοί», καί τοῦ προσφέρει τό νερό γιά νά πλύνη τά χέρια του καί νά ἀρχίση ἡ θεία Λειτουργία.
Μεγάλο ἔργο εἶναι τό νά διακονῆ κανείς τόν Θεό καί τούς Χριστιανούς.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Ἱερόθεος

Γραπτὰ Κηρύγματα Καλοκαιριοῦ 2021

Κυριακή, 25 Ἰουλίου.   «Ὁ Μοναχός»

Οἱ μοναχοί ὡς ἰδιαίτερη τάξη ἀναπτύχθηκε στήν πορεία τοῦ χρόνου. Ὑπῆρχαν ἀνέκαθεν οἱ ἀναχωρητές, ὅπως τό διαβάζουμε στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ζοῦσαν στά ὄρη, τά σπήλαια καί τίς ὀπές τῆς γῆς (βλ. Ἑβρ. κεφ. ια΄). Μετά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν ἐμφανίσθηκε μιά τάση μεταξύ τῶν Χριστιανῶν νά ἐξέρχωνται ἀπό τίς πόλεις καί νά ζοῦν στά βουνά καί ἔτσι ὑπῆρξαν οἱ μοναχοί πού ζοῦσαν σέ Σκῆτες καί Μοναστήρια.

Ὅπως βλέπουμε στήν ἀρχαία Ἐκκλησία μεταξύ τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν διαμορφώθηκε μία τάξη πού εἶναι ἡ μοναχική τάξη. Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης τούς ὀνομάζει «θεραπευτές», ἐπειδή προσεύχονται στόν Θεό, καί εἶναι ἡ πρώτη τάξη στήν Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία μεταξύ τῶν λαϊκῶν. Δηλαδή, στήν Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία ἀνήκουν οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ Πρεσβύτεροι, οἱ Διάκονοι καί ἀμέσως μετά ἡ τάξη τῶν λαϊκῶν, ἀπό τήν ὁποία πρῶτοι εἶναι οἱ μοναχοί.

Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης γράφει ὅτι οἱ μοναχοί ἀποτελοῦν ἰδιαίτερη τάξη, ἡ ὁποία εἶναι «εὐθύς μετά τούς ἱερωμένους».

Ἱδρυτής τοῦ κοινοβιακοῦ θεσμοῦ θεωρεῖται ὁ ὅσιος Παχώμιος, ὁ ὁποῖος συγκέντρωσε τούς ἐρημίτες καί ἀναχωρητές σέ Κοινόβια καί ἔτσι ἄρχισε νά λειτουργῆ ὁ κοινοβιακός θεσμός. Διοργανωτής τοῦ κοινοβιακοῦ θεσμοῦ εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τά κείμενα πού ἔγραψε μέ τίτλους «Ὅροι κατά πλάτος», «Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν», «Ἀσκητική προδιατύπωσις» καί «Λόγος ἀσκητικός». Ὁ ἴδιος γιά ἕνα διάστημα ἦταν ἐρημίτης μοναχός, στόν Ἴριν ποταμό, γνώρισε δέ πολλούς μοναχούς καί μέ τήν γνώση αὐτή πού ἀπέκτησε διοργάνωσε, κατά τρόπο ὑποδειγματικό, τόν μοναχικό βίο.

Οἱ ἱεροί Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καθόρισαν τίς προϋποθέσεις τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἔτσι, γιά νά γίνη ἡ μοναχική κουρά πρέπει νά δοκιμασθῆ ὁ ἄνθρωπος τρία χρόνια, καί ὁ χρόνος αὐτός συντέμνεται ἤ αὐξάνεται, πρέπει νά ὑπάρχη ἐλεύθερη ἐπιλογή χωρίς ἐξαναγκασμό, νά εἶναι κατάλληλη ἡλικία τοῦ προσερχομένου γιά νά λάβη τό μοναχικό σχῆμα. Κατά τήν εἰδική ἀκολουθία δίνονται μοναχικές ὑποσχέσεις, κυρίως τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας καί τῆς ἀκτημοσύνης, καί βέβαια ὁ μοναχός ἀναλαμβάνει ὁρισμένες ὑποχρεώσεις, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀναλάβη κοσμικές φροντίδες καί μέριμνες καί πολλά ἄλλα.

Ὁ Ἐπίσκοπος-Μητροπολίτης εἶναι τό κέντρο τῆς Ἐπισκοπῆς-Μητροπόλεώς του, γι’ αὐτό τά Μοναστήρια λειτουργοῦν κάτω ἀπό τήν δική του ἐπίβλεψη, ὅπως γίνεται καί μέ τίς Ἐνορίες. Βεβαίως, οἱ Ἱερές Μονές διοικοῦνται ἀπό τά Ἡγουμενοσυμβούλια, ἀλλά πάντοτε κάτω ἀπό τήν εὐλογία καί τήν ἔγκριση τοῦ Ἐπισκόπου-Μητροπολίτου. Ἔτσι, ἔχουν αὐτοτελῆ διοίκηση, ὅπως καί τά Ἐνοριακά Συμβούλια, ἀλλά δέν εἶναι οὔτε ἀνεξάρτητα οὔτε αὐτόνομα ἀπό τόν Μητροπολίτη τους.

Οἱ ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καθορίζουν σαφῶς τίς σχέσεις μεταξύ τῶν Μητροπολιτῶν καί τῶν Ἱερῶν Μονῶν. Σημαντικοί Κανόνες εἶναι τῆς Τετάρτης (Δ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνεκλήθη στήν Χαλκηδόνα τό 451 μ.Χ.

Στόν τέταρτο (4) Κανόνα τῆς Συνόδου αὐτῆς γράφεται κατ’ ἀρχάς ὅτι ὅσοι μέ εἰλικρίνεια ἀκολουθοῦν τόν μοναχικό βίο, πρέπει νά θεωροῦνται ἄξιοι τῆς τιμῆς πού τούς ἁρμόζει. Ἐπειδή, ὅμως, κάποιοι, χρησιμοποιώντας τήν ἰδιότητα τοῦ μοναχοῦ, δημιουργοῦν προβλήματα στούς Χριστιανούς, ἀποφασίσθηκε κανένας νά μήν ἱδρύη Μοναστήρι ἤ Εὐκτήριο Οἶκο «παρά τήν γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου», καί ὅσοι εἶναι μοναχοί στήν πόλη καί τήν χώρα νά ὑποτάσσωνται στόν Ἐπίσκοπο καί νά ἀγαποῦν τήν ἡσυχία καί τήν προσευχή, παραμένοντας στούς τόπους πού τάχθηκαν ὡς μοναχοί.

Τό ἴδιο καί ὁ ὄγδοος (8ος) Κανόνας τῆς ἴδιας Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατάσσει, ὥστε οἱ Κληρικοί τῶν Μοναστηριῶν νά παραμένουν ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ Ἐπισκόπου κάθε πόλης, σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῶν Πατέρων «καί μή κατά αὐθάδειαν ἀφηνιάτωσαν τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου».

Κατά τούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ μοναχική ζωή εἶναι ζωή μετανοίας, ὁ βίος τῶν μοναχῶν εἶναι «ἡσύχιος καί μονότροπος», ὁ μοναχός ὀφείλει νά ἀπέχη ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες, νά ἀσχολῆται μέ τήν σωτηριώδη μελέτη, νά παραμένη μόνον στήν νηστεία καί τήν προσευχή.

Ὁ μοναχός, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀνήκει στήν ἀγγελική τάξη, εἶναι ἄγγελος μέσα σέ σῶμα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, συγγραφεύς τοῦ βιβλίου Κλίμαξ γράφει ὅτι «φῶς τῶν μοναχῶν εἶναι οἱ Ἄγγελοι καί φῶς ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἡ ζωή τῶν μοναχῶν. Γι’ αὐτό ἄς προσπαθοῦν οἱ μοναχοί, ὥστε σέ ὅλα καί σέ ὅλους νά δίνουν τό καλό παράδειγμα "μηδεμίαν ἐν μηδενί διδόντες προσκοπήν" (Β΄ Κορ. στ΄, 3) εἴτε μέ τά ἔργα τους εἴτε μέ τά λόγια τους. Διότι "εἰ τό φῶς σκότος γένηται, τό σκότος πόσον;", δηλαδή ὅσοι ζοῦν στόν κόσμο, "πόσον ἆρα σκοτισθήσονται";».

Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ μοναχοί ἔχουν πρότυπό τους τούς ἀγγέλους, ὥστε καί οἱ ἄνθρωποι νά ἔχουν πρότυπο τούς μοναχούς. Ὅταν, ὅμως, οἱ μοναχοί εἶναι σκοτάδι, τότε πῶς θά φωτίσουν τούς ἀνθρώπους; Ἔτσι, εἶναι θαυμαστή ἡ ζωή τῶν μοναχῶν, ἀλλά ἔχουν ὑποχρέωση νά φανοῦν ἄξιοι αὐτῆς τῆς θέσεώς τους μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ μέγαλος αὐτός Πατέρας τοῦ ἑβδόμου (7ου) αἰῶνος, γράφει ὅτι κάποιος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο κάνει μοναχό τόν «ἔξω ἄνθρωπον», δέν κάνει ὅμως ἀμέσως μοναχό «τόν ἔσω ἄνθρωπον», πού εἶναι ὁ νοῦς, γι’ αὐτό, ὅπως γράφει, τόν μέν ἔξω ἄνθρωπον εὔκολο κάποιος τόν κάνει μοναχό, μόνον ἐάν θελήση, ἀλλά χρειάζεται πολύς ἀγώνας, ὥστε «τόν ἔσω ἄνθρωπον ποιῆσαι Μοναχόν». Καί ὁ ὅσιος Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος γράφει ὅτι ἀληθινός νηφάλιος εἶναι «ὁ ἐν καρδίᾳ μοναχός».

Ἡ Ἐκκλησία καί ὅλοι μας τιμᾶμε τούς μοναχούς, ὅταν εἶναι πραγματικοί μοναχοί κατά «τόν ἔσω ἄνθρωπον» καί ὅταν δέχωνται τό φῶς ἀπό τούς ἀγγέλους, γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης δίνει ἕναν καταπληκτικό ὁρισμό γιά τό τί εἶναι μοναχός. Γράφει: «Μοναχός ἐστι, τάξις καί κατάστασις ἀσωμάτων» πού κατορθώνεται μέσα σέ ὑλικό καί ρυπαρό σῶμα.

Πάντως, ἡ τάξη τῶν μοναχῶν εἶναι τάξη ποιμαινομένη καί ὄχι ποιμαίνουσα, ἀλλά ἐμμέσως ἀσκεῖ ἐπίδραση στούς Χριστιανούς μέ τήν ζωή τους καί τήν προσευχή τους. Μερικές φορές μέ τήν ἄδεια καί τήν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου μποροῦν νά ὁμιλοῦν δημοσίως καί νά ὠφελοῦν τούς Χριστιανούς.

Οἱ μοναχοί ὅταν παραμένουν στά ὅριά τους, ὅταν σέβωνται τούς κανονικούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὑπακούουν στόν Ἐπίσκοπο καί τήν Ἱερά Σύνοδο εἶναι οἱ ἐνδοκρινεῖς ἀδένες τῆς Ἐκκλησίας πού βοηθοῦν στήν ὑγεία τῶν μελῶν τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό οἱ Χριστιανοί ἀναζητοῦν στά Μοναστήρια τήν αὐθεντική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τήν εὐαγγελική ζωή, πού εἶναι ζωή μετανοίας καί ἀφιερώσεως στόν Χριστό.

Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις ἕνα Ὀρθόδοξο Μοναστήρι εἶναι εὐλογία γιά τήν Ἐκκλησία καί ἕνας ταπεινός μοναχός εἶναι πηγή πνευματικῆς ὑγείας γιά Κληρικούς καί λαϊκούς.

Ἐπανειλημμένως ἔχω γράψει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Πνευματικό Νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τίς πνευματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική τά Ὀρθόδοξα Μοναστήρια πού διοικοῦνται μέ βάση τούς ἱερούς Κανόνες εἶναι θάλαμοι ἐντατικῆς θεραπείας, ὅπου γίνονται ἰδιαίτερες ἐξετάσεις καί οἱ μοναχοί ἀποκτοῦν ἐσωτερική μυστική προσευχή.

Καί ἐπειδή οἱ μοναχοί, ὅταν ζοῦν κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἀποκτοῦν γνώση τῆς πνευματικῆς θεραπείας, γι’ αὐτό ἔχουν σημαντική θέση στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση, ὅμως, ὅτι δέν θά παραθεωρῆται ὁ συνοδικός θεσμός τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Ἱερόθεος

 

Γραπτὰ Κηρύγματα Καλοκαιριοῦ 2021

Κυριακή, 11 Ἰουλίου.   «Ὁ Πρεσβύτερος»

Ἀκοῦστε τὸ κήρυγμα ΕΔΩ

Σέ κάθε Μητρόπολη εἶναι ἕνας Μητροπολίτης καί πολλοί Πρεσβύτεροι, πού εἶναι οἱ Κληρικοί-οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χειροτονηθῆ καί τοποθετηθῆ σέ κάθε Ἐνορία τῆς Μητροπόλεως ἀπό τόν Μητροπολίτη, γιά νά ποιμαίνουν τούς Χριστιανούς, μέ τήν ἐντολή καί τήν καθοδήγησή του.

Ὁ ὅρος πρεσβύτερος ἴσως προέρχεται ἀπό τούς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ὅπως ὀνομάζονταν οἱ ἡγέτες τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί τό βλέπουμε στά ἱερά Εὐαγγέλια. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός προέλεγε στούς Μαθητές Του τόν θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του ὅτι «δεῖ αὐτόν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καί πολλά παθεῖν ἀπό τῶν πρεσβυτέρων καί ἀρχιερέων καί γραμματέων» (Ματθ. ιστ΄, 21), καί ἀλλοῦ γράφεται ὅτι «προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ» (Ματθ. κα΄, 23).

Ἐπειδή ὁ Χριστιανισμός ἐμφανίσθηκε στήν Παλαιστίνη, κατ’ ἀρχάς μεταξύ Ἰουδαίων, γι’ αὐτό προσλήφθηκε αὐτή ἡ ὀνομασία γιά νά δηλώση ἐκείνους τούς Κληρικούς πού χειροτονήθηκαν ἀπό τούς Ἀποστόλους γιά νά ποιμάνουν ἕνα μικρότερο ποίμνιο.

Φυσικά, ἡ λέξη πρεσβύτερος εἶναι ἑλληνική πού δηλώνει ἕναν ἄνθρωπο μεγαλύτερης ἡλικίας βιολογικῆς, πού χρειάζεται νά τόν σεβαστῆ κάποιος, καί κατ’ ἐπέκταση μέ αὐτήν τήν λέξη χαρακτηρίζεται ὁ Ἱερέας, δηλαδή ὁ δεύτερος βαθμός τῆς Ἱερωσύνης, ὁ ὁποῖος χειροτονεῖται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, πού εἶναι ὁ τρίτος βαθμός τῆς Ἱερωσύνης.

Στήν Καινή Διαθήκη δέν φαίνεται μιά σαφής διάκριση μεταξύ Πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων, ἀφοῦ οἱ ὅροι χρησιμοποιοῦνται ἐναλλάξ, δηλαδή καί οἱ Ἐπίσκοποι λέγονται Πρεσβύτεροι καί οἱ Πρεσβύτεροι χαρακτηρίζονται Ἐπίσκοποι. Αὐτό γινόταν τότε, ἀφοῦ ζοῦσαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι χειροτονοῦσαν Ἐπισκόπους, Πρεσβυτέρους καί Διακόνους.

Φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε ἀπό τήν πρώτη Ἐκκλησία διάκριση μεταξύ Ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων, ἀλλά ἡ σύγχυση ἦταν μέ τούς ὅρους. Ὅταν, ὅμως, ἐξέλιπαν οἱ Ἀπόστολοι, τότε, ἰδίως στούς Ἀποστολικούς Πατέρες καί μάλιστα στόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης, ἤτοι τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ Πρεσβυτέρου καί τοῦ Διακόνου.

Ὁ Πρεσβύτερος λέγεται καί Ἱερεύς. Ἡ λέξη Ἱερεύς προέρχεται ἀπό τίς θυσίες, εἶναι αὐτός πού ἐπιτελεῖ τίς θυσίες, πού θυσιάζει, καί κατ’ ἐπέκταση καί ὁ Ἐπίσκοπος χαρακτηρίζεται Ἱεράρχης, διότι ἄρχει τοῦ Ἱεροῦ καί τῶν Ἱερέων. Ἐπίσης, ὁ Πρεσβύτερος λέγεται καί Κληρικός, ὅπως ὅλοι οἱ βαθμοί τῆς Ἱερωσύνης, διότι ἀποτελοῦν τόν Κλῆρο τοῦ Θεοῦ.

Κάθε Μητρόπολη γιά τήν καλή λειτουργία καί τήν ποιμαντική διακονία χωρίζεται σέ πολλές Ἐνορίες, στίς ὁποῖες τοποθετοῦνται ἕνας ἤ πολλοί Ἱερεῖς, ἀνάλογα μέ τόν ἀριθμό τῶν Χριστιανῶν πού συγκροτοῦν τήν Ἐνορία. Συγχρόνως, Πρεσβύτεροι-Ἱερεῖς εἶναι καί ὁ Πρωτοσύγκελλος καί οἱ Ἱεροκήρυκες, στούς ὁποίους ὁ Μητροπολίτης ἀναθέτει ἀνάλογες εὐθύνες, εἴτε διοικητικές εἴτε ἱεροκηρυκτικές.

Προκειμένου νά καταστῆ κάποιος Πρεσβύτερος πρέπει νά διαθέτη τά κατάλληλα κανονικά προσόντα, τά ὁποῖα ἀξιολογεῖ ὁ Μητροπολίτης. Ἔτσι, ὁ Μητροπολίτης, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, μέ τό Μυστήριο τῆς χειροτονίας γεννᾶ πατέρες στήν Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ Πρεσβύτεροι δέν μποροῦν νά χειροτονήσουν, γι’ αὐτό μέ τό ἅγιο Βάπτισμα πού ἐπιτελοῦν γεννοῦν τέκνα στήν Ἐκκλησία καί ὄχι πατέρες.

Μετά τήν ἐπιλογή κάποιου Χριστιανοῦ ἀπό τόν Μητροπολίτη γίνεται ἡ χειροτονία του σέ Πρεσβύτερο. Δέν πρόκειται γιά ἕναν διορισμό, ἀλλά γιά μυστηριακή πράξη. Μάλιστα, κατά τήν κεντρική στιγμή τοῦ Μυστηρίου ὁ Μητροπολίτης λέγει ἐκφώνως: «Ἡ θεία χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα προχειρίζεται (λέγει τό ὄνομα) τόν εὐλαβέστατον Διάκονον εἰς Πρεσβύτερον. Εὐξώμεθα οὖν ὑπέρ αὐτοῦ, ἵνα ἔλθῃ ἐπ’ αὐτόν ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος».

Στήν φράση αὐτή γίνεται λόγος γιά τήν θεία Χάρη, ἡ ὁποία προχειρίζεται ἕναν Διάκονο σέ Πρεσβύτερο, ἡ ὁποία Χάρη θεραπεύει τά ἀσθενῆ καί ἀναπληρώνει τά ἐλλιπῆ. Δέν εἶναι κανείς τέλειος γιά νά ἀναλάβη αὐτό τό ἔργο, γι’ αὐτό παρακαλεῖται ὁ Θεός νά στείλη τήν Χάρη Του, γιά νά τόν ἐνδυναμώση στό πολυϋπεύθυνο αὐτό ἔργο.

Ἐπειδή ἡ Ἐνορία εἶναι τό μικρότερο κύτταρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἶναι ὁ χῶρος ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ὁ κάθε Χριστιανός βαπτίζεται καί εἰσέρχεται στήν ἐκκλησιαστική ζωή, γι’ αὐτό ὅλοι μας γνωρίσαμε τήν Ἐκκλησία πρῶτα στήν Ἐνορία μας. Σέ αὐτήν ἔγινε ἡ εἴσοδός μας κατά τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα ἀπό τήν γέννησή μας, μέ τήν ἱερή ἀκολουθία τοῦ σαραντισμοῦ• σέ αὐτήν βαπτισθήκαμε καί χρισθήκαμε• σέ αὐτήν λειτουργηθήκαμε ἀπό τά μικρά μας χρόνια, καί κοινωνήσαμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ• ἀκόμη ἐξομολογηθήκαμε, ὅταν ἁμαρτήσαμε• ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ οἰκογένεια μέ τό Μυστήριο τοῦ γάμου καί ἐκεῖ γίνεται καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τῶν Χριστιανῶν, ὅταν ἡ ψυχή χωρίζεται ἀπό τό σῶμα.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Πρεσβύτερος-Ἱερεύς ἔχει μεγάλη πνευματική εὐθύνη, εἶναι ὁ πνευματικός πατέρας τῶν Χριστιανῶν τῆς συγκεκριμένης Ἐνορίας καί συνεπῶς ἔχει σημαντικό λειτουργικό, πνευματικό καί διοικητικό ἔργο νά ἐπιτελέση.

Βεβαίως, κανένα ἔργο δέν εἶναι αὐτονομημένο στήν Ἐκκλησία, κανένας δέν εἶναι αὐτόνομος μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πρεσβύτερος ἔχει πνευματικό προϊστάμενο τόν Μητροπολίτη, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ πατέρα, χειροτονεῖται ἀπό αὐτόν, ἀναφέρεται σέ αὐτόν καί ἐργάζεται στήν συγκεκριμένη Ἐνορία μέ βάση τίς ἐντολές του καί τίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Αὐτό φαίνεται καθαρά στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο λειτουργεῖ καί τελεῖ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Πάντοτε, σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες μνημονεύει τό ὄνομά του, καί ἰδιαίτερα στήν θεία Λειτουργία: «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (λέγει τό ὄνομά του), ὅν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῶον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καί ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας». Ὅταν γίνεται θεία Λειτουργία χωρίς τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐπισκόπου, τότε ἡ θεία Λειτουργία πάσχει κανονικῶς.

Ἄν ἕνας Πρεσβύτερος ἔχη καθαιρεθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἐξακολουθῆ νά λειτουργῆ ἤ νά τελῆ διάφορα Μυστήρια, ὅλα αὐτά εἶναι ἀνυπόστατα, ἔστω καί ἄν μνημονεύη ἀντικανονικῶς τό ὄνομα τοῦ Μητροπολίτου.

Ὁ Πρεσβύτερος ὑπακούει στόν Μητροπολίτη του καί ὁ Μητροπολίτης ὑπακούει στήν Ἱερά Σύνοδο καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ὑπάρχει ἑνότητα στήν Ἐκκλησία καί δοξάζεται ὁ Θεός.

Εἶναι μεγάλη τιμή νά εἶναι κανείς «Ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου», νά εἶναι Πρεσβύτερος καί νά εἶναι πνευματικός πατέρας τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἐνορίας πού προΐσταται. Μαζί μέ τήν τιμή εἶναι καί μεγάλη ἡ εὐθύνη, διότι θά δώση λόγο τῶν πράξεών του στόν Θεό. Γι’ αὐτό πρέπει νά ἐπιτελῆ αὐτό τό ἔργο μέ πίστη, καθαρότητα ζωῆς, προσευχή, ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καί ὑπακοή στόν Μητροπολίτη του καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Ἱερόθεος

Γραπτὰ Κηρύγματα Καλοκαιριοῦ 2021

Κυριακή, 1 Αὐγούστου 2021 «Ὁ Ψάλτης»

 

Συνήθως οἱ ἄνθρωποι χαρακτηρίζουν τόν Ἐπίσκοπο ὡς ἀνώτερο Κληρικό καί τούς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους ὡς κατώτερους Κληρικούς. Αὐτό, ὅμως, δέν εἶναι ὀρθό ἀπό ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς. Διότι στά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας ἀνώτεροι Κληρικοί εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ Πρεσβύτερος καί ὁ Διάκονος, πού ἀνήκουν στούς τρεῖς βαθμούς τῆς Ἱερωσύνης, καί στόν κατώτερο βαθμό ἀνήκουν οἱ ὑποδιάκονοι, οἱ ψάλτες, οἱ ἀναγνῶστες, γιατί βοηθοῦν τούς Κληρικούς στήν λειτουργική διακονία τους.

Στόν κατώτερο κλῆρο συγκαταλέγονται καί οἱ ψάλτες ἤ ὅπως συνήθως λέγονται ἱεροψάλτες. Εἶναι ὁ ψάλτης ὁ ὁποῖος βρίσκεται στό δεξιό μέρος τοῦ Ναοῦ, στό δεξιό ἀναλόγιο καί λέγεται δεξιός ψάλτης, καί εἶναι καί ὁ ψάλτης πού βρίσκεται στό ἀριστερό μέρος τοῦ Ναοῦ, στό ἀριστερό ἀναλόγιο καί λέγεται ἀριστερός ψάλτης. Στόν Πατριαρχικό Ναό ὁ δεξιός ψάλτης λέγεται Πρωτοψάλτης καί ὁ ἀριστερός ψάλτης λέγεται Λαμπαδάριος.

Ἡ διακονία τοῦ ἱεροψάλτου ἔχει μιά ἐξέλιξη διά μέσου τῶν αἰώνων, ὅπως τό βλέπουμε σέ διάφορα ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα.  Στήν πρώτη χριστιανική περίοδο ὅλος ὁ λαός ἔλεγε τό «Ἀμήν» καί ἔψαλε τούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ, ἤ ὅλοι ἔψαλαν, ὅπως ἔγινε στόν Μυστικό Δεῖπνο πού «ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τό ὄρος τῶν ἐλαιῶν» (Ματθ. κστ΄, 30).

Ἀργότερα, ὑπῆρχε ἕνας ψάλτης πού ἄρχιζε τήν ψαλμωδία καί ἀκολουθοῦσε ὅλο τό ἐκκλησίασμα, ὅπως φαίνεται στίς «Ἀποστολικές Διαταγές», πού γράφεται: «Ἔτερός τις τούς τοῦ Δαβίδ ψαλλέτω ὕμνους καί ὁ λαός τά ἀκροστίχια ὑποψαλλέτω». Αὐτό γίνεται καί σήμερα σέ μερικούς Ναούς πού οἱ ψάλτες ψάλλουν μερικούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ καί ὁ λαός ἐπαναλαμβάνει «ὅτι εἰς τόν αἰῶνα τό ἔλεος αὐτοῦ, ἀλληλούϊα».  Ἀργότερα, ὅμως, ἐπειδή καταρτίσθηκαν πολλά τροπάρια, πού ἦταν καί δύσκολα νά ψαλοῦν, κυρίως, ὅμως, ἐπειδή οἱ αἱρετικοί συνέθεταν ὕμνους μέ αἱρετικό περιεχόμενο, γι’ αὐτό καθιερώθηκαν «κανονικοί ψάλτες», οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νά ψάλουν τούς ὀρθόδοξους ὕμνους.

Μάλιστα, ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν ἑβδομηκοστό πέμπτο (75ο) Κανόνα της καθορίζει πῶς πρέπει νά ψάλλουν οἱ ψάλτες στήν Ἐκκλησία. Ἀποφάσισε: «Θέλουμε ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τήν ψαλμωδία στίς ἐκκλησίες οὔτε νά χρησιμοποιοῦν ἄτακτες φωνές καί νά πιέζουν τόν ἑαυτό τους γιά νά βγάλουν δυνατή φωνή οὔτε νά λένε ἐπιπλέον κάτι ἀπ’ αὐτά πού εἶναι ἄπρεπα καί ἀνάρμοστα στήν ἐκκλησία, ἀλλά μέ μεγάλη προσοχή καί κατάνυξη νά ἀπευθύνουν τίς ψαλμωδίες στόν Θεό τόν ἐπόπτη τῶν κρυπτῶν‧ γιατί τό ἱερό ρητό δίδαξε νά εἶναι εὐσεβεῖς οἱ υἱοί τοῦ Ἰσραήλ».

Ἔτσι, ἡ ἐξέλιξη τόσο τῆς ὑμνογραφίας ὅσο καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς συνετέλεσε στό νά δημιουργηθῆ μιά εἰδική κατηγορία ἀπό τούς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι θά ἀποκτοῦν ἐξειδικευμένη γνώση, ὥστε νά ἐπικρατῆ εὐπρέπεια κατά τήν διάρκεια τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, ἰδιαίτερα κατά τήν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας.

Ἀλλά καί σέ αὐτήν τήν περίπτωση τό καλύτερο εἶναι νά συγκροτῆται χορός, νά μή ψάλλωνται ὅλα αὐτά τά τροπάρια μόνον ἀπό ἕναν ψάλτη. Ὁ χορός συμπληρώνει τά φωνητικά προσόντα τοῦ ἑνός καί ἀκούγεται ὁλοκληρωμένος ἕνας ὕμνος, χωρίς νά δημιουργῆ ἀρνητικά συναισθήματα στούς ἐκκλησιαζομένους.

Οἱ «κανονικοί ψάλται» ἀσκοῦν αὐτήν τήν διακονία μέ εὐλογία τῶν Ἐπισκόπων, γιατί τίποτε δέν γίνεται στήν Ἐκκλησία χωρίς κανονική ἄδεια ἀπό τούς Ἐπισκόπους. Ἔτσι, ἐκτός ἀπό τόν διορισμό γιά τήν ἀνάληψη αὐτῆς τῆς διακονίας, ἀπαιτεῖται νά γίνη εἰδική ἀκολουθία, κατά τήν ὁποία διαβάζεται σχετική εὐχή ἀπό τόν Ἐπίσκοπο-Μητροπολίτη. Μεταξύ τῶν ἄλλων στήν εὐχή αὐτή ὁ Ἐπίσκοπος παρακαλεῖ τόν Θεό: «Φώτισον αὐτόν, τήν γλυκύτητα ψάλλειν σοι τά ἄσματα τά πνευματικά ἐνάρχεσθαι, τῆς νοητῆς καί ὁσίας σου δουλείας ἀξίωσον, ἁγίασον τῷ σῷ φόβῳ, φρούρησον τῇ σῇ χάριτι, ἵνα κατά τό ἀρεστόν σου ζήσας καί ἐπί μείζους δωρεάς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος κληθείη».

Ἐάν ὁ Ἀρχιερεύς καί ὁ Ἱερεύς κατά τήν θεία Λειτουργία εἶναι εἰς τύπον καί τόπον τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἱεροψάλτες εἶναι στόν τύπο καί τόν τόπο τῶν Ἀγγέλων. Αὐτό φαίνεται καθαρά στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὅπου στήν οὐράνια θεία Λειτουργία, οἱ Ἄγγελοι ψάλλουν τό «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ» καί τό «ἀλληλούια».

Τό ἔργο τῶν ἱεροψαλτῶν στήν Ἐκκλησία καί μάλιστα στήν θεία Λειτουργία εἶναι σημαντικότατο, ἀφοῦ στήν ψαλμωδία οἱ ἱεροψάλτες ἐκφράζουν τόν λαό, ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νά ψάλλη τήν ἱερή ἀκολουθία καί τήν θεία Λειτουργία, ὅπως ἔχει διαμορφωθῆ σήμερα. Ὅμως, πρέπει νά τονισθοῦν δύο σοβαρά θέματα.  

Τό πρῶτο εἶναι ὅτι οἱ ἱεροψάλτες ἐπιτελοῦν σημαντικό ἔργο, σημαντική διακονία, ἀφοῦ εἶναι ἐκφραστές μιᾶς μεγάλης ἐπιστήμης, τῆς λειτουργικῆς ὑμνογραφίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς.

Διά μέσου τῶν αἰώνων μεγάλοι ὑμνογράφοι συνέθεσαν ἱερούς ὕμνους μεγάλης ἀξίας, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τήν θεολογία καί τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό φαίνεται στά ἀναστάσιμα τροπάρια πού συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί τά ὁποῖα ψάλλουμε κάθε Κυριακή, καθώς ἐπίσης φαίνεται στόν πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές καί στίς ἑορτές τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἄν προστεθῆ ὅτι μεγάλοι μουσουργοί ἐπένδυσαν αὐτούς τούς ὕμνους μέ θεσπέσια μουσική σέ διάφορους ἤχους, ἀνάλογα μέ τό περιεχόμενο κάθε τροπαρίου, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅσοι ἀνεβαίνουν στά ἀναλόγια τῶν Ἱερῶν Ναῶν εἶναι ἐκφραστές μιᾶς μεγάλης λειτουργικῆς παράδοσης αἰώνων καί μᾶς μεταφέρουν ἕναν ἀμύθητο πλοῦτο λειτουργικῆς ζωῆς. Αὐτό δέν πρέπει νά τό ἐκτιμοῦν μόνον οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἡ κοινωνία καί ἡ Πολιτεία. Οἱ ἱεροψάλτες κρατοῦν ζωντανό ἕναν ἐκπληκτικό πολιτισμό.

Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι ὅ,τι γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅποια διακονία καί ἄν ἐξασκῆται, πρέπει νά γίνεται μέ ταπεινό φρόνημα, γιατί καί στό σημεῖο αὐτό ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. δ΄, 6).

Αὐτό σημαίνει ὅτι, καίτοι οἱ ἱεροψάλτες εἶναι φορεῖς μιᾶς μεγάλης καί πλούσιας ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, ἐν τούτοις δέν ἀποτελοῦν τό κέντρο τῆς λατρείας καί τῆς θείας Λειτουργίας. Κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, τό ἱερό Θυσιαστήριο καί ὁ Ἀρχιερεύς καί Ἱερεύς πού λειτουργεῖ, καί ὄχι τό ἱεροψαλτικό ἀναλόγιο. Ὁ Λειτουργός Ἐπίσκοπος καί Ἱερεύς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος τῆς λατρείας καί τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλά τό κέντρο εἶναι ὁ Χριστός.

Ἔτσι, ἀπαιτεῖται ταπείνωση, συνεργασία καί δέν πρέπει νά ἐπικρατῆ αὐτονόμηση τῶν χαρισμάτων.

Οἱ ἱεροψάλτες εἶναι οἱ βοηθοί τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν Ἱερέων, καί δέν ἐνεργοῦν αὐτόνομα, γιατί μόνον μέ τήν ψαλτική δέν μπορεῖ νά γίνη θεία Λειτουργία. Ἑπομένως, ὁ ὑπεύθυνος γιά ὅλα ὅσα γίνονται σέ κάθε Μητρόπολη εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος-Μητροπολίτης καί στούς Ἱερούς Ναούς ὑπεύθυνος γιά τήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί θείων Λειτουργιῶν εἶναι ὁ Ἱερεύς.

Πάντως, οἱ ἱεροψάλτες εἶναι πολύτιμοι συνεργάτες μας στό ἔργο τῆς καλῆς τέλεσης τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί θείων Λειτουργιῶν, καί δοξάζουμε τόν Θεό γιά τό ἔργο πού ἐπιτελοῦν στήν Ἐκκλησία.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου

Ἱερόθεος

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα γίνεται λόγος για τα σχίσματα και τις διαιρέσεις που παρατηρήθηκαν στην Εκκλησία της Κορίνθου. Τότε δημιουργήθηκαν διάφορες ομάδες-παρατάξεις, κάθε δε ομάδα χρησιμοποιούσε το όνομα ενός Αποστόλου, μια δε από αυτές χρησιμοποιούσε και το όνομα του Χριστού. Όμως, ούτε ο Χριστός, ούτε οι Απόστολοι δημιούργησαν ομάδες και παρατάξεις. Αυτοί οι διχασμοί ήταν αποτέλεσμα των παθών των Χριστιανών.

Τα «σχίσματα» αυτά δημιουργούσαν και «έριδες», δηλαδή προστριβές, μαλώματα και διενέξεις, πράγμα που φυγάδευε την ειρήνη και την ενότητα μεταξύ των Χριστιανών.

Ο Απόστολος Παύλος ελέγχει αυτήν την νοοτροπία, διότι ο Χριστός δεν μπορεί να μερισθή, ούτε οι Απόστολοι σταυρώθηκαν και έσωσαν τους Χριστιανούς. Συγχρόνως, ο Απόστολος Παύλος τους συνιστά να μένουν καταρτισμένοι «εν τω αυτώ νοΐ και εν τη αυτή γνώμη». Όχι μόνον πρέπει να κρατούν την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά αυτή η ενότητα πρέπει να στηρίζεται στο κοινό φρόνημα, την κοινή διδασκαλία και γενικά την κοινή ζωή. Δεν πρόκειται για μια ενότητα συμβατική, αλλά κατ’ εξοχήν πνευματική, χαρισματική, ενότητα αληθείας και εν Χριστώ ζωής.

Δυστυχώς, λόγω των παθών, δια μέσου των αιώνων, παρατηρήθηκαν διαιρέσεις μεταξύ των Χριστιανών και μάλιστα εν ονόματι του Χριστού, μέχρι τις ημέρες μας. Οι Χριστιανοί αντί να πολεμούν τα πάθη της υπερηφανείας, του εγωϊσμού και της φιλοπρωτείας, αντίθετα διεκδικούν πρωτοκαθεδρίες στην Εκκλησία, συγκεντρώνουν οπαδούς και ο ένας στρέφεται εναντίον του άλλου.

Βέβαια, υπάρχει διαφορά μεταξύ αιρέσεων, σχισμάτων και παρασυναγωγών. Οι αιρέσεις απομακρύνουν τον άνθρωπο από την αλήθεια με αφορμή μια δογματική παρέκκλιση, δηλαδή οι αιρετικοί αρνούνται το δόγμα, όπως το παρέδωσε η Εκκλησία δια των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων. Τα σχίσματα είναι διαφοροποίηση όχι στα δόγματα, αλλά σε δευτερεύοντα σημεία, κυρίως διοικητικά. Οι παρασυναγωγές είναι αποσχίσεις από την κανονική διάρθρωση της εκκλησιαστικής ζωής και απομάκρυνση από την ποιμαντική εξουσία-διακονία του Επισκόπου.

Όμως και στις τρεις αυτές περιπτώσεις υπάρχει εσφαλμένη εκκλησιολογία, αφού στην πραγματικότητα προσβάλλεται η ενότητα της Εκκλησίας είτε στα δογματικά, είτε στα κανονικά ζητήματα. Οι Χριστιανοί που ανήκουν σε αντιδογματικά και αντικανονικά σχίσματα αποστασιοποιούνται από την ενότητα της Εκκλησίας. Δηλαδή, δεν διαιρείται η Εκκλησία και δεν καταστρατηγείται η ενότητά της, αλλά οι Χριστιανοί αυτών των κατηγοριών απομακρύνονται από την ενότητα της Εκκλησίας.

Επί πλέον, όσοι ανήκουν σε τέτοια αντιεκκλησιαστικά σχήματα και σχίσματα επιδιώκουν την συγκέντρωση οπαδών, τους οποίους χρησιμοποιούν σε επιθέσεις εναντίον άλλων, σε φανατισμούς, σε αντικανονικές πράξεις και σε αντιεκκλησιαστικές ενέργειες. Οπότε, οι Χριστιανοί αντί να είναι μαθητές του Χριστού, γίνονται οπαδοί εμπαθών Κληρικών, με αποτέλεσμα να βλάπτεται η ψυχή τους και να γίνονται αίτιοι να βλασφημήται το όνομα του Θεού στον κόσμο.

Η Εκκλησία για να προστατεύση τους Χριστιανούς από τέτοιες δογματικές και κανονικές παρεκκλίσεις, όρισε δια των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων τα δόγματα και τους ιερούς Κανόνες. Συγχρόνως καθόρισε οι Επίσκοποι να είναι πνευματικοί διδάσκαλοι στις Επισκοπές τους και σημεία ενότητος της Εκκλησίας. Οι Επίσκοποι είναι εις τύπον και τόπον του Χριστού, αυτοί είναι οι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων.

Θα πρέπει να φοβόμαστε τα σχίσματα και τις διαιρέσεις, γιατί, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τους Χριστιανούς που συμμετέχουν σε τέτοιες καταστάσεις δεν τους σώζει ούτε το μαρτύριο του αίματος.

Η εκκλησιαστική ενότητα πρέπει να είναι το κύριο μέλημά μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 3 Ιουλίου

Τούς καλοκαιρινούς μήνες τής προηγούμενης χρονιάς, αγαπητοί αδελφοί, στά κυριακάτικα Κηρύγματα, αναλύσαμε τά «ειρηνικά» τής θείας Λειτουργίας, πού ακούγονται καί σέ άλλες ακολουθίες. Δηλαδή, αναφερθήκαμε στίς δεήσεις τής Εκκλησίας πρός τόν Θεό πού απευθύνουμε στήν αρχή τής θείας Λειτουργίας. Καί αυτό είναι σημαντικό, γιατί πρέπει νά συμμετέχουμε καί λογικά στά όσα λέγονται καί γίνονται κατά τήν θεία Λειτουργία. Βεβαίως, οι λέξεις τής προσευχής δέν είναι εξαιρετικά δύσκολες καί ακατάληπτες, αφού πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται καί σήμερα στήν επικοινωνία μεταξύ μας, αλλά ωστόσο χρειάζονται καί μερικές επί πλέον εξηγήσεις.

Η θεία Λειτουργία είναι τό κέντρο τής εκκλησιαστικής καί πνευματικής μας ζωής πού συνδέεται μέ τήν πίστη τής Εκκλησίας καί τό ορθόδοξο κήρυγμα. Αυτός είναι ο πνευματικός χώρος στόν οποίο πρέπει νά ζούμε, νά κινούμαστε καί από αυτόν πρέπει νά εμπνεόμαστε. Άλλωστε, η θεία Λειτουργία είναι μιά πρόγευση τής ουράνιας θείας Λειτουργίας, στήν οποία ζούν οι άγιοι καί θά γίνεται αιώνια μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, όταν θά αναστηθούν καί τά σώματά μας. Έτσι, ό,τι γίνεται στήν θεία Λειτουργία πρέπει νά είναι αγαπητό σέ όλους μας.

Εκτός από τά «ειρηνικά», πού λέγονται στήν αρχή τής θείας Λειτουργίας, απευθύνουμε στόν Θεό καί τά «πληρωτικά». Λέγονται «πληρωτικά», γιατί αρχίζουν μέ τήν φράση «πληρώσωμεν τήν δέησιν ημών τώ Κυρίω», δηλαδή άς συμπληρώσουμε τήν δέησή μας στόν Χριστό. Αυτά τά «πληρωτικά» λέγονται δύο φορές. Μιά φορά μετά τήν Μεγάλη Είσοδο, όταν, δηλαδή, μεταφέρεται τό Άγιο Δισκάριο καί τό Άγιο Ποτήριο από τήν Ιερά Προσκομιδή στήν Αγία Τράπεζα καί ψάλλεται ο «Χερουβικός Ύμνος», καί δεύτερη φορά πρίν κοινωνήσουμε τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού.

Η ζωή μας πρέπει νά είναι μιά διαρκής δέηση στόν Θεό, μιά προσευχή, γιατί ο Θεός είναι ο δημιουργός μας, ο πατέρας μας, ο νυμφίος μας, ο αδελφός μας. Αυτός μάς δημιούργησε, μάς έφερε από τήν ανυπαρξία στήν ύπαρξη, μάς αναδημιούργησε, μετά τήν πτώση μας, καί εξακολουθεί νά μάς τρέφη, ζωογονή, θεραπεύη, σώζη. Αυτός είναι η ζωή μας, η ελπίδα μας καί η παρηγοριά μας. Καί αυτό δέν τό λέμε μέσα από τήν προοπτική τών άλλων ανθρωποκεντρικών θρησκευτικών συστημάτων, αλλά από τήν πλευρά τής Εκκλησίας, η οποία είναι η πνευματική μας οικογένεια, τό πνευματικό θεραπευτήριο. Οπότε, ο Θεός είναι ο μεγάλος Πατέρας μας καί ο άριστος θεραπευτής μας.

Αυτό σημαίνει ότι η δέησή μας στόν Θεό πρέπει νά είναι διαρκής, όπως τό λέμε στήν λατρεία μας: «έτι καί έτι εν ειρήνη τού Κυρίου δεηθώμεν», καί όπως τό ακούμε στά «πληρωτικά»: «πληρώσωμεν τήν δέησιν ημών τώ Κυρίω». Καί πρέπει νά προσευχόμαστε γιατί έχουμε πολλά προβλήματα στήν ζωή μας καί δέν μπορούμε μόνοι μας νά τά επιλύσουμε. Ακόμη, πρέπει νά είναι διαρκής η προσευχή μας, γιατί ο σκοπός τής ζωής μας είναι πολύ μεγάλος, νά ομοιάσουμε μέ τόν Θεό, αλλά η βιολογική μας ζωή είναι πολύ μικρή καί δέν μπορούμε νά ανταποκριθούμε σέ αυτόν τόν μεγάλο σκοπό.

Δέν μπορούμε, αγαπητοί αδελφοί, νά ζήσουμε χωρίς Θεό, δέν μπορούμε νά αναπαυθούμε χωρίς τήν Εκκλησία, δέν μπορούμε νά αναπνεύσουμε έξω από τήν θεία Ευχαριστία. Γι’ αυτό, άς αγαπήσουμε όλη τήν εκκλησιαστική ζωή καί άς χαρούμε όλες τίς ομορφιές τής Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 31 Ιουλίου

Ένα από τά αιτήματα τών «πληρωτικών» πού ερμηνεύουμε στά κυριακάτικα κηρύγματα τού Καλοκαιριού αυτού αναφερόταν καί στό νά είναι η ημέρα μας, τελεία, αγία, ειρηνική καί αναμάρτητη. Αυτό μπορεί νά πραγματοποιηθή από τούς φίλους τού Χριστού μέ τήν δική Του Χάρη καί τήν δική τους συνέργεια. Όμως, αυτό δέν γίνεται από όλους μας, γι’ αυτό δοκιμάζουμε συνήθως τό πικρό ποτήρι τής αποτυχίας, τής αστοχίας. Αποτυγχάνουμε στό νά τηρήσουμε τίς εντολές τού Θεού, νά ανταποκριθούμε στήν αγάπη Του καί, βέβαια, τότε η θλίψη μας είναι μεγάλη, ο πόνος είναι βαθύς.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο αισθανόμαστε τήν ανάγκη νά προσευχηθούμε στόν Θεό νά μάς συγχωρήση: «Συγγνώμην καί άφεσιν τών αμαρτιών καί τών πλημμελημάτων ημών παρά τού Κυρίου αιτησώμεθα», δηλαδή νά ζητήσουμε από τόν Κύριο συγχώρηση καί άφεση τών αμαρτιών μας καί τών παραπτωμάτων μας.

Η αμαρτία είναι απομάκρυνση από τόν Θεό καί στέρηση τού Φωτός Του. Καί όποιος απομακρύνεται από τόν Θεό, πού είναι ο αληθινός ήλιος τής δικαιοσύνης, περιπίπτει στό σκοτάδι. Φώς είναι η αγία ζωή, σκοτάδι είναι η αμαρτία. Βρισκόμενος ο άνθρωπος μέσα στό σκοτάδι τής αμαρτίας είναι δούλος, δέν μπορεί νά δή, νά ακούση, νά αναπνεύση, είναι υποδουλωμένος στόν διάβολο, γι’ αυτό καί ο άγιος Ανδρέας Επίσκοπος Κρήτης γράφει στόν Μεγάλο Κανόνα του: Άρον απ' εμού τόν κλοιόν τόν βαρύν τόν τής αμαρτίας». Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι δούλος καί φυλακισμένος. Έτσι πρέπει νά ερμηνευθή η «άφεσις τών αμαρτιών». Η απώλεια τού Φωτός δημιουργεί φρικτές καταστάσεις, στερεί τήν πραγματική ελευθερία τού ανθρώπου, οπότε πρέπει νά ελευθερωθούμε από τό πνευματικό σκοτάδι.

Έπειτα, τά «πλημμελήματα» είναι αμαρτήματα όχι από νομικής, αλλά από πνευματικής πλευράς. Δέν πρόκειται γιά ένα αμάρτημα πού γίνεται εκ συναρπαγής, δηλαδή χωρίς νά τό καταλάβη πολύ καλά ο άνθρωπος, αλλά γιά αμαρτήματα πού γίνονται από τά πάθη καί μέ συνείδηση τού τί κάνουμε, αφού πολλές φορές τό σχεδιάζουμε μέ τήν ελευθερία μας. Ξέρουμε από τήν νηπτική διδασκαλία τής Εκκλησίας ότι, όταν ένα αμάρτημα επαναλαμβάνεται πολλές φορές, τότε γίνεται πάθος, δηλαδή αρρωσταίνει μιά δύναμη τής ψυχής, όπως η επιθυμία, ο θυμός, καί έτσι ο άνθρωπος δεσμεύεται καί επαναλαμβάνεται η αμαρτωλή πράξη.

Γιά όλα αυτά ζητάμε από τόν Θεό συγχώρηση καί άφεση. Τίς δύο αυτές λέξεις «συγχώρηση» καί «άφεση» πρέπει νά τίς εξετάσουμε από πλευράς ιατρικής καί όχι συναισθηματικής καί δικαστικής. Ο Θεός δέν είναι δικαστής πού επιβάλλει τιμωρίες καί επιζητεί εξιλέωση, αλλά είναι Πατέρας πού αγαπά καί θέλει τήν επιστροφή τού αγαπητού παιδιού Του. Είναι ιατρός πού θεραπεύει τόν τραυματισμένο άνθρωπο. Η παραβολή τού ασώτου υιού δείχνει τί είναι η συγχώρηση καί η άφεση τών αμαρτιών, δηλαδή είναι σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό, επιστροφή τού ανθρώπου στήν Εκκλησία, όπου αισθάνεται τήν στοργική αγάπη τού Θεού, συμμετέχει στό πραγματικό πανηγύρι καί τρώγει τόν Αμνό τού Θεού, τό Σώμα καί τό Αίμα τού Χριστού.

Η Εκκλησία τά έχει τοποθετήσει όλα σωστά. Προσεύχεται γιά μάς στόν Θεό νά ζούμε χριστιανικά, αλλά, όταν δέν τό κατορθώνουμε, προσεύχεται γιά τήν μετάνοιά μας. Χαιρόμαστε πού είμαστε μέλη τής Εκκλησίας, δοξάζουμε τόν Θεό πού είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Εορτή της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)

Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.

Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.

Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.

Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.

Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».

Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 6 Ιουλίου (Γ Ματθαίου)

Το βασικό μήνυμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η πίστη στην Πρόνοια του Θεού, ότι δηλαδή, ο Θεός προνοεί για όλη την κτίση και βεβαίως πάνω από όλα για τον άνθρωπο.

Η λέξη πρόνοια προέρχεται από το ρήμα προνοώ, που σημαίνει προβλέπω, ενδιαφέρομαι για κάτι η για κάποιον. Με την θεία Πρόνοια χαρακτηρίζουμε το μεγάλο ενδιαφέρον του Θεού για τον κόσμο που Αυτός δημιούργησε και για τον άνθρωπο που είναι το τελειότερο δημιούργημά Του.

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα αναφέρονται μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως ότι ο Θεός φροντίζει για τα πετεινά του ουρανού που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν αγαθά σε αποθήκες και ο Θεός τα συντηρεί, και για τα κρίνα του αγρού τα οποία δεν κοπιάζουν, δεν γνέθουν και όμως διακρίνονται από μια τέτοια ομορφιά που δεν μπορεί να συγκριθή όλος ο στολισμός του Σολομώντος της Παλαιάς Διαθήκης που φημιζόταν για τα στολίδια.

Από αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι ο Θεός ενεργεί σε όλη την κτίση, τίποτε δεν γίνεται μηχανικά και τυχαία. Ο Θεός δεν κατοικεί στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει τον κόσμο, αλλά είναι δημιουργός, προνοητής, συντηρητής του κόσμου. Και αφού ενδιαφέρεται για τα πουλιά και τα χόρτα πολύ περισσότερο ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο που έχει ψυχή και σώμα.

Πως φαίνεται αυτό το προσωπικό ενδιαφέρον του Θεού για μας; Πρώτα από το ότι δημιούργησε τον άνθρωπο και από το ότι ύστερα, μετά την πτώση του, ενηνθρώπησε και τον αναδημιούργησε. Αυτό το βλέπουμε και στην προσωπική μας ζωή. Γεννηθήκαμε και ήλθαμε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Αυτό δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός η αποτέλεσμα της αγάπης των γονέων μας, αλλά ενέργεια του Θεού, δια των γονέων μας. Έπειτα, ο Θεός μας παρακολουθεί και επεμβαίνει πολλές φορές ευεργετικά για την θεραπεία μας, γιατί μας αγαπά. Όποιος καταλάβει την αγάπη του Θεού πραγματικά συντρίβεται από βαθειά κατάνυξη και συγκίνηση. Το ότι βαπτισθήκαμε ορθόδοξοι και παραμένουμε μέσα στην Εκκλησία και μπορούμε να λειτουργούμαστε και να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού είναι μια μεγάλη δωρεά του Θεού σε μας.

Πόσες φορές σε κινδύνους δεν αισθανθήκαμε την επέμβαση της θείας Προνοίας, μέσα από διάφορα περιστατικά, αλλά και από την βοήθεια ανθρώπων του Θεού, που Εκείνος τους έστειλε για να μας συμπαρασταθούν!

Βεβαίως, ο Θεός προνοεί για τον καθένα μας και θέλει την σωτηρία μας, αλλά δεν μπορεί να παραβιάση την ελευθερία που Εκείνος μας έδωσε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, όπως σε όλα τα θέματα, έτσι και σε αυτό, απαιτείται η δική μας ελευθερία. Πρέπει να συγκινηθούμε από την αγάπη του Θεού και να ανταποκριθούμε στην Πρόνοιά Του.

Επομένως, η πίστη στην Πρόνοια του Θεού αποβάλλει την ολιγοπιστία, από την οποία υποφέρουν πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας, καθώς επίσης αποβάλλει και το άγχος που διακατέχει πολλούς Χριστιανούς ως προς την συσσώρευση υλικών αγαθών. Όποιος διακατέχεται από την ολιγοπιστία και το άγχος δεν πιστεύει στην Πρόνοια του Θεού και γι’ αυτό δεν μπορεί να λέγεται και να είναι Χριστιανός. Πρέπει να πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο Θεός προνοεί και ενδιαφέρεται για μας.

+ Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 17 Ιουλίου

Ο χρόνος, κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων μας, συνδέεται μέ τό «διάστημα», τόν χώρο, αφού ο Θεός δημιούργησε μαζί μέ τόν χώρο καί τόν χρόνο. Ο χρόνος είναι η κίνηση πού υπάρχει σέ όλα τά όντα. Αλλά εμείς καταλαβαίνουμε τόν χρόνο μέ τήν ανατολή καί τήν δύση τού ηλίου, μέ τήν περιφορά-κίνηση τής γής γύρω από τόν εαυτό της, από τήν οποία κίνηση δημιουργείται η ημέρα, οι εβδομάδες, οι μήνες, ο χρόνος καί τά έτη.

Πάντως, όλοι μας έχουμε τήν αίσθηση τής αρχής καί τού τέλους κάθε ημέρας, πού τήν προσδιορίζουμε μέ τήν ανατολή καί τήν δύση τού ηλίου. Γιά τήν ημέρα αισθανόμαστε τήν ανάγκη νά προσευχηθούμε στόν Θεό. Ο Ιερεύς δέεται: «Τήν ημέραν πάσαν, τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν καί αναμάρτητον παρά τού Κυρίου αιτησώμεθα», δηλαδή νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο καί Θεό, ώστε όλη η ημέρα μας νά είναι τελεία, αγία, ειρηνική καί αναμάρτητη. Αυτή είναι μιά σημαντική προσευχή, γιατί σέ κάθε ημέρα καί ώρα μπορεί νά υπάρξουν πολλοί πειρασμοί, νά έλθουν δυσκολίες, νά δημιουργηθούν προβλήματα. Βεβαίως, μέ τήν προσευχή αυτή δέν ενδιαφερόμαστε γιά τήν ημέρα, αυτή καθ’ εαυτή, αλλά γιά τό πώς εμείς θά περάσουμε τήν ημέρα μας. Δέν μάς ενδιαφέρουν τόσο τά προβλήματα πού παρουσιάζονται, όσο ο τρόπος μέ τόν οποίο τά αντιμετωπίζουμε. Όλες οι ημέρες είναι ίδιες, αλλά εμείς διαφοροποιούμαστε, αλλάζουμε, αφού άλλοτε είμαστε χαρούμενοι καί άλλοτε λυπημένοι, άλλοτε αισθανόμαστε καλά καί άλλοτε άσχημα. Τό πρόβλημα δέν είναι έξω από μάς, αλλά μέσα μας.

Άς δούμε λίγο πώς θέλει η Εκκλησία νά περνάμε τήν ημέρα μας, ως Χριστιανοί καί ως μέλη της, ως παιδιά τού Θεού.

Κατ’ αρχάς η ημέρα μας πρέπει νά είναι «τελεία». Πώς, όμως, εννοείται η τελεία ημέρα; Αυτό μπορούμε νά τό δούμε καί μέ τήν πνευματική έννοια, ότι πρέπει νά συμπεριφερόμαστε κατά τό δυνατόν τέλεια ως Χριστιανοί, αλλά καί μέ τήν χρονική έννοια, ότι πρέπει νά φθάσουμε πρός τό τέλος της καί νά μή συμβή κάτι τό απροσδόκητο, όπως γιά παράδειγμα ο θάνατος, καί φύγουμε αιφνίδια από τόν κόσμο αυτόν. Επειδή, όμως, ο Χριστός μάς είπε νά γινόμαστε συνεχώς τέλειοι, «έσεσθε ούν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοίς ουρανοίς τέλειός εστιν» (Ματθ. ε', 48), η τελειότητα δείχνει ότι πρέπει συνέχεια νά βελτιωνόμαστε ως Χριστιανοί καί νά ολοκληρωνόμαστε πνευματικά.

Έπειτα, προσευχόμαστε η ημέρα μας νά είναι «αγία», νά ζούμε διαρκώς μέ τόν Χριστό πού είναι άγιος. Ως Χριστιανοί έχουμε πρότυπο τόν Χριστό, αφού Αυτός είναι τό πρότυπο τής δημιουργίας μας καί Αυτός μάς αναγέννησε μέ τήν ενανθρώπησή Του, τόν Σταυρό, τήν Ανάσταση καί τήν Ανάληψή Του, όπως επίσης καί μέ τήν αποστολή τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει νά τηρούμε συνεχώς τίς εντολές τού Χριστού καί νά ζούμε εν Χριστώ.

Ακόμη η ημέρα μας πρέπει νά είναι «ειρηνική». Πρόκειται γιά τήν εξωτερική, αλλά πρό παντός γιά τήν εσωτερική ειρήνη, τήν ελευθερία μας από τήν τυραννία τών λογισμών. Η ειρήνη είναι ένα μεγάλο αγαθό όταν μάλιστα ζούμε σέ διαρκή ταραχή, σέ πόλεμο, σέ ποικίλες ακαταστασίες.

Επί πλέον προσευχόμαστε στόν Θεό νά δώση ώστε η ημέρα μας νά είναι «αναμάρτητη», νά μή διαπράξουμε αμαρτήματα πού μάς χωρίζουν από τόν Θεό. Πρόκειται γιά αμαρτήματα πού γίνονται μέ τίς επιθυμίες, τίς πράξεις.

Τό ερώτημα όμως πού τίθεται είναι εάν είναι δυνατόν νά ζήσουμε τήν ημέρα μας, σύμφωνα μέ αυτά πού παρακαλάμε. Εφ’ όσον η Εκκλησία, διά τών Αγίων Πατέρων, έθεσε αυτήν τήν προσευχή, σημαίνει ότι είναι δυνατόν νά πραγματοποιηθή αυτή η δέηση. Δέν προσεύχεται η Εκκλησία γιά ακατόρθωτα πράγματα. Απαιτείται, όμως, η βοήθεια από τόν Θεό καί η δική μας ανταπόκριση, γιατί τίποτε δέν γίνεται μόνον από τόν Θεό ή μόνον από μάς. Καί όταν δέν τό κατορθώσουμε, τότε μετανοούμε καί ζητάμε τό έλεος τού Θεού.

Ο Μητροπολιτης

+ Ο Ναυπακτου και Αγιου Βλασιου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 20 Ιουλίου (Ε Ματθαίου)

Ο Χριστός, με το θαύμα που ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο, θεράπευσε δύο δαιμονισμένους που κατοικούσαν στα μνήματα και δεν τολμούσε κανένας να περάση από το μέρος εκείνο. Και στην συνέχεια, ο Χριστός επέτρεψε να εισέλθουν τα δαιμόνια στους χοίρους, οι οποίοι έπεσαν στην λίμνη και πνίγηκαν.

Τρία σημεία αντιμετώπισαν την μανία και την κακία των δαιμόνων. Το ένα ήταν η γη, το νεκροταφείο όπου έμεναν οι δαιμονισμένοι και έτσι ο χώρος εκείνος έγινε ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων, και από δημιούργημα του Θεού έγινε κατοικητήριο των δαιμόνων. Το άλλο είναι τα ζώα, οι χοίροι, που δέχθηκαν την μανία των δαιμόνων. Και το τρίτο ήταν η θάλασσα μέσα στην οποία πνίγηκαν οι χοίροι.

Όλη η δημιουργία του Θεού ήταν καλή από την αρχή, ακόμη και αυτός ο εωσφόρος ήταν αρχάγγελος, φωτεινός. Ο Θεός δεν δημιούργησε τίποτε το κακό, αλλά όλα ήταν εξ αρχής καλά, γι α?τό μετά από κάθε δημιουργική ημέρα γράφει ο Μωϋσής: «και είδεν ο Θεός ότι καλόν και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία». Όμως, ο εωσφόρος, που έγινε σατανάς, γέννησε το κακό, αυτός παρακίνησε τον άνθρωπο στην πτώση, και στην συνέχεια το κακό έπεσε σε ολόκληρη την κτίση. Στην πραγματικότητα η κτίση παρασύρθηκε από τον πεπτωκότα άνθρωπο.

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα βλέπουμε ότι ο άνθρωπος δαιμονίσθηκε και στην συνέχεια η γη, τα ζώα και η θάλασσα δέχθηκαν την καταστρεπτική μανία των δαιμόνων. Αυτό είναι ένα παράδειγμα στο οποίο φαίνεται πως μολύνεται η κτίση από την καταστρεπτική μανία του διαβόλου, αλλά και από τον εμπαθή άνθρωπο. Όλοι κάνουν λόγο για το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα, που τείνει να καταστρέψη τα οικοσυστήματα, αλλά και αυτήν την ίδια την ζωή μας και την γη στην οποία ζούμε. Όλοι επιρρίπτουν ευθύνες στις Κυβερνήσεις των Χωρών και στους ανθρώπους που αποβλέπουν στο εμπόριο και παραβλέπουν τις επιπτώσεις που έχει η βαρειά βιομηχανία σε όλον τον πλανήτη, αλλά αγνοούν ότι όλα αυτά προέρχονται από τον διάβολο και τα πάθη δια των οποίων ενεργεί. Σήμερα τα πάντα είναι μολυσμένα, η γη, το νερό, ο αέρας, η θάλασσα, τα ζώα και φυσικά αυτή η μόλυνση εισέρχεται μέσα στο σώμα μας δια των τροφών.

Πέρα από το οικολογικό πρόβλημα, συγχρόνως ο άνθρωπος μολύνει και με άλλο πνευματικό τρόπο την κτίση. Ενώ όλη η κτίση που είναι το δημιούργημα του Θεού και φανερώνει την δόξα Του και το μεγαλείο Του, όπως το βλέπουμε σε πολλούς Ψαλμούς του Δαυίδ, εν τούτοις ο άνθρωπος μολύνει την κτίση με τις αμαρτίες του και τα ατοπήματά του. Ιδίως την περίοδο του Καλοκαιριού, τις περισσότερες φορές, αντί το δάσος και η θάλασσα να είναι τόποι δοξολογίας του Θεού, γίνονται τόποι αμαρτίας. Οι άνθρωποι έχουν συνδέσει τις διακοπές τους με μια ελεύθερη από περιορισμούς ζωή.

Πρέπει να αγαπούμε την φύση, να την σεβόμαστε ως δημιούργημα του Θεού, και να δοξάζουμε τον Θεό. Οι δε καλοκαιρινές διακοπές μας πρέπει να συνδυάζονται με ψυχική ξεκούραση που το έχουμε πραγματικά ανάγκη και όχι με ψυχική επιβάρυνση.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 27 Ιουλίου (ΣΤ Ματθαίου)

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα άρχισε με την φράση «εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασεν και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν», δηλαδή ο Χριστός μπήκε μέσα σε ένα πλοίο και ήλθε στην πόλη Του. Ο Χριστός έζησε με τους ανθρώπους της εποχής Του, χρησιμοποιούσε τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης και είχε και την πόλη Του. Έζησε όπως όλοι μας, χωρίς όμως να πράξη κάποια αμαρτία, γιατί ήταν Θεάνθρωπος και τελείως αναμάρτητος.

Σε ποιά πόλη αναφέρεται ο Ευαγγελιστής και ποιά πόλη εθεωρείτο ως «ιδία πόλις» του Χριστού; Πρόκειται για την Καπερναούμ. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η Βηθλεέμ εγέννησε τον Χριστό, η Ναζαρέτ τον έθρεψε και η Καπερναούμ τον είχε διαρκώς οικούντα. Όμως, παντού ο Χριστός είχε προβλήματα, αφού στην Βηθλεέμ γεννήθηκε μέσα σε έναν σταύλο, στην Ναζαρέτ αντιμετώπισε την μανία των συμπατριωτών του που αποπειράθηκαν να τον γκρεμίσουν από ένα βουνό και στην Καπερναούμ δεν τον δέχθηκαν, καίτοι έκανε πολλά θαύματα εκεί, γι’ αυτό και είπε: «Και συ Καπερναούμ, η έως του ουρανού ανυψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση» (Ματθ. ια , 23).

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν και ζούσε ως ξένος πάνω στην γη. Έτσι, είχε πόλη δική Του, αλλά τελικά δεν είχε ούτε σπίτι να μείνη. Η ζωή Του ως ανθρώπου άρχισε στην φάτνη και έφθασε μέχρι το Γολγοθά και το μνημείο το καινό, από όπου αναστήθηκε. Υπάρχει ένα καταπληκτικό τροπάριο το οποίο ψάλλεται κατά την περιφορά του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή. Ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει τον Ιωσήφ να πλησιάζη τον Πιλάτο και ζητώντας το σώμα του Χριστού να λέγη: «Δος μου αυτόν τον ξένον, ο οποίος ως ξένος που ήταν ζούσε στον κόσμο ως ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίο οι ομοεθνείς του από μίσος τον θανάτωσαν ως ξένον. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίον οι Εβραίοι τον θανάτωσαν από φθόνο και τον αποξένωσαν από τον κόσμο. Δος μου αυτόν τον ξένον για να τον κρύψω στον τάφο, γιατί ως ξένος που είναι δεν έχει που να κλίνη την κεφαλή του». Ο Χριστός έζησε ως ξένος στον κόσμο αυτόν, αλλά το έργο Του είναι παγκόσμιο, αφορά ολόκληρο τον κόσμο.

Από αυτό φαίνεται ότι ο Χριστός προσλαμβάνει κάθε ξένον και τον αναπαύει. Είναι γνωστή η περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως, στην οποία θα πη στους δικαίους ανθρώπους: «Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» και το αντίθετο στους μη σεσωσμένους. Πρέπει να βοηθούμε τους ξένους σαν να το κάναμε στον Ίδιο τον Χριστό.

Πέρα από αυτό μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ιδιαίτερη «πόλη» του Χριστού είναι η Εκκλησία Του, μέσα στην οποία κάνει τα θαύματά Του και ενεργεί τις νεκραναστάσεις των ανθρώπων. Η Εκκλησία είναι επίγεια και ορατή, αλλά και ουράνια και αόρατη. Αυτή είναι η πραγματική πόλη του Θεού. Και εμείς ζούμε μέσα στην πόλη του Χριστού, την αγία Του Εκκλησία, με τα μυστήρια και όλη την ζωή της και θα πρέπη να φροντίζουμε να μη περιφρονούμε τον Χριστό, αλλά να τον θεωρούμε οικείο, και να δεχόμαστε την ζωοποιό παρουσία Του.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 13 Ιουλίου (Αγίων Πατέρων)

Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία στους αγίους Πατέρας που συγκρότησαν την Τετάρτη (Δ ) Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα και δογμάτισε για τις δύο φύσεις στον Χριστό, την θεία και την ανθρωπίνη, και για το πως ενεργούσαν οι δύο αυτές φύσεις στο ενιαίο πρόσωπό Του.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα αναφέρεται στον λόγο του Χριστού που είπε στους Μαθητές Του ότι είναι φώτα στον κόσμο και ότι θα πρέπη να λάμπουν με την διδασκαλία και τα έργα τους. Αλλά για να μπορή κανείς να λάμπη τόσο με την διδασκαλία όσο και με τα έργα θα πρέπη ο ίδιος να είναι φως, να έχη λάβει το Φως του Θεού μέσα Του και να έχη σύνδεσμο με το αιώνιο άκτιστο Φως, το Φως του Θεού. Άλλωστε, οι Μαθητές πρώτα έλαβαν το Φως του Θεού και έπειτα έλαμπαν με όλη τους την ύπαρξη.

Θα πρέπη να δούμε λίγο αυτήν την πορεία που κάνει το πνευματικό φως, για το οποίο αναφέρεται ο Χριστός. Ας υποθέσουμε ότι είναι ένα τρίγωνο. Στην πάνω γωνία του τριγώνου είναι ο Θεός που είναι το Φως του κόσμου, όπως ο ίδιος έχει πη. Το Φως αυτό αποστέλλεται στους Μαθητές που είναι στο κάτω μέρος του τριγώνου, οπότε και εκείνοι γίνονται φως, γιατί μετέχουν του αιωνίου Φωτός. Οι Μαθητές δεν πρέπει να κρατήσουν αυτό το φως για τον εαυτό τους, αλλά να το στέλλουν στους ανθρώπους, που βρίσκονται στην άλλη γωνία του τριγώνου. Και μόλις οι άνθρωποι βλέπουν το Φως του Θεού, δια των αγίων, τότε δοξάζουν το αιώνιο Φως, τον Θεό, δηλαδή το Φως επιστρέφει στην άνω γωνία του τριγώνου. Έτσι, το πνευματικό αυτό Φως, προέρχεται από τον Θεό, κατευθύνεται στους Αποστόλους - Πατέρας που τους φωτίζει, δι’ αυτών ακτινοβολεί στους ανθρώπους και επιστρέφει πάλι στον Θεό.

Αν σε κάποιο σημείο υπάρχη διακοπή της κινήσεως αυτής του Φωτός, τότε γίνεται συσκότιση, αυτό που ονομάζουμε «μπλακ άουτ». Τότε ο άνθρωπος και ο κόσμος βρίσκεται μέσα στα σκοτάδι και παραλύουν τα πάντα. Αυτό που γίνεται στον αισθητό κόσμο, αυτό γίνεται και στον πνευματικό κόσμο. Είναι φοβερό ο άνθρωπος να ζη μέσα στο πνευματικό σκοτάδι, να μη γνωρίζη τι είναι Θεός, ποιός είναι ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου, τι έφερε ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του στην γη, τι είναι σωτηρία και πως αυτή επιτυγχάνεται κλπ.

Οι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες ήταν το Φως του κόσμου, όχι γιατί ήσαν καλοί άνθρωποι και είχαν μελετήσει την επιστήμη της εποχής τους, αλλά γιατί είχαν σχέση με το αιώνιο Φως, τον ίδιο τον Θεό. Δεν γίνεται κανείς φως με το να είναι καλός άνθρωπος και να πράττη τις αρετές, αλλά με το να λάβη το Άγιον Πνεύμα μέσα του. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι ο σιδεράς για να κατασκευάση διάφορα σχήματα με το σίδερο, χρησιμοποιεί και τα εργαλεία, αλλά αν δεν έχη την φωτιά για να θερμάνη το σίδερο, τα εργαλεία δεν μπορούν να βοηθήσουν. Για τον πνευματικό καταρτισμό μας εργαλεία είναι οι αρετές, αλλά το πυρ είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Θα πρέπη να εμπιστευόμαστε τους Αγίους Πατέρες, γιατί μέσα σε αυτούς βρίσκεται το Φως του Θεού που τους φωτίζει. Αλλά θα πρέπη να γνωρίζουμε ότι οποιοδήποτε χάρισμα κι αν έχουμε πρέπει με αυτό να δοξάζεται ο Θεός, το Ουράνιο Φως, γιατί από Αυτόν προέρχονται όλα τα αγαθά και σε Αυτόν πρέπει να καταλήγουν.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Μέσα από τά κείμενα αυτά ενεργεί η Χάρη τού Θεού, είναι κείμενα πού έχουν ιδιαίτερη ενέργεια καί αλλάζουν τήν ψυχική μας κατάσταση.

Ο άνθρωπος διακρίνεται γιά τήν τρεπτότητα, γιατί εύκολα, μετά τήν πτώση, μεταβάλλεται όλος ο ψυχοσωματικός του οργανισμός. Όπως τό σώμα μεταβάλλεται από ψυχρό σέ θερμό, έτσι γίνεται στήν ψυχή καί τόν νού τού ανθρώπου. Άλλοτε ο άνθρωπος είναι χαρούμενος καί άλλοτε λυπημένος, άλλοτε καταλαμβάνεται από αισιοδοξία καί άλλοτε διακατέχεται από απόγνωση καί απελπισία. Η πίστη στόν Θεό καί τήν πρόνοιά Του, η αγάπη πρός Αυτόν καί η ελπίδα νά ενωθή μαζί Του ισορροπούν τόν άνθρωπο καί τόν κάνουν νά αντιμετωπίζη όλα τά δύσκολα προβλήματα τής ζωής του.

Στήν εποχή μας υπάρχουν πολλά γεγονότα –κοινωνικά, εθνικά καί οικογενειακά– πού κάνουν τόν άνθρωπο νά απελπίζεται, κυρίως όταν αδρανή η πίστη του στόν Θεό. Σέ μιά τέτοια περίπτωση μπορούμε νά αποκτήσουμε τήν ελπίδα, τήν υπομονή καί τήν παράκληση τών Γραφών.

Οι Γραφές είναι τά βιβλία τής Παλαιάς καί τής Καινής Διαθήκης, αυτό πού λέγεται Αγία Γραφή. Τότε πού έγραψε ο Απόστολος Παύλος τήν επιστολή του στούς Χριστιανούς τής Ρώμης δέν είχε απαρτισθή ακόμη η Καινή Διαθήκη, δέν είχαν συγκεντρωθή τά είκοσι επτά βιβλία πού συγκροτούν τήν Καινή Διαθήκη, καί κατά συνέπειαν ο Απόστολος εννοούσε τήν Παλαιά Διαθήκη.

Έτσι, όταν διαβάζουμε τίς Γραφές, αποδιώκουμε τήν απελπισία, αποκτούμε ελπίδα καί πίστη στόν Θεό μέ τήν υπομονή καί τήν παράκληση. Δηλαδή, διαβάζοντας κανείς τά κείμενα τών Προφητών καί τών Αποστόλων, αλλά καί μεταγενέστερα πατερικά βιβλία, λαμβάνει θάρρος καί ελπίδα.

Αυτό γίνεται γενικά μέ τό διάβασμα βιβλίων, γιατί μέσα από τά βιβλία μελετά κανείς τήν ζωή καί τίς απόψεις τών ανθρώπων, αντιλαμβάνεται τόν τρόπο μέ τόν οποίο ενεργούν, σκέπτονται καί συμπεριφέρονται, καί πολλές φορές αλλάζει καί ο τρόπος σκέψεώς του. Αυτό πολύ περισσότερο γίνεται μέ τήν Αγία Γραφή γιά δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί διαβάζουμε τήν ζωή αγίων ανθρώπων, βλέπουμε τήν πίστη τους στόν Θεό, όπως τών Πατριαρχών καί τών Προφητών τής Παλαιάς Διαθήκης, τήν υπομονή τού Ιώβ, τόν ζήλο τών Αποστόλων καί τών αγίων, τήν προσευχή τών δικαίων κλπ. καί ενισχυόμαστε στήν πίστη καί τήν υπομονή μας. Δεύτερον, γιατί μέσα από τά κείμενα αυτά ενεργεί η Χάρη τού Θεού, είναι κείμενα πού έχουν ιδιαίτερη ενέργεια καί αλλάζουν τήν ψυχική μας κατάσταση.

Ο Απόστολος Παύλος συμβούλευσε τόν μαθητή του Τιμόθεο: «έως έρχομαι πρόσεχε τή αναγνώσει, τή παρακλήσει, τή διδασκαλία» (Α' Τιμ. δ', 13). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι η Αγία Γραφή είναι ένα πνευματικό λιβάδι καί η ανάγνωσή της είναι παράδεισος τρυφής, καλύτερος από τόν αρχαίο παράδεισο, στόν οποίο βρισκόταν ο Αδάμ καί η Εύα πρό τής πτώσεως. Σέ άλλη ομιλία του λέγει ότι όποιος κάθεται δίπλα στήν πηγή τών θείων Γραφών ομοιάζει μέ εκείνον πού κάθεται δίπλα σέ μιά πηγή νερού καί απολαμβάνει τήν αύρα, οπότε όχι μόνον ικανοποιεί τό αίσθημα τής δίψας, αλλά αποκρούει καί τόν καύσωνα. Έτσι, όποιος προσέχει στήν ανάγνωση τών Γραφών ελευθερώνεται από τήν αθυμία. Σέ αυτόν φυτεύεται η ηδονή, αναιρείται η κακία, ριζώνεται η αρετή, δέν κλονίζεται από τόν θόρυβο τών πραγμάτων. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος παρομοιάζει εκείνον πού πίνει από τήν ποιότητα πού υπάρχει στήν Αγία Γραφή μέ τό νήπιο πού θηλάζει από τόν μαστό τής μητέρας του.

Στήν εποχή μας κυκλοφορούν πολλά βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, καθώς επίσης υπάρχει σέ όλα τά σπίτια ο ηλεκτρονικός τύπος, καί ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί νά βρίσκη ό,τι ζητάει, αποκτά τήν ανθρώπινη γνώση. Αλλά τά περισσότερα βιβλία μεταφέρουν εμπαθείς σκέψεις τών συγγραφέων τους καί τίς φαντασιώσεις τους.

Εμείς οι Χριστιανοί θά πρέπει νά μελετάμε τήν Αγία Γραφή, νά διαβάζουμε τούς βίους καί τήν διδασκαλία τών Προφητών καί τών δικαίων τής Παλαιάς Διαθήκης, αλλά καί τήν ζωή καί διδασκαλία τού Χριστού καί τών Αποστόλων. Επίσης, θά πρέπει νά διαβάζουμε καί τά συναξάρια τών αγίων, πού είναι τό εικονογραφημένο Ευαγγέλιο. Έτσι, θά μπορούμε νά βρίσκουμε ελπίδα μέ τήν υπομονή καί τήν παράκληση τών Γραφών.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού.

Η Εκκλησία τής Κορίνθου, τήν οποία ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, ήταν μιά ευλογημένη Εκκλησία, όπως φαίνεται από τίς δύο επιστολές πού απέστειλε ο Απόστολος Παύλος σέ αυτήν, στήν οποία ήταν πλούσια καί έκδηλα τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος. Μεταξύ τών χαρισμάτων ήταν η προφητεία, η σοφία, η γνώση, η διάκριση τών πνευμάτων, τά χαρίσματα τών ιαμάτων, τών δυνάμεων, τής γλωσσολαλιάς. Μέσα από τούς χαρισματούχους καί τά χαρίσματα εκδηλωνόταν πολυτρόπως τό Άγιον Πνεύμα πού υπήρχε πλουσίως στήν Εκκλησία, τό Σώμα τό ευλογημένο τού Χριστού. Ήταν μιά πραγματική «θεολογική Σχολή τής πρώτης Εκκλησίας».

Συγχρόνως, όλοι αυτοί οι χαρισματούχοι συγκεντρώνονταν γιά νά τελέσουν τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά δοξάσουν τόν Σταυρωθέντα καί Αναστάντα Χριστό, νά ομολογήσουν τήν πίστη τους σέ Αυτόν, νά Τόν ευχαριστήσουν γιά τήν δωρεά πού τούς έκανε νά νικήση τόν διάβολο, τήν αμαρτία καί τόν θάνατο, καί νά κοινωνήσουν τού Σώματος καί τού Αίματός Του. Όμως, κατά τίς συνάξεις τους, λόγω τών ποικίλων χαρισμάτων πού διέθεταν τά μέλη τής Εκκλησίας, υπήρξε κάποια αταξία γιά τό ποιό ήταν τό μεγαλύτερο χάρισμα. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος εξαναγκάζεται σέ επιστολή πού τούς απέστειλε, νά βάλη μιά τάξη γιά τό πώς θά εκδηλώνονταν τά χαρίσματα. Όπως σήμερα στήν Εκκλησία έχουμε τό τυπικό πού καθορίζει πώς νά γίνωνται οι ακολουθίες, ποιά τροπάρια νά ψάλλωνται καί πώς νά εναλάσσωνται οι ψάλτες στήν ψαλμωδία, έτσι στήν πρώτη Εκκλησία τής Κορίνθου ο Απόστολος Παύλος καθόρισε ένα τυπικό γιά τό ποιά σειρά πρέπει νά τηρούν οι χαρισματούχοι κατά τίς συνάξεις τους.

Διαβάζοντας τήν πρώτη Επιστολή πού έστειλε ο Απόστολος Παύλος στήν Εκκλησία τής Κορίνθου βλέπουμε καθαρά τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος, τήν ύπαρξη πολλών χαρισματούχων κατά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας. Η Εκκλησία συνερχόταν γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία, καί σέ αυτήν συμμετείχαν Χριστιανοί μέ ποικιλία χαρισμάτων, ήτοι θεολογίας, προφητείας, ιαμάτων, γλωσσολαλιάς, ερμηνείας τών γλωσσών κλπ.

Όμως, στήν πρώτη αυτή Εκκλησία παρατηρούνταν καί σχίσματα, όχι μέ τήν σημερινή έννοια τού όρου ότι απομακρύνονταν από τήν Εκκλησία καί συγκροτούσαν άλλες Εκκλησίες, αλλά μέ τήν έννοια ότι κάθε ομάδα Χριστιανών υπερεκτιμούσαν κάποιον διαφορετικό Απόστολο. Έτσι, άλλοι θεωρούσαν ως αρχηγό τους τόν Παύλο, άλλοι τόν Πέτρο, άλλοι τόν Απολλώ, υπήρχαν καί άλλοι πού έλεγαν ότι ανήκαν στόν Χριστό. Ο Απόστολος Παύλος τούς επιτιμά γιά τήν διαγωγή αυτή καί τούς ζητά στό όνομα τού Ιησού Χριστού νά λέγουν όλοι τό ίδιο, νά μήν υπάρχουν μεταξύ τους διαιρέσεις καί νά είναι όλοι ενωμένοι «εν τώ αυτώ νοΐ καί εν τή αυτή γνώμη».

Γίνεται φανερόν ότι, παρά τήν τέλεση τής θείας Ευχαριστίας καί τήν παρουσία σέ αυτήν χαρισματούχων Χριστιανών, ήταν ανάγκη νά υπάρχη καί μιά ενότητα μεταξύ τους. Μέ τήν πορεία τού χρόνου καί τήν ανάπτυξη τής Εκκλησίας δημιουργήθηκε ο θεσμός τών Επισκόπων, στόν οποίο έπρεπε νά υπακούουν όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, μέ τήν μνημόνευση τού οποίου νά τελήται τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, νά συγκροτήται η Εκκλησία καί αυτός νά βρίσκεται «εις τύπον καί τόπον» τής κεφαλής τής Εκκλησίας, δηλαδή τού Χριστού, καθώς επίσης νά υπάρχη καί η ενότητα μεταξύ τών Επισκόπων.

Είναι σημαντικό στό σημείο αυτό τί λέγει τό βιβλίο πού τιτλοφορείται «Διαταγαί τών Αποστόλων». Φαίνεται ότι όσο αναπτυσσόταν η Εκκλησία καί επεκτεινόταν σέ ολόκληρο τόν κόσμο, τόσο καί χρειαζόταν μιά ορατή ενότητα καί ένα κέντρο ενότητας. Αυτό τό κέντρο ενότητας ήταν ο Επίσκοπος καί όχι ο προφήτης.

Στό βιβλίο αυτό, αφού αναφέρονται όλοι οι χαρισματούχοι Χριστιανοί, έπειτα λέγεται: «ο δέ τούτων πάντων ανώτερος ο αρχιερεύς εστίν, ο επίσκοπος». Αυτός είναι διάκονος τού λόγου, φύλακας τής γνώσεως, μεσίτης Θεού καί Χριστιανών κατά τήν διάρκεια τής λατρείας πρός τόν Θεό, αυτός είναι διδάσκαλος τής ευσέβειας, αυτός είναι πατέρας τών Χριστιανών μετά τόν Θεό, αυτός είναι άρχοντας καί ηγούμενος τών Χριστιανών, βασιλεύς καί εξουσιαστής, αυτός είναι «επίγειος θεός μετά θεόν», τόν οποίον πρέπει νά τιμούν. Ο Επίσκοπος πρέπει νά προκαθέζεται όλων τών Χριστιανών «ως θεού αξία τετιμημένος», πρέπει νά εξουσιάζη τού Κλήρου καί νά άρχη όλου τού λαού. Φθάνει μάλιστα τό βιβλίο τών «Διαταγών τών Αποστόλων» νά γράψη ότι ο Επίσκοπος είναι κεφαλή καί γι’ αυτό δέν είναι δίκαιον νά προσέχη τήν ουρά, δηλαδή τόν λαϊκό άνθρωπο πού στασιάζει καί έτσι νά οδηγήται καί αυτός στήν απώλεια τού άλλου, αλλά νά προσέχη «θεώ μόνω». Γιατί ο Επίσκοπος πρέπει νά άρχη όλων τών υπηκόων καί όχι νά άρχεται καί νά καθοδηγήται από αυτούς. Βεβαίως, καί ο Επίσκοπος πρέπει νά έχη τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος.

Φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία είναι τό ευλογημένο Σώμα τού Χριστού, οι Χριστιανοί πρέπει νά είναι γεμάτοι από τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι νά έχουν χαρίσματα θεολογίας, προσευχής, αγάπης κλπ., νά συνέρχωνται στήν θεία Ευχαριστία καί τήν λατρεία, αλλά νά θεωρούν κεφαλή τους τόν Επίσκοπο «εις τύπον καί τόπον» τού Χριστού. Η ενότητα τής Εκκλησίας καί τών Χριστιανών συγκροτείται από τό Μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας καί τόν Επίσκοπο. Αυτό είναι τό εκκλησιαστικό ήθος καί τό εκκλησιαστικό φρόνημα, καί έξω από αυτό υπάρχουν σχίσματα τά οποία οδηγούν στήν απώλεια.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά.

Τό νά είναι κανείς Χριστιανός είναι μεγάλη ευλογία από τόν Θεό, είναι μεγάλο χάρισμα. Μέ τό Bάπτισμα, τό Xρίσμα, τήν θεία Κοινωνία ένα μέλος τής Εκκλησίας δέχεται τήν Χάρη τού Θεού, συνδέεται μέ τήν Κεφαλή, τόν Χριστό, καί κοινωνεί τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Κάθε διαίρεση, κάθε άρνηση τών χαρισμάτων πού δίνει τό Άγιον Πνεύμα, κάθε διχοστασία καί ζήλεια καί φιλονικία είναι δείγμα απουσίας τού Αγίου Πνεύματος καί επομένως δείχνει σαρκικότητα.

Ο Απόστολος Παύλος έβλεπε μερικά λυπηρά γεγονότα πού συνέβαιναν στήν Εκκλησία τής Κορίνθου, εντόπιζε τήν διαίρεση πού επικρατούσε σέ μερικούς Χριστιανούς, παρά τά χαρίσματα πού είχαν, καί τούς ερωτά: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε καί τό πνεύμα τού Θεού οικεί εν υμίν;». Δηλαδή, δέν γνωρίζετε ότι είσθε ναός τού Θεού καί ότι τό πνεύμα τού Θεού κατοικεί μέσα σας;

Στήν φράση αυτή μπορεί κανείς νά παρατηρήση δύο έννοιες. Η πρώτη ότι η Εκκλησία πού είναι τό Σώμα τού Χριστού, είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος. Έχοντας υπ’ όψη μας έναν ναό, ένα οικοδόμημα από πέτρες, μέσα στόν οποίο συνέρχεται η Εκκλησία καί τελείται η θεία Λειτουργία, μπορούμε νά πούμε ότι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού είναι ο ζωντανός ναός τού Θεού καί μέσα κατοικεί τό Άγιον Πνεύμα. Πρωτίστως ναός είναι η Εκκλησία, τό Σώμα τού Χριστού, καί έπειτα ναός λέγεται καί τό κτίσμα μέσα στό οποίο συνέρχεται η ζωντανή Εκκλησία γιά νά τελέση τήν θεία Ευχαριστία καί άλλες ακολουθίες. Η δεύτερη έννοια είναι ότι ο κάθε Χριστιανός είναι ναός τού Θεού καί μέσα σέ αυτόν κατοικεί τό πνεύμα τού Θεού. Μέ αυτήν τήν δεύτερη έννοια θά διατυπώσω μερικές σκέψεις, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τών Αποστόλων καί τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ερμηνεύει ότι τό σώμα τού ανθρώπου εικονίζει τόν Ναό, ο έσω άνθρωπος είναι τό ιερό Βήμα τού Ναού, η καρδιά είναι η Αγία Τράπεζα, ο νούς είναι ο ιερέας πού εισέρχεται στό ιερό Βήμα γιά νά λειτουργήση, η προαίρεση καί η επιθυμία τού ανθρώπου είναι η θυσία τήν οποία προσφέρει ο νούς στόν Θεό επάνω στήν καρδιά. Εκεί γίνεται η εσωτερική λειτουργία μέ τήν αγάπη πρός τόν Θεό καί τήν νοερά καρδιακή προσευχή. Έτσι ερμηνεύεται τό «ιεράτευμα άγιον», τό «βασίλειον ιεράτευμα», «ο οίκος πνευματικός», μέσα στόν οποίο προσφέρονται οι πνευματικές θυσίες, κατά τόν Απόστολο Πέτρο (Α' Πέτρ. β', 1-10).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αναφερόμενος σέ αυτήν τήν εσωτερική θεία Λειτουργία, κάνει λόγο γιά «μυστική τού νοός ιερουργία», γιά «ιερατείον αληθινόν», γιά «ιερατείον πνευματικόν», πού ιερουργεί μυστικώς στό θυσιαστήριο τής καρδιάς τόν αμνόν τού Θεού καί μετέχει αυτού.

Αυτή η διδασκαλία δέν είναι απλώς διδασκαλία μερικών Πατέρων, πού χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ως νηπτικοί καί ησυχαστές, αλλά είναι διδασκαλία πού ανευρίσκεται μέσα στήν Αγία Γραφή. Άλλωστε, η νήψη καί η ησυχία είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων τών αγίων. Γιά παράδειγμα ο Απόστολος Πέτρος προτρέπει τούς Χριστιανούς: «Κύριον τόν Θεόν αγιάσατε εν ταίς καρδίαις υμών» (Α' Πέτρ. γ', 15). Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά ψαλμούς καί ύμνους καί ωδές πνευματικές πού ψάλλονται καί άδονται «εν τή καρδία υμών τώ Κυρίω» (Εφ. ε', 19), πού προϋποθέτει ότι η καρδία, δηλαδή τό κέντρο τής πνευματικής υπάρξεως τού ανθρώπου, είναι θυσιαστήριο, είναι ο χώρος εκείνος πού δοξάζεται καί υμνείται ο Θεός. Εκεί κατοικεί ο Θεός, σύμφωνα μέ τόν αποστολικό λόγο «κατοικήσαι τόν Χριστόν διά τής πίστεως εν ταίς καρδίαις υμών» (Εφ. γ', 17) «εκεί λάμπει τό φώς τού Θεού» (Β', Κορ. δ', 6) εκεί βεβαιώνεται ο άνθρωπος ότι είναι ναός τού Θεού (Γαλ. δ', 6) εκεί ευρίσκεται ο εντός ημών άνθρωπος.

Πρέπει νά εκκλησιαζόμαστε, νά συμμετέχουμε στήν κοινή λατρεία τής Εκκλησίας, όπου συναντώνται όλα τά μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Αλλά θά πρέπει νά προσευχόμαστε καί στόν εσωτερικό ναό, στό ιερό Βήμα τής καρδιάς μέ τήν εσωτερική καρδιακή καί νοερά προσευχή. Όταν η λογική τού ανθρώπου αποκρούη τούς κακούς λογισμούς καί η νοερά ενέργεια πού είναι η λεπτοτάτη προσοχή εισέλθη μέσα στήν καρδιά, συγκεντρώνεται εκεί μέ τήν αγάπη καί μέ καρδιακό πόνο καί τότε γίνεται αυτή η εσωτερική θεία λειτουργία. Μιά τέτοια εσωτερική προσευχή είναι η κατάλληλη προϋπόθεση γιά νά εκκλησιάζεται κανείς σωστά καί στούς Ναούς καί νά συμμετέχη στήν θεία Λειτουργία.

Νά μή ξεχνάμε ποτέ ότι πρέπει νά είμαστε ναοί τού ζώντος Θεού, καί καθώς μετακινούμαστε, μεταφέρουμε αυτόν τόν ζωντανό ναό, γιά νά δοξάζεται ο Θεός. Έτσι θά αποφεύγεται κάθε αμαρτία καί θά αντιμετωπίζεται κάθε πειρασμός.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή.

Γιά τά χαρίσματα ομιλεί ο Απόστολος Παύλος στό σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, τά οποία είναι διάφορα καί ποικίλα. Ο Θεός δίνει τά χαρίσματα στά μέλη τής Εκκλησίας, γιά νά οικοδομήται η Εκκλησία καί νά δοξάζεται ο Θεός. Πρόκειται γιά τήν προφητεία, τήν διακονία, τήν διδασκαλία, τήν παράκληση, τήν μετάδοση τών υλικών αγαθών, τήν φροντίδα κάθε καλού έργου, τήν ελεημοσύνη.

Μετά τήν απαρίθμηση τών χαρισμάτων, γίνεται λόγος γιά τήν ανυπόκριτη αγάπη πού είναι η υποδομή όλων τών πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα, σέ άλλη επιστολή του, στήν πρός Κορινθίους, ο Απόστολος Παύλος καταγράφει τόν ύμνο τής αγάπης, πού είναι τό μεγαλύτερο πνευματικό χάρισμα (Α' Κορ. ιγ').

Η αγάπη έχει διπλή κατεύθυνση, ήτοι αγάπη πρός τόν Θεό καί αγάπη πρός τούς ανθρώπους. Είναι γνωστή η εντολή τού Θεού πού δόθηκε στήν Παλαιά Διαθήκη καί επαναλήφθηκε από τόν Χριστό: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου. αύτη εστί πρώτη καί μεγάλη εντολή. δευτέρα δέ ομοία αυτή αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η αγάπη δέν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά εκφράζεται μέ όλες τίς δυνάμεις τής ψυχής, δηλαδή τό λογιστικό, τό επιθυμητικό καί τό θυμικό. Δέν είναι λόγια, αλλά μιά ολόκληρη ζωή καί προσφορά όλου τού εαυτού μας στόν Θεό καί τούς αδελφούς μας.

Άν δούμε τήν αγάπη από τήν πλευρά τού Θεού, μπορούμε νά σημειώσουμε ότι η αγάπη είναι η ενέργεια τού Θεού, οπότε ο Θεός δέν έχει απλώς αγάπη, αλλά είναι αγάπη, αφού η ενέργεια τού Θεού είναι η κίνηση τής φύσεως. Ο Θεός αγαπά τόν κόσμο πού Αυτός δημιούργησε, κινείται πρός τόν άνθρωπο, αλλά καί ελκύει πρός τόν Εαυτό Του εκείνους πού είναι άξιοι τής αγάπης Του, στούς οποίους η αγάπη ενεργεί καθαρτικά, φωτιστικά καί θεοπτικά.

Η πραγματική αγάπη είναι καρπός τής απάθειας. Όταν υπάρχουν στόν άνθρωπο πάθη, τότε η αγάπη είναι εμπαθής. Γιά παράδειγμα, η φιλοδοξία, η φιληδονία, η φιλαργυρία έχουν στοιχεία αγάπης, αλλά συνδέονται μέ τήν κενή δόξα, τήν ηδονή καί τά αργύρια. Σέ αυτές τίς περιπτώσεις ο άνθρωπος δέν μπορεί νά αγαπά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπό του αληθινά, γιατί εμπλέκονται τά πάθη, οπότε αγαπά τόν εαυτό του, πράγμα πού λέγεται φιλαυτία.

Γιά νά υπάρξη πραγματική αγάπη πρέπει νά προηγηθή η θεραπεία τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα θεραπεία είναι η μετατροπή τής αγάπης από ιδιοτελή σέ ανιδιοτελή. Όπου υπάρχει αγάπη ιδιοτελής, εκεί επικρατεί η αρρώστια. Αντίθετα, όπου εκφράζεται η ανιδιοτελής αγάπη, εκεί υπάρχει πνευματική υγεία.

Ο Απόστολος Παύλος γνωρίζει ότι μπορεί καί ο άρρωστος πνευματικά άνθρωπος νά αγαπά καί γι’ αυτό κάνει λόγο γιά τό ότι η αγάπη πρέπει νά είναι ανυπόκριτη. Οπότε, άλλο είναι η υποκριτική αγάπη καί άλλο είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η υποκριτική αγάπη είναι γεμάτη από ψέματα, θεατρινισμούς, είναι εξωτερική, επιτηδευμένη, εκφράζεται μέ ψεύτικα χαμόγελα καί προσωρινές εκδηλώσεις καί συνήθως σκορπά απόγνωση καί απελπισία. Η ανυπόκριτη αγάπη είναι αληθινή, ολοκληρωμένη, υγιής καί μεταδίδει χαρά, ειρήνη καί ελπίδα στούς ανθρώπους.

Η πείρα έχει δείξει ότι στήν κοινωνία μας περισσεύει η ψεύτικη, η υποκριτική αγάπη. Καμμιά άλλη αρετή δέν έχει κακοποιηθή τόσο πολύ όσο η αγάπη. Ο ηθοποιός έχει τό χάρισμα νά προσποιήται συμπεριφορές καί χαρακτήρες άλλων ανθρώπων μέ ακρίβεια καί προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Αυτό πού στήν περίπτωση αυτή είναι ένα χάρισμα, στό θέμα τής υποκριτικής αγάπης είναι δυστυχία. Τί φοβερό είναι νά συναντά κανείς ανθρώπους πού εκδηλώνουν ή εμπαθή αγάπη ή υποκριτική αγάπη! Καί τί εκπληκτικό είναι νά έχη κανείς φίλους πού διακρίνονται γιά τήν ειλικρίνεια καί τήν ανυπόκριτη αγάπη!

Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει ότι ο Αββάς Αγάθων ήθελε νά βρή έναν λεπρό καί νά λάβη τό άρρωστο σώμα του, δίδοντας σέ εκείνον τό δικό του υγιές σώμα. Καί λέγει ότι αυτό είναι τέλεια αγάπη. Ο ίδιος γράφει ότι η κατά Θεόν πραγματική αγάπη είναι γλυκύτερη τής ζωής. Όταν κανείς ζή σέ ένα κλίμα ανυπόκριτης καί ανιδιοτελούς αγάπης, αισθάνεται γλυκασμό ανώτερο από τήν βιολογική ζωή.

Όλοι αγαπάμε κάτι, αλλά άς φροντίσουμε νά θεραπευόμαστε καί νά έχουμε ανυπόκριτη, καθαρή καί ανιδιοτελή αγάπη.

Ο Μητροπολιτης

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἱστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance